Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Καμαρώνουν, αυτή είναι η λέξη

Τα χαμόγελά τους δεν έχουν την ασκημένη φωτογένεια ανθρώπων που είναι εξοικειωμένοι με τη δημοσιότητα. Δεν χαμογελούν στον φακό, αλλά εκφράζουν ικανοποίηση, δικαίωση της προσπάθειας. Καμαρώνουν· αυτή είναι η λέξη

Δυσεύρετο συναίσθημα στη σημερινή Ελλάδα του φόβου, της οργής, της βαθιάς μελαγχολίας και απογοήτευσης, της γεμάτης σκιές επόμενης μέρας. Και όμως. Ο Σπύρος Γιαννιώτης, ο Έλληνας παγκόσμιος πρωταθλητής στα 10 χλμ. ανοιχτής θάλασσας, κράτησε το χρυσό μετάλλιο με τη στιβαρότητα του ανθρώπου που αγωνίστηκε και κατέκτησε.

Το ίδιο και οι τέσσερις Έλληνες μαθητές (από την Καρδίτσα, τον Καρέα Αττικής, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά) που διακρίθηκαν στην 24η Παγκόσμια Ολυμπιάδα Βιολογίας στη Βέρνη της Ελβετίας ή οι συνομήλικοί τους που συμμετείχαν και απέσπασαν μετάλλια στη Διεθνή Ολυμπιάδα Φυσικής στην Κοπεγχάγη ή οι έφηβοι, επίσης, που βραβεύτηκαν πριν από έναν μήνα στην 30ή Βαλκανική Μαθηματική Ολυμπιάδα.

Οι διακρίσεις τους είναι αποτέλεσμα εντατικής προσπάθειας, μόχθου, συστηματικής ενασχόλησης με ένα αντικείμενο που αγαπούν να διερευνούν, δοκιμάζοντας τα όριά τους, τις αντοχές τους, τις δυνάμεις τους, σωματικές και πνευματικές.

Έχουμε ανάγκη τα πρόσωπά τους περισσότερο παρά ποτέ. Τη χαρά τους, την καθαρότητα του στόχου τους, την αδιαπραγμάτευτη σχέση τους με ό,τι αποκαλούμε επιθυμία. Όχι, δεν πρόκειται να εγκαταστήσουμε τα παιδιά αυτά σε ένα μυθοποιητικό σύμπαν. Η επιτυχία τους είναι δική τους υπόθεση και των καθηγητών, των προπονητών, του περιβάλλοντός τους.

Ο δημόσιος έπαινος και η δημοσιότητα έπονται· αφορούν άλλες περιοχές, που δεν έχουν να προσφέρουν και πολλά πράγματα επί της ουσίας, εφόσον δεν μπορούν να συνεισφέρουν στη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος ή των συνθηκών του ελληνικού αθλητισμού. Μεμονωμένες είναι οι προσπάθειες· δεν εντάσσονται σε συλλογικότητες μεγαλύτερες από τη μικρή ομάδα. Όταν κάνουν δηλώσεις οι άνθρωποι αυτοί, ευχαριστούν συνήθως τους «οικείους» τους (ό,τι περιεχόμενο έχει για τον καθένα) και στη συνέχεια αναφέρονται μόνο σε αντιξοότητες.

Στην περίπτωση των μαθητών που διακρίνονται, το Διαδίκτυο είναι πολύτιμος βοηθός στην αναζήτηση πληροφοριών ή στη δυνατότητα εξάσκησης. Η πρόσβαση στη γνώση είναι πλέον πολύπλευρη και πολυποίκιλη.

Το ανακουφιστικό στις ειδήσεις παρόμοιων βραβεύσεων είναι τα ίδια τα πρόσωπα όπως αποτυπώνονται στις φωτογραφίες. Δεν ποζάρουν, δεν διεκδικούν ανταγωνιστικά περισσότερη δημοσιότητα με όποιο τίμημα. Δεν είναι επαγγελματίες της πολιτικής, δεν ενδιαφέρονται για την ψήφο του κοινού. Θα κρατήσουν, ενδεχομένως, τα δημοσιεύματα για ενθύμιο. Αλλά ως εκεί. Δεν διεκδικούν συνέχεια.

Κι αυτό ακριβώς, το περιστασιακό, το φευγαλέο, που κρατάει για λίγα 24ωρα, είναι ένα σύντομο ράπισμα αισιοδοξίας, σε μια διαλυτική ατμόσφαιρα ματαιότητας. Μπορεί να επανέλθουν στην επικαιρότητα· ο αθλητής με μια νέα επίδοση· ο μαθητής με νέο μετάλλιο σε άλλη Ολυμπιάδα. Αλλά η δική τους ζωή δεν τρέφεται από τη δημοσιότητα.

Ο πληθυσμός όσων διακρίνονται για κάποιο επίτευγμα αυξάνεται στην Ελλάδα των αντιξοοτήτων. Σε τομείς όπως η γνώση, η επιστήμη, ο πολιτισμός, η επιχειρηματικότητα, ο αθλητισμός, πολλοί νέοι διαπρέπουν, είτε εντός είτε εκτός της χώρας. Και αν η αξιοκρατία ήταν βασικό υλικό στη ραχοκοκαλιά του κράτους και της κοινωνίας, τότε οι άριστοι θα είχαν το προβάδισμα για να διαμορφώσουν την επόμενη μέρα. Τα πρόσωπά τους, η μόνη φωτεινή υπόσχεση για το μέλλον

[ΠΗΓΗ: Μαρία Κατσουνάκη – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής 28-07-2013]

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Έχει και η Νοσταλγία την Ιστορία της

Η «Νοσταλγία» είναι πάντα κάτι παραπάνω από αναπόληση του ευτυχισμένου παρελθόντος. Γιατί νοσταλγία δεν είναι μόνο να γυρίσεις στον τόπο σου αλλά και σε μια άλλη ηλικία , στο χρόνο της νιότης, μια και το πραγματικό αντικείμενο της νοσταλγίας είναι τελικά το αμετάκλητο του χρόνου. Η νοσταλγία, που απασχόλησε Φρόυντ, και άλλους φιλοσόφους, στοχαστές και καλλιτέχνες, μπορεί να είναι μελαγχολική αλλά και ουτοπική. Γιατί, τελικά, η Νοσταλγία, εκτός από επιθυμία επιστροφής στο παρελθόν, είναι και η αναγνώριση  ορισμένων όψεων του ως αναγκαίας βάσης για ανανέωση και ικανοποίηση στο μέλλον.



Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η λέξη «Νοσταλγία» δεν έχει ελληνική καταγωγή. Αν και προέρχεται από τη σύνθεση δύο ελληνικών λέξεων, νόστος (από το νέομαι= επιστρέφω) και άλγος (= πόνος), εν τούτοις ως ενιαία λέξη δημιουργήθηκε από ένα ξένο για ιατρικούς λόγους. Όπως αναφέρει ο ψυχίατρος Θανάσης Καράβατος στο πόνημά του «Έχει κι η Νοσταλγία την Ιστορία της» , ο αλσατός γιατρός Ζαν Όφερ, το 1688, κατασκεύασε τον όρο για να περιγράψει ορισμένα περιστατικά όπου άτομα που απομακρύνονταν από τη γενέθλια γη, π.χ. οι στρατιώτες, ανέπτυσσαν συμπτώματα μυικής εξάντλησης, έντονης θλίψης άρνησης τροφής και θεραπείας, τα οποία εξαφανίζονταν όταν επέστρεφαν στον οικείο χώρο, την πατρίδα τους. Πού να φανταζόμασταν ότι η πολυτραγουδισμένη νοσταλγία (Όμηρος, Οβίδιος, Ρίλκε, Καβάφης, Καμύ, Κούντερα, Μποντλέρ, Παπαδιαμάντης κ.ά.) νομιζόταν στην αρχή ως μια ασθένεια που χρήζει αγωγής…

Ο συγγραφέας αυτού του ολιγοσέλιδου πονήματος ανατρέχει στην ιστορία της νοσταλγίας και πώς από την ιστορική ερμηνεία περάσαμε στην ψυχοπαθολογική και από τη χωρική στη χρονική. Γιατί νοσταλγία δεν είναι μόνο να γυρίσεις στον τόπο σου αλλά και σε μια άλλη ηλικία , στο χρόνο της νιότης, μια και το πραγματικό αντικείμενο της νοσταλγίας είναι τελικά το αμετάκλητο του χρόνου. Η νοσταλγία απασχόλησε το Φρόυντ, αλλά και τους φιλοσόφους Έντμουντ Χούσερλ και Καρλ Γιάσπερς. Ο γεννημένος στο Α΄γέρι Ντεριντά μίλησε για τη nostalgerie και όσοι γεννήθηκαν στην πρώην Ανατολική Γερμανία για nostalgie. Ακόμη και η solastalgia υπάρχει, η θλίψη που προκαλούν στον άνθρωπο οι περιβαλλοντικές καταστροφές.

Όσες έννοιες και να δώσουμε στη νοσταλγία, αυτή δεν παύει να είναι μια κανονική ανθρώπινη συνθήκη που θα γίνει διαχρονικό στοιχείο έμπνευσης για την τέχνη. Και αυτό δεν είναι τυχαίο: η νοσταλγία είναι πάντα κάτι παραπάνω από αναπόληση του ευτυχισμένου παρελθόντος. Η Νοσταλγία του Ταρκόφσκι είναι αυτή του ανθρώπου που αποκόπτεται από τη γενέθλια γη, αλλά και του σύγχρονου ανθρώπου που αποκόπτεται από τις πνευματικές του ρίζες.  Του Ομήρου και του Καβάφη είναι όχι μόνο η νοσταλγία της επιστροφής στην πατρίδα, αλλά και «η νοσταλγία των ταξιδιών και των πρωινών αφίξεων εις τους λιμένας όπου, με τι χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις» Είναι λάθος, τονίζει η μελέτη, να δούμε τη νοσταλγία ως κάτι παρελθοντικό κι ανούσιο για το σήμερα. Η νοσταλγία, εκτός από επιθυμία επιστροφής στο παρελθόν, είναι και η αναγνώριση ορισμένων όψεων του ως αναγκαίας βάσης για ανανέωση και ικανοποίηση στο μέλλον. Ή, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Καράβατος,

 «η νοσταλγία μπορεί να είναι μελαγχολική αλλά και ουτοπική»

 [ΠΗΓΗ: Γιάννης Ν. Μπασκόζος, Νοσταλγία]

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Να τροχίζεις και να κρατάς ανοιχτό το μυαλό σου σε ό,τι υπάρχει

Ο άεργος, ο ειδήμων και ο ερασιτέχνης αποτελούν τις τρεις όψεις του κοινωνικού μας προβλήματος τις ημέρες της κρίσης

 


Είναι πάντα παρήγορο να βλέπει κανείς γύρω του υπάρξεις που επιμένουν να ζουν και δεν παραδίδονται αμαχητί στη φθορά. Ό,τι και να τύχει, θα το αντιμετωπίσουν με μια συσπείρωση των δυνάμεών τους, αυτών που τους έχουν απομείνει. Σε μια από τις τελευταίες νουβέλες του ο Τολστόι μιλάει για ένα φυτό που ευδοκιμεί στα μέρη του Καυκάσου, ένα γαϊδουράγκαθο που το ονομάζουν «Τάταρο». Όταν ο ίδιος προσπάθησε μια μέρα να το κόψει, παρ’ όλο που ήταν πολύ προσεκτικός, δοκίμασε τη σθεναρή αντίσταση του φυτού που με όλα τα αγκάθια του και με όλες τις ίνες του κοτσανιού του έδινε στον σφαγέα του να καταλάβει ότι δεν θα υπέκυπτε παρά μόνον αφού θα είχε αγωνιστεί έως εσχάτων.

Από το περιστατικό αυτό ο συγγραφέας οδηγήθηκε στην εξιστόρηση του βίου ενός ανθρώπου που η ζωή του βρισκόταν στην άκρη του ξίφους του· δεν ήταν πολεμόχαρος, ήξερε μόνον να προασπίζεται μαχητικά αυτό που είχε ζωτική σημασία για κείνον.

Δεν είναι τυχαίο που παρόμοια πεισματικά γαϊδουράγκαθα απαντώνται πολύ περισσότερο στην επαρχία, παρά στις πόλεις. Σήμερα που οι άνεργοι, οι απολυμένοι, οι πρόωρα συνταξιοδοτημένοι πυκνώνουν στη χώρα μας τις γραμμές ενός στρατού που δεν είναι πια «εφεδρικός» (όπως ήταν άλλοτε), γιατί η παραγωγή δεν φαίνεται ότι θα τους καλέσει σύντομα και πάλι στις τάξεις της, σήμερα που όλοι αυτοί οι αθέλητα άπραγοι πηγαινοέρχονται ανάμεσα στο σπίτι και το καφενείο, γεννιέται αναπόφευκτα το ερώτημα: «όταν σταματάς να εργάζεσαι, σταματάς και να ενεργείς;».

Δεν χρειάζεται να επιδοθεί κανείς σε διαλογισμούς επί του θέματος, ούτε και να καταφύγει σε μελέτες και στατιστικές για να βρει την απάντηση.

Εάν αναλογιστεί αυτό που έχει δει αρκετές φορές αρκεί. Θα θυμηθεί ότι είδε την ερασιτεχνία να αμύνεται με πάθος εναντίον της αεργίας. Θα θυμηθεί όλους εκείνους τους ανθρώπους που σε κωμοπόλεις και πόλεις της επαρχίας τον εξέπληξαν κάποτε με την υπομονή και τον ζήλο στρατευμένα σε κάποιου είδους εξερεύνηση. Το ότι δεν επρόκειτο για επαγγελματική εργασία ή για επιστημονική έρευνα εμπόδιζε αυτούς τους φιλόπονους να διεκδικήσουν από τους άλλους κάτι περισσότερο από μια συγκαταβατική επιείκεια. Οι επαΐοντες του άστεως μειδιούσαν συνήθως με τα πονήματά τους, όταν δεν τα κοιτούσαν με μια μετά βίας καλυμμένη περιφρόνηση.

Από τη μια υποτίθεται ότι ήταν το επάγγελμα από την άλλη μια κακομοίρικη υπο-κατηγορία του. Εκεί ήταν που γινόταν το λάθος.

Γιατί ο γνήσιος ερασιτέχνης δεν είναι ένας υποδεέστερος επαγγελματίας, είναι κάποιος που φεύγει από το καλούπι μιας ορισμένης πειθαρχίας για να ακολουθήσει πορεία παράλληλη. Από ένα ένστικτο αυτοπροφύλαξης μάλλον, αναπτύσσει τη δραστηριότητά του. Δεν επιδιώκει μ’ αυτήν να υποκαταστήσει τις δοκιμασμένες μεθόδους εργασίας, σκοπός του είναι να περιορίσει την κυριαρχία του μηχανικού στοιχείου πάνω του, αφού κατά κανόνα σε κάθε επάγγελμα η μηχανή και ο δικός της ρυθμός επιβάλλονται σε οποιονδήποτε ατομικό βιο-ρυθμό.

Στους αντίποδες αυτής της ισοπέδωσης, θα βρούμε την πανάρχαια επιθυμία των μοχθούντων να υπακούει η εργασία τους αποκλειστικά στις προτεραιότητές τους. Να μοχθείς με τη θέλησή σου! Δεν θα έπρεπε να τοποθετήσουμε αυτό το αίτημα σε μια θέση περισσότερο σεβαστή; Κι όμως, επεκράτησε εύκολα η άποψη ότι όσοι αναλίσκονται σε έργα εκτός ωραρίων, γραφείων και κανονισμών, αποτελούν ένα πλήθος αχρήστων από τη σκοπιά της εθνικής οικονομίας. Υποτιμήθηκε το γεγονός ότι αυτοί οι άσημοι ρέκτες εξοικονομούσαν πόρους και ενέργεια. Συγκέντρωναν στοιχεία, μαρτυρίες, σημείωναν, κατέγραφαν, ταξινομούσαν. Χάρη σε ακάματους εμπειρικούς φυσιοδίφες η χλωρίδα και η πανίδα του τόπου δεν περίμεναν τον γεωπόνο, τον ζωολόγο, τον βιοχημικό για να τα εξετάσουν με τις μεθόδους και τα όργανα μιας επιστήμης που έχει πάντα την ανάγκη χρημάτων για να κινηθεί.

Το μάτι του αυτοσχέδιου μελετητή ήταν πολύ ανυπόμονο· λαχταρούσε να ψάξει, να δει. Ο ειδικός μέσα στο εργαστήριο, όταν του ανακοίνωναν ότι τα κονδύλια για την έρευνα στέρεψαν, ότι το κράτος δεν του έστελνε την κινητήρια επιταγή, σήκωνε τα χέρια. Η Ελλάδα πτώχευε βαθμιαία και οι επιστήμονες θρηνολογούσαν. Αλλά την ίδια στιγμή απόμαχοι δημόσιοι υπάλληλοι, στρατιωτικοί, δάσκαλοι, δικαστικοί, ιερείς και πολλοί άλλοι συνέχιζαν να παρατηρούν και να ανιχνεύουν τη Φύση, τις ντοπιολαλιές, την Ιστορία ή τους θρύλους, με μόνο εφόδιο εκείνη την όρεξη για γνώση που ο Αριστοτέλης την θεωρούσε σαν μια από τις πιο «φυσικές» ανθρώπινες ιδιότητες.

Αν λοιπόν σήμερα οι περιστάσεις εμποδίζουν κάποιον να ασκήσει το επάγγελμά του, ας κάνει το επάγγελμα που προηγήθηκε παντός άλλου: το επάγγελμα να είναι ανθρώπινος. Να τροχίζει δηλαδή και να κρατάει ανοιχτό το μυαλό του σε ό,τι υπάρχει. Το να σταματήσει να θέλει να γνωρίζει, θα ήταν σημάδι πως η κρίση και οι στενοχώριες της τον σπρώχνουν μέχρι το τελευταίο σκαλί. Ωστόσο, ακόμη και δίπλα απ’ αυτό το σκαλί, μένει συνήθως λίγο χώμα. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα για τον κακοπαθημένο να μετατοπισθεί προς τα εκεί.

Να πάψει να είναι ένα σκουπιδάκι πάνω στο τσιμέντο και να γίνει άνθρωπος- γαϊδουράγκαθο.

 
[ΠΗΓΗ: Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14/07/2013].

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Παράξενο αλλά όσο χειροτερεύουν τα πράγματα και η κρίση «τρελαίνεται», εγώ αρχίζω και αισθάνομαι καλύτερα. Λες να μεταλλάσσομαι σε μισάνθρωπο;

Με τη δημόσια τηλεόραση μαυρισμένη, τα ΜΑΤ στην Πρυτανεία, τον εκπαιδευτικό κόσμο σε αναβρασμό, τους δημοτικούς υπαλλήλους υπό απόλυση, τον ιδιωτικό τομέα σε διάλυση, το νέο επιστημονικό δυναμικό ουρά στις πρεσβείες, τη δημοκρατία σε κατάρρευση και τον Βενιζέλο συναντιλαμβανόμενο του Σαμαρά απολαμβάνω με μια προϊούσα ενοχή τις ολιγαρκείς και στερημένες μέρες μιας καλοκαιρινής ανάπαυλας. Πίνω ξανά τσίπουρα χωρίς γλυκάνισο, αγναντεύοντας ένα ξεφτισμένο από τους ποιητικούς μύθους του Ελύτη γαλάζιο και νιώθω σαν τους κατοίκους της Πομπηίας. Που συνεχίζουν ανυποψίαστοι τις καθημερινές τους ασχολίες, ενόσω κατέρχεται ορμητική η λάβα. Κι όμως τούτο το φθινόπωρο προοιωνίζεται εκρήξεις. Ζω με την ελπίδα ότι οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος θα με βρουν στο δρόμο.  

 
Εσωτερικός μονόλογος homo e-sapiens μνημονίων

Μπορεί ο σφάχτης στην τσέπη μου να έχει μεγαλώσει, μπορεί κάθε φορά που πηγαίνω σε ένα ΑΤΜ και ζητάω υπόλοιπο λογαριασμού τα δεκαδικά ψηφία να είναι περισσότερα από τα ακέραια, μπορεί να έχουν αυξηθεί οι φορές που αρνούμαι στα παιδιά παγωτό ή παιχνίδια, μπορεί να μην μου επιτρέπεται πλέον η έκφραση της κοινωνικής μου ευαισθησίας με τρόπους που έκανα στο παρελθόν, μπορεί μάλιστα ώρς ώρες να αισθάνομαι και λιγότερο άνθρωπος από πριν, αλλά όλο ετούτο το πράγμα αρχίζει κατά έναν παράξενο τρόπο να με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα.

Συνήθισα τις οιμωγές και τα βαριαναστενάγματα του κόσμου γύρω μου, συνήθισα τις παπαριές εκείνων που δεν έχουν πάρει χαμπάρι σε τι βούρκο έχουμε πέσει και φωνάζουν υπέρ των κινήσεων «ανάπτυξης», συνήθισα το να βλέπουν οι κρατούντες την εξουσία και να ασχολούνται μόνο με το πώς θα ευημερήσουν οι αριθμοί και να πάνε να πνιγούν οι άνθρωποι, συνήθισα τον κοινωνικό αυτοματισμό που θέλει την μια κοινωνική ομάδα να στρέφεται εναντίον της άλλης για να επιβιώσει, συνήθισα τα περισπούδαστα λογύδρια των κυβερνητικών ταγών και των παπαγάλων τους, συνήθισα την απύθμενη βλακεία που καθρεπτίζεται στα βλέμματα όλων εκείνων που κουνάνε πλαστικές σημαιούλες και λάβαρα για να πείσουν τον εαυτό τους πως θα είναι τάχαμου «νικητές» και πως κατέχουν την «Αλήθεια», συνήθισα τους τσιγγάνους και τους πακιστανούς να μαζεύουν σκουπίδια από τους κάδους, συνήθισα να διαβάζω για απεχθή εγκλήματα αλλοδαπών και ημεδαπών, συνήθισα την ηλίθια κόντρα μεταξύ του «να τους παίρνεις σπίτι σου» και του «κανείς δεν είναι παράνομος», συνήθισα τα συνδικαλιστικά παιγνιδάκια και τις προδομένες ελπίδες των ψηφοφόρων.

Δεν μου προκαλούν εντύπωση τα σκάνδαλα και τα εγκλήματα «λευκού κολάρου» πια, ούτε η καταχωνιασμένη λύσσα του κόσμου που ψάχνει να βρει τρόπο να εκτονωθεί και μας έχει κάνει όλους μας βραδυφλεγείς βόμβες, ούτε το χάος στα νοσοκομεία και οι άρρωστοι που δεν έχουν να πληρώσουν φάρμακα, ούτε οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι εκπαιδευτικοί που θα περάσουν το πιο μαύρο καλοκαίρι του κλάδου τους, ούτε το πάνω από 27% της ανεργίας και το πάνω από 55% των άνεργων νέων που αρχίζει και γυαλίζει το μάτι τους παράξενα, ούτε η εργασιακή ισοπέδωση του ιδιωτικού τομέα, ούτε η πρεμούρα της πολιτικής εξουσίας να ξεπουλήσει όσο όσο ότι μπορεί να πουληθεί, ούτε οι παλαιολιθικές νοοτροπίες περί συνδικαλισμού, συσχετισμών, ώριμων συνθηκών, διακυβευμάτων.

Δεν εκπλήσσομαι πια με τον διαρκή βιασμό της ελληνικής γλώσσας από ακροδεξιούς «πατριώτες» και των εννοιών από αριστερόστροφους «διανοητές» της οκάς, ούτε από την απουσία του συναισθήματος από τα κοινά λόγω της κατά κράτους υπερίσχυσης του πολιτικού ρεαλισμού και του πολιτικά ορθού, ούτε από τις ώρες που καταναλώνει ο μέσος έλληνας (έτσι, με μικρό το "ε") ψηφιακά συνδεδεμένος αντί να τις αξιοποιεί για να συνδέσει τα κομμάτια του εαυτού του και της κοινωνίας που παραπαίει.

Δεν μου προκαλούν πια σοκ οι εικόνες της απίστευτης κενότητας σε μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές, ούτε σιχαίνομαι πλέον την ύπαρξη όσων τις παρακολουθούν και συμμετέχουν σε αυτές, ούτε τις ασχήμιες και τους τραμπουκισμούς εκείνων που οικειοποιήθηκαν το αγαπημένο μαύρο χρώμα μιας σημειολογικής «στάσης» απέναντι στην εξουσία και την κυριαρχία  και που με δήθεν άλλοθι το ιστορικό προηγούμενο των «μελανοχιτώνων» κοπιάζουν μάταια –για τους υποψιασμένους- να καλύψουν την ανεπάρκειά τους σε ιστορική γνώση και μνήμη και το μαύρο της ψυχής και του μυαλού τους.

Πολλά μαζεύτηκαν τελικά ε;

Λες να μεταλλάσσομαι σε μισάνθρωπο; Δεν το νομίζω.

Δεν ξέρω πως ακριβώς το λένε αυτό τα συναίσθημα, μπορεί να μην φαίνεται λογικό, μπορεί να έχει μια έντονη υπερβατική και μεταφυσική χροιά, μπορεί να μυρίζει "ανθρωπίλα" όπως έλεγε και ένας χαμένος φίλος, ίσως να με «εκθέτει» κιόλας, αλλά τελικά, εκείνο που μετράει είναι πρώτα απ’ όλα να τα βρούμε με τον εαυτό μας.

Έτσι δεν είναι;

Ε, αυτή είναι η αίσθησή μου σήμερα (η ψευδαίσθησή μου αν θέλεις, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί)

Όλα θα πάνε καλά, όλα όπως πρέπει, όλα θα ξεκαθαρίσουν

Δεν μπορώ να το πολεμήσω, αυτό μου βγαίνει

Θα αντέξουμε κουφαλίτσες και θα πράξουμε τα δέοντα, ακριβώς την στιγμή που πρέπει, ούτε πιο πριν, ούτε αργότερα

Δεν χαρίζουμε την καθαρότητα του μυαλού μας και την ζωή μας σε κανέναν

Βοηθάμε όπου μπορούμε και όπως μπορούμε λοιπόν, αρχίζοντας από τους δίπλα μας, τους κοντινούς μας, κι αν δεν έχουμε κάτι άλλο να χρησιμοποιήσουμε, ακόμη και με τον Καθαρό και Ντόμπρο Λόγο γίνεται δουλειά

(ή έστω ένα μικρό μέρος της)

… κι όταν κάποια στιγμή τα τινάξουμε, αντί για θάψιμο ή καύση, ίσως να ήταν πιο ταιριαστό να ζητήσουμε να μας βαλσαμώσουν και να μας κάνουν «καλόγερους» με τα χέρια σηκωμένα για να κρεμάνε πάνω μας τα πανωφόρια τους οι κουρασμένοι και οι βρεγμένοι της ζωής, μέχρι να πάρουν μιαν ανάσα και να ξανασυνεχίσουν.

Μια άλλη επιλογή θα ήταν να βρυκολακιάσουμε και να πάρουμε εκδίκηση για όλα και από όλους. Κι αυτό καλό ακούγεται...

Θαυμάζω την ψυχραιμία, στα όρια του κυνισμού, των αρμόδιων υπουργών που μιλάνε για απολύσεις λες και πρόκειται για άψυχους αριθμούς  και όχι για ανθρώπους. Κόβουν κεφάλια από το σωρό, ό,τι περισσεύει, για να πιάσουν το στόχο. Πάνω απ’ όλα οι δεσμεύσεις απέναντι στο ΜΝΗΜΟΝΙΟ. Ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ που θα τιμωρεί αυστηρά τις κυβερνήσεις που δεν μειώνουν την ανεργία. Ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ που θα δημεύει τις περιουσίες των επιχειρηματιών που αφήνουν απλήρωτους ή ανασφάλιστους τους εργαζομένους. Ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ που δεν θα κόβει τις συντάξεις, αλλά τα μπόνους των χρυσοκάνθαρων της οικονομικής ελίτ. Ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ που θα φορολογεί τον πλούτο και θα τιμωρεί παραδειγματικά τους μεγάλους φοροφυγάδες. Ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ που θα καταργεί τα καρτέλ στην αγορά. Ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ που θα οικοδομεί κοινωνικές και οικονομικές  συνθήκες που δεν θα οδηγούν μισθωτούς και συνταξιούχους να ψάχνουν ψίχουλα ζωής κι αξιοπρέπειας σε κάδους σκουπιδιών, ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ veto στις αυτοκτονίες… Και μετά προσγειώθηκα στη δικομματική πραγματικότητα!!!    

Ονειρεύομαι ένα ΜΝΗΜΟΝΙΟ που δεν θα στέλνει μισθωτούς και συνταξιούχους να ψάχνουν ψίχουλα ζωής κι αξιοπρέπειας σε κάδους σκουπιδιών

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Ο κατακερματισμένος κόσμος μας καλείται να εντοπίσει τα θραύσματά του μέσα από τη δράση στοχαστικών προσαρμογών

Υπάρχουν έργα που η επιμονή του χρόνου δεν καταφέρνει να παλιώσει. Τόσο συχνά επιστρέφουμε σε αυτά, όχι για να επαναλάβουμε μια παλιά διαδρομή αλλά για να την αντικρίσουμε νέα, σηματοδοτημένη ξανά από την αρχή. Έργα που ξαναγεννιούνται φορτωμένα νέα νοήματα στη στροφή των καιρών. Και αυτό γιατί δεν εξιστορούν τη φλούδα, αλλά το κουκούτσι των ανθρώπων, τον πυρήνα όπου μέσα του κατοικεί η κάθε εκδοχή που πρόκειται να τον αγκαλιάσει.

 
Ίσως να μοιάζει κοινοτοπία να χαρακτηρίσουμε τον Καβάφη ως τον κλασικότερο των Ελλήνων ποιητών (ταυτόχρονα όμως θα ήταν και παράλειψη αν πράτταμε το αντίθετο – αλλά ας μην γκρινιάζουμε, είμαστε και στο Έτος Καβάφη άλλωστε…) Έχει καταγραφεί εδώ και καιρό πως μέσα στην καβαφική δεξαμενή, ο καθένας μπορεί να αντικρίσει ό,τι κουβαλά μέσα του: τον πατριωτισμό και τον αντιιμπεριαλισμό, τη χριστιανική ευσέβεια και την αντικληρικαλιστική πολεμική, τον ελληνοκεντρισμό και τον διεθνισμό. Φυσικά, η κάθε ερμηνεία δεν κουβαλά το ίδιο φορτίο αλήθειας, αλλά ερχόμενοι σε επαφή με ένα έργο όπου τα αντίθετα υπάρχουν εξίσου και τόσο συχνά χωρίς ασυνέπεια, με ένα έργο που τόσο συχνά η ειρωνεία φυτεύει σκιά στην όποια κατάφαση, είναι πολύ λίγα τα συμπεράσματα που θα μπορούσαν να κριθούν ως τελείως αδόκιμα. Έτσι, στη στροφή των καιρών, ο κατακερματισμένος μας κόσμος καλείται να εντοπίσει τα δικά του θραύσματα ανάμεσα στους στίχους του Αλεξανδρινού.

Ο κόσμος του Καβάφη κατοικείται από ένα πλήθος Ξένων, από τον μεγάλο αριθμό των Αποκλεισμένων. Ξένος είναι ο Μύρης, χριστιανός σε μια παρέα ειδωλολατρών δεμένη με τους σπάγκους της ηδονής, ξένος και ο αφηγητής του ποιήματος, ειδωλολάτρης σε μια χριστιανική κηδεία, με τις προσευχές και τις δεήσεις των ιερέων, τις φωνές των πένθιμων γριών να παίρνουν τον φίλο του μακριά (γενόμουν ξένος εγώ, ξένος πολύ). Αγνωστος –ξένος μες στην Αντιόχεια– ο Εδεσσηνός του ποιήματος Ούτος Εκείνος, Ξένος ο ηττημένος Αντώνιος που φεύγει από την Αλεξάνδρεια, Ξένος ο Εμης που πέθανε εις τούτο το συριακόν επίνειον και οι γέροι γονείς του τον λογαριάζουν ζωντανό. Ο ηγεμόνας από τη δυτική Λιβύη, ο Καισαρίων, ο Ιουλιανός, Ξένοι και Αποκλεισμένοι από την εποχή τους. Ξένοι οι δύο νέοι, 23 έως 24 ετών, διωγμένοι από τα σπίτια των τίμιων οικογενειών τους που δεν τους θέλουν πια. Δίπλα τους, σε κάποιο άλλο σημείο του καφενείου όλοι τόσοι οι Αποκλεισμένοι της ηδονής. Και ανάμεσά τους ο ποιητής, κατάμονος στο σπίτι, ενώ η λάμπα σβήνει στις 12.30, ενώ περνούν τα χρόνια, ο ποιητής, πιο ξένος και από τους Ξένους.


Το καβαφικό ταξίδι δεν είναι μόνο το ωραίο ταξίδι, το ταξίδι που δίνει η Ιθάκη, είναι ταυτόχρονα και το ταξίδι του ξεριζωμού:

Λυπήθηκαν μεγάλως
στον αποχωρισμό των.
Δεν το ’θελαν αυτοί
ήταν οι περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες
εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά-
Νέα Υόρκη ή Καναδά.

Έναν ξεριζωμό που συναντά κανείς και στη βιογραφία του ποιητή. Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια από οικογένεια Κωνσταντινουπολιτών, ο Καβάφης θα αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής για οικονομικούς λόγους ή λόγω της γενικευμένης πολιτικής αστάθειας που επικρατούσε εκείνη την εποχή, σε ένα ταξίδι με πολλαπλές επιστροφές: Λίβερπουλ, Λονδίνο, ξανά Λίβερπουλ, ξανά Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη. Ο Καβάφης θα επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια το 1885. Από την ημερομηνία αυτή και μετά, ελάχιστες φορές θα απομακρυνθεί από την πόλη. Στο πολυπολιτισμικό της κράμα ο ποιητής ταξιδεύει ενώ στέκει σταθερός ανάμεσα σε ανθρώπους με ρευστές ταυτότητες, ανάμεσα σε εποχές.
 
Η επιλογή των ελληνιστικών χρόνων και των ανθρώπων τους, ως κέντρο της καβαφικής ποίησης, δεν αποτελούν τυχαίο μοτίβο ή απλή ιστορική αναφορά. Μες στη ρευστότητά τους, τις άπειρες συναντήσεις και προσμείξεις, μέσα στην πολυπρισματικότητά τους μπορούν να διαβαστούν και ως μια πρόταση συνύπαρξης από τον ποιητή: σ’ ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το «Στα 200 π.Χ.», ο ποιητής ξεχωρίζει ως αρετή του ελληνικού κόσμου –όπως αυτός προέκυψε μετά τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου– «την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών». Ο στίχος αυτός –στίχος αρκετά δύσβατος και σκοτεινός από έναν μάλιστα ποιητή που χαρακτηρίζεται από την ευκρίνεια της διατύπωση– περιγράφει το πώς ήρθε σε αρμονία ο ελληνικός πολιτισμός με τους πολιτισμούς της Ανατολής, την ελληνιστική σύγκραση, τον συγκερασμό δηλαδή των πολιτισμών, τη λελογισμένη πολιτιστική μείξη σε πολλούς τομείς, ώστε να προκύψει ένα αποτέλεσμα συμβίωσης, προσαρμοσμένο στις εκάστοτε συνθήκες, δημιουργώντας μια βιώσιμη αρμονία. Το στοιχείο αυτό είναι ορατό και σε άλλα καβαφικά ποιήματα (όπως π.χ. στο «Εν πόλει της Οσροηνής»), ενώ αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε να γίνουν κατανοητές οι σχέσεις των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν στα «ελληνιστικά» ποιήματα του Καβάφη. Το γεγονός πως το ποίημα εκδίδεται το 1931, σε μια εποχή μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν τα σύνορα είναι ρευστά, οι αυτοκρατορίες έχουν καταρρεύσει και οι πληθυσμοί μετακινούνται, δίνουν στον στίχο μια διάσταση που τον αποσπά από την ιστορική αναφορά και τον τοποθετεί ως πρόταση στον παρόν.

Ας δεχτούμε λοιπόν αυτή την πρόταση του σεβασμού, της ανταλλαγής και της συνύπαρξης ως μια καβαφική προσφορά στο δικό μας παρόν, απέναντι στους συνανθρώπους που ζουν μέσα στον φόβο και στες υποψίες, με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια. Απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες που δεν βρήκαν νέα γη και νέους τόπους, σε Ξένους και Αποκλεισμένους, που χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, αφήσαμε έξω από της κοινωνίας τα Τείχη.

[ΠΗΓΗ: Θωμάς Τσαλαπάτης, Ο Καβάφης και οι μετανάστες http://tsalapatis.blogspot.gr/ ]

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Πραγματική ή άμεση δημοκρατία και ο τρόπος που μπορεί να εφαρμοστεί στις σημερινές συνθήκες που δεσπόζει η Νεοφιλελεύθερη Ολιγαρχία

Το έτος 2011 σημαδεύτηκε από ένα σημαντικό, πρωτόγνωρο γεγονός: τη δυναμική εμφάνιση ευρέων κοινωνικών στρωμάτων στο πολιτικό προσκήνιο σε σειρά χωρών, από την Τυνησία και την Αίγυπτο μέχρι την Ισπανία, την Ελλάδα και τη Νέα Υόρκη. Η εμφάνιση αυτή είχε δύο νέα βασικά στοιχεία: πρώτον, την αυτοοργάνωση και τον αυτοκαθορισμό των πολλών, χωρίς κόμματα, αντιπροσώπους, συνδικαλιστές και γραφειοκρατίες, και δεύτερον, την απαίτηση για άλλο τρόπο πολιτικής διακυβέρνησης. H απαίτηση αυτή, ενώ στις χώρες της Αφρικής αφορούσε την πτώση των δικτατορικών και ανελεύθερων καθεστώτων, τις εκλογές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, στις δυτικές χώρες εστιάστηκε στην πραγματική ή άμεση δημοκρατία και στον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί στις σημερινές συνθήκες. Οπότε το πρώτιστο ζήτημα είναι ο ορισμός και το περιεχόμενό της.

 
Επειδή η άμεση δημοκρατία ως αντίληψη και ως πολίτευμα δημιουργήθηκε πρώτη φορά -και μοναδική- στην αρχαία Ελλάδα, είναι φυσικό να αναζητηθεί ο ορισμός της και τα χαρακτηριστικά της στην Αθήνα του 5ου-4ου αιώνα π.Χ. και στους στοχαστές που ασχολήθηκαν με αυτήν. Η αναδρομή στην αθηναϊκή δημοκρατία δεν αποτελεί αναζήτηση μοντέλου και συνταγής` είναι απαραίτητη για να γίνει δυνατή η σύγκρισή της με τα σημερινά πολιτεύματα και να διακριβωθεί εάν αυτά είναι δημοκρατικά ή ολιγαρχικά και, επί πλέον, για να καταστεί δυνατός ο προσανατολισμός στο παρόν με γνώμονα δημοκρατικές αξίες και αντιλήψεις, και όχι ολιγαρχικές. H αναδρομή αποτελεί, δηλαδή, ένα είδος πλαισίου και πυξίδας για περαιτέρω συζήτηση στις σημερινές ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες μεγάλης θεωρητικής και πολιτικής σύγχυσης.

 O πρώτος ορισμός της δημοκρατίας βρίσκεται στον Ηρόδοτο, ο οποίος την περιγράφει συνοπτικώς και ουσιαστικώς ως «το πολίτευμα στο οποίο άρχει το πλήθος [...] και τα αξιώματα απονέμονται διά κλήρου, όλοι λογοδοτούν για τη διαχείριση της αρχής, και οι αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού». O Περικλής στον θουκυδίδειο «Επιτάφιο» λέει: «το όνομα της πολιτείας μας είναι δημοκρατία, επειδή η διακυβέρνηση γίνεται από την πλειοψηφία και όχι από τους ολίγους».

 Με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ο ορισμός λαμβάνει τις πολιτικές ή ταξικές διαστάσεις του. Η δημοκρατία ορίζεται ως η κυριαρχία των κατώτερων στρωμάτων, των απόρων και πτωχών, αφού αυτοί μαζί με τα μικρομεσαία στρώματα αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών της πόλεως, και ως εκ τούτου έχουν την πλειοψηφία στη συνέλευση των πολιτών. Ο Πλάτων αναφέρει ότι: «δημοκρατία γεννιέται όταν οι πτωχοί [...] δίνουν σε όλους ίσα πολιτικά δικαιώματα και ίση συμμετοχή στα αξιώματα, τα οποία ως επί το πλείστον αναθέτουν με κλήρο». Ο Αριστοτέλης από την πλευρά του είναι πιο αναλυτικός: «δημοκρατία υπάρχει όταν είναι κυρίαρχο το πλήθος». Επίσης: «δημοκρατικό είναι το πολίτευμα όταν αυτοί που δεν κατέχουν μεγάλη περιουσία και οι άποροι, είναι κυρίαρχοι στην πολιτεία». «Δύο στοιχεία φαίνεται πως ορίζουν τη δημοκρατία: η πλειοψηφία να είναι κυρίαρχη και η ελευθερία». «Βασικό στοιχείο της ελευθερίας είναι το να άρχουν όλοι με τη σειρά». «Το να αποφασίζουν όλοι οι πολίτες περί όλων των ζητημάτων είναι δημοκρατικό. Αυτή την ισότητα επιζητεί ο δήμος».

 Συνεπώς, δημοκρατικό πολίτευμα είναι αυτό στο οποίο κυρίαρχος είναι ο δήμος, το σύνολο των πολιτών, και όχι οι πολιτικοί και τα κόμματα. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι πολίτες, αυτοπροσώπως και δίχως καμιά διαμεσολάβηση, χωρίς αντιπροσώπους και γραφειοκράτες, λαμβάνουν τις αποφάσεις, θεσπίζουν τους νόμους, δημιουργούν δίκαιο, ασκούν την εξουσία υπό όλες τις μορφές της και ελέγχουν την εξουσία. Για όλους τους πολίτες ισχύει η απόλυτη πολιτική ισότητα χωρίς διακρίσεις και προϋποθέσεις καταγωγής, περιουσίας, παιδείας, φυλής ή θρησκεύματος. Η ισότητα αυτή υλοποιείται με δύο βασικούς θεσμούς: τη συνέλευση των πολιτών («εκκλησία του δήμου»), στην οποία όλοι οι πολίτες ασκούν την κυβερνητική και νομοθετική εξουσία άμεσα, και την κλήρωση, με την οποία όλοι με τη σειρά τους ασκούν την εκτελεστική και δικαστική εξουσία. Διά κληρώσεως ορίζονται οι πεντακόσιοι βουλευτές, οι εννέα και οι υπόλοιποι 700 άρχοντες και οι 6.000 δικαστές της Ηλιαίας. Αιρετά είναι τα αξιώματα στα οποία απαιτούνται πείρα, ικανότητες και αρετές, όπως τα στρατιωτικά και τα οικονομικά. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, όμως, τα αξιώματα είναι κληρωτά, που σημαίνει πως η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας είναι η κλήρωση, και όχι οι εκλογές – αυτό επισημαίνουν οι αρχαίοι ιστορικοί και φιλόσοφοι και ιδιαιτέρως ο Αριστοτέλης. Η θητεία όλων των αξιωματούχων είναι ενιαύσια, μετά το τέλος της οποίας διενεργείται ουσιαστικός και ενδελεχής έλεγχος, με αυστηρές ποινικές κυρώσεις.

Tα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα δεν είναι δημοκρατίες, αλλά καθαρόαιμες ολιγαρχίες

Tο δυτικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα αποκαλείται δημοκρατία, συνοδευόμενη ενίοτε από διάφορα επίθετα (έμμεση, φιλελεύθερη, αστική, αντιπροσωπευτική). Όμως ούτε αντιπροσωπευτική είναι ούτε δημοκρατία.

 Αντιπροσωπευτική δεν είναι, διότι οι ασκούντες την εξουσία δεν αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των κατώτερων και μικρομεσαίων στρωμάτων ή το κοινό συμφέρον, όπως συνήθως διατυμπανίζεται, αλλά το δικό τους, των κομμάτων τους, καθώς και των ολίγων ισχυρών και πλουσίων, όπως κατέδειξε εμφανώς και προκλητικώς η παγκόσμια κρίση από το φθινόπωρο του 2008. Πράγματι, κατά τη διάρκειά της οι κυβερνήσεις των κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων ευνόησαν σκανδαλωδώς με αρκετά δισεκατομμύρια και άλλα νομοθετικά μέτρα τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους εργοδότες, στρεφόμενες ταυτοχρόνως κατά των κατώτερων και μικρομεσαίων στρωμάτων και του κοινού συμφέροντος.

 Δημοκρατία δεν είναι, διότι την ουσιαστική εξουσία δεν ασκούν οι πολλοί, ο δήμος, αλλά οι ολίγοι, τα κόμματα και οι βουλευτές. Αυτοί λαμβάνουν τις αποφάσεις, ψηφίζουν τους νόμους, καθορίζουν τη δικαστική και την εκτελεστική εξουσία. Οι πολλοί δεν συμμετέχουν σε καμία μορφή εξουσίας. Είναι παθητικοί ψηφοφόροι, εκτελεστές και υπήκοοι, όπως ακριβώς οι γυναίκες και οι δούλοι στην αρχαία πόλιν. Δεν υπάρχει δηλαδή στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα κυρίαρχη συνέλευση πολιτών, δεν υπάρχει δήμος που να συνεδριάζει, να διαβουλεύεται και να αποφασίζει -και δίχως δήμο δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία. Επίσης, η κλήρωση, η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας, απουσιάζει παντελώς. Τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα έχουν ως βασικά οργανωτικά και λειτουργικά στοιχεία τούς «αντιπροσώπους», τα κόμματα και τις εκλογές, που, αν και θεωρούνται δημοκρατικά χαρακτηριστικά, στην πραγματικότητα είναι ολιγαρχικά και αριστοκρατικά. Διότι επιτρέπουν την πρόσβαση στην εξουσία μόνο των ολίγων, πράγμα που ήξεραν τόσο οι αρχαίοι ιστορικοί και φιλόσοφοι (Ηρόδοτος, Πλάτων, Αριστοτέλης) όσο και οι νεότεροι (Χομπς, Μοντεσκιέ, Ρουσό).

 Είναι εμφανές πως η «αντιπροσώπευση» καταργεί τη δημοκρατία και η δημοκρατία είναι αντίθετη στην «αντιπροσώπευση». Ο όρος, λοιπόν, «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» είναι σχήμα οξύμωρο, περιέχει αντίφαση εν τοις όροις. Επομένως, τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα δεν είναι δημοκρατίες, αλλά καθαρόαιμες ολιγαρχίες -φιλελεύθερες ολιγαρχίες τα αποκάλεσε σωστά ο Κορν. Καστοριάδης (διότι υπάρχουν και μη φιλελεύθερες, όπως τα μουσουλμανικά καθεστώτα, η Κίνα, η Κούβα κ.ά.). Σήμερα πάντως έχουν μεταλλαχθεί σε νεοφιλελεύθερες ολιγαρχίες. Ως εκ τούτου οι Ευρωπαίοι της νεωτερικότητας δεν επινόησαν τη δημοκρατία, όπως λέγεται συνήθως, αλλά τον κοινοβουλευτισμό, το «αντιπροσωπευτικό» πολίτευμα, τα κόμματα, την καθολική ψηφοφορία, τη γενίκευση των δικαιωμάτων και ελευθεριών, την κατάργηση της δουλείας. Αυτά είναι βεβαίως πολύ σημαντικές κατακτήσεις αλλά δεν καθιστούν το πολίτευμα δημοκρατικό. Τη δημοκρατία επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες, και δη οι Αθηναίοι.

 Τη σύγχυση περί δημοκρατίας και περί των σημερινών πολιτευμάτων δημιουργούν και συντηρούν εκείνοι ακριβώς που επωφελούνται από τη σύγχυση αυτή και από την απουσία της δημοκρατίας, ήτοι τα κόμματα, οι πολιτικοί, οι γραφειοκράτες, οι τράπεζες, οι επιχειρήσεις, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τα παντοδύναμα ΜΜΕ και οι πάσης φύσεως διανοούμενοι. Ενώ σε όλες τις χώρες μιλούν για (και θεωρούν ότι έχουν) δημοκρατία, εν τούτοις σε καμία από αυτές δεν υπάρχει δημοκρατία. Χρησιμοποιούν μία λέξη χωρίς πραγματική και αληθή υπόσταση, χωρίς αντίκρισμα και γείωση στην πραγματικότητα, μία λέξη ακατοίκητη. Πρόκειται περί ιδεολογίας με την αρνητική σημασία του όρου, περί ψευδούς συνειδήσεως όπως έλεγε ο Μαρξ, ήτοι περί συνόλου ιδεών που αντί να βοηθούν στην κατανόηση της πραγματικότητας συντείνουν στη συγκάλυψή της. Στην Ελλάδα η σύγχυση επιτείνεται με τη λανθασμένη μετάφραση του όρου Republic ή Republique ως «δημοκρατία». Republic όμως δεν σημαίνει δημοκρατία, σημαίνει το μη μοναρχικό καθεστώς, που δεν έχει κληρονομικό ανώτατο άρχοντα αλλά αιρετό με καθολική ψηφοφορία, κόμματα και Κοινοβούλιο – δηλαδή τον κοινοβουλευτισμό.

 Τα επίθετα της δημοκρατίας (έμμεση, κοινοβουλευτική, φιλελεύθερη κ.λπ.) δεν είναι παρά ιδεολογικές κατασκευές, μεταμφιέσεις του κοινοβουλευτισμού, με σκοπό την απόκρυψη του ολιγαρχικού χαρακτήρα του και τον αποπροσανατολισμό των ανθρώπων. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται επίθετα, διότι αυτά επιτίθενται στο ουσιαστικό, στην ουσία. Το μόνο επίθετο που καταχρηστικώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διευκρίνιση είναι «άμεση» -η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση. Όποιος, λοιπόν, για να χαρακτηρίσει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα χρησιμοποιεί τον όρο δημοκρατία, έστω με ένα επίθετο, είτε απατά είτε απατάται –τρίτη εκδοχή δεν υπάρχει.

 Το ίδιο ισχύει για την Αριστερά και τους διανοουμένους της, που χρησιμοποιούν για το καθεστώς το οποίο οραματίζονται τους όρους «σοσιαλιστική», «κομμουνιστική», «προλεταριακή», «εργατική» ή «λαϊκή» δημοκρατία καθώς και τον όρο «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός». Όλα αυτά ουδεμία σχέση έχουν με τη δημοκρατία, απλώς έχουν αντικαταστήσει τον ατυχή όρο «δικτατορία του προλεταριάτου», και χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών καθεστώτων.

 [ΠΗΓΗ: Γιώργος Οικονόμου, Δρ. Φιλοσοφίας, Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, άρθρο στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ, Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013]

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Ιστορία Νεοελληνικής Εκπαίδευσης: ένα δοκίμιο καταγραφής στοιχείων που καθόρισαν τα προβλήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας

 «Η σφαγή στα Προπύλαια» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου του Ευάγγελου Παπανούτσου που δημοσιεύθηκε το 1972. Αναφερόταν στις εισαγωγικές στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και έθιγε το πιο καίριο ζήτημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος: τη σχέση της δευτεροβάθμιας με την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σαράντα χρόνια μετά, ο κόμπος αυτός παραμένει άλυτος, όπως διαπιστώνει ο δάσκαλος Αλέξης Δημαράς στο βιβλίο που έγραψε λίγο προτού πεθάνει και εκδόθηκε με την επιμέλεια της Βάσως Βασιλού-Παπαγεωργίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Το ανακοπτόμενο άλμα και υπότιτλο Τάσεις και αντιστάσεις στην ελληνική εκπαίδευση 1833-2000.

Στην ευσύνοπτη αυτή ιστορία του εκπαιδευτικού ζητήματος ο Αλέξης Δημαράς αφιερώνει το μεγαλύτερο κεφάλαιο στην περίοδο 1975-2000, καθώς τα εκπαιδευτικά γεγονότα εκείνης της περιόδου ήταν πυκνά και καθοριστικά για το παρόν. Εξάλλου, με τα παλαιότερα ο Δημαράς είχε ασχοληθεί ήδη από την εποχή που έγραφε τα Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε (εκδ. Ερμής, 1973) και Το εθνικό απολυτήριο. Μια πρόταση που έγινε (εκδ. Ερμής, 1977). Σημαντικό μέρος στη μελέτη του καταλαμβάνει και η περίοδος 1895-1916, η οποία περιλαμβάνει σημαντικούς σταθμούς στα εκπαιδευτικά θέματα, οι οποίοι καθόρισαν πολλά από τα μελλούμενα γεγονότα.

Η μελέτη του Αλέξη Δημαρά δεν είναι μια αναλυτική ιστορία της εκπαίδευσης, με όγκο στοιχείων, αλλά ένα δοκίμιο καταγραφής τάσεων, αναγνώρισης χαρακτηριστικών και επισήμανσης κομβικών στοιχείων που καθόρισαν και ακόμα καθορίζουν τα άλυτα προβλήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και της κοινωνικής συνείδησης που σε μεγάλο βαθμό τα επικαθορίζει.

Καταγράφοντας ο συγγραφέας τις απανωτές αλλαγές και τις προσπάθειες εφαρμογής διαφόρων προτύπων σε ένα γενικό πλαίσιο ή αποσπασματικά καταλήγει στο βασικό συμπέρασμα ότι στην εικοσιπενταετία 1975-2000 «οι αντιλήψεις που συντήρησαν για δεκάδες χρόνια τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος (αποφάσεις ουσίας που παίρνονται αποκλειστικά από το υπουργείο, οργανικός διαχωρισμός της πρώτης από τη δεύτερη βαθμίδα, διατήρηση της άτυπης αλλά απολύτως καθοριστικής εξάρτησης της δεύτερης από την τρίτη βαθμίδα, αγεφύρωτο ρήγμα ανάμεσα στον γενικό και τον επαγγελματικό κλάδο και άλλα ανάλογα) δεν είχαν μεταβληθεί και δεν είχαν υποχωρήσει μπροστά στις εκσυγχρονιστικές τάσεις που εκδηλώνονται σε άλλους τομείς του κοινωνικού βίου και έχουν επικρατήσει σε πολλά συστήματα άλλων δυτικών χωρών».

Και διαπιστώνει ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που δεν μπόρεσε να αντιμετωπιστεί είναι «η καθολική εφαρμογή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης». Είναι γνωστό εξάλλου και από τα στατιστικά δεδομένα ότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών εγκαταλείπει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να ελέγχεται από το εκπαιδευτικό σύστημα, χωρίς να υπάρχει επαφή με γονείς ή κοινωνικούς λειτουργούς που θα μπορούσαν να παρέμβουν.

«Το σύστημα δεν αντέχει μακρόχρονους σχεδιασμούς»

Η μελέτη του Αλέξη Δημαρά καταγράφει πολλές άλλες ακόμη αστοχίες και αποτυχίες. Ο δάσκαλος Δημήτρης Γληνός έλεγε ότι όποια μεταρρύθμιση και να κάνεις, αν δεν καταφέρεις να αλλάξεις τον δάσκαλο, τίποτε δεν θα μπορέσεις να καταφέρεις. Ο Δημαράς θίγει το ζήτημα της επιμόρφωσης των δασκάλων και καθηγητών που πέρασε από πολλά «κόσκινα», αλλαγές, θεσμικές μεταβολές, πολλούς φορείς, από τους οποίους όμως έλειπε η ύπαρξη ενός σχεδίου που θα υπέτασσε τις δράσεις όλων των φορέων εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής στους σταθερούς και στους εκάστοτε επίκαιρους στόχους. Αποτέλεσμα, αδικαιολόγητες σπατάλες οικονομικών και ανθρώπινων πόρων.

Επισημαίνει μάλιστα ότι οι αστοχίες των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών (μεταξύ των οποίων η βίαιη ανωτατοποίηση των παιδαγωγικών ακαδημιών, η άμετρη εισροή δασκάλων από τις παιδαγωγικές σχολές των βαλκανικών χωρών κ.ά.) «θα έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος τουλάχιστον ως το 2020!».

Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ακαμψία του συστήματος που θέλει τα πάντα - τάξεις, φροντιστήρια, σχολεία - να έχουν ως σκοπό να εντάξουν τους μαθητές ομαλά και ισόρροπα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Πρόκειται για έναν άκαμπτο κανόνα, που δεν αναγνωρίζει ιδιαιτερότητες και δεν αποδέχεται καμία παραλλαγή. Το υπουργείο Παιδείας προκειμένου να εξασφαλίσει προϋποθέσεις ικανοποιητικής προσφοράς εκπαίδευσης στα παιδιά κοινωνικών ομάδων με μορφωτική υστέρηση ή πολιτισμικές ιδιαιτερότητες δεν προχωρούσε σε θεσμοθέτηση παραλλαγών στο γενικό σύστημα αλλά χρησιμοποίησε ένα παράλληλο σύστημα: αυτό της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Αυτό είχε και τα καλά του, καθώς σε ορισμένα προγράμματα, όπως της εκπαίδευσης μουσουλμάνων, εφήρμοσε διδακτικές μεθόδους μακριά από τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις του επίσημου συστήματος.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος ήταν ότι ποτέ δεν κατάφερε να αναβαθμίσει, να κάνει ελκυστική και να δώσει προοπτική στην τεχνικο-επαγγελματική εκπαίδευση. Τα Τεχνικά Λύκεια (ή όπως αλλιώς λέγονταν κατά καιρούς) ήταν η «χωματερή» των μαθητών που δεν είχαν τη δύναμη και τις δυνατότητες να ανταγωνιστούν τους υπόλοιπους μαθητές στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ. Παρά τις όποιες αλλαγές, τις μεταρρυθμίσεις και τους εκσυγχρονισμούς, η ελληνική κοινωνία παραμένει αμετακίνητη στον οικογενειακό στόχο: τα παιδιά πρέπει να περάσουν στο Πανεπιστήμιο πάση θυσία.

Η κομματικοποίηση είναι ένα άλυτο πρόβλημα για την εκπαίδευση. Τόσο οι υπουργοί και το επιτελείο τους με τις κομματικές επιδιώξεις τους όσο και ο συντεχνιασμός των εκπαιδευτικών προέτασσαν συνήθως την κομματική λογική στην αντιμετώπιση των εκάστοτε ζητημάτων. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι οι συνδικαλιστές πολλές φορές αντιτάχθηκαν σε προγράμματα που αργότερα αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν. Θυμίζει, για παράδειγμα, ότι η κομμουνιστική Αριστερά είχε αντιταχθεί αρχικά στα προγράμματα αλληλογνωριμίας φοιτητών και πανεπιστημίων με βάση το πρόγραμμα Erasmus.


Στη μελέτη του ο Αλέξης Δημαράς θα ανατρέψει πολλές εικασίες που έχουν περάσει ως δεδομένα. Π.χ., καμία έρευνα και καμία στατιστική δεν αναγνώρισε «αγλωσσία» ή «λεξιπενία» ή άλλες αρνητικές συνέπειες στη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών από την έλλειψη «αρχαιογλωσσίας». Άλλο παράδειγμα, ο μύθος της «αντικειμενικότητας» και του «αδιάβλητου» των εξετάσεων. Η αντικειμενικότητα οδήγησε στο να τυποποιηθούν τόσο πολύ η διδακτέα ύλη και οι απαντήσεις που πρέπει να δεχθεί ο βαθμολογητής, ώστε ακόμη και μαθητές με εξαιρετικά πνεύματα έπρεπε να υποταχθούν στην «παπαγαλία» για να προσεγγίσουν τον «σωστό» βαθμό.

Για όλες τις αλλαγές που έγιναν - και δεν ήταν λίγες εντός της 25ετίας - υπήρξε ελάχιστος κοινωνικός διάλογος, ανυπαρξία ολοκληρωμένων αντιπροτάσεων - πόσω μάλλον που και οι επίσημες αλλαγές, εκπορευόμενες πάντα από την κυβέρνηση, ελάχιστα στηρίζονταν σε στατιστικά δεδομένα και στοιχεία. «Ελειπαν», σημειώνει ο Αλ. Δημαράς, «όλα όσα με τις σημερινές, αλλά και τις τότε αντιλήψεις, θα ήταν απαραίτητα για τον ορθολογικό σχεδιασμό όποιων μέτρων».


Τέλος, επειδή υπήρξε πάντα ενεργός δάσκαλος, τονίζει την ανυπαρξία «σχολικής ζωής». Παρά τα κάποια προγράμματα που εφαρμόστηκαν (με επιτυχία το «Μελίνα Μερκούρη», με προβλήματα «Η Βουλή των Εφήβων», με αμφίσημα στοιχεία οι μαθητικές κοινότητες που άλλαξαν στόχο και από παιδαγωγικό μέσο έγιναν συνδικαλιστικό όργανο) δεν επετεύχθη το να γίνει ελκυστική για τους μαθητές η σχολική ζωή.

Η μελέτη του Αλέξη Δημαρά αξίζει να διαβαστεί απ' όσους ασχολούνται με τα εκπαιδευτικά ως ένα κείμενο αυτογνωσίας, κατανόησης και, ίσως, έμπνευσης για το μέλλον των εκπαιδευτικών θεσμών. Διαφορετικά θα επιβεβαιωθεί το πικρό συμπέρασμα του τέλους: «Το σύστημα φαίνεται ότι δεν αντέχει μακρόχρονους σχεδιασμούς».  

Μύθοι και αλήθειες για τα φροντιστήρια
Η ανανεωτική σκέψη του Αλέξη Δημαρά διαφαίνεται σε πολλά επιμέρους θέματα. Για παράδειγμα στο θέμα των φροντιστηρίων. Πιστεύει ότι είναι ένα ζήτημα που πρέπει κανείς να το αντιμετωπίσει με λογική. Διαπιστώνει ότι ως σήμερα έχει αντιμετωπιστεί άλλοτε με λαϊκίστικο («η κυβέρνηση θα λύσει το πρόβλημα των φροντιστηρίων») ή αφελή τρόπο («στα χάλια της Παιδείας οφείλεται η ύπαρξη φροντιστηρίων»), άλλοτε με «ταξική» λογική («τα φροντιστήρια διατηρούνται για να μένουν μακριά από τα ΑΕΙ οι οικονομικά αδύναμοι»), άλλοτε... μυθολογικά («μόνο στην Ιαπωνία και στην Ελλάδα υπάρχουν φροντιστήρια») και ανιστόρητα («τα φροντιστήρια είναι προϊόν των πανελλαδικών εξετάσεων») κ.ο.κ.

Ο Δημαράς σημειώνει ότι και σε άλλες χώρες (Γαλλία, Αγγλία) υπάρχουν άτυπα φροντιστήρια, στην Ιαπωνία μάλιστα έχει αναγνωριστεί ο ρόλος τους στο εκπαιδευτικό σύστημα. Στη χώρα μας τα φροντιστήρια προϋπήρχαν των γενικών εισαγωγικών εξετάσεων και όταν το κράτος προσπάθησε να λειτουργήσει δωρεάν κρατικά φροντιστήρια απέτυχε, ενώ είναι βαθιά δεμένα με όλα τα εξεταστικά συστήματα, όποια και αν ήταν αυτά. Σημειώνει επίσης ότι ένας φαύλος κύκλος συνδέει στην πράξη το φροντιστήριο με το σχολείο και πως ο θεσμός έχει μια οικονομική διάσταση (εργάζονται σε αυτόν 15.000 εκπαιδευτικοί) η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δεν είναι εύκολο, καταλήγει, να εξαλείψεις τα φροντιστήρια, αν δεν λάβεις υπόψη σου τι τα συνδέει με την κοινωνία.    

 
[ΑΛΕΞΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Το ανακοπτόμενο άλμα. Τάσεις και αντιστάσεις στην ελληνική εκπαίδευση 1833-2000 Εκδόσεις Μεταίχμιο,2013, σελ. 400 - η παρουσίαση δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 23 Ιουνίου 2013 και υπογράφεται από τον Γιάννη Μπασκόζο]]