Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Η Αγάπη είναι ο πιο Ιερός Τόπος ή Νόστιμον Ήμαρ στην «πρώτη κοιτίδα»

Ένα κοριτσάκι που ζωγράφισε με κιμωλία τη νεκρή στον πόλεμο μητέρα της και στη συνέχεια μπήκε μέσα στη ζωγραφιά για να απολαύσει την αγκαλιά της


Η φωτογραφία αυτή , που είδε πριν λίγες ημέρες το φως της δημοσιότητας, απεικονίζει ένα κοριτσάκι το οποίο έχασε τη μητέρα του στον πόλεμο και οι κοινωνικές υπηρεσίες το έστειλαν στο ορφανοτροφείο για να μπορέσει να επιβιώσει.

Η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη. Η μικρή ζητούσε συνεχώς τη μητέρα της αρνιόταν να φάει, να κοιμηθεί, ή να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά.

Μέχρι που κάποια στιγμή οι υπεύθυνοι του ιδρύματος τη βρήκαν στην αυλή ξαπλωμένη κι έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει.

Με έκπληξη διαπίστωσαν, ότι η μικρή είχε πάρει μια κιμωλία, ζωγράφισε στο τσιμέντο της αυλής του ορφανοτροφείου τη μητέρα της, και μετά μπήκε μέσα στη ζωγραφιά και κουλουριάστηκε στην αγκαλιά της, όπως όταν ήταν έμβρυο.

Έβγαλε μάλιστα τα παπουτσάκια της και τα άφησε έξω από τη ζωγραφιά για να μην πατήσει αυτό που θεωρούσε ιερό. αποδεικνύοντας ότι η αγάπη είναι ο πιο ιερός μας τόπος

[ΠΗΓΗ: ανέβασε το Σαββατοκύριακο στο λογαριασμό της στο Twitter η δημοσιογράφος Λίζα Δουκακάρου και είναι το πιο τραγικό σύμβολο για την απανθρωπιά και τη φρίκη των πολέμων που και σήμερα ακόμα μαίνονται σε πολλές γωνιές του κόσμου]

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Ο πλανήτης δεν μας φαίνεται πια τόσο μεγάλος όσο πριν.

Η παγκοσμιοποίηση, όπως κάθε τι, έχει θετική και αρνητική πλευρά. Δεν είναι η ίδια κάτι το αρνητικό, αλλά έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να το πετύχει και οι στόχοι που θέτει. Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάποια μορφή παγκοσμιοποίησης είναι αναπόφευκτου αφού τόσο ο σύγχρονος τρόπος ζωής, όσο και η εξέλιξη της τεχνολογίας και η ευκολία της επικοινωνίας οδηγούν νομοτελειακά προς αυτήν.


Δυστυχώς, όλα δείχνουν πως η παγκοσμιοποίηση κινείται προς μια κατεύθυνση, η πολιτική κατάληξη της οποίας θα είναι η παγκόσμια διακυβέρνηση ενός μόνο ανθρώπου και μιας ολιγάριθμης διεθνούς ελίτ πέριξ αυτού, αν όχι και ενός συγκεκριμένου έθνους. Όχι δηλαδή η παγκοσμιοποίηση χάριν της ειρήνης και της ευημερίας των λαών, όπως θα την ονειρευόταν ένας έντιμος ιδεολόγος της αριστεράς, αλλά η επικράτηση μια νέας παγκόσμιας κοινωνικής τάξης αποτελούμενης από τους απανταχού ισχυρούς της γης και τους γραφειοκράτες του νέου συστήματος. Από κάτω η πλέμπα των λαών και των χωρών ως περιοχές μόνο, γιατί κράτη δεν θα υπάρχουν, με μια ιεραρχία που θα αναλογεί με τον αριθμό των ισχυρών που θα βρίσκονται ως εκπρόσωποι, ή τοπάρχες στο κέντρο της παγκόσμιας εξουσίας.

Οι περισσότερες από τις προσεγγίσεις που αφορούν στην εγκαθίδρυση της νέας παγκόσμιας τάξης, που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «Παγκοσμιοποίηση», εστιάζουν συνήθως την προσοχή τους στους δύο βασικούς πυλώνες του μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος, την Οικονομία και την γεωπολιτική. Δίκαια, βεβαίως, μονοπωλούν το ενδιαφέρον, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αφορούν κυρίως την πρακτική, υλική και σκόπιμη πλευρά της πραγματικότητας. Είναι αυτοί που καθορίζουν την υλική ποιότητα της ζωής, ή ακόμα και τη συνέχιση ή μη της ύπαρξης, αλλά δε μπορούν να ελέγξουν τη συνείδηση της ίδιας της ύπαρξης και τον προορισμό της. Αυτό, γιατί το βαθύτερο στρώμα της συνείδησης δημιουργήθηκε από ψυχοπνευματικά υλικά και αναγκαιότητες, που είναι κατά πολύ αρχαιότερες από την οικονομία και την γεωπολιτική που, ειρήσθω εν παρόδω, αποτελούν απλά επιχρίσματα του αρχικού πυρήνα. Όταν κάποτε η ύπαρξη συνδέθηκε με την πνευματική και εσωτερική πηγή γνώσης της προέλευσής της για να μεταμορφωθεί από τότε σε ενσυνείδητη ύπαρξη, σε Είναι. Κάτι που οι αρχαίοι Έλληνες όρισαν με την λέξη «αλήθεια». Εδώ, στην χαραυγή της συνείδησης θεμελιώθηκε ο πανάρχαιος πνευματικός δεσμός της ύπαρξης με το θρησκευτικό συναίσθημα, με την τέχνη και τον πολιτισμό.
 
Έτσι, αν το δει κανείς πιο ανοικτά, η θρησκεία η Τέχνη και ο πολιτισμός, που αποτελούν επίσης τους άλλους δύο πυλώνες της παγκοσμιοποίησης, αν δεν είναι τουλάχιστον ίσης αξίας μέσα για την εγκαθίδρυση της, όσο η οικονομία και η γεωπολιτική, τότε είναι μάλλον πολύ πιο ισχυρά από τα δύο τελευταία και μάλιστα τα πιο δύσκολα να επιτευχθούν ακριβώς εξαιτίας της πνευματικής τους φύσης. Μια πολεμική σύγκρουση ή μια παγκόσμια οικονομική κρίση, οπωσδήποτε θα ελκύσουν την προσοχή όλων, πολιτών και ΜΜΕ εξαιτίας της αμεσότητας τους. Όμως, μια παγκόσμια θρησκευτική συνδιάσκεψη, μια ευρέως διαδιδόμενη νέα θεωρία ή ένα παγκόσμιο καλλιτεχνικό κίνημα, έρχονται τελευταία στην προσοχή μας, αν και μακροπρόθεσμα όλα αυτά μπορούν να αποδειχθούν πολύ πιο σημαντικά για τη διαμόρφωση του μέλλοντος μας. Μη ξεχνάμε πως μια ιδέα ή μια σκέψη προηγούνται πάντα μιας πράξης και μια θεωρία ενός κινήματος. Αυτό αποδεικνύει π.χ, η επίδραση της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου στη διαμόρφωση του σύγχρονου άθεου διανοουμενισμού, η θεωρία της ψυχανάλυσης του Φρόυδ ένα αντικλείδι για το άνοιγμα του υποσυνειδήτου ή ακόμη και η ανακάλυψη της ατομικής ενέργειας του Αινστάιν ως όπλο επιβολής της θέλησης. Όλα αυτά σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν πλέον την ζωή μας, περισσότερο μάλιστα από οποιοδήποτε πόλεμο ή γεωπολιτική αλλαγή, επειδή αφορούν στην αλλαγή του τρόπου σκέψης μας και στις νέες ερμηνείες του γνωσιολογικού μας γίγνεσθαι, άρα και των πράξεων μας. Στο τέλος αυτής της εισαγωγής θα αφήσω προς το παρόν το ζήτημα της θρησκείας, μιας και απαιτεί άλλη προσέγγιση, για να καταθέσω κάποιες σκέψεις για τον ρόλο της τέχνης και του πολιτισμού υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης.

Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο, αλλά έχει τώρα μια εντελώς νέα μορφή. Η οργανωτική δομή της παγκοσμιοποίησης στον 21ο αιώνα δεν διαφέρει στο πνεύμα και στην οργάνωση από τις παλαιότερες δομές  που εφάρμοσαν οι μεγάλες οικουμενικές αυτοκρατορίες του παρελθόντος. Είναι απλώς πιο αναπτυγμένη και πολυσύνθετη εξαιτίας των διαφορετικών συνθηκών της σύγχρονης εποχής και πολύ πιο επικίνδυνη. Η οικουμενικότητα υπήρξε ήδη από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου ένα μεγάλο ζητούμενο για τα ισχυρά κράτη και τις σημαντικές θρησκευτικές ιδέες και φιλοσοφίες. Αυτό επειδή, το καθετί από την φύση του επιδιώκει την επέκταση του μέχρι του σημείου που θα του επιτρέψουν τα όρια του και οι συνθήκες και η μόνη προϋπόθεση που απαιτείται για να το επιτύχει, είναι η ενότητα του χώρου. Έτσι, ο οικουμενικός, ή παγκοσμιοποιημένος χώρος, είναι το κατεξοχήν πρόσφορο πεδίο για την εγκαθίδρυση μιας εξουσίας, αλλά και για την καλλιέργεια και την εξάπλωση των ιδεών. Αυτή τη βασική αρχή της ενότητας υπό την δύναμη μιας κεντρικής εξουσίας, επέβαλλαν και στη συνέχεια τράφηκαν από αυτήν όλες οι μεγάλες αυτοκρατορίες, όπως η Περσική, η Αλεξανδρινή, η Ρωμαϊκή, η Βυζαντινή και η Οθωμανική, παρόλες τις επιμέρους διαφορές και ιδιαιτερότητες τους. Μέσα από αυτήν τη διάσταση, έγινε δυνατή η ταχεία εξάπλωση των ειδωλολατρικών θρησκειών και ακόμη των μονοθεϊστικών θρησκειών με οικουμενικό χαρακτήρα, όπως ο Χριστιανισμός και ο Ισλαμισμός. Στον ενοποιημένο αυτό χώρο, είναι φυσικά αναπόφευκτος και ο συγκερασμός στοιχείων τέχνης και πολιτισμού από διάφορες περιοχές, που γίνεται πιο έντονος κατά τη διάρκεια τέτοιων οικουμενικών περιόδων, π.χ, ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει στην εποχή μας, με τις Τέχνες και τον Πολιτισμό. Η παγκόσμια ελίτ, έπειτα από την οικονομική και γεωστρατηγική διείσδυση και επιβολή της, ολοκληρώνει τώρα την επικράτηση του οικουμενικού πνεύματος της, στον καμβά του ήδη ενοποιημένου επικοινωνιακά και οικονομικά κόσμου. Σε αυτό την βοηθούν οι νέες τεχνολογίες και οι παγκόσμιοι πολιτιστικοί θεσμοί, όπως είναι, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, το Παγκόσμιο Κύπελο ποδοσφαίρου, και μεγάλης εμβέλειας διαγωνισμοί όπως η Γιουροβίζιον, τα Όσκαρ κλπ. Όλα, προωθούν το ενωτικό πνεύμα της παγκοσμιοποίησης και απηχούν την θέληση για μια σύνθεση των ιδεών και των λαών, υπό την εξουσία ενός άγνωστου διαπλανητικού κέντρου, που ξεπερνά ακόμη και τις κυβερνήσεις των εθνών. Όμως, όπως ανέφερα στην αρχή, η διαδικασία αυτή στις τέχνες και στον πολιτισμό, είχε ξεκινήσει πριν από ο,τιδήποτε άλλο, προφανώς επειδή κρίθηκε πολύ πιο χρονοβόρο και πιο δύσκολο το εγχείρημα της μετάπλασης τους, από την πολιτική και οικονομική ενοποίηση και επιβολή.

Πιο εύκολα υποτάσσεται ένας άνθρωπος πολιτικά και οικονομικά, παρά πνευματικά. Η γλώσσα, η θρησκεία, ο πολιτισμός, είναι βαθύτατα ριζωμένα, καθώς αποτελούν στοιχεία του συνειδησιακού Είναι. Ωστόσο, και σε αυτό το πεδίο, η παγκοσμιοποίηση, έχει καταφέρει μεγάλες νίκες, έχοντας ήδη δημιουργήσει και σχεδόν ολοκληρώσει ένα παγκόσμιο ρεύμα στις τέχνες και στον πολιτισμό, με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά και με σαφή προσανατολισμό. Το νέο οικουμενικό πνεύμα των τεχνών και του πολιτισμού, εκπορεύεται από τα κέντρα των δυτικών μητροπόλεων, που τυγχάνουν ταυτόχρονα κέντρα και των πολιτικών και οικονομικών στρατηγείων του πλανήτη. Οι λόγοι και η συσχέτιση είναι προφανείς και καθόλου συμπτωματικοί. Νέοι καλλιτέχνες, διψασμένοι για φήμη, μια ακατάσχετη εμφάνιση νέων καλλιτεχνικών κινημάτων, υπό τη συχνότητα ριπών πυροβόλου, εκπέμπονται μεταφέροντας τα μηνύματα τους, στο χώρο της μουσικής, των εικαστικών, του θεάτρου, της λογοτεχνίας κλπ. Ο τρόπος της καθιέρωσης τους, της τεράστιας εύνοιας που απολαμβάνουν από τα ΜΜΕ και από τους κριτικούς, δημιουργούν συχνά εύλογες απορίες για τα κριτήρια της προώθησης τους, που δεν είναι πάντα αυτά της ποιότητας.

Βασικό, κοινό στοιχείο των περισσότερων, είναι, η αποδόμηση της τέχνης και του πολιτισμού του παρελθόντος, ως αναχρονιστικών φορέων ενός παλαιού κόσμου που πρέπει να αλλάξει, πάση θυσία και με κάθε τίμημα, η απομάκρυνση ταυτόχρονα από τις αξίες που μετέφεραν αυτές οι τέχνες και ο πολιτισμός και η προπαγάνδιση ενός νέου κόσμου, του οποίου φορέας των αξιών είναι το παγκόσμιο πνεύμα που προωθεί η κυρίαρχη ελίτ. Κάθε τι, που αποδομεί, καταστρέφει, διακωμωδεί, διαστρέφει ή αλλοιώνει, τον ιδιαίτερο πολιτισμό και τις τέχνες των εθνών, μοιάζει να είναι αρκετός λόγος για να προωθηθεί από τα κανάλια της ενημέρωσης.
 
Περιττό να πω, ότι ναυαρχίδες αυτής της προσπάθειας αποτέλεσαν το Χόλιγουντ και ο κινηματογράφος, καθώς και τα αμερικανικά τηλεοπτικά προγράμματα, που σε ορισμένες περιπτώσεις καλύπτουν ακόνη και το 70% των εθνικών τηλεοπτικών προγραμμάτων. Κάθε ένας στον πλανήτη, αισθάνεται πλέον και λίγο Αμερικανός μέσα του. Ούτε είναι τυχαίο, φυσικά, ότι οι ΗΠΑ υπήρξαν και είναι, το πρώτο μοντέλο-πείραμα, αυτής της επιχειρούμενης παγκοσμιοποιημένης οντότητας υπό τη μορφή ενός συνομόσπονδου κράτους. Έτσι, μια άλλη έκφραση για τον παγκοσμιοποιημένο άνθρωπο, θα μπορούσε να είναι ο εξαμερικανισμός του.

[ΠΗΓΗ: Γεράσιμος Γερολυμάτος, Η Τέχνη και ο Πολιτισμός υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης – ιστολόγιο ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ: http://peritexnisologos.blogspot.gr/

Παγκοσμιοποίηση και… παγκοσμιοποίηση: ένα σχόλιο για το παραπάνω άρθρο

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Ποτέ δεν ήμουν καλή στην αποστήθιση!...


Όταν κάνεις παρέα με Ναύτες, Καπετάνιος γίνεσαι  ή Θάλασσα....

 
Όταν δεν είσαι καλός στις αποστηθίσεις,
τότε μεταμορφώνεσαι....
γίνεσαι Θέμα SOS στις εξετάσεις της Ζωής
για να σε .... αφομοιώσει η Αλήθεια...


Επιμένω να συχνάΖΩ σε Ταξιδεμένα Μέρη....
Αυτό το λάφυρο δεν εκλάπη, 
μου το χάρισε ο Ναύτης Ef Ch} από το Πειραιώτικο Λιμάνι μιας καλής κι Εμπνευσμένης Ψαριάς! [Κάκια Παυλίδου]

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

ΡΗΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: Οφείλουν οι διανοούμενοι να παίρνουν πρωτοβουλίες και να καταγγέλλουν πολιτικές ατασθαλίες και εκτροπές;

Συμπέρασμα τελευταίο καβαφικό: αν έχουν να μας πουν ή να μας δείξουν κάτι οι διανοούμενοι (ο όρος παραμένει αδιευκρίνιστος), ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος. Κυρίως όμως ας μην ευτελίζονται μέσα σε συνάφειες πολιτικές. Αρκεί και με το παραπάνω να κάνουν τίμια και παστρικά τη δουλειά τους.  

