Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Άσχημο πράγμα η βία… στα σούρτα φέρτα των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας

Ας συνδέσουμε για μια στιγμή μονάχα του χρόνου, τον Descartes με τον Καβάφη και τα αστικά λεωφορεία και τον τρόπο διαχείρισης της ποίησης.
Ποίηση ως πληροφορία λοιπόν;  Η ποίηση στην υπηρεσία κάποιου είδους πολιτικής μικροκομματικής προπαγάνδας; Ο μεγάλος μας Αλεξανδρινός στα χέρια κυρίων που ευτελίζουν και κατακρεουργούν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια καθημερινά ή απλώς άσχετων; Έχω δει και εγώ τώρα τελευταία τον "στιλιζαρισμένο" Καβάφη να παίρνει αστική συγκοινωνία και να κόβει βόλτα στην Αθήνα.


Είδα και το περίφημο «άσχημο πράγμα η βία»  Πολύ με εντυπωσίασε, μου έφερε στο νου όλες αυτές τις συζητήσεις περί βίας των τελευταίων ημερών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τις θεωρώ και σοβαρές.
Με προβλημάτισε λοιπόν  και έψαξα τον στίχο.
Όχι λοιπόν κύριοι... ο Καβάφης δεν έγραψε κάτι σχετικό με τη βία όπως θέλετε να την παρουσιάζετε εσείς στα τρόλεϊ και λεωφορεία, ούτε επίσης «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται».
Η μόνη βία που ασκήθηκε είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται ο καβαφικός στίχος στα σούρτα φέρτα των αστικών συγκοινωνιών.

Βία είναι να ξέρεις (αν ξέρεις) το νόημα του στίχου και να το παρουσιάζεις σαν φαιδρή επικαιρότητα... Επομένως μπαίνει εδώ ένας εμπρόθετος στόχος, που δεν αφορά τον ποιητή και το ποίημά του. Κάτι άλλο θέλουν να πουν οι δημιουργοί των αφισών, κάπου αλλού θέλουν να στρέψουμε εμείς την προσοχή μας.
Ας πάμε λίγο πιο πίσω στο χρόνο πρώτα στο "Λόγο περί της Μεθόδου" και ας θυμηθούμε τα 4 βασικά στοιχεία της καρτεσιανής σκέψης. Πως παρουσιάζεται η γνώση στη σκέψη του Καρτέσιου.

Ο καθορισμός του βαθμού βεβαιότητας για ότι γνωρίζουμε αποτελεί καίρια θέση στη σκέψη αυτή. Κριτήριο για την απαιτούμενη βεβαιότητα, αποτελεί η ευκρίνεια και η σαφήνεια των αντίστοιχων ιδεών. Με όση περισσότερη ευκρίνεια και σαφήνεια παρουσιάζονται οι ιδέες μας τόσο περισσότερο -για τον Καρτέσιο- έγκυρη είναι η γνώση που προκύπτει. Ο φιλόσοφος προσπαθεί εκτός των άλλων να αποτρέψει την επιπόλαιη σκέψη του νου του ανθρώπου που θα έχει ως αποτέλεσμα τη λανθασμένη γνώση και θα τον οδηγήσει σε συμπεράσματα έξω από την πραγματικότητα. Θέλει επίσης να ξεφύγει ο άνθρωπος από το μεσαιωνικό περιβάλλον που επιβαλλόταν. Η νεοτερικότητα είναι στο ξεκίνημά της και την καλωσορίζει.
Η σκέψη λοιπόν, η επιμονή, η επαλήθευση και η υπομονή βρίσκεται πίσω από την καρτεσιανή σκέψη.
Ξανά πίσω στον Καβάφη. Ο στίχος του λοιπόν, ο πραγματικός στίχος, είναι ο εξής:

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια
.

το ποίημα έχει τίτλο: Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

Η σκέψης των δύο αντρών συνταυτίζονται. Καμία βία δεν καταδικάζει ο Καβάφης στον παραπάνω στίχο. Καταδικάζει τη βιασύνη. Υπομονή και εξέταση ενδελεχή των πραγμάτων.

Αφήνεται στη συνέχεια στη κρίση των πολιτών το αν και κατά πόσο τυχαίο είναι ή όχι το γεγονός αυτό της απομόνωσης του στίχου. Το αν υπάρχει ή όχι εμπαιγμός από εκείνους που συνέταξαν τις αφίσες.
Το αν ή όχι η διαχείριση της ποίησης είναι αυτή που της αξίζει.

Ας μου επιτραπεί για λίγο να παραφράσω κάποιους στίχους του.

Κι αν δε μπορείς να αντιληφθείς την ποίηση όπως της πρέπει, 
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς:  μην την εξευτελίζεις

[ΠΗΓΗ: Δημήτριος Θεοδώρου, Είναι επικίνδυνο πράγμα http://dimitriostheodorou.wordpress.com/ ]


Επιστρέφοντας τα δώρα εν έτει 2013 μ.Χ.

Αυτός που εις το λεωφορείον επάνω
μοιάζει σαν να χαμογελά το πρόσωπό του,
το έμορφο, λεπτό του πρόσωπο, δεν είν' ο Οροφέρνης Αριαράθου.
Μήτε ο Γκράουτσο Μαρξ μειράκιον.
Τον μοιάζει βέβαια η μικρή αυτή
με τη γραφίδα απεικόνισίς του.
Αλλά, όταν τα πράματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία,
καθώς που το απαιτούν η περιστάσεις
και της ελληνικής λαλιάς ειδήμονες,
αναρτώμεν και μερικά επιγράμματα εκλεκτά
παιδιά φανατικά για γράμματα.
Προστρέχωμεν τότε ως πλήθος πάντα εις την τέχνη την Ποιήσεως
χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
-ποτέ από το χρέος μη κινούντες
 στην κώχη τούτη την μικρή-
μέσα στον φόβο και στες υποψίες
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Εμείς κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιοί
που όταν η παράστασις τελειώσει.
αλλάζουμε φορεσιά κι απερχόμαστε.
Κομμάτι παίρνουμ' επάνω μας
οι συφωριασμένοι
γεμάτη υπεροψίαν και μέθη
πού οι Έλληνες θα βγούνε νικηταί
-κι ας νοιώθουμε που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Κι είν' η συνείδησίς μας ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Λαμπρά ταιριάζουν όλα."


( από ιδιωτική συλλογή-κολάζ του Τριστάν Τζαρά με τίτλο "Όχι άλλο γερο-Αλεξανδρινό") 

Ανάμεσα σε μαρκετίστικες μπαλαφάρες, συνωμοσιολογίες κι αγράμματες εξουσίες «παράπεσε η πραγματική μου μέρα». Κι εγώ που είδα την Αλεξάνδρεια με τα μάτια του πατέρα μου κι αγάπησα τον Καβάφη ως μακρινός Αλεξανδρινός εκ καταγωγής πατρός, θέλω να τραγουδήσω έναν ανάπαιστο προκλητικό να καθαρίσει η ατμόσφαιρα στην Κορνίς να ξανακάτσει ο ποιητής στο αγαπημένο του καφενείο. Να ατενίσει έτσι πολύ την ομορφιά. Ως «απόσταγμα κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων», ως μορφή νεανική σε παλαιό καθρέφτη στην είσοδο, ηδονική μορφή της οποίας «θα ασχήμισαν-αν ζει- τα γκρίζα μάτια» από την ευτέλεια της εποχής μας. Ας μπούνε τα πουλιά... 

Όρνιθες, «ω καλή μου ξανθιά»: