Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ: Είναι καλό να γνωρίζει κανείς ότι για όλα τα πράγματα στη ζωή υπάρχει μια κάποια λύση

Κάποτε, σε ένα πευκοδάσος ζούσε μια νέα γυναίκα. Ο άντρας της βρισκόταν μακριά στον πόλεμο για χρόνια πολλά. Όταν τελικά του επιτράπηκε να επιστρέψει από το μέτωπο, βρέθηκε να κατευθύνεται αργά προς το χωριό του και φτάνοντας η διάθεσή του ήταν πλέον σκοτεινή και τρισάθλια. Αρνιόταν να μπει στο σπίτι γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται στις πέτρες. Προτιμούσε να μένει μοναχός και μέρα-νύχτα ζούσε στο δάσος.

 
Η νέα γυναίκα ενθουσιάστηκε τόσο όταν έμαθε ότι ο σύζυγός της θα επέστρεφε επιτέλους! Κατέβηκε μέχρι την αγορά και μαγείρευε, μαγείρευε, μαγείρευε, έφτιαχνε το ένα φαγητό μετά το άλλο, τη μία γαβάθα μετά την άλλη – νόστιμο κάρυ με σόγια και τρία είδη ψαριού, και τρία πιάτα με φύκια, και ρύζι πασπαλισμένο με κόκκινο πιπέρι, και ωραίες κρύες μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες.

Χαμογελώντας ντροπαλά, κουβάλησε το φαγητό στο δάσος και γονάτισε δίπλα στον αποκαμωμένο από τον πόλεμο άντρα της, προσφέροντάς του να φάει όλες τις νοστιμιές που είχε ετοιμάσει. Όμως αυτός πετάχτηκε όρθιος και κλώτσησε το δίσκο με τα πιάτα μακρυά του: το κάρυ χύθηκε, τα ψάρια πήδησαν στον αέρα, τα φύκια και το ρύζι βρέθηκαν στο χώμα και οι μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες κατρακύλησαν στο μονοπάτι.

«Παράτα με!» μούγγρισε και της γύρισε την πλάτη. Και ήταν τόσο εξοργισμένος που για πρώτη φορά ένιωσε να τον φοβάται. Προσπάθησε ξανά και ξανά να τον πλησιάσει και κάθε φορά συνέβαιναν τα ίδια, μέχρι που στο τέλος, απελπισμένη, η νέα γυναίκα αποφάσισε να απευθυνθεί στη μάγισσα του χωριού, που ζούσε λίγο έξω απ’ το χωριό.

«Τον άντρα μου τον σημάδεψε ο πόλεμος με το χειρότερο τρόπο», είπε η γυναίκα. «Είναι συνέχεια έξαλλος κι αρνείται να φάει το παραμικρό. Προτιμά να μένει έξω απ’ το σπίτι και δεν θέλει πλέον να ζούμε μαζί. Μπορείς να μου δώσεις ένα μαγικό φίλτρο που θα τον κάνει ξανά τρυφερό κι ευγενικό;»

Η μάγισσα τη διαβεβαίωσε πως αυτό σίγουρα μπορούσε να το καταφέρει, αλλά χρειαζόταν ένα ιδιαίτερο συστατικό για το ζωμό της. «Δυστυχώς, μου λείπει μια τρίχα από το μισοφέγγαρο που στολίζει το στέρνο της αρκούδας ψηλά στο βουνό. Θα πρέπει λοιπόν να σκαρφαλώσεις μέχρι εκεί, να βρεις τη μαύρη αρκούδα και να μου φέρεις αυτή τη μία και μοναδική τρίχα. Μόνο τότε θα μπορέσω να σου δώσω αυτό που χρειάζεσαι, ώστε η ζωή σας να κυλά ομαλά σαν πρώτα»

Ορισμένες γυναίκες θα είχαν πτοηθεί ακούγοντας να τους ζητείται τέτοιο πράγμα. Άλλες γυναίκες θα είχαν σκεφτεί πως η όλη προσπάθεια δεν έχει το παραμικρό νόημα, είναι κάτι το ακατόρθωτο. Όχι όμως κι εκείνη, διότι εκείνη ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά. «Αχ, είμαι τόσο ευγνώμων!», απάντησε στη μάγισσα. «Είναι καλό να γνωρίζει κανείς ότι υπάρχει λύση.»

Κι έτσι ετοιμάστηκε για το ταξίδι της και το επόμενο πρωινό ξεκίνησε νωρίς-νωρίς για το βουνό. Καθώς περπατούσε, αναφωνούσε τραγουδιστά “arigato zaishö” – ήταν ένας τρόπος να ευχαριστήσει κανείς το βουνό – προσθέτοντας «σ’ ευχαριστώ που μ’ αφήνεις να σκαρφαλώσω το σώμα σου».

Σκαρφάλωσε λοιπόν μέχρι τους πρόποδες, όπου έβλεπες κοτρώνια μεγάλα σαν τις φρατζόλες του ψωμιού. Κι έπειτα προχώρησε προς τα πάνω, σε ένα ύψωμα καλυμμένο με δάση. Τα δέντρα εκεί είχαν μακρυά κλαδιά που κρέμονταν μέχρι τα γη και φύλλα που έμοιαζαν μ’ αστέρια.

“Αrigato zaishö” τους τραγούδησε. Ήταν ο τρόπος της να ευχαριστήσει τα δέντρα που ανασηκώνονταν για να την αφήσουν να περάσει από κάτω απ’ τα κλαδιά τους. Κι έτσι κατάφερνε να βρίσκει το δρόμο της στο πυκνό δάσος και κάποτε άρχισε να σκαρφαλώνει ξανά.

 

Το ανέβασμα ήταν δυσκολότερο τώρα. Το βουνό ήταν γεμάτο αγκαθωτά λουλούδια που άρπαζαν στο πέρασμά της τον ποδόγυρό της, ενώ τα μικρά της χέρια γδέρνονταν στις πέτρες. Παράξενα μαύρα πουλιά πετούσαν κατά πάνω της καθώς ο ήλιος έδυε, φοβίζοντάς την. Γνώριζε πως ονομάζονται muen-botoke, ήταν τα πνεύματα εκείνων που πέθαναν δίχως να τους έχει απομείνει ο παραμικρός συγγενής ζωντανός κι έτσι τους τραγούδησε μια προσευχή: «Θα γίνω εγώ συγγενής σας. Θα βοηθήσω την ψυχή σας ν’ αναπαυθεί.»

Και συνέχισε να σκαρφαλώνει, γιατί ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά και δεν το έβαζε κάτω. Σκαρφάλωνε και σκαρφάλωνε μέχρι που διέκρινε τη χιονισμένη κορυφή του βουνού. Τα πόδια της πλέον ήταν παγωμένα και υγρά, αλλά συνέχισε να σκαρφαλώνει όλο και πιο ψηλά. Ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε. Έπιασε θύελλα και το χιόνι χωνόταν στα μάτια και τ’ αυτιά της. Τυφλωμένη σκαρφάλωνε. Κι όταν επιτέλους έπαψε να χιονίζει, τραγούδησε στους ανέμους “arigato zaishö” για να τους ευχαριστήσει που ησύχασαν.

Βρήκε καταφύγιο σε μια στενή σπηλιά όπου μόλις και μετά βίας χωρούσε εντός της. Παρόλο που κουβαλούσε μαζί της ένα σωρό φαγητό, δεν έφαγε μπουκιά, μόνο σκεπάστηκε με όσα ξερά φύλλα βρήκε γύρω της κι αποκοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα, δε φυσούσε καθόλου πια κι ανάμεσα στο χιόνι παρατήρησε ότι εδώ κι εκεί ξεπρόβαλλαν οι πράσινες άκρες από τα φύλλα μικρών φυτών, τα οποία δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. «Αχ», σκέφτηκε, «και τώρα ήρθε η ώρα να βρω την αρκούδα με το μισοφέγγαρο».

 Έψαχνε όλη μέρα και κατά το σούρουπο ανακάλυψε ίχνη φαγητού και ήξερε ότι δε χρειαζόταν να ψάξει παραπέρα. Πράγματι, λίγο πιο μπροστά της προχωρούσε μέσα στο χιόνι μια τεράστια μαύρη αρκούδα. Κινούνταν βαριά κι άφηνε πίσω της βαθιά χνάρια από τα πέλματα και τα νύχια της. Μουγγρίζοντας η αρκούδα χώθηκε στη φωλιά της. Η γυναίκα έψαξε το δισάκι της, βρήκε το φαγητό που είχε κουβαλήσει μαζί της και έβαλε λίγο σε μια γαβάθα. Άφησε τη γαβάθα έξω απ’ τη φωλιά κι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο καταφύγιό της. Η αρκούδα μύρισε το φαγητό και προχώρησε διστακτικά μέχρι το άνοιγμα της φωλιάς της. Έπειτα βρυχήθηκε δυνατά, τόσο δυνατά που άρχισαν να ξεκολλούν από τους γύρω βράχους μικρά πετραδάκια, κατρακυλώντας την πλαγιά προς τα κάτω. Περιτριγύρισε το φαγητό κάμποσες φορές, μύρισε ξανά και ξανά τον αέρα κι έπειτα έδωσε μια και το κατάπιε μονομιάς. Η μεγάλη αρκούδα ανασηκώθηκε, ξαναμύρισε τον αέρα κι εξαφανίστηκε στη φωλιά της.

Το επόμενο απόγευμα η γυναίκα τοποθέτησε πάλι λίγο φαγητό έξω από τη φωλιά της αρκούδας, μόνο που αυτή τη φορά δεν κρύφτηκε, αλλά οπισθοχώρησε μέχρι τα μισά της διαδρομής. Η αρκούδα μύρισε το φαγητό, ανασηκώθηκε, βρυχήθηκε τόσο δυνατά που τρεμούλιασαν μέχρι και τ’ αστέρια ψηλά στον ουρανό, κύκλωσε το φαγητό και μετά έδωσε μια και το καταβρόχθισε. Έπειτα επέστρεψε στη φωλιά της. Και το ίδιο συνέβη για πολλά βράδυα στη σειρά, μέχρι που ήρθε η στιγμή που η γυναίκα πήρε το θάρρος να πλησιάσει τη φωλιά ακόμα περισσότερο.

Τοποθέτησε τη γαβάθα απ’ έξω και στάθηκε στο άνοιγμά της. Όταν η αρκούδα μύρισε το φαγητό και προχώρησε προς αυτό περπατώντας βαριά, δεν είδε μόνο τη συνηθισμένη γαβάθα, αλλά κι ένα ζευγάρι ανθρώπινα ποδαράκια δίπλα της. Η αρκούδα κοίταξε στο πλάι και βρυχήθηκε τόσο δυνατά που τα κόκκαλα στο σώμα της γυναίκας έτριξαν σαν κλαράκια.

Η γυναίκα τρεμούλιασε κι αυτή ολόκληρη, αλλά δεν κουνήθηκε ρούπι. Η αρκούδα ορθώθηκε ξανά και ξανά στα πίσω πόδια της, κροτάλισε τα σαγόνια της κι όταν ξαναβρυχήθηκε μπόρεσε να διακρίνει ολοκάθαρα τον κοκκινοκαφέ ουρανίσκο της. Δεν το ‘βαλε στα πόδια όμως. Η αρκούδα μούγγρισε πάλι και άπλωσε σχεδόν τα μπροστινά της πόδια προς το μέρος της, σα να ‘θελε θαρρείς να την αρπάξει, καθώς τα δέκα νύχια της κρέμονταν όμοια με δέκα κοφτερά μακρυά μαχαίρια πάνω απ’ το κεφάλι της. Η γυναίκα έτρεμε σαν το φυλλαράκι στον άνεμο, αλλά τα πόδια της έμεναν στυλωμένα στη γη.

«Αχ, σε παρακαλώ αγαπητή αρκούδα», εκπλιπαρούσε τώρα, «σε παρακαλώ αγαπητή αρκούδα, έκανα τόσο δρόμο μέχρι εδώ, αναζητώντας ένα τρόπο να θεραπεύσω τον άντρα μου». Η αρκούδα κατέβασε απότομα στο χιόνι τα μπροστινά της πόδια κι αυτό πετάχτηκε με ορμή στο πρόσωπο της γυναίκας. Για ένα ολόκληρο λεπτό – της φάνηκε σχεδόν μια αιωνιότητα – η γυναίκα μπόρεσε να δει ολόκληρες οροσειρές, κοιλάδες, ποταμούς και χωριά να καθρεφτίζονται στα αρχαία σχεδόν μάτια της αρκούδας. Και η εικόνα αυτή έφτασε για να την πλημμυρίσει με γαλήνη και να πάψει να τρέμει από το φόβο της.

«Σε παρακαλώ, αγαπητή αρκούδα, εγώ είμαι εκείνη που σε τάισε τα προηγούμενα βράδυα. Θα μπορούσα να έχω μια τρίχα απ’ το μισοφέγγαρο που στολίζει το στέρνο σου;» Η αρκούδα κοντοστάθηκε. Αυτή η μικροκαμώμενη γυναίκα ήταν εύκολη λεία. Ξαφνικά όμως ένιωσε οίκτο. «Αλήθεια είναι», είπε η αρκούδα «μου φέρθηκες καλά και μπορείς πράγματι να έχεις μία τρίχα, αλλά να είσαι γρήγορη και μόλις την πάρεις φρόντισε να φύγεις αμέσως μακρυά μου».

Η αρκούδα ύψωσε το ρύγχος της για να φανεί καλύτερα το λευκό μισοφέγγαρο στο στέρνο της και η γυναίκα μπορούσε να διακρίνει το δυνατό σφυγμό της να χτυπά στο ύψος της καρδιάς. Ακούμπησε το ένα χέρι στο σβέρκο της και με το άλλο τράβηξε με μια γοργή κίνηση αυτή τη μία και μοναδική γυαλιστερή τρίχα που χρειαζόταν. Η αρκούδα ανασηκώθηκε και ούρλιαξε σα να ‘χε πληγωθεί. Συγχισμένη φυσούσε και ξεφυσούσε.

«Ω, σ’ ευχαριστώ πολύ φεγγαρένια αρκούδα, σ’ ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά». Η γυναίκα υποκλίθηκε ξανά και ξανά. Αλλά η αρκούδα μούγγρισε κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Μούγγριζε στη γυναίκα σε μια γλώσσα άγνωστη, δε γνώριζε να εξηγήσει το νόημά τους, αλλά ένιωθε πως κατά κάποιο τρόπο το γνώριζε μια ολόκληρη ζωή. Υποχώρησε κι άρχισε να τρέχει προς τους πρόποδες του βουνού όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έτρεχε κάτω απ’ τα δέντρα με τα φύλλα που έμοιαζαν μ’ αστέρια. Και καθώς προχωρούσε, φώναζε “arigato zaishö” για να τα ευχαριστήσει που ανασήκωναν τα κλαριά τους στο πέρασμά της. Παραπατούσε στις κοτρώνες που θύμιζαν τεράστιες φρατζόλες ψωμιού, κραυγάζοντας “arigato zaishö” για να ευχαριστήσει το βουνό που της επέτρεψε να σκαρφαλώσει στο σώμα του.

Και παρόλο που τα ρούχα της είχαν πια κουρελιαστεί, τα μαλλιά της ήταν μπερδεμένα και το πρόσωπό της λερωμένο από χώμα και ιδρώτα, κατέβηκε γοργά τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο χωριό της, διέσχισε το χωματόδρομο που οδηγούσε σ την άλλη πλευρά του χωριού και όρμησε στο χαμόσπιτο που κατοικούσε η μάγισσα – στεκόταν μπροστά στη φωτιά και τη σκάλιζε στοχαστικά.

«Κοίτα, κοίτα! Τη βρήκα, τη βρήκα, τα κατάφερα, μία τρίχα από την αρκούδα με το μισοφέγγαρο στο στέρνο!» φώναξε θριαμβευτικά η νέα γυναίκα.

«Αχ, τι καλά» είπε η μάγισσα και χαμογέλασε. Κοίταξε τη γυναίκα προσεχτικότερα κι έπειτα άπλωσε το χέρι της κι έπιασε την κατάλευκη τρίχα με τα δάχτυλά της, πλησιάζοντάς την στο φως. Τη ζύγισε με το γέρικο χέρι της, τη μέτρησε με το δάχτυλό της κι αποφάνθηκε «μα ναι, μια αυθεντική τρίχα της αρκούδας με το μισοφέγγαρο». Έπειτα στράφηκε ξαφνικά προς τη φωτιά και με μία απότομη κίνηση πέταξε την τρίχα στις φλόγες. Η τρίχα κατσάρωσε κι έτριξε, μια λαμπερή πορτοκαλιά φλόγα την κατάπιε.

«Όχι!» φώναξε σπαραχτικά η νέα γυναίκα. «Τί έκανες εκεί;»

«Ησύχασε. Όλα είναι όπως πρέπει να είναι», της είπε η μάγισσα. «Θυμάσαι όλα όσα χρειάστηκε να κάνεις για ν’ ανεβείς το βουνό; Θυμάσαι όλα όσα χρειάστηκε να κάνεις για να σ’ εμπιστευτεί η αρκούδα; Θυμάσαι όλα όσα είδες, όλα όσα άκουσες κι όλα όσα ένιωσες;»

«Ναι», είπε η γυναίκα «τα θυμάμαι όλα πολύ καλά».

Η γριά μάγισσα της χαμογέλασε ευγενικά και της αποκρίθηκε «σε παρακαλώ τώρα κόρη μου, επέστρεψε στον άντρα σου κι έχοντας κατά νου όλα όσα διδάχθηκες πλησίασέ τον ξανά.»

[Πηγή: Clarissa Pinkola, Η Αρκούδα με το μισοφέγγαρο,  Estes (1948:347-350) WOMEN WHO RUN WITH THE WOLVESCONTACTING THE POWER OF THE WILD WOMAN, Rider, London UK. που αναρτήθηκε στο ιστολόγιο ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ και ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ: http://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com/ ]