Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

«Μαζέψαμε σιγά-σιγά τα πράματά μας. Και βγήκαμε απ' την πόρτα χωρίς να πούμε λέξη» (παράλληλοι μονόλογοι: Βαλαωρίτης vs Σαμαράς)

«Δεν του 'μενε ούτε ίχνος αυτοσεβασμού. Διέσχιζε τη ζωή του με το απαθές βλέμμα ενός υποταγμένου. Με το απλανές βλέμμα ενός υπνωτισμένου. Του 'χε μπει η ιδέα ότι αυτό ήταν και τίποτ' άλλο». Θα μπορούσε να μεταχειριστεί αυτό το απόσπασμα από ποίημά του, για να προσδιορίσει τον Ελληνα της κρίσης ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης


Ο Νάνος Βαλαωρίτης είναι ένας μεγάλος της ποίησης και μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη οι τελευταίοι της γενιάς του '30. Αν μη τι άλλο, του οφείλουμε σεβασμό... Ο Αντώνης Σαμαράς είναι ένας τυχαίος πολιτικός που δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του και μαζί με τους υπουργούς του ξεπουλά την Ελλάδα. Ως εκ τούτου, δεν του οφείλουμε τίποτα... Δείγματα του χαρακτήρα, της προσωπικότητας, της παιδείας και της κουλτούρας των δύο ανδρών αποτελούν οι επιστολές που αντάλλαξαν. Ο κ. Βαλαωρίτης απευθύνεται στον πληθυντικό στον πρωθυπουργό και με απόλυτο σεβασμό στο θεσμικό του ρόλο.  Ο κ. Σαμαράς απαντά στον ενικό στον ποιητή και κατηγορώντας τον ότι «δεν έχει σωστή πληροφόρηση». Ο κ. Βαλαωρίτης εκφράζει με ευγένεια και νηφαλιότητα την ανησυχία του για την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής και την αγωνία του για τη χώρα. Ο κ. Σαμαράς απαντά αυτάρεσκα και απαξιωτικά, αποφεύγοντας, μάλιστα, να μιλήσει επί της ουσίας. Αντ' αυτού, καταγγέλλει την Αριστερά για «ιδεολογική τρομοκρατία». Αυτές οι δύο επιστολές είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ποιοι άνθρωποι αξίζουν και η κοινωνία της αποχαύνωσης τους αγνοεί ή τους έχει στο περιθώριο και ποιοι είναι ανάξιοι και οι αποχαυνωμένοι τους εμπιστεύονται με την ψήφο τους... Από τη μία ο ποιητής Νάνος και από την άλλη ο πολιτικά νάνος!  Επί της ουσίας, ο πρωθυπουργός διόλου δεν προβληματίστηκε από τις επισημάνσεις του κ. Βαλαωρίτη για το ρατσισμό και τη Χρυσή Αυγή. Απόδειξη, οι διατάξεις που έφερε στη Βουλή το κόμμα του για τροποποίηση του υπάρχοντος νομικού πλασίου, σε μια απέλπιδα προσπάθειά του να μην ψηφιστεί ένας σύγχρονος, σοβαρός και αποτελεσματικός αντιρατσιστικός νόμος κι έτσι βρεθούν εν κινδύνω τα έως τώρα στο απυρόβλητο ακροδεξιά φιλαράκια του [απόσπασματα από το ΦΟΥΑΓΙΕ του Γιώργου Τζεδάκη στη σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ].

Βαλαωρίτης στον Σαμαρά: Συγγνώμη, δεν μπορώ να κάνω διάλογο με πολιτικό

Την ανταπάντησή του στον πρωθυπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά και την επιστολή που εκείνος εξέδωσε αναφερόμενος στον ποιητή και τα γραφόμενά του περί ραγδαίας ανόδου της Χρυσής Αυγής, ρατσισμού και επιτακτικής ανάγκης για στηλίτευση ξενοφοβικών φαινομένων, έδωσε ο κ. Νάνος Βαλαωρίτης, μιλώντας αποκλειστικά στο Newpost.gr.

«Δεν μπορώ να κάνω διάλογο με πολιτικούς, η απάντηση του κυρίου Σαμαρά ήταν μια άμυνα. Μίλησε χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των πολιτικών, εγώ μιλώ μια άλλη γλώσσα...», ανάφερε ο σπουδαίος ποιητής και άνθρωπος των Γραμμάτων, κάνοντας παράλληλα λόγο για «καλλιτέχνες που έχουν κυριευθεί από φόβο» και μια Ελλάδα που έχει καταντήσει «Πικρό Καρναβάλι». Άλλη η γλώσσα των ποιητών λοιπόν και άλλη των πολιτικών. Ίσως γι' αυτόν ακριβώς τον δημόσιο λόγο λέει για την Κική Δημουλά: «την θεώρησαν ρατσίστρια; Ε όχι... Είναι ηλίθιο να λέγονται δημόσια τέτοια πράγματα!». Και ίσως γι' αυτό μιλάει για τη σιωπή των καλλιτεχνών και το μόνο πολίτευμα των ελεύθερων ανθρώπων: τη δημοκρατία.

Διαβάστε τη συνέντευξή του με μια ανάσα! Γιατί μόνο ένας ποιητής μπορεί να λέει μεγάλες αλήθειες σε τόσο μικρό χώρο…
 - Ο κ. Σαμαράς ανταπάντησε στην επιστολή σας και ξεκαθάρισε για μία ακόμη φορά τις θέσεις του κόμματός του απέναντι σε φαινόμενα ρατσισμού, τονίζοντας συγχρόνως ότι στηλίτευσε έντονα την παρουσία και τις θέσεις της Χρυσής Αυγής σε κάθε του δημόσια ομιλία. Νιώθετε ικανοποιημένος από την απάντησή του;

«Την περίμενα την απάντηση του κ. Σαμαρά. Ήταν λογικό να απαντήσει με αυτόν τον τρόπο. Συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να κάνω διάλογο με έναν πολιτικό. Καταλαβαίνω ότι ως πολιτικός είναι αναγκασμένος να αμυνθεί. Η απάντησή του ήταν μια άμυνα για τις θέσεις του κόμματός του. Ανταπάντησε με γενικεύσεις. Ο κ. Σαμαράς χρησιμοποιεί τη γλώσσα των πολιτικών. Εμένα μου είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξω διάλογο με τη γλώσσα των πολιτικών. Δε μπορώ να το κάνω αυτό. Καταλαβαίνετε; Διαφέρουμε στον τρόπο με τον οποίον μιλάμε. Εγώ δεν έχω να υποστηρίξω θέσεις πολιτικές. Έχω μόνο γνώμη και εμπειρία και αυτά εκφράζω. Πάντως, θεωρώ ότι μου έκανε τιμή που απάντησε, διότι είναι πολύ σπάνιο πρωθυπουργός να απαντά δημόσια σε επιστολή. Δεν περίμενα βέβαια ότι θα μου απευθυνθεί σε τέτοιο φιλικό τόνο, ακριβώς επειδή δεν γνωριζόμαστε προσωπικά».

- Τι σας οδήγησε στο να στείλετε μια επιστολή αγανάκτησης προσωπικά στον πρωθυπουργό της χώρας;  «Μα δεν είναι η πρώτη επιστολή. Ξέρετε πόσα ανάλογα άρθρα έχω γράψει από το 2010; Τουλάχιστον 15 - 20 άρθρα τα οποία θα βγουν και σε βιβλίο προσεχώς. Σας ρωτάω όμως: Ποιος τα διαβάζει αυτά τα κείμενα; Γράψε λοιπόν ένα γράμμα στην κορυφή, στον άνθρωπο που κυβερνά αυτή τη στιγμή τη χώρα, για να ακουστείς. Η συγκεκριμένη επιστολή στάλθηκε στον πρωθυπουργό πριν τρεις εβδομάδες. Ναι, η αγανάκτησή μου έχει εκτοξευθεί γιατί διαπιστώνω ότι δεν ακούγεται τίποτα από αυτά που λέω. Οι εφημερίδες και τα ΜΜΕ έχουν τους υποτακτικούς τους, οι πολιτικοί βγαίνουν ολημερίς στα παράθυρα, κανείς δεν ακούει έναν άνθρωπο των Γραμμάτων σαν εμένα».  

-  Γιατί δεν μιλάνε συχνά σήμερα οι πνευματικοί άνθρωποι; Γιατί δεν ορθώνουν λόγο και ανάστημα;  
«Γιατί όλοι οι δικοί μας καλλιτέχνες φοβούνται να μιλήσουν. Έξω, στην Ευρώπη οι καλλιτέχνες είναι πιο συνηθισμένοι στο να παίρνουν θέση απέναντι στα πολιτικά γεγονότα. Σας βεβαιώνω ότι οι ποιητές στο εξωτερικό έχουν σαφή θέση και άποψη και την εκφράζουν δημόσια. Με τον λόγο τους επηρεάζουν τις κυβερνήσεις. Ακόμη και στη Γερμανία, βλέπουμε Γερμανούς συγγραφείς να μιλάνε ελεύθερα. Εμείς γιατί δεν μιλάμε...;»


 - Τι φοβούνται ακριβώς κ. Βαλαωρίτη;

«Κοιτάξτε... Θα σας απαντήσω με ένα παράδειγμα. Οι λατινοαμερικάνοι τρέφουν μεγάλο σεβασμό στους συγγραφείς τους και συχνά τους κάνουν πρέσβεις, ακόμη και πρωθυπουργούς. Εμείς δεν έχουμε σεβασμό στους συγγραφείς και στους καλλιτέχνες μας. Σήμερα θεωρούμε τους καλλιτέχνες μας λαπάδες. Ο μέσος Έλληνας δεν σέβεται τον διανοούμενο ή τον καλλιτέχνη ή τον συγγραφέα. Οι καλλιτέχνες της Λατινοαμερικής έχουν θάρρος και δημοσιεύουν ελεύθερα τις γνώμες τους. Οι δικοί μας καλλιτέχνες δεν έχουν. Νομίζω ότι περισσότερο απ΄ όλα είναι θέμα αυτοπεποίθησης. Είμαστε πολύ ανασφαλείς και ως άνθρωποι και ως καλλιτέχνες. Και δεν τολμάμε διότι φοβόμαστε πως ίσως γελοιοποιηθούμε. Καταλαβαίνετε, από τι πάσχει ο σύγχρονος Έλληνας; Φοβάται την γελοιοποίηση περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Φοβάται μην λοιδορηθεί, μην αρχίσουν να τον κοροϊδεύουν. Όλα αυτά ισχύουν και για τους Έλληνες καλλιτέχνες, γι΄ αυτό και δεν τολμάνε να πουν δημόσια κάποια λόγια».  

- Πιστεύετε ότι η Νέα Δημοκρατία φλερτάρει όντως με την ακροδεξιά;
«Ναι υπάρχει ένα φλερτ μεταξύ τους αλλά είναι στα πλαίσια της μικροπολιτικής και μάλιστα της λανθασμένης. Διότι μην ξεχνάμε το χάσμα μνημονιακών και αντιμνημονιακών. Υπάρχει βαθύ χάσμα ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα. Γιατί οι αντιμνημονιακοί αποκλείεται να επισέλθουν στους μνημονιακούς, δεν θα μεταφερθούν ψήφοι αντιμνημονιακών σε μνημονιακούς και αυτό η κυβέρνηση το ξέρει πολύ καλά».  

- Αυτή τη στιγμή ως χώρα βαδίζουμε σε ένα σκοτεινό τούνελ. Θα δούμε φως; Υπάρχει τρόπος να σωθεί τελικά αυτός ο τόπος;

  «Υπάρχει μόνο ένας τρόπος και αυτός είναι να αλλάξει η Ευρώπη. Να αλλάξει δηλαδή αυτή η πολιτική πορεία της λιτότητας, η οποία μας έχει καταστρέψει. Μας οδηγεί στην καταστροφή με μαθηματική ακρίβεια, πρέπει κάποια στιγμή να το συνειδητοποιήσουμε αυτό. Και όχι μόνον εμάς. Και την Ισπανία και την Πορτογαλία και την Ιταλία και όλες τις χώρες που μπορεί κανείς να φανταστεί αυτή τη στιγμή. Πρέπει λοιπόν πρώτα απ΄ όλα να αλλάξει η Ευρώπη και μετά να αλλάξουμε λίγο και εμείς. Για παράδειγμα να μην έχουμε πλέον αυτή την άθλια γραφειοκρατία, η οποία μας ταλαιπωρεί μέρα νύχτα».

- Τι διορθώσεις θεωρείτε πως επιδέχεται η Δημοκρατία μας, ως πολίτευμα;
«Η Δημοκρατία μπορεί πάντοτε να βελτιωθεί. Με καινούργιους νόμους αλλά και νέες πρακτικές. Αλλά να εφαρμόζονται αυτοί οι νόμοι τους οποίους νομοθετούν. Νομοθετούμε έναν νόμο για τον ρατσισμό; Να τον εφαρμόζουμε κιόλας στην πράξη, όχι μόνο στη θεωρία. Ο κ. Σαμαράς μίλησε για νόμους κατά του ναζισμού αλλά αυτοί οι νόμοι δεν έχουν ποτέ εφαρμοστεί στην πράξη. Αυτοί οι νόμοι υπάρχουν αλλά κινούνται στα ράφια, μέσα στα πρακτικά της Βουλής. Δεν είναι όμως Δημοκρατία αυτή. Τη Δημοκρατία μας πρέπει να τη βελτιώσουμε, όχι να την ανατρέψουμε. Αυτό είναι και το μεγάλο λάθος των Αριστερών. Θέλουν να ανατρέψουν τη Δημοκρατία, όχι να τη βελτιώσουν. Μόνο η Δημοκρατία επιτρέπει την απόλυτη ελευθερία, όλα τα άλλα πολιτεύματα είναι θεωρητικά».

- Πρόσφατα είδαμε να κατηγορούν μια άλλη μεγάλη εκπρόσωπο των Ελληνικών Γραμμάτων, την κα. Κική Δημουλά, για ρατσιστικό λόγο. Επρόκειτο θεωρείτε για μία στοχευμένη επίθεση - σημείο των καιρών μας;
«Θεώρησαν την Κική Δημουλά ρατσίστρια. Ε όχι... Είναι ηλίθιο να λέγονται δημόσια τέτοια πράγματα. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις μια γυναίκα που παραπονέθηκε επειδή δεν υπάρχει ελεύθερο παγκάκι να καθίσει. Μόνο αυτό έχω να πω».

 - Ως εκπρόσωπος της Τέχνης και των Γραμμάτων, άνθρωπος διορατικός, τι εικόνες βλέπετε από το μέλλον;
 «Να σας πω κάτι; Είμαι μαχητής. Όλη μου τη ζωή πολεμάω εναντίον των φασιστικών καθεστώτων. Δεν βλέπω ένα μέλλον καταστροφικό. Βλέπω πως αν πολεμήσουμε, θα κερδίσουμε. Αλλά πρέπει να πολεμήσουμε, δεν γίνεται διαφορετικά. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι οι Έλληνες, χρειαζόμαστε σθένος και μαχητικό πνεύμα. Να μην αφήνουμε κάτι τέτοια μορφώματα, όπως η Χρυσή Αυγή, να μας υπερκεράσουν».
 
- Είναι ο εκφοβισμός το μεγάλο όπλο της Χρυσής Αυγής;
 «Είναι τρομοκράτες. Λειτουργούν με ένα σύστημα τρομοκρατικό. Γιατί να ανεχθούμε αυτούς τους τρομοκράτες ανάμεσά μας; Εδώ δεν ανεχθήκαμε την 17η Νοέμβρη, αυτούς θα ανεχτούμε; Αυτή τη στιγμή, ακόμη και τα αριστερά κόμματα έχουν απαξιώσει την τρομοκρατία από το πρόγραμμά τους. Θεωρούν ότι ο αγώνας γίνεται συλλογικά και όχι με περίστροφα και βόμβες. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τη Χρυσή Αυγή, αλλά τι να συζητάμε; Ένα τρομοκρατικό μόρφωμα είναι, το οποίο πρέπει να ξεριζώσουμε ολοκληρωτικά από τη ζωή μας».

- Αν γράφατε ένα ποίημα για τη σημερινή Ελλάδα, για τις ανοιχτές πληγές της που αιμορραγούν, τι τίτλο θα βάζατε;  

«"Το πικρό καρναβάλι". Ναι σήμερα η εποχή μας μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηρισθεί, μονάχα ως ένα Πικρό Καρναβάλι. Η δημιουργικότητα που μας χαρακτηρίζει βλέπουμε ότι πικρίζει σιγά σιγά. Με τον συγκεκριμένο τίτλο εννοώ ότι η εποχή μας έχει γίνει τελείως χαώδης και παράλογη, αλλά δεν παύει να είναι ένα καρναβάλι. Να έχει μία αισθητική πλευρά δηλαδή, η οποία μπορεί να κυριαρχήσει. Τον Σεπτέμβριο μάλιστα θα κυκλοφορήσω ένα βιβλίο μου με ποιήματα από τις εκδόσεις Ψυχογιός, το οποίο θα φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο». 

κι ένα σχόλιο του Δημήτρη Σεβαστάκη για την πρώτη επιστολή Βαλαωρίτη στον πρωθυπουργό: «Υπογραφή με άλλοθι»

… Το σίγουρο είναι ότι η επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη θα είχε μικρότερη δραστικότητα, εάν διαβαζόταν προηγουμένως και ευρέως η ποίησή του. Εάν δηλαδή η τάξη της ποίησης, οι οξείς υπαινιγμοί, ο ελεύθερος ρεαλισμός ρύθμιζαν αυτά που δεν μπορεί η τρέχουσα πολιτική και ο διάχυτος μικροπολιτισμός των συμπεριφορών…

Η Ελλάδα δεν περιμένει τον Βαλαωρίτη, γιατί αγνοεί την ποίηση, πρωτίστως τη γλώσσα, εξόχως την εννόηση. Έτσι δεν μπορεί να διδαχτεί και έτσι ακριβώς παράγει και νομιμοποιεί και εξουσιοδοτεί τα νεοφασιστικά μορφώματα, αλλά κυρίως τη διασπορά της νεοφασιστικής μεταφυσικής σε όλο το πολιτικό και κοινωνικό σώμα. Γιατί το φαινόμενο του νεοφασισμού (το έχω ξαναγράψει σε αρκετά άρθρα μου) είναι ευρύτερο, διαρκέστερο και υπερνομικό. Είναι ηθικό. Ο νεοφασισμός θεμελιώνεται ως ηθική κατηγορία, ως λαϊκή αξιωματική, ως αυτόματη ανάκληση. Εκφράζεται με τους ξυλοδαρμούς μεταναστών και το ενέσιμο πολιτικό body building, αλλά διατρέχει το συλλογικό υποσυνείδητο, ως συμβολική «απάντηση» και ψυχική «στήριξη», απέναντι στο διάχυτο και ακατανόητο «κακό που μας βρήκε». Γιατί η κοινωνική ανάπτυξη που επελέγη θεωρεί το «κακό» αδιανόητο και γιατί το ιδανικό της διαρκούς ηδονοθηρικής και πλουτιστικής προόδου, που δόμησε το μεταπολεμικό καπιταλισμό, διέστρεψε κάθε έννοια βελτίωσης, κάθε έννοια κοπιώδους ανέλιξης, κάθε έννοια μετριοπάθειας και αναστοχασμού.

Το «κακό» είναι αδιανόητο από το ακραιφνές βλέμμα μιας αφόρητης και αγράμματης και ακάματης πολιτισμικής έπαρσης, που αφού απέσπασε το αγαθό από τη χρηστική του σημασία, αφού το συμβολοποίησε ως ισοδύναμο κοινωνικής ισχύος και ηθικής τελείωσης, τώρα το μεταστρέφει σε είδος κοινωνικής ενοχής, σε όχημα απονοηματοδότησης και συντριβής. Ο διάλογος ποιητή και πρωθυπουργού είναι διάλογος κωφών, αφού εξουσιοδοτούν δύο διαφορετικά εννοιολογικά σύμπαντα. Ένας ηλικιωμένος ανθρωπισμός και οι παραστάσεις του αντιφασιστικού πολέμου δεν μπορούν να συναλλαχθούν με τις σύνθετες διαμεσολαβήσεις της τρέχουσας πολιτικής αργκό. Το νομοσχέδιο κατά του ρατσισμού, οι νομικές βελτιώσεις, τα αντινομοσχέδια και οι υποπαράγραφοι πάνε να ρυθμίσουν αυτό που ολόκληρη η πολιτική επιτέλεση κτίζει και επιμελείται: την εξαχρείωση και την εξοικονόμηση και όχι την περίσκεψη.

Η μαζική θεσμική και πολιτική βία δεν απομορφώνει αλλά παραμορφώνει. Δεν οδηγεί τα πλήθη στο νεοφασιστικό άντρο, αλλά τεκμηριώνει το νεοφασισμό ως μια έγκυρη και ισόκυρη πολιτική δυνατότητα. Γιατί αν απλώς απονομιμοποιείς αυτό που πολιτικά θεμελιώνεις, τότε σκίζεις στα δύο το δίκαιο από τη δικαιοσύνη. Και ξέρουμε από την ιστορία ότι αυτή η τομή παρήκμασε τον κόσμο -βεβαίως θέρμανε την οικονομία και απόξεσε τη μνήμη. «Την τελευταία στιγμή εισήχθη Μια μετατροπή στο νόμο. Ο νόμος ψηφίστηκε αργά Τη νύχτα με την παρουσία λίγων μόνο αντιπροσώπων Στην αίθουσα»….

 [ΠΗΓΗ: Δημήτρης Σεβαστάκης, Ζωγράφος, αν. καθηγητής ΕΜΠ – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ Σάββατο 1 Ιουνίου 2013]

Σε Δημοκρατίες αιχμάλωτες των αγορών, Αγαπώ μόνο την πατρίδα των ονείρων μου (με ΚΛΙΚ εδώ η Ανοιχτή επιστολή του ποιητή στον πρωθυπουργό)