Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Νόαμ Τσόμσκι: Οι δέκα τεχνικές που μας ελέγχουν το μυαλό (όπλα με σιγαστήρα για ήσυχους πολέμους)

Ο Αμερικανός ακαδημαϊκός και στοχαστής, Νόαμ Τσόμσκι, αναλύει τις δέκα τεχνικές για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας συλλογής συνεντεύξεων, όπου ο κορυφαίος διανοητής διαπιστώνει διεισδυτικές παρατηρήσεις για τους θεσμούς που διαμορφώνουν τη σκέψη του κοινού και οι οποίοι βρίσκονται στην υπηρεσία της ισχύος και του κέρδους.


1. Η τεχνική της διασκέδασης
Πρωταρχικό στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου, η τεχνική της διασκέδασης συνίσταται στη στροφή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και από τις μεταλλαγές που αποφασίστηκαν από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, με ένα αδιάκοπο καταιγισμό διασκεδαστικών και ασήμαντων λεπτομερειών.

Η τεχνική της διασκέδασης είναι επίσης απαραίτητη για να αποτραπεί το κοινό από το να ενδιαφερθεί για ουσιαστικές πληροφορίες στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της Ψυχολογίας, της Νευροβιολογίας και της Κυβερνητικής. «Κρατήστε αποπροσανατολισμένη την προσοχή του κοινού, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμαλωτισμένη σε θέματα χωρίς καμιά πραγματική σημασία. Κρατήστε το κοινό απασχολημένο, απασχολημένο, απασχολημένο, χωρίς χρόνο για να σκέφτεται· να επιστρέφει κανονικά στη φάρμα με τα άλλα ζώα». Απόσπασμα από το Όπλα με σιγαστήρα για ήσυχους πολέμους.

2 . Η τεχνική της δημιουργίας προβλημάτων, και στη συνέχεια παροχής των λύσεων
Αυτή η τεχνική ονομάζεται επίσης «πρόβλημα-αντίδραση-λύση». Πρώτα δημιουργείτε ένα πρόβλημα, μια «έκτακτη κατάσταση» για την οποία μπορείτε να προβλέψετε ότι θα προκαλέσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του κοινού, ώστε το ίδιο να ζητήσει εκείνα τα μέτρα που εύχεστε να το κάνετε να αποδεχτεί.
Για παράδειγμα: αφήστε να κλιμακωθεί η αστική βία, ή οργανώστε αιματηρές συμπλοκές, ώστε το κοινό να ζητήσει τη λήψη μέτρων ασφαλείας που θα περιορίζουν τις ελευθερίες του.


Ή, ακόμη: δημιουργήστε μια οικονομική κρίση για να κάνετε το κοινό να δεχτεί ως αναγκαίο κακό τον περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων και την αποδόμηση των δημοσίων υπηρεσιών.

3. Η τεχνική της υποβάθμισης
Για να κάνει κάποιος αποδεκτό ένα απαράδεκτο μέτρο, αρκεί να το εφαρμόσει σταδιακά κατά «φθίνουσα κλίμακα» για μια διάρκεια 10 ετών. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν ριζικά νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός) στις δεκαετίες του 1980 και 1990.
Μαζική ανεργία, αβεβαιότητα, «ευελιξία», μετακινήσεις, μισθοί που δεν διασφαλίζουν πια ένα αξιοπρεπές εισόδημα· τόσες αλλαγές, που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση, αν είχαν εφαρμοστεί αιφνιδίως και βίαια.

4. Η στρατηγική της αναβολής (Σαλαμοποιήση)
Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσετε ως «οδυνηρή αλλά αναγκαία», αποσπώντας την συναίνεση του κοινού στο παρόν, για την εφαρμογή της στο μέλλον. Είναι πάντοτε πιο εύκολο να αποδεχτεί κάποιος αντί μιας άμεσης θυσίας μια μελλοντική. Πρώτα απ’όλα, επειδή η προσπάθεια δεν πρέπει να καταβληθεί άμεσα.
Στη συνέχεια, επειδή το κοινό έχει πάντα την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «όλα θα πάνε καλύτερα αύριο» και ότι μπορεί, εντέλει, να αποφύγει τη θυσία που του ζήτησαν. Τέλος, μια τέτοια τεχνική αφήνει στο κοινό ένα κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να συνηθίσει στην ιδέα της αλλαγής, και να την αποδεχτεί μοιρολατρικά, όταν κριθεί ότι έφθασε το πλήρωμα του χρόνου για την τέλεσή της.

5 . Η στρατηγική του να απευθύνεσαι στο κοινό σαν να είναι μωρά παιδιά
Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύντονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν έναν αφηγηματικό λόγο, επιχειρήματα, πρόσωπα και έναν τόνο ιδιαιτέρως παιδικό, εξουθενωτικά παιδιάστικο, σαν να ήταν ο θεατής ένα πολύ μικρ ό παιδί ή σαν να ήταν διανοητικώς ανάπηρος.
Όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλλεται να εξαπατηθεί ο θεατής, τόσο πιο παιδιάστικος τόνος υιοθετείται από τον διαφημιστή. Γιατί; «Αν [ο διαφημιστής] απευθυνθεί σε κάποιον σαν να ήταν παιδί δώδεκα ετών, τότε είναι πολύ πιθανόν να εισπράξει, εξαιτίας του έμμεσου και υπαινικτικού τόνου, μιαν απάντηση ή μιαν αντίδραση τόσο απογυμνωμένη από κριτική σκέψη, όσο η απάντηση ενός δωδεκάχρονου παιδιού». Απόσπασμα από το «Όπλα με σιγαστήρα για ήσυχους πολέμους».



6 . Η τεχνική του να απευθύνεστε στο συναίσθημα μάλλον παρά στη λογική
Η επίκληση στο συναίσθημα είναι μια κλασική τεχνική για να βραχυκυκλωθεί η ορθολογιστική ανάλυση, επομένως η κριτική αντίληψη των ατόμων. Επιπλέον, η χρησιμοποίηση του φάσματος των αισθημάτων επιτρέπει να ανοίξετε τη θύρα του ασυνείδητου για να εμφυτεύσετε ιδέες, επιθυμίες, φόβους, παρορμήσεις ή συμπεριφορές.


 7. Η τεχνική του να κρατάτε το κοινό σε άγνοια και ανοησία
Συνίσταται στο να κάνετε το κοινό να είναι ανίκανο να αντιληφθεί τις τεχνολογίες και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιείτε για την υποδούλωσή του. «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που παρέχεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι πιο φτωχή, ώστε η τάφρος της άγνοιας που χωρίζει τις κατώτερες τάξεις από τις ανώτερες τάξεις να μη γίνεται αντιληπτή από τις κατώτερες». Απόσπασμα από το «πλα με σιγαστήρα για ήσυχους πολέμους».


8. Η τεχνική του να ενθαρρύνεις το κοινό να αρέσκεται στη μετριότητα
Συνίσταται στο να παρακινείς το κοινό να βρίσκει «cool» ό,τι είναι ανόητο, φτηνιάρικο και ακαλλιέργητο.

9. Η τεχνική του να αντικαθιστάς την εξέγερση με την ενοχή
Συνίσταται στο να κάνεις ένα άτομο να πιστεύει ότι είναι το μόνο υπεύθυνο για την συμφορά του, εξαιτίας της διανοητικής ανεπάρκειάς του, της ανεπάρκειας των ικανοτήτων του ή των προσπαθειών του. Έτσι, αντί να εξεγείρεται εναντίον του οικονομικού συστήματος, απαξιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και αυτο-ενοχοποιείται, κατάσταση που περιέχει τα σπέρματα της νευρικής κατάπτωσης, η οποία έχει μεταξύ άλλων και το αποτέλεσμα της αποχής από οποιασδήποτε δράση. Και χωρίς τη δράση, γλιτώνετε την επανάσταση!


10. Η τεχνική του να γνωρίζεις τα άτομα καλύτερα από όσο γνωρίζουν τα ίδια τον εαυτό τους
Στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, οι κατακλυσμιαία πρόοδος της επιστήμης άνοιξε μια ολοένα και πιο βαθειά τάφρο ανάμεσα στις γνώσει του ευρέως κοινού και στις γνώσεις που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι ιθύνουσες ελίτ.

Χάρη στη Βιολογία, τη Νευροβιολογία και την εφαρμοσμένη ψυχολογία, το «σύστημα» έφτασε σε μια εξελιγμένη γνώση του ανθρώπινου όντος, και από την άποψη της φυσιολογίας και από την άποψη της ψυχολογίας.

Το σύστημα έφτασε να γνωρίζει τον μέσο άνθρωπο καλύτερα απ’ όσο γνωρίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το σύστημα ασκεί έναν πολύ πιο αυξημένο έλεγχο και επιβάλλεται με μια μεγαλύτερη ισχύ επάνω στα άτομα απ’ όσο τα άτομα στον ίδιο τον εαυτό τους.

Και όμως για να καταρρεύσουν όλα αυτά αρκεί μια στιγμή αφύπνισης. Το «κόκκινο χάπι» που έλεγε ο Μορφέας στόν Νέο στην ταινία Μatrix. Αν υπάρξει έστω μια φευγαλέα στιγμή αφύπνισης όλο το οικοδόμημα καταστρέφεται και πέφτει όπως μια κουρτίνα, και το κυριότερο η κουρτίνα αυτή δεν μπορεί να αναρτηθεί ξανά. Για αυτό σας παρουσιάζουμε τις 10 τεχνικές, μόλις τις παρατηρήσετε ότι συμβαίνουν γύρω σας και εφαρμόζονται κάθε μέρα, η αφύπνιση έρχεται νομοτελειακά. Για όποιον θέλει περισσότερη αφύπνιση ας διαβάσει το «σπήλαιο του Πλάτωνα» και θα ξημερώσει ένας καινούριος κόσμος.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Οι πολλές διαστάσεις της βίας

Όποιος ενδιαφέρεται για τη βία σήμερα, είτε ως τιμωρός, είτε ως αναλυτής, είτε ως αρμόδιος, οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι η βία είναι πολυδιάστατο και πολύμορφο φαινόμενο (σωματική, ψυχολογική, ακόμη και ιδεολογική-νοητική), που στην εποχή μας ασκείται απ' όλους εναντίον όλων, με διάφορους τρόπους και τεχνικές, και αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο αναπαραγωγής της

Η τρομοκρατία φαίνεται ότι μας χτυπάει ξανά την πόρτα. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται να εκτιμάται από τους αρμόδιους. Το χαρακτηριστικό είναι ότι και μόνο η επίκληση του όρου παραπέμπει σε υπέρτατη βία και άρα στο υπέρτατο κακό που μπορεί να πάθει μια κοινωνία. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να ευσταθεί πριν από κάποια χρόνια, όταν το έγκλημα στην Ελλάδα είχε μια διαφορετική έκταση και μορφολογία. Σήμερα όμως η ταύτιση της βίας αποκλειστικά με την τρομοκρατία και η τρομοκρατία αποκλειστικά με τα Καλάσνικοφ ή, από την άλλη, η θεώρηση ως «επαναστατικού» οτιδήποτε ανάγεται σε μορφές πάλης του 20ού αιώνα εκτιμώ ότι ανήκουν στην ίδια συντηρητική ατζέντα, καθώς αναπαράγουν στερεότυπα και παραδοσιακές λογικές που όχι μόνο δεν λύνουν κανένα πρόβλημα αλλά δημιουργούν συγχύσεις.

Όποιος ενδιαφέρεται για τη βία σήμερα, είτε ως τιμωρός, είτε ως αναλυτής, είτε ως αρμόδιος, οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι η βία είναι πολυδιάστατο και πολύμορφο φαινόμενο (σωματική, ψυχολογική, ακόμη και ιδεολογική-νοητική), που στην εποχή μας ασκείται απ' όλους εναντίον όλων, με διάφορους τρόπους και τεχνικές, και αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο αναπαραγωγής της: από την κακοποίηση ανηλίκων ως τις «τεχνικές πειθούς του κοινού», η βία αποτυπώνεται (πέρα από τα σωματικά «ίχνη» της) στην ένταση, στον καταναγκασμό, στον θυμό, στην απόγνωση και στην πίεση που ασκείται στους παραλήπτες της.

Επίσης, η βία δεν μπορεί να αξιολογείται έξω από το κοινωνικό της πλαίσιο και σήμερα ζούμε σε μια βίαιη κοινωνία με διαφορετικό τρόπο σε σύγκριση με το παρελθόν. Είναι επομένως απορίας άξιον το γεγονός ότι για άλλη μία φορά επιχειρείται να αναλυθεί ως ενιαίο το πρόβλημα πολυπαραγοντικών και πολυδιάσπαρτων χωρικά, μορφολογικά και πιθανόν ιδεολογικά περιστατικών ένοπλης βίας και υπό ένα ενιαίο πρίσμα, δηλαδή εκείνο της επίθεσης στην κοινωνία. Αυτό υποβαθμίζει τη σημασία άλλων μορφών βίας, κυρίως επειδή ο ποινικός νόμος είναι ένα βήμα πίσω από την κοινωνία, παρά επειδή αυτές οι μορφές βίας επιφέρουν μικρότερη βλάβη.



Συγκεκριμένα, δεν είναι σαφές με ποιο κριτήριο στον επίσημο λόγο των πολιτικών και των ΜΜΕ η ένοπλη βία προβάλλεται ως μοναδική και υπέρτατη επίθεση στην κοινωνία. Συχνά το μέγεθος και η έκταση της βίας που αναπτύσσεται καθημερινά στα διάφορα επίπεδα διαπροσωπικών σχέσεων (βλ. π.χ. υποθέσεις κακοποιήσεων ανηλίκων), όπως και εκείνη που εισπράττει και υφίσταται καθημερινά η κοινωνία από τις συνέπειες της κρίσης, είναι το ίδιο σοβαρά και για τη δημοκρατική κοινωνία και γι' αυτούς που πέφτουν θύματα αυτών των καταστάσεων.

Η απώλεια της εργασίας, η οικονομική καταστροφή, ο υποσιτισμός και η ξαφνική επιδείνωση των συνθηκών ζωής προκαλούν καταστάσεις που ισοδυναμούν με πένθος, ανάλογο με εκείνο που υπάρχει, π.χ., στην ενδοοικογενειακή βία ή στο θύμα τρομοκρατίας. Εκτός αυτού το γεγονός ότι η βία (η τρομοκρατική ή άλλη) στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς επιτελεί διάφορες λειτουργίες (π.χ. καταναλωτική αυτοεκπλήρωση, lifestyle, επίδειξη ανδρισμού κ.λπ.), δεν την ανάγει σε επίθεση στην κοινωνία, αλλά σε ένα στοιχείο της σύγχρονης πραγματικότητας, που δεν παράγεται εκτός κοινωνίας αλλά εντός.

Επομένως η άποψη που ταυτίζει το έγκλημα και την τρομοκρατία με την επίθεση στην κοινωνία φθάνει τα όριά της. Όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι η κοινωνία μας είναι έτσι οργανωμένη ώστε να παράγει και τα δύο: άρα και τα δύο δεν συγκροτούν μια εξωτερική απειλή αλλά μια διαρθρωτική λειτουργία της κοινωνίας.


Ένας δημοκρατικός ρεαλισμός, που προκύπτει πλέον ως κοινωνική ανάγκη, επιβάλλει έναν νέο λόγο ανάλυσης και αντίληψης των πραγμάτων, υπό το πρίσμα κατ' αρχήν της αναγνώρισης ότι κοινωνία δεν είμαστε μόνον «εμείς» αλλά και οι «άλλοι». Μια τέτοια οπτική υπερβαίνει τη θεώρηση του εγκλήματος ως επίθεσης στην κοινωνία και το εξετάζει ως παράπλευρο αποτέλεσμα του τρόπου οργάνωσης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Η κοινωνία που είναι οργανωμένη για να παράγει έγκλημα είναι το σχήμα ανάλυσης που μπορεί να δώσει εξηγήσεις γι' αυτά που συμβαίνουν και να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής τους. Και είναι αυτό το πλαίσιο που υπερβαίνει το αναχρονιστικό πνεύμα του δημόσιου λόγου για την αντιμετώπιση της βίας και της τρομοκρατίας, το οποίο όχι μόνο είναι ένα βήμα πίσω από την κοινωνία, αλλά ανήκει και σε μια νεωτερικότητα που τελείωσε, καλλιεργεί τον κοινωνικό διχασμό και, τέλος, οδηγεί σε πολιτικές που είναι ατελέσφορες επειδή ακριβώς προσεγγίζουν την κοινωνία με όρους λογιστή.


 

[ΠΗΓΗ: Σοφία Βιδάλη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης – ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20-01-2013]

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Εκπαιδευτικά συστήματα και ανεργία: η υγιής σύνδεση της εκπαίδευσης με την απασχόληση, μπορεί να δώσει ελπίδα και όραμα στους νέους ανθρώπους

Γρίφος για όλη την Ευρώπη η σύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με την απασχόληση, ιδιαίτερα απογοητευτική η κατάσταση στην Ελλάδα (ανεργία των νέων υπερβαίνει το 50%) γι’ αυτό, εκτός από την αυτονόητη αντίσταση στη θηριωδία της εποχής, επιτακτικό μέλημα αποτελεί ο κριτικός αναστοχασμός και η εγρήγορση για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την εκπαιδευτική αναγέννηση της χώρας.

Η βαθιά κρίση και η παρατεταμένη ύφεση της ελληνικής οικονομίας έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδο και απελπισία χιλιάδες νοικοκυριά, χιλιάδες εργαζομένους και νέους ανθρώπους. Η καλπάζουσα ανεργία αποτελεί ένα από τα πιο κραυγαλέα συμπτώματα της δίνης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική κοινωνία, την ίδια στιγμή που ανάλογη εικόνα διαμορφώνεται στον ευρωπαϊκό νότο, αποδεικνύοντας ότι η κρίση στην Ε.Ε. είναι βαθιά και δομική και όχι μονομερώς ελληνική, όπως η κρατούσα ρητορική επιχείρησε με σθένος να επιβάλει.

Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής εικόνας, η Ε.Ε. προβάλλει το ζήτημα του ανασχεδιασμού της εκπαίδευσης, με στόχο την επένδυση στις δεξιότητες και την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων, κυρίως μέσα από την ανάπτυξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, την προώθηση της μάθησης με βάση την εργασία (πρακτική άσκηση και μαθητεία-δυαδικό σύστημα μάθησης), την ενθάρρυνση των εταιρικών σχέσεων μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων και την ενίσχυση της κινητικότητας της εργασίας.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Ε.Ε., δεμένη στο άρμα του νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και σήμερα αρνείται να δει τις γενεσιουργές αιτίες της ύφεσης και της συνακόλουθης ανεργίας, επιχειρώντας μονομερώς να μετασχηματίσει την εκπαιδευτική πολιτική σε εργαλείο διάσωσης ενός πλέγματος αδιέξοδων πολιτικών οι οποίες εφαρμόζονται σε όλο το οικονομικό και κοινωνικό φάσμα. Και, δυστυχώς, το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου αντανακλάται και σε επίπεδο δεικτών, αφού εδράζεται στη φτώχεια, τη λιτότητα, την υπανάπτυξη, την εξάρτηση, την πολιτισμική καθίζηση των ασθενέστερων.

Πράγματι, χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Δανία, οι Κάτω Χώρες έχουν αναπτύξει ισχυρά συστήματα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, με γρήγορους μηχανισμούς προσαρμογής στις ανάγκες για δεξιότητες, με αποτέλεσμα η κατάρτιση να προσαρμόζεται με μεγάλη ευκολία στις ανάγκες της απασχόλησης.

Τα κράτη αυτά έχουν πετύχει υψηλό βαθμό αντιστοιχίας μεταξύ δεξιοτήτων και ζήτησης, εμφανίζουν καλύτερα ποσοστά απασχόλησης των νέων, ενώ η εκπαίδευση βασίζεται στην ύπαρξη «δυαδικών» συστημάτων, τα οποία συνδυάζουν τη μάθηση με την πρακτική άσκηση.

Αντίθετα, άλλα κράτη, συνήθως στη νότια Ευρώπη, υστερούν όσον αφορά τη συμμετοχή των νέων στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, την ποιότητα και την ελκυστικότητα των σπουδών.

Η διαφορά αυτή αντανακλάται στο γεγονός ότι στις χώρες του Βορρά εμφανίζονται υψηλά ποσοστά συμμετοχής των νέων στην επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ, αντίθετα, ο ευρωπαϊκός Νότος προτιμά κατά κανόνα τη γενική εκπαίδευση.

Το γεγονός αυτό ωστόσο θεμελιώνεται και σε μια σειρά άλλων παραγόντων, όπως οι κοινωνικές και πολιτισμικές παραδόσεις, οι διαφορετικές δομές των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, το παραγωγικό μοντέλο της κάθε χώρας, η δομή της οικονομίας και της αγοράς εργασίας, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του παρελθόντος, ο βαθμός της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στη χάραξη πολιτικών, οι προοπτικές απασχόλησης και σταδιοδρομίας των αποφοίτων, τα επαγγελματικά δικαιώματα, οι επενδύσεις σε ανθρώπινους πόρους και υποδομές, η ποιότητα των σπουδών, ο επαγγελματικός προσανατολισμός κ.ά.

Στην Ελλάδα, χωρίς αμφιβολία, η κατάσταση είναι και παραμένει απογοητευτική. Η δυσθεώρητη ανεργία των νέων (57%) μας υπενθυμίζει πως, εκτός από τα χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στην επαγγελματική εκπαίδευση και την υποβαθμισμένη εικόνα της, ούτε η αρχική ούτε η συνεχιζόμενη κατάρτιση απέδωσαν στη χώρα επωφελή αποτελέσματα, ακόμα κι όταν δόθηκαν σημαντικές ευκαιρίες και δυνατότητες.

Φαινόμενα όπως η έλλειψη σχεδιασμού, η εισπρακτική λογική των πόρων κατάρτισης, οι αλληλοεπικαλύψεις και η ασυναρτησία των ειδικοτήτων, η πολιτικά συνειδητή υποβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης ως δεύτερης κατηγορίας επιλογή, η έλλειψη κουλτούρας σύνθεσης πολιτικών και αξιοποίησης δυνατοτήτων κυριάρχησαν για δεκαετίες, με συνέπεια την αναποτελεσματικότητα και την αδυναμία της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης να λειτουργήσουν ως μια αξιόπιστη εκπαιδευτική επιλογή που να οδηγεί στην απασχόληση.

Σ' αυτό βέβαια, εκτός από τα κοινωνικά στερεότυπα περί κατωτερότητας των επαγγελματικών σπουδών, συνετέλεσαν και άλλοι παράγοντες, όπως η έλλειψη εθνικού αναπτυξιακού οράματος, η σταδιακή αποδυνάμωση και εν τέλει διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας, η χωρίς κρίση αποδοχή των δεσμεύσεων και των αναπτυξιακών περιορισμών που η Ε.Ε. επέβαλε στην Ελλάδα, η κοντόφθαλμη, παρασιτική και ανεξέλεγκτα σπάταλη απορρόφηση των κοινοτικών επιδοτήσεων.

Γενικότερα, η αποτελεσματική και η υγιής σύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης-κατάρτισης με την απασχόληση με στόχο την αντιμετώπιση της ανεργίας παραμένει ένας από τους πιο δύσκολους γρίφους σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Είναι σαφές ότι καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από μόνη της δεν θα ευδοκιμήσει αν δεν συντρέξουν δομικοί μετασχηματισμοί που θα αντιμετωπίζουν την ανεργία στη ρίζα της, με δεδομένο ότι οποιοδήποτε ρηξικέλευθο εγχείρημα οφείλει να αναμετρηθεί με τους όρους ενός ιδιαίτερα δυσμενούς, ακραία άνισου και ανταγωνιστικού διεθνούς περιβάλλοντος στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.

Η κινητικότητα του κεφαλαίου, οι αναδιαρθρώσεις των αγορών εργασίας, οι μεταβολές στις παραγωγικές και τεχνολογικές δομές, οι επαναπροσδιορισμοί στα συστήματα των προσόντων, οι δομικές και εγγενείς κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς και μια σειρά άλλων παραγόντων, επιφέρουν ραγδαίες μεταβολές στη σύνθεση, την κατανομή αλλά και την ταυτότητα του εργατικού δυναμικού, με συνέπεια η εκπαίδευση, ως συστημικό μόρφωμα, να βρίσκεται υπό καθεστώς διαρκούς πίεσης.

Είναι σαφές ότι όσο αναγκαίο είναι να ενισχύσουμε το ιδεώδες μιας νεοτερικής παιδείας μέσα από την καλλιέργεια των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών, τις τέχνες και τον πολιτισμό, τόσο σημαντικό είναι να δούμε ρεαλιστικά την προοπτική μιας υγιούς σύνδεσης της εκπαίδευσης με την απασχόληση, δίνοντας ελπίδα και όραμα ζωής στους νέους ανθρώπους.

Εν κατακλείδι, εκτός από την αυτονόητη αντίσταση στη θηριωδία της εποχής, επιτακτικό μέλημα αποτελεί ο κριτικός αναστοχασμός και η εγρήγορση για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την εκπαιδευτική αναγέννηση της χώρας.

[ΠΗΓΗ: Νίκος Φωτόπουλος, κοινωνιολόγος, άρθρο στην ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 20-01-2013]

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Κατάθεση μαρτυρίας ενός εβραίου του ολοκαυτώματος

Πότε θα μάθουν οι λαοί, πότε θα διδαχθούν από τα λάθη του παρελθόντος; Με την ευκαιρία της αντιφασιστικής κινητοποίησης, το επόμενο Σάββατο 19 Ιανουαρίου, σε δεκατρείς πόλεις του κόσμου, με γενικό σύνθημα «Αθήνα, πόλη αντιφασιστική», ο σημαντικός εβραίος ζωγράφος Σάμουελ Μπακ, επιζήσας του Ολοκαυτώματος, έστειλε έναν σύντομο χαιρετισμό.

 

Το όνομά μου είναι Σάμουελ Μπακ. Είμαι Εβραίος και ζω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γεννήθηκα όμως στο Βίλνιους, όταν ανήκε στην Πολωνία. Τη χρονιά που γεννήθηκα, το 1933, ο Χίτλερ κατέλαβε την εξουσία στη Γερμανία. Κύματα βαθιάς δυσαρέσκειας και φρενιασμένου εθνικισμού τον προωθούσαν, και τεράστια πλήθη τον επευφημούσαν, σα να ήταν Θεός. Δεν θέλαν να δουν το ακριβό τίμημα που συνόδευε μια τέτοια επιλογή.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ήμουν ένα μικρό αγόρι, πέντε-έξι χρονών. Και όλα αυτά τα απειλητικά γεγονότα συνέβαιναν πέρα από τα σύνορα της χώρας μου. Στο όμορφο και φιλικό σπίτι μας, η ζωή συνεχιζόταν όπως πάντα. Καθόμουν σε ένα καλοστρωμένο τραπέζι, περιβαλλόμενος από μια στοργική οικογένεια. Και άκουγα αυτές τις λέξεις: «Αυτό δεν μπορεί ποτέ να συμβεί εδώ…».

Δυο χρόνια μετά, οι ναζί όρμησαν στο διαμέρισμά μας. Έσυραν τη μητέρα μου κι εμένα στο γκέτο. Δολοφόνησαν τον πατέρα, τον παππού και τη γιαγιά μου. Δολοφόνησαν πολλά αγαπημένα μέλη της οικογένειάς μου. Δολοφόνησαν περίπου το 95% των Εβραίων της Λιθουανίας — το πιο υψηλό ποσοστό ανάμεσα στα 6 εκατομμύρια Εβραίους της Ευρώπης που εξοντώθηκαν. Δεν λυπήθηκαν αναρίθμητους Ρώσους αιχμαλώτους πολέμου, Τσιγγάνους, ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές και άμαχο πληθυσμό γενικά — με μια λέξη, όσους εμπόδιζαν την πορεία τους προς την απόλυτη εξουσία.

Σήμερα, είμαι ένας από τους λίγους τυχερούς επιζώντες που μπορούν να καταθέσουν τη μαρτυρία τους. Το κάνω με την τέχνη μου, τις διαλέξεις και τα γραπτά μου.

Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, οι απειλητικοί και γνώριμοι τόνοι του φασισμού και του νεοναζισμού επιστρέφουν, είτε τα κηρύγματα ακούγονται στα αγγλικά είτε στα γαλλικά είτε στα εβραϊκά είτε στα ελληνικά. Νιώθω μια ανατριχίλα να με διαπερνά από πάνω ως κάτω.

Πότε θα μάθουν οι λαοί; Πότε θα κοιτάξουν στον καθρέφτη της ιστορίας; Πότε θα διδαχθούν από τα λάθη του παρελθόντος; Γιατί το χειρότερο μπορεί να συμβεί εδώ, και πολύ πιο σύντομα από όσο νομίζουμε

[ΠΗΓΗ: ΕΝΘΕΜΑΤΑ, Κατάθεση μαρτυρίας ενός εβραίου του ολοκαυτόματος  http://enthemata.wordpress.com/  ]

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

OI ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ: επαναδιαπραγμάτευση, λίστα, δραγμαγεδδών, νεοάστεγοι και άλλες

ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ:  μ’ άλλα λόγια λέξεις που σημάδεψαν το 2012, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, ή και που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε.

Πρώτη και «καλύτερη» η επαναδιαπραγμάτευση: Λέξη του μισού 2012 θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς, αφού η πολυσύλλαβη αυτή λέξη ακούστηκε κατά κόρον, σε όλες τις πτώσεις και σε όλους τους τόνους, στο πρώτο εξάμηνο της χρονιάς, και ιδίως τον μήνα ανάμεσα στις δυο εκλογικές αναμετρήσεις· κι αφού έγινε το εθνικό σύνθημα που ένωνε τα τρία κόμματα της ημιτρικομματικής μας συγκυβέρνησης, εντελώς ξαφνικά λίγο μετά τις δεύτερες εκλογές η επαναδιαπραγμάτευση (των όρων του μνημονίου, εννοείται) έπαψε απότομα να ακούγεται, τόσο που στο σχετικό μας άρθρο την είχα χαρακτηρίσει «τη συντομότερη εννιασύλλαβη λέξη της ελληνικής γλώσσας», πιο σύντομη κι από το «θα».

Η επαναδιαπραγμάτευση είναι μια από τις σχετικά λίγες σύνθετες λέξεις με τρεις προθέσεις (επί, ανά και διά). Αν προσπαθήσουμε πολύ, θα βρούμε και σύνθετη λέξη με τέσσερις προθέσεις, την επαναδιεκπεραίωση, που είδα να τη χρησιμοποιούν οι μηχανικοί που κάνουν τακτοποιήσεις αυθαιρέτων (επί, ανά, διά και εκ). Ωστόσο, πολύ φοβάμαι πως η κυβέρνηση με τη νέα επιδρομή φόρων που αποφάσισε (και που ακόμα δεν την έχουμε νοιώσει ολόπλευρα στο πετσί μας) έχει διαλέξει για τον ελληνικό λαό μιαν άλλη λέξη που αποτελείται αποκλειστικά από τρεις προθέσεις, την αναπαραδιά!

Μια άλλη επίσης εννιασύλλαβη λέξη που ακούστηκε πολύ είναι η περίφημη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, που αποδίδει το αγγλικό recapitalisation, και στην οποία διατέθηκαν όλα τα κεφάλαια της πολυπόθητης δόσης (άλλη μια λέξη που ακούστηκε πολύ πέρυσι), όσα δηλαδή περίσσεψαν από την εξόφληση χρεών. Σε γλωσσικό επίπεδο, παρατηρώ ότι ακούστηκαν και άλλες παραλλαγές της λέξης, όπως ανακεφαλαίωση (που όμως τη χρησιμοποιούμε με άλλη σημασία εδώ και πολλά χρόνια), επανακεφαλαιοποίηση, επανακεφαλαίωση. Να σημειώσουμε και την απαγκίστρωση την οποία πρότεινε ο κ. Κουβέλης σαν εναλλακτική της επαναδιαπραγμάτευσης, καθώς και την επιμήκυνση.

Η λίστα ακούστηκε πολύ προς το τέλος του 2012 αλλά μάλλον θα βαρεθούμε να την ακούμε και τη χρονιά που μόλις άρχισε, καθώς αποκαλύφθηκε ότι η λίστα Λαγκάρντ, ο κατάλογος των Ελλήνων που είχαν λογαριασμούς στην ελβετική τράπεζα HSBC, ήταν παραποιημένη. Ο πρώην υπουργός κ. Παπακωνσταντίνου δηλώνει ότι δεν θα γίνει Ιφιγένεια, δηλαδή δεν θα θυσιαστεί για να σώσει άλλους, αλλά αν έχουμε διάθεση για λογοπαίγνια θα τον παρομοιάσουμε με τον Ιησού Χριστό, αφού βρίσκεται τώρα εσταυρωμένος εν μέσω… δύο λιστών, της πραγματικής και της πειραγμένης λίστας Λαγκάρντ!

Δεν είναι καλό να ευλογάμε τα γένια μας, αλλά αναμφισβήτητα μια από τις λέξεις της χρονιάς ήταν και ο ΣΥΡΙΖΑ, που με την ορμητική του εκτίναξη μετά τον σεισμό της 6ης Μαΐου άλλαξε άρδην την πολιτική κατάσταση στη χώρα. Κοντά σ’ αυτό, και ο συριζαίος, όπου μάλλον πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται η κατάληξη -αίος για οπαδούς ή μέλη κόμματος (κυρίως σε τοπωνύμια την ξέραμε: Λαρισαίος κτλ.). Το «συριζαίος» χρησιμοποιήθηκε μειωτικά στην αρχή, αλλά τώρα ακούγεται και ουδέτερα, ενώ χρησιμοποιείται και από μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, διότι δεν υπάρχει άλλος μονολεκτικός όρος· το συριζίτης που θα ήταν αναμενόμενο (όπως εδαΐτης, κνίτης κτλ.) παραμένει μειοψηφικό. Η στήλη καλεί τα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ να σκεφτούν αν είναι επιθυμητή η οικειοποίηση του όρου Συριζαίος, και αν ναι, να την ενθαρρύνουν.

Σε μια σχετική διαδικτυακή συζήτηση, κάποιος είπε ότι ίσως ένας λόγος που δεν προτιμήθηκε το συριζίτης είναι επειδή θυμίζει το απαίσιο χρυσαυγίτης. Δεν ξέρω αν ευσταθεί αυτό, αλλά, κακά τα ψέματα, η άλλη μεγάλη συνέπεια από τον σεισμό της 6ης Μαΐου είναι ότι βγήκαν στην επιφάνεια και θρονιάστηκαν στο ναό της δημοκρατίας τα πρωτοπαλίκαρα της ναζιστικής συμμορίας. Μοιραία, η λέξη Χρυσαβγίτης είναι μια από τις λέξεις της χρονιάς που πέρασε. Θα προσέξατε πως το γράφω ανορθόγραφα: επίτηδες το κάνω, για να συσχετίσω τη λέξη όχι με την αυγή, αλλά με τα αβγά — και θα πρότεινα στην Αυγή να σκεφτεί να το υιοθετήσει, ώστε να μη μιαίνεται έμμεσα ο τίτλος της κάθε φορά που κάνει λόγο για τους νοσταλγούς του Μεταξά και του Χίτλερ.

Μια άλλη λέξη της χρονιάς από την ίδια δύσοσμη πηγή είναι το εγέρθουτου, το παράγγελμα που ξεστόμισε στους δημοσιογράφους κάποιος πρώην μπράβος και νυν βουλευτής, διατάζοντάς τους να σηκωθούν όρθιοι μόλις μπήκε στην αίθουσα για δηλώσεις ο φυρερίσκος Μιχαλολιάκος, το βράδυ των πρώτων εκλογών. Πίσω από το εγέρθουτου κρύβεται το στρατιωτικό παράγγελμα εγέρθητι, που σημαίνει «Σήκω επάνω», χαρακτηριστικός τύπος της αρχαΐζουσας καθαρεύουσας που βασίλευε παλιότερα στον στρατό. Πρόκειται για προστακτική του παθητικού αορίστου του εγείρω, η οποία στο β΄ ενικό πρόσωπο έχει τον τύπο εγέρθητι και στο γ΄ πρόσωπο εγερθήτω. Ελάχιστοι παρόμοιοι τύποι επιβιώνουν σε στερεότυπες εκφράσεις, όπως το μνήσθητί μου Κύριε. Επειδή λοιπόν στη σημερινή γλώσσα τέτοιοι τύποι δεν υπάρχουν, οι φαντάροι που άκουγαν το εγέρθητι θεώρησαν πως είναι εγέρθητοι (κατά το ακίνητοι), δηλαδή πληθυντικός του (ανύπαρκτου βέβαια) επιθέτου εγέρθητος –Γιατί δεν είσαι εγέρθητος; που έλεγε την εποχή της δόξας του ο Χάρρυ Κλυνν. Ο συνδυασμός αυταρχισμού, αγένειας, αμορφωσιάς και παραστρατιωτικής πειθαρχίας που εκφράζεται μέσα από το εγέρθουτου είναι πολύ ταιριαστός στη ναζιστική συμμορία.

Η οποία συμμορία πολύ βόλεψε κάποιους που έσπευσαν να μιλήσουν για τα δύο άκρα και να την ταυτίσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έτσι την ενισχύουν (ή χωρίς να νοιάζονται γι’ αυτό). Ακούστηκαν λοιπόν αρκετά και τα άκρα τη χρονιά που πέρασε, όπως επίσης και τα ισοδύναμα (οι εναλλακτικές εξοικονομήσεις σε αντάλλαγμα για τη ματαίωση σχεδιαζόμενων περικοπών ή, πώς να γδύσεις τον Σάκη για να ντύσεις τον Μάκη), τα μέτρα που είναι άμετρα κι αμέτρητα, το λόμπι, υποτίθεται της δραχμής που υποτίθεται ότι το υπηρετεί (ή το διοικεί, τα παπαγαλάκια δεν έχουν αποφασίσει) ο Αλέξης Τσίπρας. Το ρήμα της χρονιάς, τουλάχιστον στα δελτία ειδήσεων, ήταν σίγουρα το «κλειδώνω», αφού η φράση κλείδωσε/κλειδώνει ακουγόταν ανελλιπώς για το φορολογικό νομοσχέδιο και όλα τα άλλα μέτρα — που ολημερίς το κλείδωναν το πακέτο και το βράδυ ξεκλειδωνόταν.

Δυο λέξεις που ήρθαν δάνεια από το εξωτερικό τη χρονιά που πέρασε είναι το γκρέξιτ ή grexit, δηλαδή το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη και ο δραχμαγεδδών, νεολογισμός που φτιάχτηκε από τη δραχμή και τον Αρμαγεδδώνα της Αποκάλυψης, τον λόφο στη Μεγιδδώ, που έχει μεταφορικά πάρει τη σημασία της συντέλειας του κόσμου ή της πολύ μεγάλης καταστροφής· υπονοούνται λοιπόν οι ανυπολόγιστες καταστροφικές συνέπειες που θα έχει για την παγκόσμια οικονομία η ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας. Μια τρίτη λέξη που ήρθε απέξω, αλλά αφορά τον πιο αισιόδοξο τομέα της τεχνολογίας, είναι το μποζόνιο του Χιγκς.

Φυσικά έχουμε πολλές λέξεις σχετικές με την οικονομική κατάσταση, ας πούμε νεόπτωχους και φτωχοποίηση (που δεν είναι ίδια με την πτώχευση, όπως διατείνονται μερικοί: οι επιχειρήσεις πτωχεύουν, αλλά η μεσαία τάξη φτωχοποιείται), αλλά και νεοάστεγους. Λέξεις όπως ανεργία, χρεοκοπία, απολύσεις, λιτότητα, διαθεσιμότητα, ύφεση/υφεσιακός ακούστηκαν πάρα πολύ το 2012 αλλά και τα προηγούμενα χρόνια, και πολύ φοβάμαι και τα επόμενα.

Αλλά δεν είναι σωστό να κλείσει η ανασκόπηση με απαισιόδοξες νότες -υπάρχουν κι άλλες λέξεις που ακούστηκαν το 2012 και αξίζει να ακουστούν ακόμα περισσότερο την επόμενη χρονιά: ενότητα, αγώνας, συλλογικότητα, κουράγιο, αλληλεγγύη!

[ΠΗΓΗ: Νίκος Σαραντάκος, συγγραφέας, μεταφραστής που κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και http://www.sarantakos.com ]

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Γιάννη Αλμπάνη: Χριστούγεννα στις 4 Φλεβάρη

Μόνο ψιθυριστά μπορούσαν λοιπόν να πουν αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι έπρεπε να γίνει. Μια γκρίζα και άνυδρη σιωπή, σαν τη στάχτη που είχε καλύψει τα πάντα όταν, ξαφνικά, ένα μικρό παιδί, που το όνομά του κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε, άρχισε να κλαίει… Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο ήταν το ότι όλοι μονομιάς κατάλαβαν αυτά τα δάκρυα τι ήθελαν να πουν· σαν να τους αποκαλύφθηκε ξαφνικά αυτό που ήταν μέχρι τότε καλά κρυμμένο…


Όταν έφτασε 25 του Δεκέμβρη χωρίς να έρθουν τα Χριστούγεννα, δεν έκανε εντύπωση στους ανθρώπους της πολιτείας. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες εκείνες τίποτα δεν συνέβαινε όπως παλιά. Και τα πράγματα είχαν σταματήσει για τόσο καιρό να κυλάνε όπως θα έπρεπε, που οι περισσότεροι δεν ήθελαν πια να θυμηθούν πώς ήταν πριν. Πριν αλλάξουν όλα, πριν το φως του ήλιου σταματήσει να διαπερνάει τα σύννεφα, πριν ο ουρανός αρχίσει να βρέχει στάχτη, πριν η γη γίνει στείρα και οι πηγές ν’ αναβλύζουν λάσπη. Προτού η σιωπή απλωθεί και γίνουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο.

Ούτε οι προφητείες των Ιερών Γραφών, ούτε οι σοφοί δημογέροντες που θυμούνταν τις ιστορίες από την αρχή του κόσμου είχαν προβλέψει όσα τρομερά θα έρχονταν. Κανένας δεν το περίμενε, κανένας δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι εκείνο το φθινόπωρο δεν θα έπεφτε βροχή, αλλά στάχτη, κι ότι ο ουρανός θα ήταν διαρκώς σκοτεινός, χωρίς να αφήνει τις ακτίνες του ήλιου να φτάνουν στην πολιτεία. Στην αρχή όλοι έμειναν άφωνοι και κανένας δεν μπορούσε να το εξηγήσει, γιατί κανένας δεν είχε ξαναδεί ποτέ να βρέχει στάχτη από τον ουρανό, κι ούτε οι Ιερές Γραφές, ούτε οι σοφοί δημογέροντες μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι περισσότεροι πιάστηκαν απ’ αυτό που φαινόταν πιο εύκολο: «Κάτι παροδικό είναι, η στάχτη δεν θα κρατήσει πολύ».

Η στάχτη όμως δεν σταμάτησε. Κι η έκπληξη γρήγορα έγινε φόβος, και μετά, πολύ γρήγορα πάλι, ο φόβος έγινε απελπισία και πανικός. Έτσι οι λιτανείες, όπου στην αρχή πηγαίνανε μια χούφτα άνθρωποι, έπειτα από λίγο έμοιαζαν με τεράστιες συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετείχε όλη η πολιτεία. Ο κόσμος προσεύχονταν με δάκρυα στα μάτια κι έψελνε ύμνους. Στην αρχή παρακαλούσαν το Θεό να τούς βοηθήσει και να αρχίσει να βρέχει πάλι νερό· μετά όμως ακούστηκαν στην πολιτεία ύμνοι παλιοί, που οι περισσότεροι νόμιζαν ότι είχαν ξεχαστεί γιατί είχαν γραφτεί πολύ παλιά, όταν ο κόσμος γεννιόταν· ύμνοι στους μοχθηρούς θεούς του Κάτω Κόσμου για να λυπηθούν τους ανθρώπους και να σταματήσει να βρέχει στάχτη.

Όμως ούτε ο Θεός ούτε οι αρχαίοι χθόνιοι θεοί έσωσαν τους ανθρώπους της πολιτείας. Οι λιτανείες, οι ύμνοι και οι προσευχές δεν έκαναν τις αχτίδες του ήλιου να φτάσουν στην πολιτεία, δεν σταμάτησαν τον ουρανό να βρέχει στάχτη. Και όταν πια μαθεύτηκε ότι η σοδειά είχε χαθεί και ότι δεν μπορούσε να βρεθεί καμία πηγή με πόσιμο νερό, τότε σταμάτησαν και οι προσευχές και οι ύμνοι και οι μεγάλες λιτανείες. Μόνο ψίθυροι ακούγονταν πια στην πολιτεία· ψιθύριζαν δυο-δυο, δυο-τρεις, γιατί κανένας δεν τολμούσε να φωνάξει αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι θα γινόταν σε λίγο· ίσα που το ξεστόμιζε στους λίγους που εμπιστευόταν. Γνώριζαν όλοι ότι οι αποθήκες με το στάρι θα άδειαζαν σε λίγες εβδομάδες· αλλά πριν από τις αποθήκες του σταριού θα άδειαζαν οι δεξαμενές του νερού. Μόνο ψιθυριστά μπορούσαν λοιπόν να πουν αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι έπρεπε να γίνει.

Οι ψίθυροι σταμάτησαν όταν το συμβούλιο των δημογερόντων ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Η ανακοίνωση των σοφών ήταν οι τελευταίες λέξεις που ακούστηκαν. Όλοι συμφώνησαν με την απόφαση, αλλά από εκείνη τη στιγμή κανένας δεν ξαναμίλησε. Σιωπή απλώθηκε στην πολιτεία· μια γκρίζα και άνυδρη σιωπή, σαν τη στάχτη που είχε καλύψει τα πάντα.

Δεν μίλαγαν πια ούτε καν οι άτυχοι που έχαναν κάθε μέρα στην κλήρωση της κεντρικής πλατείας. Έπαιρναν αμίλητοι το δρόμο για το βουλευτήριο, χωρίς να προσπαθούν να το σκάσουν από το κακό που τους είχε βρει. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε κάπου αλλού να πάνε γιατί τα είχε καλύψει όλα η στάχτη· κι αν ακόμα βρισκόταν αυτό το «κάπου», ήταν σίγουρο ότι θα τους έπιαναν οι άλλοι που δεν είχαν κληρωθεί, και θα τους οδηγούσαν πάλι στο βουλευτήριο, εκεί που η μοίρα τους αναπόφευκτα το είχε γράψει. Εκεί οι σοφοί δημογέροντες, τώρα πια δήμιοι και χασάπηδες, δεν συνεδρίαζαν, αλλά έκοβαν τα κεφάλια των άτυχων της κλήρωσης της κεντρικής πλατείας· και στη συνέχεια στράγγιζαν τα σώματά τους από το αίμα και το έδιναν στους υπόλοιπους για να ξεδιψάσουν· και μετά τεμάχιζαν τα άψυχα σώματα των άτυχων και τα έδιναν στους υπόλοιπους για να χορτάσουν την πείνα τους. Η ανακοίνωση το είχε εξηγήσει πολύ καθαρά: «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να επιζήσει η πολιτεία, μέχρι να έρθουν οι φωτεινές μέρες κι η κανονική βροχή. Δεν είναι ευχάριστο σε κανέναν μας, μα έτσι πρέπει να γίνει».

Οι τυχεροί που δεν είχαν κληρωθεί, εξίσου αμίλητοι με τους άτυχους, περίμεναν υπομονετικά στις ουρές που οδηγούσαν από την κεντρική πλατεία στο βουλευτήριο, για να ξεδιψάσουν με το αίμα και να χορτάσουν με τις σάρκες όσων στεκόντουσαν πριν λίγο στο πλάι τους. Οι λέξεις είχαν στερέψει πια στην πολιτεία. Λίγο πιο μετά στέρεψαν και τα δάκρυα.

Στις 25 Δεκέμβρη τα Χριστούγεννα δεν ήρθαν λοιπόν. Και πώς θα μπορούσαν να έρθουν όταν όλα είχαν καλυφθεί από τη στάχτη, και ο ουρανός ήταν διαρκώς σκοτεινός, και η γη ήταν στείρα, και οι πηγές ανέβλυζαν λάσπη, και η σιωπή είχε απλωθεί στην πολιτεία; Πώς θα μπορούσαν να έρθουν τα Χριστούγεννα όταν οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να θυμούνται τους παλιούς καιρούς για να μπορέσουν να αντέξουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο· όσα οι ίδιοι έκαναν στο βουλευτήριο. Κι οι μέρες περνούσαν όμοιες και σκοτεινές, αφήνοντας πίσω τους τις 25 Δεκέμβρη, χωρίς καν να μπορεί κανείς με σιγουριά αν εκείνο τον καιρό είχε αλλάξει ο χρόνος.

Μέχρι που μια μέρα, όμοια και σκοτεινή με όλες τις άλλες, εκεί που όλοι οι άνθρωποι της πολιτείας είχαν μαζευτεί πάλι στην κεντρική πλατεία για την κλήρωση, κάτι μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο συνέβη. Ένα μικρό παιδί, που το όνομά του κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε, άρχισε να κλαίει. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο δεν ήταν βέβαια το ότι οι κάτοικοι της πολιτείας έβλεπαν μετά από τόσο καιρό κάποιον να κλαίει. Ούτε το ότι το παιδί έκλαιγε, ενώ είχε σταθεί τυχερό και δεν είχε κληρωθεί. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο ήταν το ότι όλοι μονομιάς κατάλαβαν αυτά τα δάκρυα τι ήθελαν να πουν· σαν να τους αποκαλύφθηκε ξαφνικά αυτό που ήταν μέχρι τότε καλά κρυμμένο. Και αποφάσισαν να σώσουν όσους είχαν κληρωθεί και να μην ξανακάνουν πια κληρώσεις, γιατί όλοι τους, σαν από θαύμα, είχαν ακούσει τα δάκρυα του μικρού παιδιού, που κανένας δεν ήξερε το όνομά του, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε. Αυτά τα δάκρυα που έλεγαν ότι ήταν προτιμότερο να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα, παρά να φαγωθούν μεταξύ τους.

Το ημερολόγιο έγραφε 4 Φλεβάρη, και τα Χριστούγεννα είχαν έρθει στην πολιτεία.

[ΠΗΓΗ: Ενθέματα: http://enthemata.wordpress.com  ]