Τoν Σεπτέμβριο του 1966, έξι μήνες πριν από τη δικτατορία του '67, ο Σεφέρης σε κείμενό του («Συνομιλία με τον Φαβρίκιο») αναφέρεται στην «κρίση του τελευταίου χρόνου» και απαντά στο συνηθισμένο ερώτημα κατά πόσο οφείλουν οι διανοούμενοι (ο όρος εσαεί αδιευκρίνιστος) να παίρνουν πρωτοβουλίες και να καταγγέλλουν πολιτικές ατασθαλίες και εκτροπές. Γράφει: «Μα δεν πρέπει να βοηθήσουμε;» θα ρωτήσουν; Ασφαλώς πρέπει. Δεν είμαι αρμόδιος να κηρύξω κανόνες γενικής συμπεριφοράς. Όμως, προσωπικά, πιστεύω πως βοηθά κανείς καλύτερα κάνοντας τη δουλειά που του έδωσε ο Θεός να κάνει σ' αυτή τη σύντομη ύπαρξή μας, όσο μπορεί πιο τίμια και πιο παστρικά. Όχι ρίχνοντας τροφή στον κομματικό σάλαγο. Τις προάλλες ένας μεσόκοπος λογοτέχνης μου έφερε να υπογράψω ένα μανιφέστο. Αρνήθηκα. «Θα αφήσουμε λοιπόν να γίνει η δικτατορία;» με ρώτησε. Του είπα: «Η δικτατορία θα είναι η χαριστική βολή για τον τόπο. Αλλά πιστεύω πως τις δικτατορίες δεν τις σταματούν μανιφέστα διανοούμενων». Η ιστορία - φευ - απέδειξε πως ο πολιτικότατος ποιητής είχε δίκιο. Μίλησε ωστόσο όταν έπρεπε και κυρίως δεν μίλησε εκ του ασφαλούς. Συμπέρασμα πρώτο: αν είναι να διαμαρτύρονται οι διανοούμενοι ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος.

Όταν λοιπόν, ας πούμε, ένας ποιητής στέλνει μια επιστολή στον Πρωθυπουργό για να του πει πως πρέπει να προσέξει τον υφέρποντα φασισμό (λες και ζει σε άλλη χώρα) ή διαμαρτύρεται για την άδικη φορολογία, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, τις απολύσεις κλπ. - και αυτά προβλήματα της δημοκρατίας είναι και κρίση θεσμών δηλώνουν - και όταν ο Πρωθυπουργός, σαν καλός επιστολογράφος, σπεύδει να απαντήσει, δεν συμβαίνει δα και τίποτε το φοβερό: ένα είδος πολιτικού savoir vivre έχουμε, τίποτε περισσότερο. Μάλιστα, αυτός που κερδίζει τελικά είναι ο Πρωθυπουργός, καθώς, αθέλητα ίσως, του δίδεται μια βολική «πάσα» να πει τα δικά του. Έχουν περάσει οι εποχές (αν πράγματι υπήρξαν κάποτε) όπου στοχαστές, ποιητές, καλλιτέχνες κλπ. μπορούσαν να ανταλλάσσουν απόψεις με εχέφρονες, καλλιεργημένους, σοβαρούς πολιτικούς. Σήμερα δεν υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις για μια στοιχειωδώς έστω σοβαρή ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα σε έναν ποιητή και σε έναν πολιτικό. Συμπέρασμα δεύτερο: ένας ποιητής άξιος του ονόματός του δεν καταδέχεται να αλληλογραφεί με έναν Πρωθυπουργό.

Αυτού του είδους οι καταγγελίες, αγωνίες και διαμαρτυρίες ας αφεθούν στους  «άλλους» εκείνους διανοούμενους από τους οποίους η Ελλάδα - δόξα τω Θεώ - είναι γεμάτη. Είναι γνωστόν ότι σε κάθε επάγγελμα υπάρχουν και οι οικείοι διανοητές: δημοσιογράφοι διανοούμενοι, δικηγόροι, δικαστές, συνδικαλιστές, βιομήχανοι, πανεπιστημιακοί διανοούμενοι κλπ. Αυτές τις καταγγελίες να τις κάνουν επίσης οι διανοούμενοι της Βουλής, αφού κάθε πτέρυγά της έχει τους δικούς της διανοητές, ποιητές, πεζογράφους, ηθοποιούς κλπ. Μέσα στο θερμοκήπιο της Βουλής ανθίζουν όλα τα λούλουδα της διανόησης. Μηδέ της Χρυσής Αυγής εξαιρουμένης. Κυρίως όμως να βγουν έξω και να διαμαρτυρηθούν για όσα συμβαίνουν στην πολιτική, στην οικονομία, στην παιδεία, πρωτίστως, και στον πολιτισμό οι, κατά τεκμήριο, διανοητές του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Με πρώτο τον διανοητή αναπληρωτή υπουργό.


Αυτής λοιπόν της τάξεως οι πολιτικοί διανοούμενοι οφείλουν να βγουν και να μας εξηγήσουν πώς και γιατί βρεθήκαμε μπροστά στην ξαφνική (;) άνοδο του ρατσισμού και του φασισμού. Και τότε θα φανεί ότι η εμφάνιση και η αύξηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα συνδέεται αμέσως και ευθέως με την ύβριν και την απαξίωση της δημοκρατίας και της πολιτικής εντός και εκτός Βουλής. Αυτά να βγουν και να μας πουν οι πολιτικοί μας. Αλλά δεν θα βγουν και πάλι θα αποδειχθεί πως όλοι τους τζάμπα σιτίζονται στο Πρυτανείο. Γι' αυτό, όταν τους γράφουμε, όχι μόνο χάνουμε χαρτί και μελάνι, αλλά και τους εξυπηρετούμε κιόλας. Συμπέρασμα τελευταίο καβαφικό: αν έχουν να μας πουν ή να μας δείξουν κάτι οι διανοούμενοι (ο όρος παραμένει αδιευκρίνιστος), ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος. Κυρίως όμως ας μην ευτελίζονται μέσα σε συνάφειες πολιτικές. Αρκεί και με το παραπάνω να κάνουν τίμια και παστρικά τη δουλειά τους.  

 
[ΠΗΓΗ: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας – ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ: άρθρο στο ΒΗΜΑ Δευτέρα 17 Ιουνίου 2913]

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Η νεολαία ευθυγραμμίζεται με ό,τι γίνεται και κάνει αυτό που νομίζει ότι θα ικανοποιήσει τους κριτές της

Η προηγούμενη γενιά κακοποίησε τις έννοιες της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας, διαφημίζοντας έναν τρόπο ζωής χωρίς ιδεώδη… Από τη μια είναι το εφικτό, από την άλλη το ανέφικτο, από τη μια ο ρεαλισμός, από την άλλη οι χίμαιρες, από τη μια ο Βίος, από την άλλη το Αγαθόν. Τι βολικές διακρίσεις! Χάρη σ’ αυτές μπορούσε κανείς να κλέβει από ανάγκη, να εξαπατά ή να υποδουλώνεται…

 «Τι θα σας χρησίμευε να είχατε μερικά ιδεώδη;». Φαντασθείτε να δινόταν ένα τέτοιο θέμα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Ένα μούδιασμα που δεν θα έμοιαζε με κανένα προηγούμενο θα απλωνόταν αρχικά στις αίθουσες. Θα κρατούσε όμως λιγότερο απ’ όσο θα υπέθεταν οι ανήσυχοι κηδεμόνες. Πολύ γρήγορα οι περισσότεροι από τους διαγωνιζόμενους θα έβαζαν σε εφαρμογή το σχέδιο εκτάκτου ανάγκης που έχει πάντοτε στη διάθεσή της η νεολαία, όταν βρίσκει τα σκούρα: κάνει αυτό που νομίζει ότι θα ικανοποιούσε τους κριτές της. Η μεγάλη πλειονότητα των μαθητών θα έγραφε για το πόσο καλά είναι να υπάρχουν ιδεώδη στον κόσμο και θα στόλιζε τα λόγια της με επίθετα που θα πάσχιζαν να σκαρφαλώσουν στο ύψος του θέματος. Εκεί θα τελείωνε το ζήτημα.

Όπως και άλλες φορές η κούφια ρητορική των εξεταστών θα πληρωνόταν με την πονηριά των εξεταζομένων. Ωραία λογάκια, διακοσμητικά, εξευγενισμένα, για να αρέσουν στους μεγάλους, όπως συμβαίνει κι αλλού, για παράδειγμα, στη λεγόμενη Βουλή των Εφήβων ή συχνά και στους «αγώνες επιχειρηματολογίας» που οργανώνονται σε κάποια σχολεία. Απ’ όλες αυτές τις δήθεν τελετουργίες εκείνο που μένει συνήθως στους νέους δεν είναι άλλο από μια αίσθηση ότι όσο «πιο ψηλά» ανεβαίνουν τα λόγια τόσο περισσότερο γεμίζουν με σκέτο αέρα. Δεν φταίνε βέβαια αυτοί που αποκομίζουν μια τέτοια εντύπωση. Δεν είναι τα παιδιά υπεύθυνα για το ότι επικράτησε παντού γύρω τους η άποψη ότι ιδανικό είναι γενικά κείνο που δραπετεύει οριστικά από την πραγματικότητα. Μιλάμε για «αξιοπρέπεια»; Την εννοούμε σαν ένα αποτράβηγμα κάποιων υπερεύθικτων από τον πολτό που σχηματίζουν οι υπόλοιποι. Μιλάμε για «ακεραιότητα»; Τη ζωγραφίζουμε σαν μια αυστηρότητα και μαζί σαν κάποια έλλειψη διαλλακτικότητας μέσα στην οποία οχυρώνεται κάποιος για να αντιμετωπίσει τον εσμό όλων εκείνων που εμπορεύονται τις απόψεις τους, που συναλλάσσονται σε όλα, που κάνουν σκόντο σε κάθε αξία.

Αλλά αν είναι αυτό τα ιδεώδη, αν κλείνονται τόσο πολύ μέσα στις δυσπρόσιτες αετοφωλιές τους, γιατί να έλκουν ένα πλάσμα που μπαίνοντας στη ζωή, αντιλαμβάνεται γρήγορα πως εδώ κάτω όλα αναμειγνύονται μεταξύ τους και πως απ’ αυτή τη μείξη ακριβώς βγαίνει η ίδια η γεύση της ζωής; Πικρή, γλυκιά ή αψιά η γεύση, όλα τα είδη όμως μέσα στην ίδια κούπα. Πρέπει κανείς να πίνει με βαθιές γουλιές για να μπορέσει κάποτε να πει πού βρίσκεται η νοστιμιά. Διαφορετικά, αν βρέχει λίγο τα χείλη, από φόβο μήπως οι μεγάλες ποσότητες τού πέσουν βαριές στο στομάχι, τότε το πιθανότερο είναι να συμπεράνει πως ό,τι υπάρχει στον κόσμο είναι λειψό. Μακάρι να είχε λίγο περισσότερο ζάχαρη ή λίγο περισσότερο αλάτι. Δεν τα έχει όμως, το τέλειο ποτέ δεν θα το δώσει η ζωή. Τελειότητα βρίσκεται μόνο σ’ εκείνα που ξεφεύγουν από τις εμπειρίες: είναι τα ιδεώδη. Συνεπώς, το μόνο που μας επιτρέπεται είναι να τα ατενίζουμε από μακριά.

Βλέπουμε την αξιοπρέπεια καθισμένη πάνω σε αιθέρια μαξιλάρια να κοιτάει προς τα κάτω με απέχθεια τον βόρβορο. Η εντιμότητα δίπλα της φρίττει κι αυτή με το θέαμα. Όλες οι προσωπικές αξίες τοποθετημένες στα ύψη υπάρχουν έτσι, για να τις φαντάζονται οι κολοβωμένοι άνθρωποι, να τις επικαλούνται μερικές φορές, να λένε ότι τις εκτιμούν και να συνεχίζουν τις δουλειές τους ερήμην τους. Δεν τα έχουν δει αυτά οι νεότεροι; Αυτό δεν τους δίδαξε η κοινωνία και αυτό δεν επέβαλε, κατατροπώνοντας τους λίγους δασκάλους στα σχολεία που επέμεναν ότι το να έχει κανείς ιδανικά δεν σημαίνει ότι παίζει και τον ρόλο του κοσμοκαλόγηρου; Ας μην απορούμε λοιπόν που σήμερα είναι τόσο δύσκολο να συνδεθεί αυτό που θα «έπρεπε να γίνει» στη χώρα μας μ’ αυτό που «γίνεται». Η νεολαία διδάχτηκε το πώς να ευθυγραμμίζεται με όσα γίνονται. Το ότι όμως η στάθμη πάνω στην οποία κλήθηκε να κινηθεί ήταν ενδεχομένως κατώτερη των δυνατοτήτων της, αυτό δεν ήταν σε θέση να το διακρίνει.

Ήταν, στ’ αλήθεια, σχεδόν αδύνατο να εμπιστευθούν οι νέοι μια ώθηση μέσα τους που τους πήγαινε προς το «λίγο καλύτερο» ή το «πολύ καλύτερο». Σε τέτοια ζητήματα καταλύτης είναι πάντα η πείρα. Χρειάζονται δοκιμές, λάθη, διορθώσεις ώστε ν’ αρχίσει κάποιος να πείθεται ότι η προσπάθεια φέρνει τη βελτίωση κι η βελτίωση εμψυχώνει την προσπάθεια. Αλλά, η πείρα εμποδιζόταν να έλθει. Της έβαζε φραγμούς η δεσποτική κυριαρχία ενός δυϊσμού που συνέχιζε στην εποχή μας, την παλιά εκείνη διχαστική αντίληψη: από τη μια είναι το εφικτό, από την άλλη το ανέφικτο, από τη μια ο ρεαλισμός, από την άλλη οι χίμαιρες, από τη μια ο Βίος, από την άλλη το Αγαθόν. Τι βολικές διακρίσεις! Χάρη σ’ αυτές μπορούσε κανείς να κλέβει από ανάγκη, να εξαπατά ή να υποδουλώνεται. Εθεωρείτο αποκομμένος από τις αξίες της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, ή της ανεξαρτησίας, όπως ένας ανάπηρος που έχασε το πόδι του σε ατύχημα. Ωστόσο και μόνο με το ένα του πόδι ίσως και να τα κατάφερνε να προχωρήσει. Αυτό είναι που δεν δέχεται η διχαστική εποχή μας. Γι’ αυτήν τα ιδεώδη δεν υπάρχουν για να ενισχύουν την προσπάθεια, αλλά για να θυμίζουν απλώς ότι κάποτε η ανθρωπότητα έβλεπε στον ύπνο της ότι θα μπορούσε να είναι «ενάρετη».

Μήπως χάνονταν λοιπόν οι παλαιότεροι στα όνειρά τους; Και είμαστε εμείς σήμερα τόσο ξυπνητοί; Είμαστε τόσο ρεαλιστές που να μην πιστεύουμε ότι ένας κλέφτης θα μπορούσε κάποτε να μετανιώσει ή ένας σκλάβος να σιχαθεί τη σκλαβιά του; Εάν είναι έτσι, πρέπει να ακολουθήσουμε ώς το τέλος τον ρεαλισμό μας. Να δεχτούμε να παίρνουμε ό,τι μας δίνουν και να μη ζητάμε κάτι περισσότερο που νομίζουμε ότι θα μας άξιζε.

[ΠΗΓΗ: Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής]

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Ανοιχτός Στίχος προς πρωθυπουργούς επιρρεπείς στην ποίηση (όταν και όπου τους βολεύει):

«Κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις…»

 

Λευκά:  Επί της διαδικασίας!

Μαύρα: . . .

Λευκά: ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ!!!

Μαύρα: ………………….

Λευκά:  ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ !!!!!

Μαύρα: ΕΡΤ... ΜΑΤ!

(από στρατιωτάκι που έγινε βασίλισσα)

Λευκά: …………………………...............


 
Το λεξικό της απάτης είναι παλιά υπόθεση

Διδαχτήκαμε στο πετσί μας ότι «διάσωση» της οικονομίας σημαίνει καταστροφή.

Ότι «σωτηρία» σημαίνει διάλυση και κατοχή της χώρας.

«Διαρθρωτικές αλλαγές», μαζικές απολύσεις στον δημόσιο τομέα και ξεπούλημα της περιουσίας του κράτους.

«Απελευθέρωση» της εργασίας, αποχαλίνωση της νεοφιλελεύθερης εκμετάλλευσης….

[ΠΗΓΗ: Πέπη Ρηγοπούλου, Απλά μαθήματα πολιτικής αφασίας]

ΔΙΑΚΟΠΗ ΓΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ – «πολιτική διαφήμιση»
Να κοπούν τώρα, τη στιγμή που μιλάμε, απαξάπασες οι παπαρούνες στην Ελλάδα, γιατί έρευνα έδειξε ότι η πλειοψηφία προτιμά τις μαργαρίτες. Επίσης, να δολοφονηθούν όλες οι ζέβρες γιατί τα άλογα είπαν ότι οι ρίγες τους τα προσβάλλουν. Ευχαριστώ. Α, και κάτι ακόμη. Η κρατική τηλεόραση έπαψε εδώ και χρόνια να είναι ασπρόμαυρη. Οι συζητήσεις γύρω από αυτήν αποδεικνύεται πως όχι. Σταματήστε παρακαλώ. Από τη μία ένα αλαζονικό "το χάρηκα" κι από την άλλη ένα εξαγριωμένο "αίσχος". Απόψεις που δεν καταφέρνουν να συνδιαλλαγούν αφού ποτέ δεν θα καταφέρνουν να συναντηθούν εκεί που συνήθως πάει διακοπές η αλήθεια, και όχι απαραίτητα "κάπου στη μέση", αποδεικνύοντας το ήδη αποδεδειγμένο, ότι το μέτρο και η επιχειρηματολογία είναι έννοιες περιττές για τον κάθε ανίκανο για ουσιαστική διαλογική συζήτηση, που ή που δεν τον νοιάζει ο διπλανός του ή που θέλει τον “πατερούλη” του να του αλλάζει πάνες ως τα τριάντα. Σε ένα κείμενο διάβασα ότι η ερτούλα ήταν το καμάρι μας, σύμβολο της εθνικής μας περηφάνιας μαζί με την ολυμπιακούλα μας και τη δραχμούλα μας. Σε στάτους, ακούω ότι κάποιος έστειλε όσους τόλμησαν να πουν ότι η ΕΡΤ ήταν μια διεφθαρμένη επιχείρηση να πάνε λέει να μαγηθούνε. Και φαντάζομαι κι από μόνη μου έναν τρίτο, ξαπλωμένο στον καναπέ του, πίνοντας την κοκακόλα του την λαϊτ (μην τον που “χοντρό” γιατί δεν του αρέσουν καθόλου οι ρατσιστικές ταμπέλες) που τουίταρε από το άηφον του τη λέξη χούντα, με πολύ έντονη επαναστατική διάθεση, ενώ καπάκι έκανε πέντε ολόκληρα λαϊκ σε παραδιπλανά επαναστατικά ποστς. Σε έταιρο ποστ κάποιος είπε ότι το μόνο που έμεινε είναι να βομαβαρδιστεί η ακρόπολη και ότι θα ήθελε να ζει στη Λιλιπούπολη. Αγαπητέ Θόρυβε Αθόρυβε, και εσύ που χάρηκες και εσύ που έκανες μνημόσυνο, σταμάτα τα και τα δύο: και να μην ενδιαφέρεσαι καθόλου και να ενδιαφέρεσαι τάχα μου πολύ - αλλά κυρίως σταμάτα εσύ ο πολύ επαναστάτης που φωνάζεις για την ερτ λες και είναι ο parthenonas. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΕΣΣΛΙΝ

Γιατί με τρομάζει αυτή η εκκένωση του εξουσιαστικού λόγου από κάθε περιεχόμενο; Δεν είναι μόνο διότι οι εξουσιαστές που έχουν καθίσει στον αυχένα μας έχουν παραιτηθεί από κάθε πρόσχημα, κάτι που μάλλον σημαίνει ότι έχουν πάψει να μας φοβούνται. Είναι επίσης –και περισσότερο ακόμη- διότι συχνά η απόλυτη αυτή κενότητα του λόγου ενέχει κάτι το απειλητικό. Αφήνει να διαφανεί η εφιαλτική παρουσία και η δράση δυνάμεων καταστροφής του κάθε ανθρώπου χωριστά και των πολιτισμών, των κοινωνιών στο σύνολό τους….

Αλλά να που πάλι πίσω από αυτό το έκπαγλο παραπέτασμα κενολογίας αχνοφαίνονται οι σκιές του εφιάλτη.

Σκιές που ξαναφέρνουν στην επιφάνεια ξεχασμένες ιστορίες για εκβιασμούς, απειλές που έκαναν πολιτικούς να εξαφανιστούν από το προσκήνιο, αθέατους για τον πολίτη μηχανισμούς που δεν διστάζουν να σπιλώνουν ή να αφαιρούν ζωές. Η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας και του ανθρώπινου λόγου κινείται ανάμεσα σε δύο όρια. Τις πολλές ώρες όπου η δημόσια αφασία και η αδιαφάνεια καλύπτουν τη δράση της βίας. Και τις άλλες, τις σημαντικές και μάλλον λίγες, όπου ο λόγος των πραγματικών πολιτικών που τολμούν να στοιχηματίσουν και να κινδυνέψουν αποκτά ουσία.

[ΠΗΓΗ: Πέπη Ρηγοπούλου, Απλά μαθήματα πολιτικής αφασίας, ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ στην εφημερίδα των Συντακτών 12-06-2013]

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Τελευταίο 24ωρο φασισμού: ποιος πίσω από «Σαμαράδες» ορίζει τη ζωή μας με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου «αποφασίζουμε και διατάζουμε»;

Πάλι φταίνε οι εργαζόμενοι; Πάλι θα μας σώσει η κυβέρνηση; Πάλι θα «πληρώσουμε λιγότερα» (με τον νέο φορέα), ώστε να ευχαριστηθούμε που κάποιος χάνει την δουλειά του; Πάλι θα αναβαθμιστούμε; Πάλι θα γίνουμε εφάμιλλοι των καλυτέρων ευρωπαϊκών – συγγνώμη, των καλυτέρων κρατών παγκοσμίως; Πάλι θα αναλάβει την αξιοκρατία ο ΑΣΕΠ; Πάλι υπήρχαν «προβλήματα» που τα δημιούργησαν οι από κάτω και όχι οι από πάνω; Πάλι χρειαζόμαστε εξορθολογισμό;

 


Ας υποθέσουμε ότι κάποιο άγνωστο προς το παρόν, μείζονος εθνικής (λέμε τώρα) σημασίας γεγονός προασπίζει ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος με την συνέργεια του συνονόματου Αντώνη Μανιτάκη αποφασίζει ένα 24ωρο μετά την νέα άφιξη της τρόικας να κλείσει εντός 24 ωρών την δημόσια Ραδιοτηλεόραση. Ας το υποθέσουμε, λέμε, επειδή αυτή η απόφαση συμπίπτει με την κήρυξη του διαγωνισμού πώλησης ΔΕΠΑ-ΔΕΣΦΑ ως άγονου, πράγμα που δραματικά επιβεβαιώθηκε από την εσπευσμένη ανεύρεση του ευρωπαϊκού δεκανικίου που λέγεται Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, ο οποίος ήρθε στην Αθήνα για να πει στα έκπληκτα αυτιά μας ότι μπορεί και να φταίει η Κομισιόν, η Ευρωκυβέρνηση δηλαδή, για την “αποτυχία” του διαγωνισμού. Ας σημειώσουμε εδώ, ότι σαν να ήταν όλοι οι δημοσιογράφοι χρυσόψαρα σε διατεταγμένη υπηρεσία χθες, τόνιζαν και ξανατόνιζαν πόσο φιλέλληνας είναι ο Γιούνκερ και πόσο βοήθησε την Ελλάδα από την αρχή της κρίσης. Ξέχασαν λες ποιος είπε την φράση “The game is over. We need serious statistics” το 2009, αμέσως μόλις ανέλαβαν οι Ζορό της κάθαρσης Παπανδρέου - Παπακωνσταντίνου και εντός 24ώρου “ανακάλυψαν” ότι το έλλειμμα ήταν τόσο αντί τόσο… Τόσο γρήγορα “πείστηκε” o κύριος Γιούνκερ ότι τα ψέματα τα έλεγαν οι Σημίτης-Καραμανλής… Τέλος πάντων, ας πούμε ότι κι αυτό μπορεί να έχει μια εξήγηση εθνικής σημασίας, αφού πολλά παίζονται σήμερα κλπ κλπ.

Υποθέτωντας λοιπόν ότι οι Σαμαράς-Μανιτάκης έδρασαν φασιστικά (πράξη νομοθετικού περιεχομένου) για κάποιο ανώτερο καλό, (άγνωστο σήμερα σε μας) και υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, τότε παραμένει ένα μικρό ερώτημα: τι νόημα είχε το υβρεολόγιο και ο οχετός των συκοφαντιών και ο χείμαρρος των παραπλανήσεων των δυο προαναφερόμενων πολιτικών που εκστομίστηκε μέσα από το αρμόδιο στόμα του εκφωνητή Σίμου Κεδίκογλου; Πάλι φταίνε οι εργαζόμενοι; Πάλι θα μας σώσει η κυβέρνηση; Πάλι θα “πληρώσουμε λιγότερα” (με τον νέο φορέα), ώστε να ευχαριστηθούμε που κάποιος χάνει την δουλειά του; Πάλι θα αναβαθμιστούμε; Πάλι θα γίνουμε εφάμιλλοι των καλυτέρων ευρωπαϊκών – συγγνώμη, των καλυτέρων κρατών παγκοσμίων; Πάλι θα αναλάβει την αξιοκρατία ο ΑΣΕΠ; Πάλι υπήρχαν “προβλήματα” που τα δημιούργησαν οι από κάτω και όχι οι από πάνω; Πάλι χρειαζόμαστε εξορθολογισμό; Και όντως, πάλι υπήρχε τέτοιο ζήτημα; Συγγνώμη και πάλι, αλλά από το 1823 πάνε ακριβώς 190 χρόνια δυτικού φιλελληνισμού, εθνικών συκοφαντιών και εκσυγχρονισμού του ραγιά που άξαφνα έγινε πολίτης, αλλά όχι ακόμα όσο πρέπει…

Ας μην μπούμε σε επί μέρους θέματα σχετικά με την επιχορήγηση της ΕΡΤ κλπ κλπ Ας σημειώσουμε μόνον ότι μέσα στον ολοκληρωτισμό της ενημέρωσης, η ΕΡΤ προσπάθησε μετά τα μνημόνια να περάσει κάποια μηνύματα, έμμεσα, αφού άμεσα δεν είχε την δυνατότητα. Αλλά ούτε κι αυτό είναι το μείζον τούτη τη στιγμή. Ετούτη την στιγμή το μείζον ίσως είναι να αναλογιστούμε ποιος πίσω από τους Σαμαράδες, τους Παπανδρέου και όλους τους άλλους, εκστομίζει τα περί “τεμπέληδων, επίορκων, κοπανατζήδων και όλοι μαζί τα φάγαμε”, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα και βιάζοντας την κοινή λογική. Ας υποχωρήσει πια η παραφροσύνη του αυτομαστιγωτικού εκσυγχρονιστικού οράματος που μόνον τον κυβερνητικό φασισμό εκτρέφει και σε αδιέξοδα οδηγεί. Σε ένα 24ωρο δεν απολύονται μόνον 2.500 εργαζόμενοι. Σε ένα 24ωρο ιδιωτικοποιείται σε σημαντικό βαθμό ο δημόσιος βίος μας. Γιατί; Για να αυξηθεί το δημόσιο χρέος των τεμπέληδων; Εκχώρησαν οι «τεμπέληδες» κανένα δικαίωμα στον πρωθυπουργό να ορίζει την ζωή μας εντός 24ώρου με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου; Κι αφού κάθε τροϊκανή επιθυμία είναι «για το καλό μας», τότε γιατί επαναλαμβάνει ασταμάτητα τα ψέματα και τις έξωθεν οργανωμένες ύβρεις;

 [ΠΗΓΗ: Στέργιος Ζυγούρας, 11-06-2013

[ΜΗΠΩΣ ΕΦΤΑΣΕ Η ΩΡΑ ΝΑ (αυτο)ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΟΥΜΕ ΤΗ ΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ παίρνοντας "όπλα" αυτοπροστασίας;]

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Ανοιχτή επιστολή προς τους νέους

«Με το δικαίωμά σου νάσαι πολίτης
στων ιδεών την πόλι»
(Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ)  «Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ και όχι για να μισώ»  (ου συνεχθείν αλλά συμφιλείν έφυν) (ΣΟΦΟΚΛΗΣ)



 
Εορτάσιμη για την Ευρώπη η 8η Μαΐου 1945. Είναι η ημέρα της νίκης των ελευθέρων Ευρωπαίων εναντίον της βαρβαρότητας του ναζισμού και του φασισμού.  Όμως, 68 χρόνια μετά την κατατρόπωση, την τελική νομίζαμε εξόντωση των μελανοχιτώνων, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι υπό την απειλή οργανωμένων φασιστικών ομάδων. Τα μέλη τους διαλαλούν και πρεσβεύουν αυτό ακριβώς το οποίο αδιάκοπα και με θυσίες πολέμησαν οι δημοκράτες του κόσμου στα χρόνια της πιο αιματηρής σύρραξης που γνώρισε η ανθρωπότητα, στα χρόνια δηλαδή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Κόμματα και κινήματα με ιδεώδη και συνθήματα μισαλλοδοξίας και ξενοφοβίας, με κίνητρα σκοτεινά και ιδιοτελή, τρομοκρατούν βίαια τους πολίτες, εγκληματούν κατά των ξένων σχεδόν ατιμωρητί, και βιαιοπραγούν κατά των νομίμων εκπροσώπων της πολιτείας, ακόμη και της δημοκρατικής τάξεως. Δεν αρκεί η ομόθυμη κατακραυγή σε τέτοια φαινόμενα βαρβαρότητας. Πρέπει να γίνει από όλους αντιληπτό ότι η δήθεν φιλανθρωπική δράση των νεοναζιστών προς τις ευπαθείς κοινωνικά και οικονομικά ομάδες των συμπολιτών μας αποβλέπει σε επικοινωνιακά μόνο οφέλη.  Είναι αναποτελεσματική και επικίνδυνη με τον διχασμό που προκαλεί, καταστρέφοντας τον ιστό της αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής.

Είναι καθήκον όλων μας όχι μόνο να καταδικάσουμε και να πάρουμε τις πρέπουσες αποστάσεις από τις ομάδες αυτές, αλλά κυρίως να επιστήσουμε την προσοχή κάθε αρχής στον κίνδυνο που ελλοχεύει με την αποδοχή, ή την απλή έστω ανοχή της δράσεως των νεοναζιστών. Η δράση αυτή είναι ύβρις για τον πολιτισμό και μίασμα για τον τόπο που δίδαξε στον κόσμο την ανθρωπιά. Πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά η απενοχοποίηση που επιτρέπει φασιστικά έκτροπα ώς και μέσα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Πρέπει να αντιδράσουμε αμέσως και αποτελεσματικά, πριν η ιστορία μάς ζητήσει να λογοδοτήσουμε για έναν απαράδεκτο εφησυχασμό.

Όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο αποφασίσαμε, με τα πνευματικά μέσα που διαθέτουμε, να εμποδίσουμε τη διάδοση των κηρυγμάτων του μίσους, να αποτρέψουμε εκδηλώσεις βαρβαρότητας στην πράξη και στον λόγο, να διακηρύξουμε τον σεβασμό των πολιτισμικών και πολιτικών παραδόσεων του έθνους. Καθήκον μας να καταγγείλουμε και να καταδικάσουμε κάθε απόκλιση από τα δημοκρατικά θέσμια που μας κληροδότησε η μακραίωνη ιστορία μας.

Διαλέξαμε από την Αντιγόνη του Σοφοκλή το σύνθημα που μας ενώνει: «Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ και όχι για να μισώ»  (ου συνεχθείν αλλά συμφιλείν έφυν).

Ελένη Αρβελέρ, Νίκος Αλιβιζάτος, Θανάσης Βαλτινός, Βασίλης Βασιλικός, Θάνος Βερέμης, Παντελής Βούλγαρης, Κώστας Γαβράς, Χρήστος Γιανναράς, Νίκη Γουλανδρή, Αγγελος Δεληβορριάς, Αλκη Ζέη, Παντελής Καψής,  Χαρά Κιοσσέ, Μιχάλης Κοπιδάκης, Μένης Κουμανταρέας, Γιώργος Κουρουπός, Εμμανουήλ Κριαράς, Στάθης Λιβαθινός, Γιώργος Λούκος, Δημήτρης Μαρωνίτης, Ναταλία Μελά, Νίκος Μουζέλης, Γιώργος Νταλάρας, Σταύρος Ξαρχάκος, Τίτος Πατρίκιος, Γιάννης Πρετεντέρης, Στέλιος Ράμφος, Μιχάλης Σταθόπουλος, Αννα Συνοδινού, Παναγιώτης Τέτσης, Κώστας Τσόκλης, Μαρία Φαραντούρη, Αλέκος Φασιανός, Θανάσης Φωκάς, Παναγής Ψωμόπουλος.

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

ΑΝΤΙ-ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ: Ίσως σε πολλά εκατομμύρια χρόνια ο άνθρωπος να γελάει με τα καμώματα του σημερινού «πολιτισμού»

Ίσως σε δέκα χιλιάδες χρόνια, σ' εκατό χιλιάδες χρόνια, σ' ενα εκατομμύριο χρόνια, σ' εκατό εκατομμύρια χρόνια,... ο άνθρωπος θα γελάει, θα γελάει, τ' ακούτε, με όλα όσα σκεφτόμαστε, κάνουμε, λέμε, γράφουμε, με όλα όσα αποκαλούμε δόξα, τιμή, μεγαλείο, ηρωισμό, τέχνες, επιστήμες, κάλλος, ισχύ, μεγαλοπρέπεια, θαυμαστό. Ο άνθρωπος θα έχει λησμονήσει τον άνθρωπο. (Antoine Wiertz, Λογοτεχνικά έργα)

Από τη μια, έχουμε τα δεδομένα προβλήματα του νομοσχεδίου, που συνοψίζονται στην πλημμελή προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας και την παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης από παραφθορές του εγκλήματος της άρνησης της γενοκτονίας. Ωστόσο, πλέον, πριν από την όποια κριτική στα προβλήματα αυτά, χρέος του δημοκρατικού κόσμου είναι να ερμηνεύσει την «αντι-αντιρατσιστική» σπουδή της ελληνικής Δεξιάς και να θέσει τη Ν.Δ. ενώπιον των πολιτειακών της ευθυνών για τον εκφυλισμό της δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα της κρίσης.  Αλήθεια, τι να φοβάται η ελληνική Δεξιά από ένα τέτοιο νομοσχέδιο που δεν φοβήθηκαν το ομογάλακτά της  κόμματα στην Ευρώπη; Μήπως βλέπει, κάπου στο βάθος, τον εαυτό της στη θέση του κατηγορούμενου;

Τι φταίει για το ρατσισμό;
Για τον ρατσισμό ευθύνεται η άνιση κατανομή εξουσίας στις κοινωνίες ανάμεσα σε συλλογικότητες, με όποια ιδιότητα και αν διακρίνονται: ταξική, φυλετική, θρησκευτική, κοινωνική, εθνική, σεξουαλική κλπ. Mε δεδομένη αυτήν τη θέση, βλέπουμε τρεις αντιρατσιστικές διεξόδους:


α) Η προοπτική του αυτοτελούς αντιρατσιστικού αγώνα, αποσυνδεδεμένου από ένα σχέδιο κοινωνικής χειραφέτησης. Σε αυτή την προοπτική, που μπορούμε να ονομάσουμε αντιρατσισμό της «κοινωνίας των πολιτών», εντάσσονται οι λεγόμενες «αντιρατσιστικές» νομοθεσίες που έχουν γίνει κανόνας στην Ε.Ε.

β) Η μετάθεση του αντιρατσιστικού προτάγματος επέκεινα της ανατροπής των συσχετισμών της ανισότητας. Αυτή η αντίληψη κυριαρχεί σε μείζον τμήμα της ελληνικής Αριστεράς, αντανακλώντας την ηγεμονική θέση που κατέχουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις σε νησίδες της. Η ηγεμονία αυτή, με τη σειρά της, τροφοδοτεί την πεποίθηση ότι το μεταναστευτικό είναι αντιδημοφιλές ζήτημα, από το οποίο η Αριστερά εκ θέσεως χάνει.

γ) Ο  αντιρατσισμός στην υπηρεσία της υπόθεσης της κοινωνικής χειραφέτησης. Αυτή είναι η θέση που υποστηρίζεται εδώ.

Ο ρατσισμός ως ιδεολογία είναι ίδιον των εξουσιαστικών, άρα και των καπιταλιστικών κοινωνιών. Το ερώτημα λοιπόν είναι αναπόδραστο: στον βαθμό που ο δυνατός, εξαιτίας της ισχύος του, έχει την ικανότητα να στιγματίζει και να υποβάλει τον ανίσχυρο σε κάθε λογής στερεοτυπικές ταξινομήσεις και αθέμιτες διακρίσεις, μήπως ο αντιρατσιστικός αγώνας είναι μάταιος, όσο δεν αλλάζουν οι κοινωνικοί συσχετισμοί; Ή, πάρα ταύτα, μπορούμε και οφείλουμε να διεξάγουμε έναν αυτοτελή αντιρατσιστικό αγώνα, με την εύλογη ελπίδα ότι ακόμη και σε συνθήκες μιας ανισότητας που οξύνεται μπορούμε να αμβλύνουμε –έστω και σχετικά–  την πληγή του ρατσισμού; Περαιτέρω, μήπως η ίδια η υπόθεση της αντιρατσιστικής πάλης είναι ένας κρίσιμος αγώνας που εγκλείει ένα καθαυτό απελευθερωτικό περιεχόμενο, στην κατεύθυνση ενός σχεδίου καθολικής κοινωνικής χειραφέτησης; Τα δύο τελευταία ερωτήματα είναι  ρητορικά· η απάντησή μου είναι ανεπιφύλακτα καταφατική.

1.  Ο ρατσισμός είναι, λοιπόν,  ιδεολογία των άνισων.  Όσο υπάρχουν άνισοι, θα υπάρχει ρατσισμός. Αυτό είναι ένας λόγος παραπάνω να παλεύει κανείς τον ρατσισμό ο οποίος επιτελεί διττή λειτουργία: την  στιγμή που είναι η ένδειξη της κοινωνίας των άνισων, γίνεται και ιδεολογικός μοχλός αναπαραγωγής της.

2. Ο ρατσισμός είναι, ταυτόχρονα, ιδεολογία υποταγής και κυριαρχίας.  Χρειάζεται για να σφυρηλατείται η ενότητα των ισχυρών έναντι των αδυνάμων, να εδραιώνεται η ματαίωση στους αδύναμους και, τέλος, να αμβλύνεται η συναίσθηση των εξουσιαστικών δομών μέσα στους υποτιθέμενα ισχυρούς. Ο ρατσισμός έχει τα χαρακτηριστικά μιας συμπαγούς ψευδούς συνείδησης. Είναι ο ακατέργαστος, αδιαμεσολάβητος και απροβλημάτιστος τρόπος που το άτομο εσωτερικεύει την καθημερινή του εμπειρία μέσα στην κοινωνία, ο «κοινός νους» που δεν γνωρίζει στοχασμό και ενδοσκόπηση αλλά μόνο μια αυτοαναφορική δικαίωση. Η ρατσιστική ιδεολογία επιτρέπει σε κάποιον ανίσχυρο να νομίζει πως είναι ισχυρός, βρίσκοντας έναν πιο ανίσχυρο και εναποθέτοντας πάνω του τη ματαίωση, την απόγνωση και την αγανάκτηση.  Αυτός λοιπόν γίνεται η εμπροσθοφυλακή της ρατσιστικής ιδεολογίας: οι ιρλανδοί καθολικοί μετανάστες, εμπροσθοφύλακες του αμερικάνικου ρατσισμού έναντι των ιταλών και ελλήνων μεταναστών στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Νοτιοευρωπαίοι έναντι των Ουκρανών και των Πολωνών, όλοι μαζί εναντίον των Μαύρων, Μαύροι εναντίον των Λατίνων, όλοι μαζί εναντίον των Ινδιάνων, και πάει λέγοντας. Το ίδιο και στην Ελλάδα…

3. Υπό την έννοια αυτή, ο ρατσισμός είναι ιδεολογία των θρασύδειλων. Ο έλληνας ρατσιστής χτυπάει τον φτωχό Πακιστανό επειδή είναι μουσουλμάνος, και υποκλίνεται στον Σαουδάραβα επενδυτή παρά το ότι είναι μουσουλμάνος.  Ο αλβανός ρατσιστής κάθεται σούζα στο αφεντικό του, αλλά εύκολα θα τα βάλει με τον αφγανό ένοικο του υπογείου (στο οποίο πριν λίγα χρόνια ζούσε αυτός), διότι τον ενοχλούν οι μυρωδιές του.

Η θέση του αντιρατσισμού στην υπηρεσία της χειραφέτησης απαιτεί επεξεργασία τριών στρατηγικών θέσεων και στοχεύσεων.

Θέση πρώτη: Ο ρατσισμός δεν είναι ηθική διαστρέβλωση, αλλά πολιτική συνέπεια των εξουσιαστικών σχέσεων του σύγχρονου βιοπολιτικού καπιταλισμού. Αυτή είναι η στρατηγική ενώπιον του «αντιρατσισμού της κοινωνίας των πολιτών». Ο ρατσισμός είναι ιδεολογία πολύ σύνθετη για να την κατατάξουμε ως μια απλή ένδειξη πολιτισμικής ή νοητικής καθυστέρησης κάποιων, όπως πολλοί κάνουν σήμερα: σιχαίνονται την «πολιτισμική υπανάπτυξη» των ρατσιστών, αλλά υπερασπίζονται πολιτικές που ευνοούν το ρατσισμό.

Θέση δεύτερη: Ο ρατσισμός, ως ιδεολογία, έχει μια σχετική αυτάρκεια και εξάπλωση σε όλο το πολιτικό φάσμα, που εξηγεί την επιρροή του και εκτός Άκρας Δεξιάς. Σε ό,τι αφορά την Άκρα Δεξιά, κρίσιμη αφετηρία μιας συνεκτικής αντιρατσιστικής στρατηγικής είναι η ανάδειξη των συνεπειών της ρατσιστικής ιδεολογίας στο ίδιο το συλλογικό υποκείμενο που εκφέρει ρατσιστικό λόγο:  Πώς μπορεί η Χρυσή Αυγή να αντιπαρέλθει το ότι γερμανοί ομόλογοί της σκότωσαν έλληνα μετανάστη επειδή ήταν Έλληνας; Εδώ ο ρατσισμός έχει ένα συγκριτικό μειονέκτημα, καθώς βλέπει σε κάθε άλλον άνθρωπο που δεν ανήκει στην κοινότητά «του» έναν εξ ορισμού εχθρό.

Θέση τρίτη: η συλλήβδην αδιαβάθμητη καταγγελία του ρατσισμού είναι αδιέξοδη. Σε ό,τι αφορά τη διείσδυση του ρατσισμού στο mainstream πολιτικό ρεπερτόριο χρειάζεται προσοχή που δοκιμάζει τις δικές μας αντοχές. Χρειάζεται διάκριση, να το πω απλά, μεταξύ Γ. Παπανδρέου και Α. Λοβέρδου. Αυτή είναι η στρατηγική εμβολισμού του αστικού κόσμου, ο οποίος γνωρίζει και τις δικές του τομές και διαιρέσεις που είναι απολύτως αξιοποιήσιμες. Χρειάζεται όμως και διάκριση ανάμεσα στον αγανακτισμένο γονιό που βλέπει το παιδί του να καθυστερεί στο σχολείο διότι οι πολλοί συμμαθητές του δεν έχουν μητρική γλώσσα αυτή που διδάσκεται, και στον πολιτικό κόσμο που αξιοποιεί τον θυμό του διοχετεύοντάς τον σε ακροδεξιές ατραπούς.

Η έκβαση του αντιρατσιστικού αγώνα είναι κρίσιμη παράμετρος της υπόθεσης της κοινωνικής χειραφέτησης στους πολύ δύσκολους καιρούς που ζούμε. Η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση εξ ορισμού γεννά ρατσισμό, ακόμη και αν το αντιμετωπίζει ως παράπλευρη απώλεια ή εκ πρώτης ανάγνωσης δεν το θέλει. Ο αντιρατσισμός που (κάνει πως) δεν βλέπει τα μεγάλα ζητούμενα μιας κοινωνίας σε οδύνη ολισθαίνει προς τη φιλανθρωπία. Ο αντιρατσιστικός αγώνας δεν μπορεί να είναι λυσιτελής και ολοκληρωμένος, αν δεν συνδέεται με τις μείζονες πολιτικές διακυβεύσεις της αλλαγής συσχετισμών στην κατεξοχήν κοινωνική αντίθεση που οξύνεται. Η ανάδειξη αυτής της σύνδεσης δεν είναι ικανή προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση του αγώνα της χειραφέτησης. Είναι όμως αναγκαία.

[Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου – αναρτήθηκε στα ΕΝΘΕΜΑΤΑ: http://enthemata.wordpress.com/ ]

CASUS BELLI by Yorgos Zois - BEST SHORT FILM ABOUT THE CRISIS!!!

στο λινκ ανοίγει η μικρού μήκους ταινία casus bellι... «όταν γυρίζαμε τη σκηνή με την ουρά των αστέγων που περίμεναν συσσίτιο, ένας πατέρας, Ελληνας, περίμενε στην ίδια ουρά με την κόρη του. Οταν αντιλήφθηκε ότι κάναμε γύρισμα, η απογοήτευση στο πρόσωπό του με σόκαρε. Βλέποντας αυτή τη σκηνή αντιλήφθηκα ότι η μυθοπλασία έχει γίνει πραγματικότητα.» Γιώργος Ζώης (σενάριο-σκηνοθεσία)

Και οι έσχατοι έσονται πρώτοι: ο άνθρωπος θα έχει λησμονήσει τον άνθρωπο

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Πώς να πιστέψει κανείς την Ιστορία, όταν για γεγονότα που έγιναν μόλις χθες, λέγονται τόσα ψεύδη;

 «Κάθε λαός δημιουργεί εθνικούς μύθους» φέρεται να απάντησε η κ. Μαρία Ρεπούση στην ερώτηση αν υπήρξε ο χορός του Ζαλόγγου, πυροδοτώντας νέο «πόλεμο» για το ποια είναι η ιστορική αλήθεια, παρά τη μετέπειτα διευκρίνισή της, ότι δεν μίλησε για χορό του Ζαλόγγου και ότι τα λόγια της παραποιήθηκαν. Το ερώτημα πάντως παραμένει και είναι βασανιστικό: Υπάρχει μια ή πιο πολλές αλήθειες;

Το ευαίσθητο θέμα άνοιξε, και ξαναμπαίνουν καίριες ερωτήσεις. Υπάρχει μία ή πολλές ιστορικές αλήθειες; Η κ. Ρεπούση, στη συνέντευξή της, φερόταν να λέει ότι πρέπει «να μπορεί κανείς να διαβάζει ιστορικά τα πράγματα, να μη στέκεται σε μια αλήθεια, αλλά να βλέπει και τις άλλες αλήθειες». Ποιες είναι οι «άλλες αλήθειες»; Είναι ο ιστορικός θρύλος, μύθος; Ποιος ο στόχος της Ιστορίας;

 
«Ένα είναι το έργο της Ιστορίας κι ένας ο σκοπός της, το ωφέλιμο που βγαίνει μόνο από την αλήθεια» έλεγε ο Λουκιανός. Η ακριβής γνώση των γεγονότων, πίστευε ο Θουκυδίδης, χρησιμεύει σε όσους θέλουν να εννοήσουν τα μελλούμενα. Ο Θουκυδίδης ουδέποτε αμφισβήτησε ότι η αλήθεια είναι εφικτή στην Ιστορία. Ούτε αρνιόταν τα συναισθήματα που γεννά η σφοδρότητά της. Μέσα από τις αφηγήσεις του, αναδημιουργούσε το πάθος και την καυτή εμπειρία. Αυτό δεν στερούσε κάτι από την αντικειμενικότητα, για την οποία τόσο είχε μοχθήσει. Η αντικειμενικότητα δεν απαιτεί ψυχρότητα, δεν πλήττεται από τη συναισθηματική εμπλοκή, πλήττεται από την προκατάληψη, τη μεροληψία, την αυθαίρετη προβολή επιθυμιών, δοξασιών. Ο Θουκυδίδης ήθελε το έργο του να είναι χρήσιμο. Τα διδάγματα της Ιστορίας να βοηθούν έναν προικισμένο ηγέτη, όχι να προφητεύει, αλλά να ελέγχει τα γεγονότα. Στα ίδια σημεία στέκονται νεότεροι ιστορικοί. «Η ιστορική γνώση δεν μας κάνει εξυπνότερους για την επόμενη φορά, αλλά σοφότερους για πάντα» (Τζέικομπ Μπάρκχαρντ). Ή προχωρούν πέρα από αυτά. Από την Ιστορία «δεν μαθαίνει κανείς να διαβλέπει το μέλλον ή να κατευθύνει τις εξελίξεις, αλλά να αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα των γεγονότων, το τρωτόν του πολιτισμού και της τάξης» (Ρόμπερτ Κόνορ).

Βέβαια, η πραγματικότητα δεν είναι πάντα τόσο λαμπερή όσο ο μύθος. Η Ιστορία βρίσκεται σε θέση μειονεκτική απέναντι στην παραμυθία που ερεθίζει τη φαντασία. Το ποιος είναι ο μύθος εξαρτάται από το πλαίσιο της εποχής, την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, τις κρατούσες αντιλήψεις. Επιβάλλεται με την προπαγάνδα, το ψεύδος, τα χαλκεία. Η έντεχνη παραποίηση των γεγονότων για να καλυφθούν εγκλήματα, να ηρωοποιηθούν ηγέτες ή υπερδυνάμεις, οι στρωματώσεις από νέες «αλήθειες», που κατεδαφίζουν τις παλιές, διατρέχουν τους αιώνες. Η παραχάραξη της Ιστορίας είναι μια διαχρονική «συνωμοσία κατά της αλήθειας». Από γενιά σε γενιά κληροδοτούνται διαφορετικά ψεύδη. Για την εδραίωσή τους φροντίζουν «ειδικοί πρόθυμοι» για στρογγυλοποιήσεις. Χθες, σήμερα, αύριο. Ωστόσο, η κατανόηση των αλλοτινών συγκρούσεων, βοηθάει να αντιληφθούμε τις σημερινές. Αν τις αρνηθούμε δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τις τωρινές διαφορές μας.

Το πρόβλημα είναι ότι η στρέβλωση αρχίζει άμεσα, πριν περάσουν πολλά χρόνια. Η αποσιώπηση λεπτομερειών τροποποιούν τα διατρέξαντα. Τόσο, που να επιβεβαιώνεται η απαισιόδοξη ρήση του Βίσμαρκ. «Πώς να πιστέψει κανείς την Ιστορία, όταν για γεγονότα που έγιναν μόλις χθες, λέγονται τόσα ψεύδη;». Η αναδίφηση της ιστορικής αλήθειας είναι το πιο σκληρό, το πιο επαχθές έργο.

[ΠΗΓΗ: Τασούλα Καραϊσκάκη ΤΟ ΩΦΕΛΙΜΟ, Η ΑΛΗΘΕΙΑ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Κυριακή 2 Ιουνίου 2013]