Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οι μεγάλες ανατροπές στις σχέσεις γερόντων και νέων σε καιρούς ακμής και παρακμής

Υπήρχε μία εποχή, από τη δεκαετία του 1950 και πιο πριν, προτού μας αρπάξει το τσουνάμι των αντιπαροχών με το συνακόλουθο ασύγγνωστο οικολογικό έγκλημα εις βάρος μιας μικρής, ευχάριστης πόλης που δεν αντιστοιχούσε ακριβώς -όσο κι αν επέμενε η συγχωρεμένη Σοφία Βέμπο- στο άσμα: «Λόντρα, Παρίσι κ.λπ. μπρος στην Αθήνα» κ.λπ., όπου το γήρας αποτελούσε σχεδόν συνώνυμο της σοφίας και έχαιρε του απόλυτου σεβασμού από τους νεότερους - ακόμα και τους κάπως απρόθυμους μεσόκοπους.


Ο γέροντας καθόταν στην περίβλεπτη θέση στην κεφαλή του τραπεζιού και, οσάκις μιλούσε με τον απαραίτητο στόμφο εκείνου που απαιτεί να βγάλουν το σκασμό για να τον ακούσουν όλοι, εξέπεμπε βαρύγδουπα κάποια στομφώδη κοινοτοπία (κάποιες «sweeping generalizations», όπως λένε οι Αγγλοσάξονες), του τύπου: «Ο κόσμος έχει αλλάξει τώρα. Δεν είναι όπως στην εποχή μου. Όλοι κοιτάζουν το συμφέρον τους και τίποτε άλλο. Όλοι θέλουν να φάνε!». Οι νεότεροι παρακαθήμενοι κουνούσαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά: «Έχει δίκιο ο παππούς» ή «σοφά τα λόγια του γέροντα!».

Ο γέροντας αλλά και η γερόντισσα έχαιραν του σεβασμού και της αγάπης των εγγονών, που, μόλις τους έβλεπαν, έτρεχαν να τους φιλήσουν το χέρι, όπως έκαναν στον παπά. Ήταν πάντα καλοδεχούμενοι όταν κατέβαιναν από το χωριό, πολλές φορές απροειδοποίητα, για να τους κάνουν έκπληξη κομίζοντας και το καλάθι με τα καλούδια του χωριού (σύκα, λάδι, καρύδια, γλυκά κ.λπ.).

Κάπου στα μέσα του '50 η Αθήνα άρχισε να αλλάζει. Οι χωροταξικές ανάγκες κατάργησαν με συνοπτικές διαδικασίες τη γειτονιά και οι γείτονες σκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ενώ οι καινούργιοι στην πολυκατοικία μόλις αντάλλασσαν μια «καλημέρα» ή περιορίζονταν σε μια νευματική γνωριμία. Τα παιδιά δεν είχαν αλάνες· δεν είχαν τόπια· δεν έσπαγαν τζάμια - είχαν όμως τηλεόραση.

Αλλά η μεγάλη ανατροπή ήταν αυτή στις σχέσεις γερόντων και νέων. Τα διαμερίσματα είχαν όλα λουτρό και ο κόσμος έκανε μπάνιο και άλλες ημέρες της εβδομάδας εκτός του Σαββάτου. Ο κόσμος ήρε την απομόνωσή του και άρχισε τις φιλίες με τους συγκατοίκους, τους συναδέλφους από τη δουλειά -ιδίως τους προϊσταμένους- και άλλους. Έλα όμως που οι γέροντες επέμεναν πεισματικά στις παραδοσιακές, πολύ τυπικές σχέσεις τους με το νερό. Παλαιότερα νέοι και γέροι πλένονταν με την ίδια σχεδόν συχνότητα και δεν ενοχλούσε τον έναν η «μυρωδιά» του άλλου· όμως τώρα πλέον ο νέος ένιωθε έντονη δυσανεξία ως προς την οσμή του γέροντα, που προκαλούσε κατάφωρα την όσφρησή του. Ξαφνικά και περί την περίοδο της χούντας, ο γέροντας βρέθηκε σε καραντίνα. Και όπως είχε αρχίσει να πέφτει στην εκτίμηση των νέων, αν σπάνια παρευρισκόταν σε κάποιο φιλικό γεύμα/δείπνο και τολμούσε να ψελλίσει κάτι, ο γιος/η κόρη/η νύφη κοιτούσε τους καλεσμένους με έντονη δυσφορία σαν να τους έλεγε «τι λέει πάλι ο γέρος;», έστω και αν αυτή τη φορά η παρατήρησή του ήταν καθ' όλα εύστοχη.

Τα μέτρα που άρχισαν να παίρνουν οι συγγενείς ήταν πολύ δραστικά προκειμένου να αποφευχθούν αμηχανίες: μετέθεσαν τους γέρους στην... κουζίνα. Δεν θα ξεχάσω την εικόνα δύο γερόντων να τρώνε στη γωνία με τα κεφάλια σκυφτά υπό το άγρυπνο βλέμμα μιας κυρίας που «είχε καλέσει κόσμο» και δεν θα επέτρεπε επ' ουδενί να της λερώσουν το καλό τραπεζομάντιλο «οι απρόσεκτοι» γονείς της.

Κάπου στη δεκαετία του 1980 τα παιδιά πιάσαν τον ταύρο από τα κέρατα και ανευρέθη η τελική λύση: τα γηροκομεία, ή, επί το κοσμιότερον, οι «Οίκοι Ευγηρίας», φράση αποκρουστική όσο και το «Γραφείο Τελετών». (Ευτυχώς ο μέσος άνθρωπος έχει κάποια κατά Gardner «γλωσσολογική νοημοσύνη» και δεν ρωτάει «Πότε θα γίνει η τελετή;» αλλά μάλλον «Πότε θα γίνει η κηδεία;»)

Τα «παιδιά» άρχισαν να εκθειάζουν στους γέροντες γονείς τους τα μεγάλα πλεονεκτήματα των γηροκομείων: «Θα έχεις τους γιατρούς να σε βλέπουν κάθε μέρα· τις νοσοκόμες να σε περιποιούνται· θα πιάσεις φιλίες με συνομήλικούς σου και θα παίζεις τάβλι». Ο γέροντας τελικά υποχωρούσε όχι γιατί τον έπειθαν για τις χαρές τις γηροκομικής ζωής, αλλά γιατί καταλάβαινε ότι ήταν πλέον ο ανέντακτος μέσα στα αγαπημένα του πρόσωπα.

Ήρθαν όμως, αλίμονο, καιροί χαλεποί (από το 2008 και μετά) που ευτυχώς αναβάθμισαν την εικόνα και το κύρος των απαξιωμένων γερόντων χάρη στην πολύτιμη σύνταξή τους. Άνεργοι οικογενειάρχες, αναξιοπαθούσες χήρες, ανύπανδρες μητέρες κ.ά. περιμένουν πότε θα πάρει τη σύνταξη του μήνα ο γέρος μπαμπάς/παππούς-χρηματοδότης. Είναι όλοι αυτοί που μετά χαράς θα έπνιγαν τον Ιάπωνα υπουργό όταν συνέστησε στους υπερήλικους να επιταχύνουν όσο μπορούν τη μετάβασή τους στο επέκεινα προκειμένου να συμβάλουν «θετικά» στη ανάκαμψη της ιαπωνικής οικονομίας.

Ο νέοι με πολύ συνοπτικές διαδικασίες προέβησαν σε μια αξιακή επανεκτίμηση των γερόντων και αποφάσισαν να τους συμβουλεύσουν με γεροντική σοφία: «Τι τους θέλετε τους οίκους ευγηρίας μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή; Εδώ θα έχετε το σπιτικό φαγάκι σας, το ωραίο κρεβατάκι σας, που τόσο στερηθήκατε. Θα έρθουμε στο τέλος του μηνός να σας πάρουμε, αφού μέχρι τότε έχουμε προκαταβάλει τα νοσήλια». Ο γέροντας νιώθει ηθική ανάταση επιτέλους, αφού λόγω σύνταξης καθίσταται σημαντικός οικονομικός παράγων με πολύ θετική συμβολή στην οικιακή οικονομία. Θέλει να ζήσει τουλάχιστον είκοσι χρόνια ακόμα· εις πείσμα του αθυρόστομου Ιάπωνα υπουργού.

[ΠΗΓΗ: Θάνος Κουκουριώτης, Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, Η ΓΕΡΟΝΤΟΦΟΒΙΑ ΣΕ ΑΙΣΘΗΤΗ ΥΦΕΣΗ, άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ]