Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΟΡΤΙΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ (αφιερωμένη εξαιρετικά)



Πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό πως όλα τα ωραία κάποτε αρχίζουν
Η ΜΠΕΡΤΑ ΤΟΥ εἶ­χε χά­σει τὴ λάμ­ψη της. Τὸ ρα­βδὶ του ἦ­ταν ἕ­τοι­μο νὰ σπά­σει. Ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο του ἔβγαι­ναν μό­νο μα­ρα­μέ­να λου­λού­δια καὶ πε­θα­μέ­να κου­νέ­λια. Οἱ μέ­ρες του ὡς μά­γου ἦ­ταν με­τρη­μέ­νες.
Κι ὅ­μως ἀ­πό­ψε εἶ­χε πα­ρά­στα­ση. Κό­σμος θὰ ἐρ­χό­ταν ἀπ’ ὅ­λη τὴ χώρα… – ὅ­λοι εἶ­χαν τρέ­ξει νὰ ἀ­γο­ρά­σουν εἰσι­τή­ριο γιὰ τὴ με­γά­λη του ἐ­πι­στρο­φή. Παν­τοῦ στὴν πό­λη ἔ­βλε­πες τὶς ἀ­φί­σες μὲ τὸ ὄ­νο­μά του. Οἱ ὧ­ρες πλη­σί­α­ζαν. Δὲν εἶ­χε κέ­φι οὔ­τε πρό­βα νὰ κά­νει. Ἄ­κου­σε τὸ χτύ­πο τῆς καμ­πά­νας. Ἔ­κα­νε μη­χα­νι­κὰ τὸ σταυ­ρό του. Μέ­ρες Με­γά­λης Βδο­μά­δας κι αὐ­τὸς οὔ­τε ποὺ νή­στευ­ε. Τόλ­μη­σε νὰ πε­ρά­σει τὸ κα­τώ­φλι τῆς ἐκ­κλη­σί­ας χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα, μὰ εἶ­δε τὸν Νυμ­φί­ο νὰ τὸν στρα­βο­κοι­τά­ζει καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὰ πό­δια. Ἦ­ταν καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὸ λιβά­νι ποὺ τοῦ ἔ­φερ­νε λι­γο­θυ­μί­α καὶ οἱ φλό­γες ἀ­πὸ τὰ κε­ριὰ ποὺ τὸν ζά­λι­ζαν. Δὲν εἶ­χε δύ­να­μη νὰ προσευχηθεῖ, ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νὰ βρεῖ τὴ δύ­να­μη νὰ συγχω­ρέ­σει τὸν ἑ­αυ­τό του.
           Κοί­τα­ξε πά­λι τὰ σύ­νερ­γά του. Τὰ εἶ­χε πά­ρει στὰ χέ­ρια του τό­σες φο­ρές. Τώ­ρα τοῦ ἔ­μοια­ζαν ξέ­να καὶ δι­έ­κρι­νε πά­νω τους μό­νο τὰ ση­μά­δια τῆς φθο­ρᾶς καὶ τοῦ χρό­νου. Στι­λέ­τα ποὺ εἶ­χαν στο­μώ­σει. Τρά­που­λες ποὺ εἶ­χαν ση­μα­δευ­τεῖ. Κρυ­στάλ­λι­νες μπά­λες ποὺ ἔ­λε­γαν πλέ­ον μό­νο τὸ πα­ρελ­θόν. Ἄ­κου­σε τὸν κό­σμο νὰ πλησιά­ζει. Τὴν αἴ­θου­σα νὰ γε­μί­ζει. Τὶς ὁ­μι­λί­ες νὰ γίνον­ται μιὰ ἐ­νο­χλη­τι­κὴ βου­ή. Ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­νέ­βει στὴ σκη­νή, εἶ­χε φτά­σει ἡ ὥ­ρα.
           Τὴν εἶ­δε. Τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σε μέ­σα στὸ πλῆ­θος. Δὲν ἦ­ταν δύ­σκο­λο. Κα­θό­ταν ὅ­πως τό­τε στὴν πρώ­τη σει­ρά, στὸ πέμ­πτο κά­θι­σμα. Δί­πλα στὸν ἄν­τρα της. Ἐ­κεῖ­νος κα­μά­ρω­νε. Τῆς εἶ­χε πιά­σει τὸ χέ­ρι. Τὸ πί­ε­ζε, γιὰ νὰ τὸ νι­ώ­θει δι­κό του. Τὰ πό­δια του ἔ­τρε­μαν. Μό­λις τὸν εἶ­δαν, ἄ­στρα­ψαν οἱ προ­βο­λεῖς καὶ ὅ­λοι ἡ­σύ­χα­σαν. Ξε­κί­νη­σε μὲ τὰ ἁ­πλὰ κόλ­πα. Ἤ­θε­λε νὰ κερ­δί­σει χρό­νο, νὰ νιώ­σει ἄ­νε­τα στὸ σκλη­ρὸ σα­νί­δι. Νὰ ἀ­λα­φρύ­νουν τὰ πό­δια του. Νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ κι ἡ ψυ­χή του. Τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα ἐρ­χό­ταν ἀ­βί­α­στα. Ἔ­λει­πε ὅ­μως τὸ με­γά­λο κόλ­πο. Ἔβλε­πες τὴν ἀ­δη­μο­νί­α στὸ βλέμ­μα τῶν θε­α­τῶν. Δί­ψα­γαν γιὰ κά­τι ἄλ­λο, γιὰ κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χαν ξα­να­δεῖ, γιὰ αὐ­τὸ ποὺ θ’ ἄ­φη­νε τὸν Σί­μω­να στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν μά­γων…
            Γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο νού­με­ρό τους, εἶ­πε, θὰ χρειαζόταν ἕ­ναν ἐ­θε­λον­τή. Τὴ δι­ά­λε­ξε, κι ἐ­κεί­νη δὲν ἀρ­νή­θη­κε… Ἄ­φη­σε τὸ ἱ­δρω­μέ­νο χέ­ρι τοῦ ἀν­τρός της κι ἀ­νέ­βη­κε στὴ σκη­νή. «Μὴ φο­βᾶ­σαι», τῆς ψι­θύ­ρι­σε. «Ἄργη­σες… μὰ σὲ πε­ρί­με­να πάν­τα», τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Στά­θη­καν στὴ μέ­ση τῆς σκη­νῆς. Ὁ φό­βος του εἶ­χε ἐξαφα­νι­στεῖ. Εἶ­χε γί­νει πά­λι νέ­ος. Ἡ στο­λὴ του λαμπύρι­ζε, τὸ πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε κι αὐ­τό. Θὰ δεῖ­τε τὸ κόλ­πο ποὺ ἔ­χω ὀ­νο­μά­σει ὁ τε­λευ­ταῖ­ος χο­ρός, εἶ­πε μὲ βρον­τε­ρὴ φω­νὴ καὶ τὸ πλῆ­θος ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε. Τὰ φῶ­τα χα­μή­λω­σαν κι ἕ­να βὰλς ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει. Τὴν ἀγκάλια­σε ἁ­πα­λά. Τὸν ἕ­σφι­ξε πά­νω της. Στροβιλίζονταν τρε­λὰ κα­θὼς ἡ μου­σι­κὴ δυ­νά­μω­νε. Στὸ κρε­σέν­το τοῦ κομ­μα­τιοῦ, σὲ μιὰ ἀ­κό­μα στρο­φὴ τῶν κορ­μι­ῶν τους, ἔ­σβη­σε τε­λεί­ως τὸ φῶς κι ἕ­νας ἦ­χος ἀκού­στη­κε σὰν πέ­ταγ­μα που­λι­ῶν. Ὅ­ταν ἄ­να­ψαν τὰ φῶ­τα δυ­ὸ λευ­κὰ πε­ρι­στέ­ρια πέ­τα­γαν στὴ σκη­νή.
Τὸ πλῆ­θος εἶ­χε ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο καὶ χει­ρο­κρο­τοῦ­σε μανιασμέ­να. Ἡ πα­ρά­στα­ση εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Δὲν τοὺς εἶδαν πο­τὲ ξα­νά. [Αγγελική Λάλου, Ζητείται Μάγος]

 (τι θα είναι όλα αυτά  σε τριάντα πενήντα εκατό εκατομμύρια χρόνια και βάλε… γι’ αυτό συστήνω λιγότερο δογματισμό, περισσότερη διανόηση κι άμα περισσεύει ο καιρός πάνω στις ίδιες λέξεις στο ίδιο μέτρο σ’ ένα και μοναδικό τετράστιχο μια εικόνα κλάσμα δευτερολέπτου έρωτα ανίκητο και ήρεμη ποίηση που δεν ενοχλεί κανέναν… Τι κατάλαβες φωνάζοντας τόσα χρόνια)

χορηγός επικοινωνίας:
Το Κομμάτι που Λείπει συναντά το Μεγάλο Ο (γιατί με τις ιστορίες κοιμούνται οι μικροί και ξυπνούν οι μεγάλοι)
Η ιστορία μιλά για τη μοναξιά και την ανάγκη να ανήκεις. Την ανάγκη να βρεις αυτό που σε συμπληρώνει, ώστε να «κυλήσεις» στη ζωή μαζί του. Μιλά για την εναγώνια αναζήτηση αυτού του άλλου, που θα έρθει ως «από μηχανής θεός», να κλείσει το μέσα μας κενό, να δώσει νόημα στη ζωή μας. Αυτό το άλλο, που πιστεύουμε, ότι θα μας αναγνωρίσει και θα το αναγνωρίσουμε «μαγικά».
(λοιπόν;)
Η ολοκλήρωση και ευτυχία μας, είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση (απόλαυσε το βίντεο… και ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ)