Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Πρέπει να αναζητήσουμε την επιρροή του φασιστικού σαλπίσματος όχι μόνο στην οικονομική συγκυρία αλλά και στην αναπόφευκτη αποκαθήλωση αξιών

Ο καταιγισμός των αναλύσεων και των σχολίων αναφορικά με τη Χρυσή Αυγή μάλλον συσκότισε το τοπίο παρά βοήθησε να αντιληφθούμε με τι ακριβώς έχουμε έρθει αντιμέτωποι.

Αν μη τι άλλο, η υπόθεση ότι το ναζιστικό κόμμα αναπτύχθηκε με υπόβαθρο την οικονομική εξαθλίωση, παρ' ότι ευλογοφανής, και εν μέρει ίσως βάσιμη, ελάχιστα φωτίζει το γιατί, στις δεκαετίες του '50 ή του '60, διάσημες ως προς τη φτώχεια τους, δεν καταγράφηκε στους κόλπους του ελληνικού λαού ούτε ίχνος φλερτ με τις φασιστικές θηριωδίες.

Η δεύτερη υπόθεση, σχετικά με την παραβατικότητα των μεταναστών, μοιάζει μεν περισσότερο στέρεη, όμως και πάλι δεν μας λέει τίποτα το ουσιώδες για το, τηρουμένων των αναλογιών, αστρονομικό ποσοστό του 7,8% ενός λαού του οποίου η Ιστορία, όσο και η προδιάθεση, πολύ απέχουν απ' τους σημαιοστολισμούς με σβάστικες.

Άλλωστε, στις ίδιες τις ΗΠΑ, όπου ο εντός ή εκτός εισαγωγικών ρατσισμός αποτέλεσε παράδοση, μολονότι μάλιστα, και περιέργως, εκεί όλοι υπήρξαν ξένοι μεταξύ ξένων, η συλλογική συνείδηση χρεώθηκε τα απαραίτητα ώστε το ναζιστικό αίτιο να μην κατορθώσει ποτέ να προσλάβει μορφή υπολογίσιμης πολιτικής εκπροσώπησης: οι ΗΠΑ, μονίμως στα πρόθυρα φυλετικού πολέμου, κατόρθωσαν να αφομοιώσουν την ένταση εντός των ορίων του δημοκρατικού παιχνιδιού, απαντώντας στους νοσταλγούς τής Κου Κλουξ Κλαν με τη γοητεία τού Ομπάμα. Δεν είναι λοιπόν δεδομένο ότι η διαχείρηση ενός ακανθώδους μεταναστευτικού προβλήματος θα οδηγήσει ντε και καλά στην ενίσχυση των ομάδων που «ακονίζουν λόγχες στο πεζοδρόμιο».

Όχι, τα κρούσματα μισαλλοδοξίας δεν εξηγούνται μόνον με οικονομικούς όρους, όπως θα ήθελε ΚΑΙ η Αριστερά, ενδεχομένως υποχρεωμένη να σεβαστεί ένα τέτοιο σκεπτικό ένεκα της πίστης στο αιώνιο πολιτικό και κοινωνικό πρωτείο της οικονομίας. Πρέπει να αναζητήσουμε την επιρροή του φασιστικού σαλπίσματος σε κάτι βαθύτερο, ας πούμε στην αναπόφευκτη αποκαθήλωση αξιών, θεσμών, μύθων κ.τ.λ., στην οποία ο δυτικός κόσμος προχωράει δίχως πάντα να προνοεί για την έλλογη αναπλήρωση αυτής της απώλειας με νέες αξίες, θεσμούς, μύθους κ.ο.κ.

Επείγει να συνειδητοποιήσουμε ότι η έλλειψη καλλιέργειας, η πολιτισμική ορφάνια, παράγει εξ αντιθέσεως ένα υποκείμενο εθελοντικά υπόλογο στις πιο φρικτές εκδοχές μιας τυραννικής πατρότητας, φέρ' ειπείν χιτλερικού τύπου, ένα υποκείμενο που σαγηνεύεται απ' τις σειρήνες του ολοκληρωτισμού με τη διεστραμμένη ελπίδα ότι αυτός θα επιβάλει δρακόντεια μέτρα εκεί απ' όπου τα μέτρα λείπουν εντελώς.

Περισσότερο από τη φτώχεια και τους μετανάστες, τη Χρυσή Αυγή ευνόησε η διάχυτη εντύπωση της ατιμωρησίας, που υπήρξε το λάβαρο του δικομματικού κράτους.

Μη τιμωρώντας, τιμωρούμαστε τώρα οι ίδιοι.

[ΠΗΓΗ: Ευγένιος Αρανίτσης, «Έγκλημα και Τιμωρία», επιφυλλίδα στην σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12-1-2013]