Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

«Εξεταστικό τούνελ κούφιου και ανταγωνιστικού παροξυσμού»

«Εμβαλωματική ρύθμιση, που δεν δίνει απαντήσεις στις στρεβλώσεις που έχουν οικοδομηθεί και συντηρούν την καχεξία της μέσης εκπαίδευσης». «Οι νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με το Λύκειο θα χειροτερέψουν μια ήδη βεβαρημένη κατάσταση στα σχολεία

Δεν καταλαβαίνει το υπουργείο ότι το πρόβλημα με όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες είναι οι συνεχείς παρεμβάσεις του για να ρυθμίζει τα πάντα;». «Οταν θέλουμε να ανακαινίσουμε ένα παλιό κτήριο δεν αρχίζουμε από τον τελευταίο όροφο, αρχίζουμε από τα θεμέλια. Είναι απορίας άξιον πώς είναι δυνατόν μια μεταρρύθμιση στο πλαίσιο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης να γίνει χωρίς να έχει συνοδευθεί ταυτόχρονα από μια παρέμβαση και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο». «Το νέο εκπαιδευτικό μας σύστημα φαίνεται να αποτελεί μία σύνθεση των "δεσμών" της δεκαετίας του '80 και των "κατευθύνσεων" της δεκαετίας του '90». «Το νέο Λύκειο, που αχνοφαίνεται, περισσότερο προσομοιάζει με ένα εξεταστικό τούνελ ενός κούφιου, ανταγωνιστικού παροξυσμού, παρά με σχεδιασμένη πολιτική εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης». Πέντε εκπαιδευτικοί, με μακρά θητεία σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, «ανατέμνουν» το σχέδιο νόμου του υπουργείου Παιδείας για το «Νέο Λύκειο», εκφράζοντας τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες τους.

Λύκειο παράπλευρης ενασχόλησης
Γ. Κοντογιώργης,  καθηγητής  Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο  Πανεπιστήμιο

«Μια πρώτη ανάγνωση του νέου σχεδίου νόμου για το Λύκειο οδηγεί στη διαπίστωση ότι επιχειρεί να βάλει τάξη στο χάος της έκπτωσης και στην χύδην πραγματικότητα που επικρατεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Εντούτοις, η όλη ρύθμιση που προκρίνει κινείται στην ίδια λογική που οδήγησε και συντηρεί την παραδειγματική έκπτωση της μέσης εκπαίδευσης. Δεν απαντάει στα μείζονα ζητήματα που συντηρούν την κακοδαιμονία της, όπως η μεταβολή του Λυκείου σε προθάλαμο της εισόδου στα πανεπιστήμια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς και η λειτουργία του ως δικαιολογίας για την ανάδειξη της παραπαιδείας των ιδιωτικών φροντιστηρίων ως κυρίως εκπαιδευτικού πυλώνα της μέσης εκπαίδευσης. Το Λύκειο επομένως θα εξακολουθήσει να λειτουργεί ως παράπλευρη ενασχόληση μαθητών και καθηγητών, σε μια διαδικασία που επικυρώνει το τυπικό νομιμοποιητικό δικαίωμα να διαγωνισθεί κάποιος για την είσοδό του στο πανεπιστήμιο. Ο ρόλος του ως χώρου παροχής γενικής παιδείας, που εισάγει στη γνώση και στη διαμόρφωση των υγιών αντανακλαστικών του πολίτη, καθώς και για τον επαγγελματικό προσανατολισμό του νέου ανθρώπου είναι ανύπαρκτος. Κατά τούτο, η νέα ρύθμιση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εμβαλωματική, να μην δίνει απαντήσεις στις στρεβλώσεις που έχουν οικοδομηθεί και συντηρούν την καχεξία της μέσης εκπαίδευσης. Το Λύκειο ως προθάλαμος για τη γιγάντωση της ιδιωτικής παραπαιδείας και η μεταβολή της φροντιστηριακής ενασχόλησης των καθηγητών του Λυκείου σε κυρίως ενασχόληση υπηρετούν άλλωστε έναν μείζονα πολιτικό σκοπό, που προέχει κάθε μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος: την ανακοπή κάθε μεταρρυθμιστικής σκέψης των καθηγητών, τη μη αντίδρασή τους στις γλίσχρες απολαβές που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα έκαναν την κατάσταση στη μέση εκπαίδευση εκρηκτική. Η εμβαλωματική αυτή προσέγγιση της Μέσης Εκπαίδευσης στο περιβάλλον της καταστροφής που βιώνει ακόμη μία φορά ο ελληνικός κόσμος φανερώνει καλύτερα από κάθε τι άλλο ότι η παρούσα πολιτική τάξη δεν θέλει ούτε δύναται να υπερβεί τον εαυτό της, να αποφασίσει τις τομές εκείνες που θα την αποκαθάρουν από το επονείδιστο παρελθόν της».

Η ανακαίνιση δεν ξεκινά από τον τελευταίο όροφο
Ελ. Γείτονας,  γενικός  διευθυντής «Εκπαιδευτηρίων  Γείτονα»

«Από τα όσα μπορεί κανείς να συμπεράνει από τις πληροφορίες που διοχετεύτηκαν στον Τύπο από το υπουργείο Παιδείας, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα σαφές πλαίσιο μεταρρυθμιστικό. Είναι βέβαια απορίας άξιον πώς είναι δυνατόν μια μεταρρύθμιση στο πλαίσιο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όπως είναι στην Ελλάδα, να γίνει χωρίς να έχει συνοδευθεί ταυτόχρονα από μια παρέμβαση και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Συνήθως όταν θέλουμε να ανακαινίσουμε ένα παλιό κτήριο δεν αρχίζουμε από τον τελευταίο όροφο, αρχίζουμε από τα θεμέλια. Είναι πραγματικά πολύ θετικές οι ιδέες που ακούγονται ότι στην Α' και Β' Λυκείου τα παιδιά θα έχουν δικαιώματα επιλογής μαθημάτων, αρκεί βέβαια η επιλογή να μη μετατραπεί σε υπεκφυγή. Επίσης, θα είχαμε να επισημάνουμε ότι αν η επιλογή μαθήματος δεν αρχίσει από το Δημοτικό, πώς θα μπορέσει ξαφνικά ένα παιδί στην Α' Λυκείου να διαχειριστεί αυτό το αγαθό που λέγεται επιλογή μαθήματος. Αφήνουμε βέβαια ασχολίαστο το γεγονός ότι ο καθηγητής για να μπορέσει να κατευθύνει σωστά τις ελεύθερες επιλογές των παιδιών χρειάζεται εξειδίκευση και μια ιδιαίτερη συγκρότηση παιδαγωγική. Είμαστε υπέρ των επιλογών αυτών γιατί οι επιλογές αυξάνουν και ανεβάζουν το δείκτη Δημοκρατίας. Οι τροχιοδρομημένες εκπαιδευτικές διαδικασίες και ίδιες για όλα τα παιδιά είναι ανελεύθερες και αναποτελεσματικές. Αυτό το εκπαιδευτικό αγαθό που σχεδιάζεται να σερβιριστεί στις τάξεις του Λυκείου καλό είναι να συνοδευτεί και να συνδεθεί με τις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού και όλες τις τάξεις του Γυμνασίου. Τότε και μόνο τότε θα μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα αυτής της ωραίας ιδέας. Εμείς ως ομάδα εκπαιδευτικών έχουμε αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα μαθήματα επιλογών στο πλαίσιο της φιλοσοφίας των προαιρετικών δραστηριοτήτων του σχολείου μας. Σε ό,τι αφορά στην Τράπεζα Θεμάτων και το 50% αυτών που θα δίδει το υπουργείο, εκτιμούμε ότι είναι μια εξαιρετική ιδέα. Θα βοηθήσει και τους εκπαιδευτικούς στο έργο τους. Ομως για το άλλο 50% που θα εναπόκειται στην πρωτοβουλία του κάθε σχολείου διατυπώνονται αρκετές επιφυλάξεις, σε ό,τι αφορά στη διαρροή των θεμάτων, στο επίπεδο και στην τελική αξιολόγηση, παρά το γεγονός ότι το υπουργείο Παιδείας υποπτευόμενο την παγίδα προβλέπει αναπροσαρμογή της βαθμολογίας στα επίπεδα που εκείνο θα κρίνει. Να σημειωθεί επίσης πως χρειάζεται και ειδικό σώμα βαθμολογητών που θα πρέπει να επιλέγονται με κριτήρια συγκεκριμένα και να επιμορφώνονται για την αντικειμενική, δίκαιη και παιδαγωγική αξιολόγηση των παιδιών. Εάν δε γίνουν βεβιασμένες κινήσεις και μπούμε σε μια διαδικασία προετοιμασίας των εκπαιδευτικών από το Δημοτικό για μια νέα παιδαγωγική αντίληψη λειτουργίας των ελληνικών σχολείων, θα μπορέσουμε μέσα στο σχολικό έτος 2013-2014 να επιμορφώσουμε όλους τους εκπαιδευτικούς μας και να απορροφήσουμε και χρήματα από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Εμείς ως εκπαιδευτικός οργανισμός έχουμε έτοιμα προγράμματα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών για κάθε επιστημονικό πεδίο. Ας μην ξεχνάμε ότι μεταρρύθμιση χωρίς αξιολόγηση βελτιωτικού χαρακτήρα του εκπαιδευτικού έργου δεν θα οδηγήσει πουθενά».

Στην έρημο 40 διαγωνιστικών μαθημάτων
Δ. Σεβαστάκης, αναπληρωτής  καθηγητής στο ΕΜΠ, ζωγράφος

«Οσο περισσότερο αποδυναμώνεται η παραγωγική ταυτότητα της χώρας τόσο πιο έντονα επιδοσιακές γίνονται οι εκπαιδευτικές απαιτήσεις. Το νέο Λύκειο, που αχνοφαίνεται, περισσότερο προσομοιάζει με ένα εξεταστικό τούνελ, ενός κούφιου, ανταγωνιστικού παροξυσμού, παρά με σχεδιασμένη πολιτική εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ειδικά όταν το αντίκρισμα είναι ασήμαντο (είσοδος σε μια πανεπιστημιακή σχολή και κατοχή ενός τίτλου που η παραγωγική υπανάπτυξη της χώρας δεν μπορεί να τον χρησιμοποιήσει), η έρημος των 40 διαγωνιστικών μαθημάτων μοιάζει απλώς άσκηση ταξικού ξεσκαρταρίσματος. Το μεγάλο νεοτερικό πρόταγμα της μορφωτικής διασποράς και κριτικής εμβάθυνσης μάλλον είναι μια ξεχασμένη ανθρωπιστική πολυτέλεια.

Σαν να επιδιώκεται η σύνδεση της γνώσης είτε με την απόρριψη και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση (του αδύνατου ή φτωχού μαθητή που αποτυγχάνει) είτε με μια εξαναγκαστική και πνευματικά επιζήμια κουλτούρα αποστήθισης και αυτοβασανισμού (για το δυνατό μαθητή που επιτυγχάνει). Και οι δύο επικράτειες δεν ορίζουν πλέον δύο ζώνες ποιοτήτων ή γνωστικής αποτελεσματικότητας, αλλά δύο πεδία ανηδονικού βασανισμού. Η γνώση είναι διασταύρωση θραυσμάτων, είναι "χημική" σύνθεση αντιφάσεων, είναι γλώσσα και αναστοχασμός. Το κεντρικό στοιχείο κοινωνικής συνοχής, δηλαδή μια μορφή παραγωγικής αυτοσυνειδησίας, είναι το διαρκές άπλωμα ενός μορφωτικού ιστού που ερμηνεύει το πραγματικό και δεν απελπίζεται απλώς, εντός του.

Το Λύκειο έπρεπε να είναι διευρυμένο, πολυκριτικό και με τις δυνατότητες των νέων μέσων, πολυεστιακό. Η σκέψη, για ν' αναπτυχθεί, χρειάζεται τη δεύτερη σκέψη και όχι το άναμμα του πράσινου στην πίστα. Το Λύκειο έπρεπε να ευνοεί την εξατομίκευση, γιατί οι γνωστικές συμπεριφορές προοικονομούν τις ερευνητικές ιδιοσυγκρασίες. Και αυτό μέσα από την εξατομικευμένη διδασκαλία μπορείς να το ανακαλύψεις και να το καλλιεργήσεις. Οι δεξιότητες είναι ποικίλες, συχνά παράλληλες, εναλλακτικές, άρα ένα κλειστό αξιωματικό σύστημα δεν τις παραλαμβάνει, δεν τις αναδεικνύει. Δυστυχώς, από το αυταρχικό και τιμωρητικό εκπαιδευτικό μοντέλο των μεταπολεμικών δεκαετιών, εκτιναχθήκαμε στο λαϊκιστικό μπάχαλο και τώρα αντί να ισορροπήσουμε ιδίως εντός της κρίσης, μέσα στην οποία εκβλαστάνουν πολύ σοβαρά συμπεριφορικά προβλήματα, οδηγούμαστε στο μαθησιακό στρατώνα. Είναι λάθος στρατηγική επιλογή -όπως οι περισσότερες τα τελευταία χρόνια-, που θα την πληρώσουμε και αυτή ακριβά, όπως πληρώνουμε δυστυχώς τα πάντα».

Επίθεση στην αυταξία της γνώσης
Κ. Γαβρόγλου, καθηγητής Ιστορίας των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

«Πολιτικό και ηθικό δικαίωμα για να υποστηρίζει μία κυβέρνηση ότι αναβαθμίζει τη μέση εκπαίδευση έχει μονάχα εφ' όσον έχει δείξει έμπρακτα ότι σέβεται τους καθηγητές, δεν τους λοιδορεί και φροντίζει, ακόμη και σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες, να εξασφαλίσει τα ελάχιστα για τη λειτουργία των σχολείων. Το υπουργείο Παιδείας έχει επανειλημμένα δείξει ότι κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, εκφράζοντας επιπλέον μία εκδικητική μανία ενάντια σε όσους και όσες κρατάνε -ακόμη- το εκπαιδευτικό σύστημα, σε όλες του τις βαθμίδες, ζωντανό. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με το Λύκειο θα χειροτερέψουν μια ήδη βεβαρημένη κατάσταση στα σχολεία. Ολα τα προτεινόμενα μέτρα περιστρέφονται γύρω από τις εξετάσεις, επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά ότι το μόνο που ενδιαφέρει το υπουργείο Παιδείας είναι οι εκπαιδευτικοί θεσμοί να λειτουργούν ως εξεταστικά κέντρα. Δεν αναρωτήθηκε ποτέ το υπουργείο γιατί υπάρχει τέτοια απέχθεια από τους μαθητές και τις μαθήτριες για το σχολείο; Δεν καταλαβαίνει το υπουργείο ότι το πρόβλημα με όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες είναι οι συνεχείς παρεμβάσεις του για να ρυθμίζει τα πάντα, και ποτέ να μην κάνει το οτιδήποτε για να ενισχύσει την αντίληψη για την αυταξία της γνώσης; Αποκορύφωμα του αλαλούμ που επικρατεί στο υπουργείο είναι το ότι διατηρεί τα αποκαλούμενα projects (δηλ., κάποιου είδους εργασίες που θα γράφουν οι μαθητές) όταν δεν υπάρχουν βιβλιοθηκονόμοι για να μπορούν οι μαθητές να συμβουλεύονται τα βιβλία στις βιβλιοθήκες, όταν δεν υπάρχουν κονδύλια για μία στοιχειώδη αγορά νέων βιβλίων, όταν οι ολοένα και λιγότεροι καθηγητές έχουν όλο και περισσότερο αριθμό μαθητών στις τάξεις; Γνωρίζουμε, επίσης, ότι στην κοινωνία μας σήμερα ο τρόπος εισαγωγής στα πανεπιστήμια έχει ακυρώσει την αυτοτέλεια του Λυκείου και έχει ακυρώσει την όποια εκπαιδευτική διαδικασία των τελευταίων δύο τάξεών του. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις εντείνουν αυτό το πρόβλημα και με έναν προκλητικό τρόπο αγνοούν τις διάφορες και τεκμηριωμένες προτάσεις που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί για να αποκτήσει ξανά το Λύκειο την αυτοτέλειά του, ακόμη και μέσα από την πλήρη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων, όπως γίνεται σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

[ΠΗΓΗ: Γιώργος Κιούσης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ]

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Κανένας δεν είναι ξένος για μένα αν είναι καλός

Στον Γιόχαν Ντρόιζεν («Η Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου») οφείλουμε τον ευφυή ιστορικό όρο ελληνιστική εποχή. Ευτύχησε σ’ αυτή την περίοδο να γεννηθούν μεγάλοι στοχαστές, αλλά αυτός που προσπάθησε να συνεχίσει (και ανανέωσε) την κωμωδιογραφία, την κωμωδία τέλος πάντων, αξίζει να διαβάζεται και να ξαναδιαβάζεται. Είναι αυτός που υποβάθμισε την έως τότε υπερηφάνεια των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων, δίνοντας βαρύτητα σε μια καινούργια έκφραση, που στηρίζεται στην παιδεία και την εσωτερική καλλιέργεια. Έδωσε τέλος στο προγονικό κλέος και την ταξική προκατάληψη· δεν είναι ο τόπος που γεννιέται κανείς το αποφασιστικό μέτρον, αλλά η φυσική τάση προς την καλοσύνη: «Κανένας δεν είναι ξένος για μένα αν είναι καλός. Από φυσικού τους όλοι είναι ίδιοι και μόνο ο χαρακτήρας δημιουργεί το ιδιαίτερο ήθος».

Διακρίνουμε εδώ επιρροές από τον Σωκράτη (ουδείς εκών κακός, ουδείς είναι κακός με τη θέλησή του) αλλά και από τον Ηράκλειτο (ήθος ανθρώπω δαίμων, ο άνθρωπος είναι ο χαρακτήρας του). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια σοβαρή ανάγνωση της παράδοσης. Δεν είναι τα μεγάλα επικά κατορθώματα το άριστο, αλλά η ευγενική συμπεριφορά. Απηχεί ακόμη τη σοφιστική ριζοσπαστικότητα περί ισότητας όλων των ανθρώπων (Αντιφών) και της απόλυτης ελευθερίας (Αλκιδάμας: ουδένα η φύσις δούλον πεποίηκεν).

Για μας τους κληρονόμους τούτων των ιδεών όλα φαντάζουν ευκολότερα· έχουμε έτοιμο στρωμένο τραπέζι και έτοιμο φαγητό. Αλλά πόσο δύσπεπτοι αποδεικνύεται ότι είμαστε, πόσο στραβοί και ξινοί και με μια μύτη που αγγίζει τα βλέφαρα!

Δεν λέω να τα παίρνουμε όλα τοις μετρητοίς, ή να τα μεταφέρουμε βιαίως στη δική μας εποχή, θα ήταν μια στείρα και αντιπαιδαγωγική (αντιεπιστημονική) μεταφορά. Απλώς η συνάντηση και η πιθανή οικείωση με τα κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας ανοίγει, νομίζω, τις τεμπέλικες εγκεφαλικές ίνες, τις διαστέλλει, τις προβληματίζει.

Είναι, όμως, δυνατόν, μπορούν να αντιτείνουν οι ενιστάμενοι, να είσαι καλός σήμερα και να επιβιώσεις; Έχει θέση η καλοσύνη στον τόπο του ρεαλισμού, του ωφελιμισμού, της δικτατορίας του σκοπού; Μάλλον όχι· ν’ αφήσουμε όμως μια τέτοια πολύτιμη κληρονομιά ανθρωπιάς να χαθεί;

Επιπροσθέτως, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνουμε αγράμματοι, αφού κάτι δεν ενδιαφέρει τον σκοπό μας, ούτε σημαίνει ότι άδικα κοπίασαν τόσοι πρόγονοι μπας και μας ξεστραβώσουν. Στα σωζόμενα έργα του Μενάνδρου διαφαίνονται η επιείκεια, η συγχώρηση, η κατανόηση, έννοιες ξένες σήμερα, υποβαθμισμένες ως τάχα χριστιανικές (αλλά είναι αρχαιοελληνικές!), πεταμένες στην ωφελιμιστική λήθη…

Ο μέγας σχολιαστής Αριστοφάνης ο Βυζάντιος κατέτασσε τον Μένανδρο στη δεύτερη θέση ανάμεσα σε όλους τους Έλληνες ποιητές. Δεν ενδιαφέρει εδώ εάν είχε δίκιο. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στο αν είχε κομμάτι δίκιο (εσαεί) ο μέγας ανθρωπιστής ποιητής Μένανδρος.

[ΠΗΓΗ: Γιώργος Σταματόπουλος, Για την ανθρωπιά του Μένανδρου, Εφημερίδα των Συντακτών 16-01-2013, gstamatopoulos@efsyn.gr ]

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Δεν έχουμε βρει ακόμα τρόπους για να διδάσκουμε στο σχολείο την αρχαία Ελλάδα.

Ο «Κρίτων» είναι ένας από τους ωραιότερους πλατωνικούς διαλόγους. Σύντομο κείμενο, με άρτιο ρυθμό στους διαλόγους, αποδεικνύει ότι ο Πλάτων, εκτός από φιλόσοφος των φιλοσόφων, υπήρξε και ένας από τους μεγαλύτερους πεζογράφους όλων των εποχών.

Η σκηνή διαδραματίζεται στο κελί όπου ο Σωκράτης περιμένει την επιστροφή του ιερού πλοίου από τη Δήλο για να πιει το κώνειο. Τον επισκέπτεται αξημέρωτα ο Κρίτων, από τα παλιότερα μέλη της ομήγυρης, συνομήλικός του, φίλος του από τα παλιά. Εύπορος, έχει δωροδοκήσει τους κατάλληλους ανθρώπους για να οργανώσουν την απόδραση του Σωκράτη. «Τι τηνικάδε αφίξαι, ω Κρίτων;» – ποιος από εμάς δεν θυμάται τη φράση από τα σχολικά θρανία;

Ο διάλογος που ακολουθεί είναι συγκινητικός. Στην πραγματικότητα το ύστατο επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Κρίτων για να πείσει τον φίλο του να ζήσει είναι η φιλία τους. Πώς θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς τον Σωκράτη; Γιατί θέλει να τον αφήσει μόνον του με την πλήξη των γερατειών του; Δύο γεροντάκια που έμειναν αχώριστα για μια ζωή και τώρα ήρθε η ώρα να τους χωρίσει ο θάνατος. Ο Σωκράτης, ως γνωστόν, επικαλείται τους νόμους της πόλης. Τον επισκέφθηκαν στο όνειρό του και του θύμισαν πως χάρη σ’ αυτούς έγινε αυτός που έγινε κι αν τώρα τους τραυματίσει δραπετεύοντας στην πραγματικότητα θα είναι σαν να προδίδει τον ίδιο του τον εαυτό. Το ύστατο επιχείρημα του Σωκράτη είναι κι αυτό «ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο». Αν σηκωθεί να φύγει για να γλιτώσει θα ποδοπατήσει ό,τι πάλεψε να αναδείξει με τη στάση μιας ολόκληρης ζωής. Θα γίνει καταγέλαστος. Η αιδώς είναι υπέρτατη κοινωνική αξία.

Διάβασα σε άρθρο του Γεράσιμου Μαρκαντωνάτου («Το Βήμα», 11/8/2013) ότι ο Κρίτων δεν διδάσκεται εδώ και χρόνια στη μέση εκπαίδευση. Ο ίδιος αποδίδει την απουσία του από το πρόγραμμα σε ιδεολογικούς λόγους. Τον έβγαλαν γιατί «υποβάλλει στους μαθητές την ιδεολογία της αδιαμαρτύρητης και πειθήνιας συμμόρφωσης του πολίτη προς οποιαδήποτε απόφαση της πολιτείας, έστω κι αν ακόμη αυτή αντιμετωπίζεται ως αυθαίρετη και ενδεχομένως άδικη...». Δεν ξέρω αν όντως είναι αυτός ο λόγος. Αν και τίποτε δεν αποκλείεται. Αν όντως αυτός είναι ο λόγος, το μόνο που έχεις να διαπιστώσεις είναι ότι ένα ακόμη κεφάλαιο της παγκόσμιας σκέψης εξώκειλε στα αβαθή του ιθαγενούς προοδευτισμού.

Όμως, αυτό είναι το σύμπτωμα. Η ασθένεια που το γεννάει είναι πολύ βαθύτερη και πολύ φοβάμαι ότι είναι δύσκολο πια να ξεριζωθεί από το σώμα της εκπαίδευσης. Η ασθένεια έχει όνομα, έχει φορείς και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Είναι μία από τις συγγενείς διαμαρτίες όχι μόνο του εκπαιδευτικού μας συστήματος, αλλά και του συνόλου του εθνικού οικοδομήματος. Επί διακόσια χρόνια, και έπειτα από εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις ων ουκ έστιν αριθμός, μεταρρυθμίσεις που διέθεταν όλα τα δυνατά ιδεολογικά πρόσημα, ακόμη δεν έχουμε βρει τρόπο για να διδάσκουμε στο σχολείο την αρχαία Ελλάδα. Παρότι, είτε στο πρωτότυπο είτε στη μετάφραση, παραμένει ένας από τους σημαντικότερους κλάδους του σχολικού προγράμματος. Γι’ αυτό και τώρα, στη νιοστή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που κυοφορούν οι μεγιστάνες του πνευματικού μας πλούτου, το ζητούμενο δεν είναι αν θα ενταχθεί και πάλι ο Κρίτων. Το ζητούμενο είναι αν κάποιους τους απασχολεί πώς θα διδαχθούν αυτά τα κείμενα. Αν μπορούν να τα καθαρίσουν από τη μάκα του φορμαλισμού και αν έχουν τη διαύγεια, την ικανότητα και το θάρρος να τα διδάξουν ως κείμενα και όχι ως αφορμές για να προβάλουν τις δικές τους απόψεις.

Όλα αυτά βέβαια θα ήσαν, ενδεχομένως, ήσσονος σημασίας αν δεν αναφερόμασταν στην παθογένεια της ημετέρας παιδείας. Οι κλασικές σπουδές υποχωρούν σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, και όσοι κόπτονται για την ασθενική ευρωπαϊκή συνείδηση καιρός είναι να αναρωτηθούν πόσο συμμετέχει στην απονεύρωσή της η τροπή που έχει πάρει το εκπαιδευτικό σύστημα. Και για εμάς, όμως, το ζήτημα είναι υπαρξιακό. Το οικοδόμημα της εθνικής μας συνείδησης στηρίχτηκε στη σχέση της σύγχρονης με την αρχαία Ελλάδα. Το υπηρέτησαν πολλοί με ζήλο, με σθένος και την απαραίτητη φαντασία. Όμως, δεν κατάφεραν να σπάσουν το πλέγμα των ψυχοπαθολογικών συνδρόμων με το οποίο το αντιμετωπίζει η εκπαίδευση, και κατ’ επέκταση η συλλογική μας συνείδηση. Οι ίδιοι που δεν έχουν διαβάσει ούτε μία σελίδα Θουκυδίδη είναι οι ίδιοι που ζώνονται την εθνική τους υπερηφάνεια όταν κάποιος αμφισβητήσει την απευθείας συγγένειά τους με τον Περικλή και τον Σωκράτη. Παράδειγμα ειδεχθές της ψυχοπαθολογίας οι κακοχυμένες συνειδήσεις των χρυσαυγιτών. Αν το εκπαιδευτικό σύστημα, δύο αιώνες τώρα, δεν έχει καταφέρει να δώσει σοβαρές απαντήσεις σε ένα ζήτημα τόσο κεντρικό για τη συλλογική μας συνείδηση, τότε τι γίνεται με τα υπόλοιπα, τα επουσιώδη; Ελάτε τώρα, εκεί, ως συνήθως επιδαψιλεύουμε την οικουμένη με απόψεις, και πρωτότυπες ιδέες. Πόσες σχολικές μονάδες θα συγχωνευθούν, πώς θα γίνεται η εισαγωγή στα ΑΕΙ, πόσα τα μόρια των ΤΕΙ και ως ποιο ποσοστό αντιγραφής η αντιγραφή θεωρείται αντιγραφή; Για να μην ξεχάσω ότι η Ελλάς προσέφερε στη φιλοσοφία και την έννοια της κινητικότητας, κάτι λιγότερο από υπερ- και κάτι παραπάνω από υπο-κινητικότητα

