Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Γλώσσα, ένα πανανθρώπινο κτήμα, όπου οι «καρποί» των λέξεων δίνουν «χυμούς» στην παγκόσμια σκέψη

Τι είναι η γλώσσα; Πώς και πού παράγεται; Πώς αναπτύσσεται; Από τι αποτελείται; Πώς μαθαίνεται; Πώς διαφοροποιείται στον χρόνο και στους τόπους; Πώς, πότε και γιατί αποκτά άλλο ειδικό βάρος πέρα από την αξία της για την επικοινωνία; Σε τι διαφέρει απ’ τη γραφή και τη σκέψη; Πώς νοείται το «γλωσσικό σφάλμα»;



Αυτά και πολλά άλλα προσεγγίζονται σε μια εκλαϊκευμένη «εισαγωγή στη γλωσσολογία» ή καλύτερα στη σύγχρονη γλωσσολογία (στην παράδοση των Φερντινάν Σωσσύρ, Νόαμ Τσόμσκυ, Τζόζεφ Γκρήνμπεργκ και Ουίλλιαμ Λάμποφ) από τον  γλωσσολόγο  Φοίβο Παναγιωτίδη. Που, εκτός από το να επιχειρεί να δώσει έγκυρες απαντήσεις σε κοινές απορίες και προβληματισμούς, ανοίγει με επιστημονικούς όρους τη συζήτηση για τη γλώσσα, αυτό το «πανανθρώπινο κτήμα» και εξηγεί πως παρά «την προσιτότητα του [γλωσσικού] υλικού» και τις μυριάδες εξατομικευμένες εμπειρίες, η γλωσσολογία είναι μια επιστήμη, δόξη και τιμή. Με θεωρία, δεδομένα παρατήρησης, υποθέσεις και συμπεράσματα. Και όρια.

Δύσκολη δουλειά το απάνθισμα από ένα τόσο πυκνό και πλούσιο βιβλίο, που προσεγγίζει τη γλώσσα ως αντικείμενο και εμπειρία από τόσο πολλές και διαφορετικές όψεις. Διαλέξαμε όμως αποσπάσματα που μαρτυρούν τη γνήσια επιστημονική ματιά του συγγραφέα, αλλά και την απλότητα στις εξηγήσεις που δίνει σ’ αυτές τις «κοινές [μας] απορίες».

Από τον πλούτο των λέξεων στον πλούτο της σκέψης.
Στο μυθιστόρημα 1984 του Τζωρτζ Όργουελ, ένα από τα τρία ολοκληρωτικά καθεστώτα που κυβερνούν τον κόσμο έχει καταφέρει να κολοβώσει, να τιθασεύσει και τελικά να ποδηγετήσει την ανθρώπινη σκέψη με έναν φαινομενικά αποτελεσματικό τρόπο: περιορίζοντας τη σημασία κάποιων λέξεων και, κυρίως, καταργώντας τις περισσότερες λέξεις. Με αφορμή το 1984, πολλοί έχουν αναρωτηθεί αν ένας τέτοιος κίνδυνος είναι υπαρκτός, δηλαδή αν ένα περιορισμένο λεξιλόγιο όντως αντιστοιχεί σε περιορισμένη σκέψη, καθώς και αν, μαζί με μια λέξη, χάνεται και η έννοια που αυτή αντιπροσωπεύει. Με άλλα λόγια: αληθεύει πράγματι πως όταν συρρικνώνεται το λεξιλόγιό μας φτωχαίνει αντίστοιχα κι η σκέψη μας;

Πρώτα-πρώτα, η κατάργηση λέξεων (ή και «στιγματισμένων» γραμματικών δομών) είτε από ένα δυστοπικό ολοκληρωτικό καθεστώς για να υποτάξει μια κοινωνία είτε, πιο ρεαλιστικά, στο πλαίσιο μιας γλωσσικής μεταρρύθμισης που στόχο έχει να «καθαρίσει», να «διορθώσει» ή να «βελτιώσει» τη γλώσσα, δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Ούτε έχει ποτέ 100% επιτυχία. Αιώνες κοντόφθαλμης σχολαστικότητας δεν κατάφεραν να ξεριζώσουν την αδόκιμη πλην γραμματική «συμφωνία ως προς την άρνηση» πολλών ποικιλιών της αγγλικής γλώσσας (π.χ. ‘I don’t need  nobody’). Η σαρωτική κεμαλική μεταρρύθμιση της τουρκικής γλώσσας δεν την καθάρισε από τα «ξένα σώματα». Αντίθετα, σνομπάροντας τις αραβικές και περσικές λεξιλογικές καταβολές της, άνοιξε τον δρόμο σε μαζικό δανεισμό από τα γαλλικά και τα αγγλικά. Στα δικά μας τώρα… Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι της ελληνιστικής εποχής δεν  μπόρεσαν να ανακόψουν την προέλαση του ΄ακμήν’ (από το οποίο κατάγεται το σημερινό ‘ακόμη’ ή ‘ακόμα’) και να νεκραναστήσουν το «ορθό» ‘έτι’. Ο υπερεκατονταετής πόλεμος χαρακωμάτων για την επιβολή της καθαρεύουσας απέτυχε να μας κάνει να ‘(ε)παίρνωμε τον ανελκυστήρα δια να υπάγωμε εις την οικίαν μας’. Απ’ την άλλη, η δημοτικιστική αντεπανάσταση δεν έχτισε ‘πολύσπιτα’ ούτε κατάργησε τις παλιές ‘κυβερνήσεις’ επιβάλλοντας νέες ‘κυβέρνησες’.

Οι λέξεις μπορεί να δημιουργούνται και να πεθαίνουν από μόνες τους, αλλά δύσκολα καταργούνται. Ακόμα κι έτσι όμως, δηλαδή όταν δημιουργούνται και πεθαίνουν από μόνες τους, μήπως αυτό σημαίνει πως αντίστοιχα επεκτείνεται και συρρικνώνεται η σκέψη μας; Η απάντηση είναι αρνητική. Δεν υπάρχει αντιστοιχία μιας προς μία ανάμεσα στις έννοιες και τις λέξεις. […]

Ερωτήσεις, το περικείμενο και ποιος θα πλύνει τα πιάτα. […]
Ο κλάδος της πραγματολογίας, ο οποίος μελετάει τη γλωσσική επικοινωνία, έχει καταλήξει στο γενικό συμπέρασμα ότι οι λέξεις και η γραμματική δομή συνεισφέρουν στο επικοινωνιακό γεγονός πολύ λιγότερο απ’ όσο νομίζουμε. Απεναντίας, μεγάλο μέρος της γλωσσικής επικοινωνίας επιτυγχάνεται με την άντληση πληροφοριών εκ μέρους του ακροατή από τα συμφραζόμενα.

Όταν λέμε ‘συμφραζόμενα’, εννοούμε το περικείμενο, δηλαδή όλα όσα έχουνε σχέση με την εκάστοτε επικοινωνιακή περίσταση, όχι μόνο το τι ειπώθηκε αμέσως πριν. Έτσι, απευθυνόμενη σε κάποιον που μόλις έπαιξε στοίχημα και θέλει να μάθει το αποτέλεσμα κάποιου αγώνα, η δήλωση ‘εμείς σκίσαμε πάλι, ρε!’ δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμη εάν εκείνος δεν ξέρει με ποια ομάδα ταυτίζεται ο ομιλητής. Αν πάλι προσφέρουμε σε έναν φοιτητή καφέ και μας απαντήσει «έχω εξετάσεις αύριο», θα του φτιάξουμε καφέ αν ξέρουμε από το περικείμενο ότι (κακώς) ξενυχτάει πριν από τις εξετάσεις, αλλά θα του προσφέρουμε κάτι διαφορετικό αν έχουμε υπόψη μας ότι ιδίως την παραμονή των εξετάσεων πηγαίνει για ύπνο νωρίς — σε κάθε περίπτωση η γνώση των συμφραζομένων θα οδηγήσει σε επιτυχή επικοινωνία. Τέλος, πολλές φορές επιλέγουμε να αποστασιοποιηθούμε από τα ίδια τα λεγόμενά μας, όταν φέρ’ ειπείν υπερβάλλουμε (‘Έχεις γίνει 245 κιλά!’) ή όταν ειρωνευόμαστε (‘Εντάξει, και σήμερα μια χαρά τα καταφέραμε!’). Όλα τα παραπάνω βρίσκονται πέρα από τη γραμματική δομή και πέρα από τη σημασία των μεμονωμένων λέξεων.

Πώς όμως, ως ακροατές, τοποθετούμε όσα λέει ο ομιλητής (ή ο συγγραφέας, αν διαβάζουμε ένα γραπτό κείμενο) στα σωστά συμφραζόμενα ώστε να αποκομίσουμε το σωστό μήνυμα; Οι σύγχρονες πραγματολογικές θεωρίες που αφορμώνται από το έργο του φιλοσόφου Paul Grice (1913-1988) τονίζουνε τη σημασία της προθετικότητας (intentionality). Με άλλα λόγια, για να επικοινωνήσουμε σωστά πρέπει να εντάξουμε όσα λέει ο ομιλητής στα κατάλληλα συμφραζόμενα. Όμως για να βρούμε τα ‘κατάλληλα συμφραζόμενα’ είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ή και να εικάσουμε τις προθέσεις του ομιλητή, τι θέλει να πει ο ομιλητής, πού το πάει ο ομιλητής. Αυτό εν μέρει επιτυγχάνεται επειδή έχουμε κάποιες προσδοκίες σχετικά με τον συνομιλητή μας –ότι είναι π.χ. σοβαρός, παράλογος, χιουμορίστας, προπετής, ντροπαλός, συντηρητικός ή ό,τι άλλο– τις οποίες και αναθεωρούμε διαρκώς κατά την επικοινωνιακή πράξη. Με βάση αυτές τις προσδοκίες (και όσα μας λέει ο ομιλητής ή συγγραφέας) μαντεύουμε τις προθέσεις του και χρησιμοποιούμε τα κατάλληλα συμφραζόμενα. Έτσι, δυναμικά εμπλουτίζουμε και ερμηνεύουμε τα λεγόμενά του, το εκφώνημα. […]
Η επικοινωνία είναι λοιπόν αποτέλεσμα συνεργατικής προσπάθειας. Το καθαρά γλωσσικό μέρος της επικοινωνίας αποτελεί απλώς τον σκελετό της, έναν σκελετό που τον ντύνουν τα συμφραζόμενα και το περικείμενο. Κατά συνέπεια, αφενός η επικοινωνία είναι δύσκολο να σταθεί δίχως αυτό τον γλωσσικό σκελετό, το καθαρά γλωσσικό κομμάτι, αφετέρου το γλωσσικό κομμάτι καθεαυτό –ο σκελετός από μόνος του– κάθε άλλο παρά επαρκεί για την πραγμάτωση του επικοινωνιακού γεγονότος.

[ΠΗΓΗ: Φοίβος Παναγιωτίδης (αναπληρωτής καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου), ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ, μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης]