Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Ο κατακερματισμένος κόσμος μας καλείται να εντοπίσει τα θραύσματά του μέσα από τη δράση στοχαστικών προσαρμογών

Υπάρχουν έργα που η επιμονή του χρόνου δεν καταφέρνει να παλιώσει. Τόσο συχνά επιστρέφουμε σε αυτά, όχι για να επαναλάβουμε μια παλιά διαδρομή αλλά για να την αντικρίσουμε νέα, σηματοδοτημένη ξανά από την αρχή. Έργα που ξαναγεννιούνται φορτωμένα νέα νοήματα στη στροφή των καιρών. Και αυτό γιατί δεν εξιστορούν τη φλούδα, αλλά το κουκούτσι των ανθρώπων, τον πυρήνα όπου μέσα του κατοικεί η κάθε εκδοχή που πρόκειται να τον αγκαλιάσει.

 
Ίσως να μοιάζει κοινοτοπία να χαρακτηρίσουμε τον Καβάφη ως τον κλασικότερο των Ελλήνων ποιητών (ταυτόχρονα όμως θα ήταν και παράλειψη αν πράτταμε το αντίθετο – αλλά ας μην γκρινιάζουμε, είμαστε και στο Έτος Καβάφη άλλωστε…) Έχει καταγραφεί εδώ και καιρό πως μέσα στην καβαφική δεξαμενή, ο καθένας μπορεί να αντικρίσει ό,τι κουβαλά μέσα του: τον πατριωτισμό και τον αντιιμπεριαλισμό, τη χριστιανική ευσέβεια και την αντικληρικαλιστική πολεμική, τον ελληνοκεντρισμό και τον διεθνισμό. Φυσικά, η κάθε ερμηνεία δεν κουβαλά το ίδιο φορτίο αλήθειας, αλλά ερχόμενοι σε επαφή με ένα έργο όπου τα αντίθετα υπάρχουν εξίσου και τόσο συχνά χωρίς ασυνέπεια, με ένα έργο που τόσο συχνά η ειρωνεία φυτεύει σκιά στην όποια κατάφαση, είναι πολύ λίγα τα συμπεράσματα που θα μπορούσαν να κριθούν ως τελείως αδόκιμα. Έτσι, στη στροφή των καιρών, ο κατακερματισμένος μας κόσμος καλείται να εντοπίσει τα δικά του θραύσματα ανάμεσα στους στίχους του Αλεξανδρινού.

Ο κόσμος του Καβάφη κατοικείται από ένα πλήθος Ξένων, από τον μεγάλο αριθμό των Αποκλεισμένων. Ξένος είναι ο Μύρης, χριστιανός σε μια παρέα ειδωλολατρών δεμένη με τους σπάγκους της ηδονής, ξένος και ο αφηγητής του ποιήματος, ειδωλολάτρης σε μια χριστιανική κηδεία, με τις προσευχές και τις δεήσεις των ιερέων, τις φωνές των πένθιμων γριών να παίρνουν τον φίλο του μακριά (γενόμουν ξένος εγώ, ξένος πολύ). Αγνωστος –ξένος μες στην Αντιόχεια– ο Εδεσσηνός του ποιήματος Ούτος Εκείνος, Ξένος ο ηττημένος Αντώνιος που φεύγει από την Αλεξάνδρεια, Ξένος ο Εμης που πέθανε εις τούτο το συριακόν επίνειον και οι γέροι γονείς του τον λογαριάζουν ζωντανό. Ο ηγεμόνας από τη δυτική Λιβύη, ο Καισαρίων, ο Ιουλιανός, Ξένοι και Αποκλεισμένοι από την εποχή τους. Ξένοι οι δύο νέοι, 23 έως 24 ετών, διωγμένοι από τα σπίτια των τίμιων οικογενειών τους που δεν τους θέλουν πια. Δίπλα τους, σε κάποιο άλλο σημείο του καφενείου όλοι τόσοι οι Αποκλεισμένοι της ηδονής. Και ανάμεσά τους ο ποιητής, κατάμονος στο σπίτι, ενώ η λάμπα σβήνει στις 12.30, ενώ περνούν τα χρόνια, ο ποιητής, πιο ξένος και από τους Ξένους.


Το καβαφικό ταξίδι δεν είναι μόνο το ωραίο ταξίδι, το ταξίδι που δίνει η Ιθάκη, είναι ταυτόχρονα και το ταξίδι του ξεριζωμού:

Λυπήθηκαν μεγάλως
στον αποχωρισμό των.
Δεν το ’θελαν αυτοί
ήταν οι περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες
εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά-
Νέα Υόρκη ή Καναδά.

Έναν ξεριζωμό που συναντά κανείς και στη βιογραφία του ποιητή. Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια από οικογένεια Κωνσταντινουπολιτών, ο Καβάφης θα αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής για οικονομικούς λόγους ή λόγω της γενικευμένης πολιτικής αστάθειας που επικρατούσε εκείνη την εποχή, σε ένα ταξίδι με πολλαπλές επιστροφές: Λίβερπουλ, Λονδίνο, ξανά Λίβερπουλ, ξανά Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη. Ο Καβάφης θα επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια το 1885. Από την ημερομηνία αυτή και μετά, ελάχιστες φορές θα απομακρυνθεί από την πόλη. Στο πολυπολιτισμικό της κράμα ο ποιητής ταξιδεύει ενώ στέκει σταθερός ανάμεσα σε ανθρώπους με ρευστές ταυτότητες, ανάμεσα σε εποχές.
 
Η επιλογή των ελληνιστικών χρόνων και των ανθρώπων τους, ως κέντρο της καβαφικής ποίησης, δεν αποτελούν τυχαίο μοτίβο ή απλή ιστορική αναφορά. Μες στη ρευστότητά τους, τις άπειρες συναντήσεις και προσμείξεις, μέσα στην πολυπρισματικότητά τους μπορούν να διαβαστούν και ως μια πρόταση συνύπαρξης από τον ποιητή: σ’ ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το «Στα 200 π.Χ.», ο ποιητής ξεχωρίζει ως αρετή του ελληνικού κόσμου –όπως αυτός προέκυψε μετά τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου– «την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών». Ο στίχος αυτός –στίχος αρκετά δύσβατος και σκοτεινός από έναν μάλιστα ποιητή που χαρακτηρίζεται από την ευκρίνεια της διατύπωση– περιγράφει το πώς ήρθε σε αρμονία ο ελληνικός πολιτισμός με τους πολιτισμούς της Ανατολής, την ελληνιστική σύγκραση, τον συγκερασμό δηλαδή των πολιτισμών, τη λελογισμένη πολιτιστική μείξη σε πολλούς τομείς, ώστε να προκύψει ένα αποτέλεσμα συμβίωσης, προσαρμοσμένο στις εκάστοτε συνθήκες, δημιουργώντας μια βιώσιμη αρμονία. Το στοιχείο αυτό είναι ορατό και σε άλλα καβαφικά ποιήματα (όπως π.χ. στο «Εν πόλει της Οσροηνής»), ενώ αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε να γίνουν κατανοητές οι σχέσεις των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν στα «ελληνιστικά» ποιήματα του Καβάφη. Το γεγονός πως το ποίημα εκδίδεται το 1931, σε μια εποχή μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν τα σύνορα είναι ρευστά, οι αυτοκρατορίες έχουν καταρρεύσει και οι πληθυσμοί μετακινούνται, δίνουν στον στίχο μια διάσταση που τον αποσπά από την ιστορική αναφορά και τον τοποθετεί ως πρόταση στον παρόν.

Ας δεχτούμε λοιπόν αυτή την πρόταση του σεβασμού, της ανταλλαγής και της συνύπαρξης ως μια καβαφική προσφορά στο δικό μας παρόν, απέναντι στους συνανθρώπους που ζουν μέσα στον φόβο και στες υποψίες, με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια. Απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες που δεν βρήκαν νέα γη και νέους τόπους, σε Ξένους και Αποκλεισμένους, που χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, αφήσαμε έξω από της κοινωνίας τα Τείχη.

[ΠΗΓΗ: Θωμάς Τσαλαπάτης, Ο Καβάφης και οι μετανάστες http://tsalapatis.blogspot.gr/ ]