[ΠΗΓΗ: Τάκης Θεοδορώπουλος, Η Ήττα της ημετέρας παιδείας, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18-08-2013]

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Οι μεγάλες ανατροπές στις σχέσεις γερόντων και νέων σε καιρούς ακμής και παρακμής

Υπήρχε μία εποχή, από τη δεκαετία του 1950 και πιο πριν, προτού μας αρπάξει το τσουνάμι των αντιπαροχών με το συνακόλουθο ασύγγνωστο οικολογικό έγκλημα εις βάρος μιας μικρής, ευχάριστης πόλης που δεν αντιστοιχούσε ακριβώς -όσο κι αν επέμενε η συγχωρεμένη Σοφία Βέμπο- στο άσμα: «Λόντρα, Παρίσι κ.λπ. μπρος στην Αθήνα» κ.λπ., όπου το γήρας αποτελούσε σχεδόν συνώνυμο της σοφίας και έχαιρε του απόλυτου σεβασμού από τους νεότερους - ακόμα και τους κάπως απρόθυμους μεσόκοπους.


Ο γέροντας καθόταν στην περίβλεπτη θέση στην κεφαλή του τραπεζιού και, οσάκις μιλούσε με τον απαραίτητο στόμφο εκείνου που απαιτεί να βγάλουν το σκασμό για να τον ακούσουν όλοι, εξέπεμπε βαρύγδουπα κάποια στομφώδη κοινοτοπία (κάποιες «sweeping generalizations», όπως λένε οι Αγγλοσάξονες), του τύπου: «Ο κόσμος έχει αλλάξει τώρα. Δεν είναι όπως στην εποχή μου. Όλοι κοιτάζουν το συμφέρον τους και τίποτε άλλο. Όλοι θέλουν να φάνε!». Οι νεότεροι παρακαθήμενοι κουνούσαν το κεφάλι επιδοκιμαστικά: «Έχει δίκιο ο παππούς» ή «σοφά τα λόγια του γέροντα!».

Ο γέροντας αλλά και η γερόντισσα έχαιραν του σεβασμού και της αγάπης των εγγονών, που, μόλις τους έβλεπαν, έτρεχαν να τους φιλήσουν το χέρι, όπως έκαναν στον παπά. Ήταν πάντα καλοδεχούμενοι όταν κατέβαιναν από το χωριό, πολλές φορές απροειδοποίητα, για να τους κάνουν έκπληξη κομίζοντας και το καλάθι με τα καλούδια του χωριού (σύκα, λάδι, καρύδια, γλυκά κ.λπ.).

Κάπου στα μέσα του '50 η Αθήνα άρχισε να αλλάζει. Οι χωροταξικές ανάγκες κατάργησαν με συνοπτικές διαδικασίες τη γειτονιά και οι γείτονες σκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ενώ οι καινούργιοι στην πολυκατοικία μόλις αντάλλασσαν μια «καλημέρα» ή περιορίζονταν σε μια νευματική γνωριμία. Τα παιδιά δεν είχαν αλάνες· δεν είχαν τόπια· δεν έσπαγαν τζάμια - είχαν όμως τηλεόραση.

Αλλά η μεγάλη ανατροπή ήταν αυτή στις σχέσεις γερόντων και νέων. Τα διαμερίσματα είχαν όλα λουτρό και ο κόσμος έκανε μπάνιο και άλλες ημέρες της εβδομάδας εκτός του Σαββάτου. Ο κόσμος ήρε την απομόνωσή του και άρχισε τις φιλίες με τους συγκατοίκους, τους συναδέλφους από τη δουλειά -ιδίως τους προϊσταμένους- και άλλους. Έλα όμως που οι γέροντες επέμεναν πεισματικά στις παραδοσιακές, πολύ τυπικές σχέσεις τους με το νερό. Παλαιότερα νέοι και γέροι πλένονταν με την ίδια σχεδόν συχνότητα και δεν ενοχλούσε τον έναν η «μυρωδιά» του άλλου· όμως τώρα πλέον ο νέος ένιωθε έντονη δυσανεξία ως προς την οσμή του γέροντα, που προκαλούσε κατάφωρα την όσφρησή του. Ξαφνικά και περί την περίοδο της χούντας, ο γέροντας βρέθηκε σε καραντίνα. Και όπως είχε αρχίσει να πέφτει στην εκτίμηση των νέων, αν σπάνια παρευρισκόταν σε κάποιο φιλικό γεύμα/δείπνο και τολμούσε να ψελλίσει κάτι, ο γιος/η κόρη/η νύφη κοιτούσε τους καλεσμένους με έντονη δυσφορία σαν να τους έλεγε «τι λέει πάλι ο γέρος;», έστω και αν αυτή τη φορά η παρατήρησή του ήταν καθ' όλα εύστοχη.

Τα μέτρα που άρχισαν να παίρνουν οι συγγενείς ήταν πολύ δραστικά προκειμένου να αποφευχθούν αμηχανίες: μετέθεσαν τους γέρους στην... κουζίνα. Δεν θα ξεχάσω την εικόνα δύο γερόντων να τρώνε στη γωνία με τα κεφάλια σκυφτά υπό το άγρυπνο βλέμμα μιας κυρίας που «είχε καλέσει κόσμο» και δεν θα επέτρεπε επ' ουδενί να της λερώσουν το καλό τραπεζομάντιλο «οι απρόσεκτοι» γονείς της.

Κάπου στη δεκαετία του 1980 τα παιδιά πιάσαν τον ταύρο από τα κέρατα και ανευρέθη η τελική λύση: τα γηροκομεία, ή, επί το κοσμιότερον, οι «Οίκοι Ευγηρίας», φράση αποκρουστική όσο και το «Γραφείο Τελετών». (Ευτυχώς ο μέσος άνθρωπος έχει κάποια κατά Gardner «γλωσσολογική νοημοσύνη» και δεν ρωτάει «Πότε θα γίνει η τελετή;» αλλά μάλλον «Πότε θα γίνει η κηδεία;»)

Τα «παιδιά» άρχισαν να εκθειάζουν στους γέροντες γονείς τους τα μεγάλα πλεονεκτήματα των γηροκομείων: «Θα έχεις τους γιατρούς να σε βλέπουν κάθε μέρα· τις νοσοκόμες να σε περιποιούνται· θα πιάσεις φιλίες με συνομήλικούς σου και θα παίζεις τάβλι». Ο γέροντας τελικά υποχωρούσε όχι γιατί τον έπειθαν για τις χαρές τις γηροκομικής ζωής, αλλά γιατί καταλάβαινε ότι ήταν πλέον ο ανέντακτος μέσα στα αγαπημένα του πρόσωπα.

Ήρθαν όμως, αλίμονο, καιροί χαλεποί (από το 2008 και μετά) που ευτυχώς αναβάθμισαν την εικόνα και το κύρος των απαξιωμένων γερόντων χάρη στην πολύτιμη σύνταξή τους. Άνεργοι οικογενειάρχες, αναξιοπαθούσες χήρες, ανύπανδρες μητέρες κ.ά. περιμένουν πότε θα πάρει τη σύνταξη του μήνα ο γέρος μπαμπάς/παππούς-χρηματοδότης. Είναι όλοι αυτοί που μετά χαράς θα έπνιγαν τον Ιάπωνα υπουργό όταν συνέστησε στους υπερήλικους να επιταχύνουν όσο μπορούν τη μετάβασή τους στο επέκεινα προκειμένου να συμβάλουν «θετικά» στη ανάκαμψη της ιαπωνικής οικονομίας.

Ο νέοι με πολύ συνοπτικές διαδικασίες προέβησαν σε μια αξιακή επανεκτίμηση των γερόντων και αποφάσισαν να τους συμβουλεύσουν με γεροντική σοφία: «Τι τους θέλετε τους οίκους ευγηρίας μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή; Εδώ θα έχετε το σπιτικό φαγάκι σας, το ωραίο κρεβατάκι σας, που τόσο στερηθήκατε. Θα έρθουμε στο τέλος του μηνός να σας πάρουμε, αφού μέχρι τότε έχουμε προκαταβάλει τα νοσήλια». Ο γέροντας νιώθει ηθική ανάταση επιτέλους, αφού λόγω σύνταξης καθίσταται σημαντικός οικονομικός παράγων με πολύ θετική συμβολή στην οικιακή οικονομία. Θέλει να ζήσει τουλάχιστον είκοσι χρόνια ακόμα· εις πείσμα του αθυρόστομου Ιάπωνα υπουργού.

[ΠΗΓΗ: Θάνος Κουκουριώτης, Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, Η ΓΕΡΟΝΤΟΦΟΒΙΑ ΣΕ ΑΙΣΘΗΤΗ ΥΦΕΣΗ, άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ]