Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Γράμμα σ’ έναν έφηβο την εποχή της κρίσης

Αν αναζητάς διέξοδο στο τίποτα που ζεις, αν θέλεις ν’ ανήκεις κάπου, πρέπει πρώτα να πιστέψεις ότι είναι δική σου επιλογή να ανήκεις σε μια κοινωνία που θα την έχεις φτιάξει εσύ, που θα τους χωρά όλους, δίκαιη και δημοκρατική, έτσι όπως μαζί με τους πολλούς την ονειρεύτηκες! (αυτό όμως είναι μόνο η αρχή)

 



Όταν είσαι στο σπίτι και βλέπεις τον πατέρα σου, ύστερα από τόσα χρόνια δουλειάς, να είσαι άνεργος, θυμωμένος, απόμακρος, σε απόγνωση, επειδή δεν μπορείτε να τα βγάλετε πέρα.

Όταν βλέπεις αυτούς που χρόνια είναι στην πολιτική και με τις επιλογές τους μας οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο, να συνεχίζουν να μιλάν με έπαρση κι αλαζονεία, και χωρίς αιδώ καμία να ζητούν κι άλλες θυσίες, καθόλου φειδωλοί στις υποσχέσεις για ανάπτυξη στο μέλλον, εφόσον, βέβαια, οι ίδιοι τους διαχειριστούν την κρίση, μην έχεις καμιά αμφιβολία για το πόσο πολύ μας κοροϊδεύουν!

Όταν βλέπεις ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια, να κοιμούνται στο δρόμο, να διαγκωνίζονται για λίγα δωρεάν λαχανικά ή να περιμένουν στην ουρά για ένα πιάτο φαϊ.

Όταν βλέπεις κάποιους στα κανάλια να προσπαθούν να μας πείσουν ότι μαζί τα φάγαμε.

Όταν βλέπεις τους μπάτσους να χτυπούν για ασήμαντη αφορμή το διπλανό σου και να κάνουν υποκλίσεις στους μεγαλοπαράγοντες.

Όταν νιώθεις ότι αν δεν τους «φας», θα σε «φάνε», και στην παρέα για να επιβιώσεις πρέπει να γίνεις «λύκος», αλλιώς θα σε πουν «πρόβατο».

Όταν βλέπεις τους φίλους σου να δείχνουν το τσαμπουκά τους και κάποιοι να δέρνουν και να θεωρούνται πρώτοι

Όταν βλέπεις ολοένα και περισσότερους να τα βάζουν με τους μετανάστες, γιατί, λένε, πήραν τις δουλειές μας.

Όταν βλέπεις δικούς σου ανθρώπους να μην μπορούν να πληρώσουν το νοίκι, το ρεύμα, το πετρέλαιο, το χαράτσι.

Όταν διαβάζεις ότι τα χρήματα που δανείζεται η χώρα καταλήγουν στις τράπεζες και στα χαμόγια και όχι στους ανέργους ή στην ανάπτυξη (που έτσι θα αργήσει κι άλλο)

Όταν ξέρεις ότι δεν θα βρεις δουλειά, ακόμα κι αν σπουδάσεις.

Όταν νιώθεις η οργή να σε πνίγει και ότι βαρέθηκες να σωπαίνεις και να ανέχεσαι όσα σου λένε.

Όταν βλέπεις ότι κανείς δεν τιμωρείται για τίποτε (ή να συλλαμβάνονται μεγαλοαπατεώνες μόνο για τα μάτια του κόσμου)

Όταν θες να επαναστατήσεις και να τιμωρήσεις αυτούς που μας κοροϊδεύουν τόσα χρόνια.

 

Δεν μπορώ να σου υπαγορεύσω τι θα κάνεις ή ποιος θα γίνεις. Αυτό είναι δική σου επιλογή.

Μη θεωρήσεις, όμως, ότι η λύση είναι η βία, ο εκφοβισμός, η στοχοποίηση και ο αποκλεισμός των άλλων, οι σβάστικες και ο οργισμένος χαιρετισμός με τεντωμένο χέρι.

Μη θεωρήσεις ότι βάφοντας τα χέρια σου με αίμα θα αλλάξεις κάτι. Γιατί, αν το κάνεις, θα γίνεις χειρότερος από αυτούς που σιχαίνεσαι και κατηγορείς.

Ίσως η λύση να βρίσκεται εκεί που εμείς, οι μεγάλοι, τη χάσαμε, βυθισμένοι στον ατομικισμό, στην απομόνωση, στην αδιαφορία για το διπλανό μας. Αναζητώντας τεχνητούς παραδείσους και μια επίπλαστη ευμάρεια, βολευτήκαμε, ξεχαστήκαμε και αφήσαμε πολλά να συμβούν. Γι’ αυτό κάποιοι μπορούν σήμερα να λένε ότι είμαστε όλοι υπεύθυνοι.

Αν αναζητάς, λοιπόν, διέξοδο στο τίποτα που ζεις, αν θέλεις ν’ ανήκεις κάπου, πρέπει πρώτα να πιστέψεις ότι είναι δική σου επιλογή να ανήκεις σε μια κοινωνία που θα την έχεις φτιάξει εσύ, που θα τους χωρά όλους, θα είναι δίκαιη και δημοκρατική, έτσι όπως μαζί με τους πολλούς την ονειρεύτηκες! Αυτή είναι η αρχή!

 [ΠΗΓΗ: Χαράλαμπος Πουλόπουλος, Διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών, ΕΨΙΛΟΝ Ελευθεροτυπίας 24-032013]

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Δάσκαλος και εκπαιδευτικό σύστημα




Βιώνουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που η πολιτική του, αλά ελληνικά, δεν αποτελεί εθνική στρατηγική, αλλά ταξική, κομματική, που διαφοροποιείται από κόμμα σε κόμμα, από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, ακόμα και -όχι λίγες φορές- από υπουργό σε υπουργό! Και τούτο αποτελεί φαγέδαινα.

Καλός είναι ο δάσκαλος εκείνος που διδάσκει στον μαθητή: πώς να «μαθαίνει» ουσιαστικά και όχι να παπαγαλίζει (η Ιστορία, για παράδειγμα, βασικός πυλώνας της παιδείας, αποτελεί το πλέον απεχθές, λόγω παπαγαλίας, μάθημα)· πώς να «δημιουργεί» (η δημιουργικότητα αποτελεί θεμέλιο λίθο ενός σχολείου)· πώς να «χαίρεται τη δημιουργία» του (ο νεοέλληνας δεν χαίρεται, δεν απολαμβάνει τη δημιουργία του, αλλά την αργία του)· πώς, τέλος, να «συνδημιουργεί». Και όλα αυτά σεβόμενος τους «προγόνους». Δηλαδή, τη φύση, την παράδοση, την Ιστορία, τον πολιτισμό, τα μνημεία, τις πηγές, τους μύθους, τα παραμύθια. Αυτά που εν συντομία αποκαλούμε ανθρώπινες ρίζες.

Αυτός που γνωρίζει καλά μαθηματικά, φυσική, χημεία, δεν σημαίνει απαραίτητα πως είναι και καλός καθηγητής. Και τούτο είναι πολύ κακό, γιατί έχει να κάνει με παιδιά, με άγουρες, ασπαίρουσες ψυχές. Και εδώ η ευθύνη βαρύνει και πάλι, κύρια, την πολιτεία κι έχει να κάνει με την ποιότητα, την ουσία, τον προσανατολισμό, τη σκοπιμότητα της επιμόρφωσης που προσφέρει στους παραπάνω καθηγητές.

Βιώνουμε το τραγελαφικό φαινόμενο να επιμορφώνουμε, χάριν παραδείγματος, τον μαθηματικό να γίνει καλύτερος στα μαθηματικά -του μαθαίνουμε, δηλαδή, πράγματα πάνω στην επιστήμη του- πράγματα, σίγουρα, έξω από το ρόλο της επιμόρφωσης. Αντί να του μαθαίνουμε, δηλαδή, να αγαπήσει το λειτούργημά του, να χαίρεται το καινούργιο, να αποκτήσει συνείδηση της ευθύνης και της αποστολής του σαν πολίτης και, προπαντός σαν δάσκαλος, ο οποίος -εκών άκων- διδάσκει, διαπαιδαγωγεί, αποτελεί πρότυπο. Να μάθει πως δεν μπορεί, δεν επιτρέπεται να υποτιμά νοημοσύνες, να κάνει κατάχρηση «εξουσίας» ή να διεξάγει «αντικαπνιστικό αγώνα» με το τσιγάρο στο στόμα!

Να εμπεδώσει πως η διδασκαλία είναι κυρίως δημιουργία, επικοινωνία (δάσκαλος - μαθητής) και πως όταν διδάσκει βρίσκεται «επί ξυρού ακμής», αφού το μεγάλο στοίχημα είναι να κερδίσεις τα καθαρά μάτια των μαθητών και να περάσεις αλώβητος από την κρησάρα τους, το αισθητήριό τους. Να γνωρίζει, βαθιά μέσα του, πως το πνεύμα του παιδιού για να αποδώσει χρειάζεται τάξη, πειθαρχία, εργατικότητα (έννοιες που δεν εγγίζουν όρια συστημικού αυταρχισμού και χειραγώγησης) και πως αναγκαία και απαραίτητη θρυαλλίδα, για να πάρουν τα μυαλά του φωτιά, δεν είναι άλλη από την αμφισβήτηση, την αμφιβολία, τη διαφωνία, την περιέργεια, την υποψία, την ανησυχία, ακόμα κι αυτή την άρνηση.

Δεν θα υπάρξει δρόμος, επιστροφής οίκαδε, για τον επιμορφωνόμενο δάσκαλο, αν δεν ποτίσει τα μύχια της ψυχής με το νάμα των παρακαταθηκών των μεγάλων σκαπανέων της εκπαίδευσης, αν δεν τα φωτίσει με το πρωτοπόρο, ριζοσπαστικό, ζείδωρο, αΐδιο φως τους.

Ας απολαύσουμε το άρωμα, το χρώμα, τον πηλό, που ο μεγάλος δάσκαλος Χρίστος Τσολάκης πλάθει τον «ιδανικό δάσκαλό» του: «Τρεις οι κύριες ιδιότητες του Δασκάλου: να ξέρει το γνωστικό αντικείμενο, να διαθέτει παιδεία, να αγαπά τα παιδιά. Αν αγαπά τα παιδιά και έχει παιδεία, ακόμα και κανένα παιδαγωγικό βιβλίο να μην έχει διαβάσει, θα πετύχει». Και επισημαίνοντας τον καθοριστικό ρόλο της αγάπης, δεν παραλείπει να μας υπενθυμίσει, εύστοχα, πως κι ο Παμμέγιστος Δάσκαλος, ο Χριστός, στην αγάπη στήριζε, κυρίως, τη διδασκαλία του. «Είναι αμαρτία να λειτουργείς χωρίς αγάπη στον έρωτα, τη δουλειά, τη ζωή την ίδια», συμπληρώνει ο εξίσου μεγάλος, χαλκέντερος δάσκαλος, ο Μανώλης Κριαράς.

ΥΓ: Άλλο παιδεία, άλλο εκπαίδευση. Η παιδεία είναι ο καρπός της εκπαίδευσης, είναι η πνευματική και ηθική αγωγή. Η παιδεία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των εγγραμμάτων. Αναρίθμητοι οι χωρίς παιδεία «εγγράμματοι».

[ΠΗΓΗ: Χρήστος Στεργ. Μπελές, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 22/03/2013]

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ (όλων των κατηγοριών σύμφωνα με το πλαίσιο εξέτασης στις πανελλαδικές)

Α. ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Να γράψετε στο τετράδιο σας την περίληψη του κειμένου (σε 100 περίπου λέξεις)

Β1. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΙΔΕΑΣ ΣΕ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ: Να σχολιάσετε την άποψη που διατυπώνει ο συγγραφέας για τον καλό δάσκαλο στη 2η παράγραφο του άρθρου  

Β2. ΤΡΟΠΟΙ ΠΕΙΘΟΥΣ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ και ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ Ποια μέσα πειθούς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στην τελευταία παράγραφο: «Ας απολαύσουμε το άρωμα… ο Μανώλης Κριαράς» 

     β] Άρθρο, δοκίμιο ή επιφυλλίδα; Με στοιχεία από το κείμενο (σχετικά με το περιεχόμενο, τη δομή, το επίπεδο λόγου και τους τρόπους πειθούς) να εντάξετε το κείμενο σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες  

Β3. ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ: Οι ακόλουθες λέξεις και φράσεις χαρακτηρίζουν ένα επίσημο ύφος λόγου. Να αποδώσετε τις ίδιες φράσεις με ύφος πιο απλό και οικείο:  Και τούτο αποτελεί φαγέδαινα, βασικός πυλώνας της παιδείας, με άγουρες ασπαίρουσες ψυχές, βιώνουμε το τραγελαφικό φαινόμενο, αναγκαία και απαραίτητη θρυαλλίδα, αν δεν ποτίσει τα μύχια της ψυχής με το νάμα των παρακαταθηκών των μεγάλων σκαπανέων της εκπαίδευσης, αν δεν τα φωτίσει με το πρωτοπόρο, ριζοσπαστικό, ζείδωρο, αΐδιο φως τους 

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Το προσεχές τεύχος του περιοδικού του σχολείου σας θα περιλαμβάνει αφιέρωμα με θέμα την Παιδεία σε εποχές γενικευμένης κρίσης σαν τη σημερινή. Ως εκπρόσωπος της μαθητικής κοινότητας έχεις αναλάβει τη σύνταξη ενός κειμένου που θα εκφωνηθεί στην εκδήλωση και θα περιλαμβάνει τις προτάσεις των μαθητών για τους τρόπους με τους οποίου θα μπορούσαν το Εκπαιδευτικό Σύστημα και η Εκπαιδευτική κοινότητα ν’ αντιδράσουν θετικά και δημιουργικά στα μηνύματα των καιρών.   

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όποιος μαθητής ή υποψήφιος θέλει να δοκιμάσει τις δυνατότητες του, μπορεί να στείλει  απαντήσεις  σε όλα ή σε κάποια από τα παραπάνω θέματα (π.χ. περίληψη, παράγραφος και παραγωγή κειμένου) και θα τα επιστρέψουμε με παρατηρήσεις και αξιολόγηση με κριτήρια πανελλαδικών  - e- mail: Iason.Fernazis@gmail.com
 

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε Επανάσταση, δεν συλλογιστήκαμε πόσοι είμεθα, αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας

Τα παρακάτω αποσπάσματα αποτελούν την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα, στο ίδιο σημείο όπου οι αρχαίοι ρήτορες έβγαζαν τους δικούς τους λόγους. Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα. Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του '21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά.

Η Ομιλία

Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα….

…………………………

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία

[ΠΗΓΗ: Σαν Σήμερα http://www.sansimera.gr/ ]

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Αειφόρα ανακύκλωση: μια νέα φιλοσοφία διαχείρισης η οποία μιμείται τη φύση και τις διαδικασίες τους

«Από λίκνο σε λίκνο» θα μπορούσε να μεταφραστεί η νέα διαδικασία στο σχεδιασμό και την κατασκευή προϊόντων η οποία αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση των σκουπιδιών και η φιλοσοφία της εμπνέεται από τη λειτουργία της φύσης, που ανακυκλώνει και επαναχρησιμοποιεί τα πάντα.



Σύμφωνα με τις ειδήσεις, ήδη κατασκευάζεται και σύντομα θα καθελκυστεί το μεγαλύτερο πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (κοντέινερ) στον κόσμο, το «Triple E». Πρόκειται για ένα τεράστιο πλοίο σχεδιασμένο να καταναλώνει τη μικρότερη δυνατή ενέργεια, να δημιουργεί οικονομία κλίμακας και νε είναι περιβαλλοντικά βελτιωμένο σε σχέση με το παρελθόν. Όπως λέγεται, το πλοίο σχεδιάστηκε και κατασκευάζεται με τις αρχές του cradle to cradle.

Τι είναι και τι εκφράζει ο όρος cradle to cradle ή η αμερικανική συντομογραφία του C2C; Η κατά λέξη μετάφραση –από λίκνο σε λίκνο – αν και δείχνει προς την έννοια δεν την αποδίδει με ακρίβεια. Τι είναι όμως το C2C; Τίποτα παραπάνω από μια φιλοσοφία αειφορικής διαχείρισης η οποία μιμείται τη φύση και τις διαδικασίες της. Σύμφωνα με αυτή, η φύση ανακυκλώνει και επαναχρησιμοποιεί τα πάντα.

Οτιδήποτε συμβαίνει σε αυτή ξεκινά από μερικά απλά υλικά και καταλήγει στα ίδια για να ξανακάνει αέναα τον κύκλο. Έτσι, το χώμα με τα θρεπτικά συστατικά, τον ήλιο, τον αέρα και το νερό φτιάχνει το δένδρο το οποίο θα καταλήξει, αφού κάνει τον κύκλο του σε χώμα με θρεπτικά συστατικά για να ξαναφτιάξει ένα δένδρο με τη βοήθεια του ήλιου, του αέρα και του νερού. Τα ανθρώπινα δημιουργήματα, αντιθέτως, δεν ακολουθούν την ίδια πορεία. Κατασκευάζονται με την χρήση πολύτιμων φυσικών πόρων, διαγράφουν μια πορεία και, στο τέλος, δημιουργούν περίσσειες υλικών – παράγουν δηλαδή σκουπίδια.

Ας ρίξουμε μια προσεκτικότερη ματιά στη φύση: όταν κανείς προσπαθήσει να δει ολόκληρη την εικόνα στο χώρο και το χρόνο –και τα δυο στις ανθρώπινες διαστάσεις τους-, θα συνειδητοποιήσει πως, παρά την αρχική αίσθηση ότι όλα γεννιούνται και, αφού κάνουν μια διαδρομή, πεθαίνουν, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Στη φύση τίποτα δεν πεθαίνει, τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν εξαντλείται κι όλα χρησιμοποιούνται με σοφία.

Η φύση δεν παράγει σκουπίδια σε αντίθεση με τον άνθρωπο. Ανακυκλώνει, μετουσιώνει, επαναχρησιμοποιεί τα πάντα για τα πάντα. Η οποιαδήποτε ποιοτική εξάντληση υλικών ύστερα από πολλούς κύκλους επέρχεται μόνο αφού αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί και παρείχαν τα μέγιστα. Η αειφορία στη φύση δεν είναι επιθυμητό, συμβαίνει.

Τα έργα των ανθρώπων, από την άλλη μεριά, δημιουργούν άχρηστα περισσεύματα υλικών και εξαντλούν πόρους και το κάνουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλούν ασφυξία όχι μόνο στις ανθρωποκοινωνίες αλλά και στην ίδια τη φύση, η οποία υποχρεώνεται να διαχειριστεί μαζικά εξαντλημένα υλικά που δύσκολα ή καθόλου μπαίνουν σε αειφορικούς κύκλους.

Σε αυτό το σημείο εισάγεται η έννοια «από λίκνο σε λίκνο» ή C2C. Είναι στην ουσία της μια διαδικασία στο σχεδιασμό και την κατασκευή προϊόντων η οποία αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση των σκουπιδιών κατά τη χρήση ή απόρριψη ενός οποιουδήποτε προϊόντος. Το C2C δεν είναι ανακύκλωση, δεν είναι επαναχρησιμοποίηση, δεν είναι κομποστοποίηση αλλά όλα τα παραπάνω περικλείονται στην έννοια του C2C.

Στην παραγωγή προϊόντων με την τεχνική C2C τα υλικά με τα οποία κατασκευάζεται ένα προϊόν είναι είτε βιολογικά είτε συνθετικά. Τα μεν συνθετικά κομμάτια του προϊόντος παράγονται με τρόπους φιλικούς στο περιβάλλον, χωρίς τοξικά υλικά, με την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας και με δυνατότητα είτε να βιοαποδομηθούν είτε να επαναχρησιμοποιηθούν. Τα βιολογικά οδηγούνται απευθείας στη βιοαποδόμηση και στην παραγωγή κομπόστ. Υπάρχει απόλυτο C2C; Σαφέστατα όχι. Υπό αυτή την έννοια, το C2C εκφράζει το ιδεώδες, αυτό που επιδιώκει ο σχεδιαστής μιας γραμμής παραγωγής ή ενός προϊόντος. Η δική του επιτυχία χαρακτηρίζει και το παραγόμενο προϊόν. Δεν είναι μια εύκολη στάσιμη διαδικασία. Επιδέχεται βελτιώσεις, η ταχύτητα των οποίων εξαρτάται από την πίεση του κοινού για εφαρμογή διαδικασιών C2C. Πολλά προϊόντα ή πολλές διαδικασίες έχουν εγγενείς αδυναμίες να ενσωματώσουν σοβαρό αριθμό C2C αρχών. Αλλά, πάλι όχι.

Στα τελευταία ανήκει η γυάλινη επιστρεφόμενη φιάλη αναψυκτικών. Είναι ίσως το απόλυτο C2C προϊόν. Κατασκευάζεται με τη χρήση επαρκών πρώτων υλών. Μπορεί να εξοικονομηθούν σημαντικά ποσά ενέργειας κατά την κατασκευή. Σχεδιάζεται ώστε να αντέχει, δεν αλληλεπιδρά με το περιβάλλον ή τις ουσίες που περικλείει. Η φιάλη επαναχρησιμοποιείται θεωρητικά επ’ άπειρο. Όταν, παρ’ όλα αυτά, σπάσει, ανακυκλώνεται πλήρως. Τέλος, ενθαρρύνεται με κέρδος ο πολίτης να εμπλακεί στον κύκλο συλλογής και επιστροφής.

[ΠΗΓΗ: Παντελής Μήτσιος, ΕΨΙΛΟΝ Ελευθεροτυπίας 17-03-2013]

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Μαθηματικά και ποίηση, δυο παράθυρα για να ατενίσουμε το χάος της πραγματικότητας

«... Παράθυρα, αυτό είναι που έχουμε ανάγκη μου είπε μια φορά ένας γέρος σοφός σε μια μακρινή χώρα, το εύρος του πραγματικού είναι ακατανόητο, για να το κατανοήσουμε πρέπει να το κλείσουμε σε ένα ορθογώνιο, η γεωμετρία αντιτίθεται στο χάος, γι' αυτό οι άνθρωποι επινόησαν τα παράθυρα που είναι γεωμετρικά και κάθε γεωμετρία προϋποθέτει ορθές γωνίες. Άραγε να υπόκειται και η ζωή μας σε αυτές τις ορθές γωνίες;...»  (Ο Τριστάνο πεθαίνει, Αντόνιο Ταμπούκι, εκδόσεις Άγρα).


Αναγκαία τα παράθυρα λοιπόν, που πρέπει να ανοίξουμε για να ατενίσουμε το χάος της πραγματικότητας που ακτινοβόλο ξανοίγεται μπροστά μας περιμένοντας να ανακαλύψουμε τα μυστικά του. Μην είναι μήπως η επιστήμη των μαθηματικών και η ποίηση δυο τέτοια παράθυρα; Υπό την έννοια πως είναι δυο διαφορετικοί δρόμοι για να κατανοήσουμε την φύση την δικιά μας και του κόσμου. Ή καλύτερα, ένα και μοναδικό παράθυρο με δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες που εξαρτώνται από το πώς το κοιτάς, μια οπτική που κοιτάει προς τα μέσα μας, στην ψυχή μας, και μια που κοιτάει προς την φύση που μας περιβάλλει και προσπαθεί να την περιγράψει με την μαθηματική γλώσσα της φύσης.

Όπως είχε πει και ο Νομπελίστας, θεωρητικός φυσικός Heisenberg:

«...μόνο δύο γλώσσες έχει ο άνθρωπος για να περιγράψει την φύση, τα Μαθηματικά και την Ποίηση...»

Επειδή όμως αρχή σοφίας η των ονομάτων επίκλησης όπως έλεγε ο κυνικός Αντισθένης, ας ορίσουμε τις έννοιες με τις οποίες θα ασχοληθούμε πριν να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε κοινά στοιχεία ως προς την μορφή, τον σκοπό, τον τρόπο δημιουργίας και το αισθητικό αποτέλεσμα.

Επιστήμη: Από το ρήμα επίσταμαι (γνωρίζω καλά). Η ορθολογική και μεθοδική έρευνα της πραγματικότητας. Συστηματική οργάνωση της γνώσης που προκύπτει από τη έρευνα αυτή. Άρα παραγωγή καινούριας γνώσης και παρουσίασή της. Η επιστήμη είναι δυναμική και όχι στατική, συνεχώς αλλάζει, εξελίσσεται αυτοδιορθώνεται αναθεωρείται. Σχετίζεται με έννοιες όπως μέθοδος, μαθηματική έκφραση, και υπευθυνότητα.

Ποίηση: Τέχνη. Θεμελιώνεται στις εκφραστικές δυνατότητες της γλώσσας. Μουσική σκέψη, σκέψη που εκφράζεται από πνεύμα το οποίο εισχώρησε στην πλέον ενδόμυχη καρδιά του πράγματος (κατά Καρλάυλ). Ή όπως είπε ο Χάμαν

«ο πιο αρχέγονος τρόπος με τον οποίο προσπάθησε ο άνθρωπος μέσω της γλώσσας να προσεγγίσει τον κόσμο και να διεισδύσει στο μυστήριο του. Η μητρική γλώσσα του ανθρωπίνου γένους»

Μαθηματικά: Είναι η επιστήμη που μελετά θέματα που αφορούν την ποσότητα (δηλαδή τους αριθμούς), τη δομή (δηλαδή τα σχήματα) τις σχέσεις όλων των μετρήσιμων αντικειμένων της πραγματικότητας και της φαντασίας μας.

Σχέση λοιπόν ποίησης και μαθηματικών. Υπάρχει;

Από την ιστορική σκοπιά του θέματος δεν νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για δυο πανάρχαιες δημιουργικές και πνευματικές ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι μύθοι που ανέπτυξε ο άνθρωπος για την ερμηνεία του περιβάλλοντος κόσμου, μύθοι κοσμογονικοί, μύθοι θρησκευτικοί, πλημμυρισμένοι με μυστήριο που από πίσω κρυβόταν το δέος του ανθρώπου για όλα αυτά που δεν μπορούσε να εξηγήσει για το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, ο άνθρωπος, και για το επέκεινα του θανάτου. Πρωταγωνιστές τα στοιχεία της φύσης και ο άνθρωπος ως τραγική φιγούρα.

Και από την άλλη τα μαθηματικά, εργαλείο χρήσιμο για τον πρωτόγονο άνθρωπο για να μετράει τον χρόνο, τις ημέρες, τις φάσεις της σελήνης και με την πάροδο του χρόνου έγιναν η γλώσσα της επιστήμης με την οποία θα προσπαθήσει ορθολογικά πλέον και με την λογική να προσεγγίσει και να ερμηνεύσει την φύση και το θείον, (στο βαθμό που είναι δηλαδή δυνατό να προσεγγισθεί το θείο με την λογική και την επιστήμη και όχι με το συναίσθημα).

Όπως μας λέει και ο Αισχύλος στον Προμηθέα Δεσμώτη:

«…Μα και τον αριθμό, πρώτη σοφία

τους βρήκα εγώ, και των γραμμάτων

το συνταίριασμα, δουλεύτρα τέχνη

Μητέρα των μουσών, μνήμη των πάντων…»

Το συνταίριασμα λοιπόν αυτό αριθμών και γραμμάτων οδηγεί στα μαθηματικά και στην ποίηση. Το δώρο του πυρφόρου στην ανθρωπότητα, θεμέλια και τα δυο του ανθρώπινου πολιτισμού, και πολύτιμα στολίδια που έκλεψε από τους μακάριους θεούς.

Όσον αφορά τον σκοπό, είμαι της άποψης, πως στην ζωή ως άνθρωποι είμαστε αναγκασμένοι να στεκόμαστε απέναντι σε 3 βασανιστικά ερωτήματα και να βρίσκουμε απαντήσεις:

1) Στη στάση μας απέναντι στη φύση

2) Στη στάση μας απέναντι στην κοινωνία και στον συνάνθρωπο

3) Στη στάση μας μπροστά στον θάνατο.

Η τέχνη, η ποίηση, και η επιστήμη δίνουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Ειδικά η επιστήμη που μας βοηθάει να ξεπεράσουμε μια εγωκεντρική πραγματικότητα και να αντιληφθούμε ποια είναι η πραγματική μας θέση μέσα στο αχανές σύμπαν. Δημιουργήματα ενός μυστηριακού κόσμου, κόκκοι άμμου στις εσχατιές ενός απεριόριστου και άπειρου σύμπαντος βοηθάει να χαράξουμε και ένα ανάλογο ανθρωπιστικό σύστημα αξιών, και κοινωνίες στηριγμένες στην γνώση, μακριά από άγνοια εγωισμούς και μισαλλοδοξίες.

Αρχίζει σιγά σιγά να αχνοφαίνεται πως τα κοινά σημεία (η τομή, όπως λέμε και στην θεωρία συνόλων) μεταξύ ποίησης και μαθηματικών δεν είναι το κενό σύνολο όπως κάποιος αβίαστα θα συμπέραινε.

Το αισθητικό αποτέλεσμα, η ηδονή, είναι της ίδιας φύσης είτε για έναν ποιητή που καταφέρνει να εκφραστεί και να κοινωνήσει τις ιδέες του μέσω ενός ποιήματος είτε για έναν μαθηματικό που μετά από κοπιαστική εργασία, απομόνωση (όπως άλλωστε και ο ποιητής) καταφέρνει να αποδείξει ένα μαθηματικό θεώρημα. Και οι δυο τέχνες είναι τέκνα του οίστρου και της φαντασίας, της έμπνευσης της στιγμής και του ταλέντου. Ως επικουρία αυτής της άποψης θα χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός μεγάλου φυσικού του Poincare ο οποίος μεταξύ άλλων είπε:

«Ένας μαθηματικός αντλεί από την εργασία του την ίδια συγκίνηση που αισθάνεται και ένας καλλιτέχνης. Η χαρά τους είναι της ίδια ποιότητας και το ίδιο μεγάλη»

καθώς επίσης και τα λόγια του Dirac, ενός εκ των θεμελιωτών της κβαντικής φυσικής ο οποίος τόνισε πως :

«Η μαθηματική ομορφιά δεν μπορεί να οριστεί περισσότερο από ότι μπορεί να οριστεί η ομορφιά στην Τέχνη αλλά εκείνοι που μελετούν τα μαθηματικά δεν έχουν καμιά δυσκολία στο να την εκτιμήσουν.»

Εξάλλου και ο μεγάλος μαθηματικός Hardy υπερθεμάτισε υπέρ αυτής της άποψης αφού στην βιογραφία του έγραψε:

«Ο μαθηματικός, όπως ένας ζωγράφος ή ένας ποιητής, είναι ένας σχεδιαστής. Τα σχέδιά του είναι φτιαγμένα με ιδέες. Ο ζωγράφος φτιάχνει σχέδια με σχήματα και χρώματα, ο ποιητής με λέξεις, Και στην ποίηση μετρούν οι ιδέες».

Όσον αφορά το αισθητικό αποτέλεσμα που βιώνει ο αναγνώστης ενός ποιήματος, ή ο μελετητής των μαθηματικών ούτε εκεί πιστεύω πως υπάρχουν μεγάλες διαφορές, περίπου η ίδια θάλασσα συναισθημάτων είναι αυτή που σπάει μέσα μας. (Πόσοι άλλωστε δεν έχουμε νιώσει την ευχαρίστηση που συνοδεύει την επιτυχή μας προσπάθεια για την λύση έστω και του πιο απλού μαθηματικού προβλήματος γνωρίζοντας έστω και ελάχιστα μαθηματικά).

Άρα δεν υπάρχει το χάσμα μεταξύ ποίησης και μαθηματικών όπως ισχυρίζονται πολλοί. Μαθηματικά δεν είναι οι ξεροί τύποι, όπως μας έκανε να πιστεύουμε το ανοργασμικό και πάσχον από έλλειψη φαντασίας και δημιουργικότητας ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. . Τί θα μείνει άραγε από τα μαθηματικά αν τα περάσουμε από ένα κόσκινο και τους αφαιρέσουμε την φαντασία και την ομορφιά τους, τα κοινά στοιχεία που έχουν δηλαδή με την ποίηση; Δεν υπάρχει θέση στον κόσμο για άσχημα μαθηματικά.

Έτσι λοιπόν συνοψίζοντας, μπορούμε να ισχυριστούμε πως τα κοινά στοιχεία μεταξύ της ποίησης και των μαθηματικών είναι αρκετά αλλά το σημαντικότερο είναι πως και τα δυο είναι προσπάθειες ερμηνείας του κόσμου. Η μεν ποίηση με φίλτρο το συναίσθημα, τα μεν μαθηματικά με φίλτρο την λογική. Και τα δυο βοηθούν στο να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο, αλλά και τον εαυτό μας, υπό την έννοια πως τα μαθηματικά είναι μια καταβύθιση στον ανθρώπινο νου, η ποίηση μια καταβύθιση στην ψυχή. Και οι δυο δρόμοι οδηγούν στην αυτογνωσία. Επίσης και τα δυο είναι ανατρεπτικά και επαναστατικά. Σίγουρα δεν ανατρέπουν καθεστώτα άμεσα αλλά αλλάζουν την λογική στα οποία αυτά στηρίζονται. Και στο τέλος, εάν θες να εντρυφήσεις στον κόσμο τους, χρειάζεται μια περίοδος μαθητείας και μύησης, δεν υπάρχει βασιλική οδός για καμία από αυτές τις δυο τέχνες.

[Γιάννης Αποστόλογλου, που μαζι με το Στράτο Αμπατζή έχουν το ιστολόγιο bookaroume.wordpress.com ]

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

κι άλλη ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ημέρα… Πίεση! (κι όμως κανείς δεν πέθανε ακόμη από αηδία για όλα αυτά)

«Θα φύγουμε κάποτε, εν Φαντασία και Λόγω, με μιαν επιθυμία φλογισμένη όπως μες τον απέραντο ουρανό το ξάστερο συναίσθημα στην όχθη ενός Δέλτα Ιδεώδη εν τη Λύπη του και Ερήμην… Τουλάχιστον αν πέθαινε ένας άνθρωπος από αηδία για όλα αυτά…»

Κώστας Καρυωτάκης, ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια "ελλιπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.


Ένα συνονθύλευμα στίχων χάριν της… παγκόσμιας ημέρας ποίησης (διαβάζεται σε αίθουσες  με μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων που ενώνονται με τα μυρωδικά αρωματισμένων Σιδωνίων νέων ποιητών… τονίζοντας υπέρ το δέον το «μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)

 

Οι ποιητές όπως πάντα θα γράφουν ωραία ποιήματα
προσπαθώντας, τουλάχιστον, μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
να κάνουν τη ζωή τους όπως την θέλουν,
ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
όπου σελαγίζει ο δικός τους αστερίας,
τριγυρνώντας  μερόνυχτα
σε ορίζοντες λευκούς της αστραπής και του ονείρου
 
Κι αν σου μιλούν με παραβολές και παραμύθια,
για κοράλλια και μαργαριτάρια
και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
κεχριμπάρια κι έβενους κι ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής
Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες και θυμωμένο Ποσειδώνα,
για ευτυχία και μέθη κι ενθουσιασμό ακόμη,
σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας,
μες στο γδυτό νερό καβάλα στο μαΐστρο
λέξεις χλομές πληγωμένα ελεγεία
 
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκύτερα
κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή,
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει,
σου δίνει το ωραίο ταξίδι, την Ιθάκη
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας
κι έτσι σοφός που γίνεσαι με τόση πείρα,
με σκέψη υψηλή θα συλλογίζεσαι
πως τούτα εδώ
που γράφουν οι ποιητές
δεν είναι άλλο παρά εικόνες
που κεντούν στο δέρμα τους φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι
και πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα
που ανοίγοντας τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθιών ονείρων,
ματώνει ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου
τα μεθυστικά πουλιά…


[Συνονθύλευμα στίχων Μανόλη Αναγνωστάκη, Οδυσσέα Ελύτη, Κωνσταντίνου Καβάφη, Γιάννη Ρίτσου και Γιώργου Σεφέρη που συνδιαλέγονται μεταξύ τους ζητώντας απόκριση στα ερωτήματα που οι απαντήσεις τους γεννούν άλλες ερωτήσεις επ’ άπειρον επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δένδρων- ολοκληρώνεται με ΚΛΙΚ στον παραπάνω σύνδεσμο]