Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Για την αγάπη των (αρχαίων) ελληνικών, που είναι ο ορίζοντας της σύγχρονης ευρωπαϊκή σκέψης

Τον τίτλο τον δανείζομαι από έναν τόμο που κυκλοφόρησε το 2000 στη Γαλλία και τον οποίον επιμελήθηκαν οι δύο κορυφαίοι ελληνιστές που δεν υπάρχουν πια, η Ζακλίν ντε Ρομιγί και ο Ζαν Πιερ Βερνάν. Το ζητούμενο ήταν να εκθέσουν τη σημασία των Ελληνικών στην εκπαίδευση για να σώσουν τη διδασκαλία τους και να τα γλιτώσουν από την εξαφάνιση που τους επεφύλασσε μια από τις πολλές «προοδευτικές» μεταρρυθμίσεις. Στον τόμο συμμετέχουν συγγραφείς, όπως ο Τουρνιέ, ποιητές, όπως ο Μπονφουά, επιστήμονες όπως ο βιολόγος Φρανσουά Ζακόμπ και ο ιστορικός Ζακ Λε Γκοφφ, αλλά και μαθητές. Όλοι τους αφηγούνται τη σχέση τους με τα Αρχαία Ελληνικά, τις εμπειρίες τους από τα θρανία και τον τρόπο που επηρέασαν τη σκέψη τους και τη ζωή τους. Εχει σημασία, νομίζω, ότι κανείς, εκτός από τους δύο επιμελητές, δεν είναι ειδικός επί του θέματος. Είναι άνθρωποι που έχουν σταδιοδρομήσει σε διάφορους τομείς και προσπαθούν να αποτιμήσουν την αξία που είχαν τα Αρχαία Ελληνικά στην καλλιέργειά τους.

Ας σημειώσω ορισμένα επιχειρήματα που διατυπώνει η Ρομιγί στον πρόλογό της. Το πρώτο είναι ότι η αρχαία Ελλάδα είναι ο πυρήνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού – γνωστό και τετριμμένο θα μου πείτε. Το δεύτερο είναι ότι η αρχαία ελληνική λογοτεχνία, επειδή είναι λογοτεχνία των απαρχών, εφευρίσκει μορφές και τρόπους έκφρασης, διαθέτει μια απλότητα και ακρίβεια σκέψης που είναι πολύ δύσκολο να τη βρεις στους επιγόνους της. Είναι σαν η λογοτεχνία έκτοτε να ψάχνει να πετύχει την εκφραστική απλότητα και αμεσότητα των Ελλήνων συγγραφέων. «Να μου δοθεί αυτή η χάρη να μιλήσω απλά», έλεγε ο Σεφέρης. Ακόμη θυμάμαι τον Μπόρχες να λέει σε συνέντευξή του πως αν έχεις διαβάσει Όμηρο και Κάφκα ξέρεις όλη τη λογοτεχνία.

Υπάρχει και ένα τρίτο επιχείρημα που αφορά την ανάγνωση των κειμένων αυτών στο πρωτότυπο. Το οποίο η Ρομιγί το διατυπώνει με βάση την εμπειρία της ως εκπαιδευτικός – ως γνωστόν είχε υπηρετήσει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Κι αυτό είναι η πειθαρχία της αναγνωστικής εμπειρίας που επιβάλλει η λεγόμενη «νεκρή γλώσσα», εν πάση περιπτώσει η γλώσσα την οποία δεν πρόκειται ποτέ να χρησιμοποιήσεις για τις καθημερινές σου συναλλαγές. Όταν διαβάζεις Πλάτωνα στο πρωτότυπο, μαθαίνεις να διαβάζεις αργά. Παραπέμπω στον Κούντερα για την αξία της αργής ανάγνωσης σε έναν κόσμο που σε σπρώχνει να «σκανάρεις» τα κείμενα, και όπου η λογοτεχνική αξία κρίνεται με όρους ροφήματος. Ένα μυθιστόρημα είναι «καλό» όταν ο αναγνώστης μπορεί να το ρουφήξει, σαν χλιαρή σοκολάτα, χωρίς να πάρει ανάσα. Άντε μετά να διαβάσεις Τολστόι ή Σταντάλ. Υπάρχουν και οι «Αποχρώσεις του γκρι» θα μου πείτε.

Με δυο λόγια η εκμάθηση των δύο γλωσσών του κλασικού μας πολιτισμού, κατά μείζονα λόγο των Ελληνικών, αλλά και των Λατινικών, είναι ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή εκπαίδευση. Εμείς βέβαια εδώ έχουμε και τους δικούς μας λόγους, το περίφημο γλωσσικό. Οι κατά καιρούς υποστηρικτές της κατάργησης της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, έχουν υπάρξει και σοβαρότεροι της κ. Ρεπούση, προβάλλουν ως κύριο επιχείρημα πως η Νέα Ελληνική είναι μια ολοκληρωμένη γλώσσα που δεν χρειάζεται τα Αρχαία για να σταθεί. Είναι μια πλήρης και ολοκληρωμένη δομή, που λένε και οι γλωσσολόγοι.

Αν βέβαια τολμήσεις να αναρωτηθείς κατά πόσον αυτό ισχύει και για την καθαρεύουσα, η οποία δεν διδάσκεται από τη δεκαετία του εβδομήντα, εκεί τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Συμμετέχει η καθαρεύουσα σ’ αυτήν την πλήρη δομή; Έχουν γραφτεί σ’ αυτήν ορισμένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά μνημεία των Νέων Ελληνικών; Κι αν ναι, που όντως έχουν γραφτεί, τότε γιατί δεν διδάσκεται; Ελάτε τώρα, γιατί είναι συντηρητική κι εμείς όλοι έχουμε αποφασίσει να είμαστε αναφανδόν προοδευτικοί. Τόσο προοδευτικοί που, ενώ διαθέτουμε μια γλώσσα με τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορία, έχουμε αποφασίσει να την περιορίσουμε στα τελευταία τριάντα. Τα κλασικά ελληνικά είναι ο ορίζοντας της γλώσσας που μιλάμε, όπως η κλασική ελληνική σκέψη είναι ο ορίζοντας της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης.

Μα και βέβαια τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά. Και πρέπει να διδάσκονται, με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση, σε μια Ελλάδα που θέλει να είναι ευρωπαϊκή χώρα. Διότι είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στο οποίο το ελληνόπουλο έχει πολύ ευκολότερη πρόσβαση και πολύ μεγαλύτερη οικειότητα από το ιταλάκι ή το γαλλάκι. Σκεφθείτε μόνον ποια θα ήταν η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη αν κάποιος σοφός πολιτικός είχε αποφασίσει να ενισχύσει τις κλασικές σπουδές τώρα που υποχωρούν παντού. Αν όντως πρόσφεραν τη δυνατότητα σε φοιτητές από όλον τον κόσμο να διδάσκονται τα κείμενα του Πλάτωνος in situ. Για τα Λατινικά δεν λέω τίποτε. Ούτως ή άλλως δεν διδάσκονται παρά μόνον για ξεκάρφωμα.

[ΠΗΓΗ: Τάκης Θεοδωρόπουλος, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-09-2013]