Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Δημοκρατία ένα πείραμα ανθρώπινης συνύπαρξης, που ξεκίνησε τον 5ο π.Χ. αιώνα και εξακολουθεί να επηρεάζει με τα ευρήματά του ακόμη και τον 21ο αιώνα

Δεν πιστεύω ότι η μακροβιότερη δημοκρατία της σύγχρονης ιστορίας μας κινδυνεύει από τους αλλοπαρμένους εφέδρους ή παρεμφερείς συνωμότες. Κινδυνεύει όμως από την απογοήτευση, την κούραση της αποτυχίας, την παραλυσία της αναξιοπιστίας. Κινδυνεύει κυρίως από την έλλειψη προοπτικής. Τι μπορεί να μας υποσχεθεί σήμερα η ελληνική δημοκρατία πέρα από την επιβίωσή της; Τίποτε ή σχεδόν τίποτε. Όμως και η επιβίωση της δημοκρατίας είναι ένα ολόκληρο πολιτικό και πολιτισμικό πρόγραμμα. Ποιοι έχουν τη δύναμη και τις ικανότητες να το συνεχίσουν, παρά την αγανάκτηση και την καταπόνηση;

 


Ο Πλάτων, στην έβδομη επιστολή του, το μόνο αυτοβιογραφικό του κείμενο, αν και αμφισβητούμενης γνησιότητας, αναφέρεται στη στάση που κράτησε αυτός και η σωκρατική ομήγυρη στην τυραννία των Τριάκοντα. Με σχεδόν απολογητικό ύφος λέει ότι στην αρχή τούς αντιμετώπισαν με ευμένεια και συνεργάστηκαν μαζί τους. Όχι μόνον επειδή ο ίδιος ήταν συγγενής του Κριτία, του επικεφαλής της τυραννίας. Αλλά κυρίως επειδή πίστεψαν πως η τυραννία θα αποκαθιστούσε το καθεστώς του δικαίου που είχε καταλύσει η δημοκρατία της τελευταίας περιόδου, η δημοκρατία των δημαγωγών. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο Κριτίας, και ο Θηραμένης και ο Χαρμίδης, τοποτηρητής του καθεστώτος στον Πειραιά, ήταν μέλη της σωκρατικής ομήγυρης. Ηταν η απέχθεια που τους είχε προκαλέσει η δημοκρατία, η οποία τους οδήγησε στην αποδοχή της τυραννίας.

Η αλήθεια είναι ότι η δημοκρατία δεν είχε απογοητεύσει μόνο τον νεαρό τότε Πλάτωνα, ο οποίος δεν διακρίνεται για τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Είχε οδηγήσει την Αθήνα στην καταστροφή. Ο πόλεμος είχε χαθεί οριστικά και αμετάκλητα, ο στόλος είχε οριστικά καταστραφεί, χρήματα δεν υπήρχαν για να ξαναχτιστεί, και ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος είχε αποκλείσει την τροφοδοσία της Αθήνας με αποτέλεσμα να ενσκήψει λιμός και οι Αθηναίοι να φοβούνται ότι οι Σπαρτιάτες θα τους τιμωρούσαν με αφανισμό, με τον ίδιο τρόπο που οι ίδιοι είχαν τιμωρήσει τους Μήλιους. Οι φόβοι τους δεν βγήκαν αληθινοί. Ο Λύσανδρος απάντησε στους Θηβαίους, που του πρότειναν να μετατρέψει την Αθήνα σε βοσκότοπο, πως δεν σκοπεύει να βγάλει το ένα από τα δύο μάτια της Ελλάδας. Τους έβαλε να γκρεμίσουν τα τείχη του Θεμιστοκλή με τα ίδια τους τα χέρια και με τη συνοδεία αυλητρίδων που υμνούσαν την απελευθέρωση της Ελλάδας – είχαν και οι Σπαρτιάτες χιούμορ. Και τους παρέδωσε σε μια συμμορία συμπολιτών τους, τους Τριάκοντα.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Το καθεστώς των τυράννων αποδείχθηκε βουλιμικό. Λεηλάτησε τις περιουσίες των Αθηναίων και, όπως λέει ο Ξενοφών, ο οποίος επίσης συνεργάστηκε με το καθεστώς, σκότωσαν τους διπλάσιους Αθηναίους από όσους είχαν πέσει στις μάχες στα τελευταία δέκα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Άντεξε λίγους μόνον μήνες ώσπου να μπουν οι εξόριστοι δημοκρατικοί από τη Θήβα και μετά τη μάχη της Ιπποδάμειας στον Πειραιά να το ανατρέψουν. Η δημοκρατία αποδείχθηκε και γενναιόδωρη και σοφή. Το πρώτο ψήφισμα που εξέδωσε η Εκκλησία του Δήμου έφερε τον τίτλο «Περί του μη μνησικακείν» και αμνήστευε όσους είχαν συνεργαστεί με τους Τριάκοντα – εξηρούντο οι φυσικοί αυτουργοί εγκλημάτων.

Ιστορίες μιας εποχής μακρινής, θα μου πείτε, που ελάχιστη σχέση έχει με τη δική μας. Στα χρόνια του πέμπτου αιώνα πριν τον Χριστό, η δημοκρατία ήταν ένα πείραμα ανθρώπινης συνύπαρξης. Ήταν «άμεση», απέκλειε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της Αττικής, πλην όμως το πείραμα που ξεκίνησε τότε εξακολουθεί να επηρεάζει με τα ευρήματά του ακόμη και τον μακρινό για την αρχαιότητα εκείνη 21ο αιώνα. Η απογοήτευση, η παράδοση της πόλης σε μια συμμορία αριστοκρατών, πλην όμως συμμορία, και κατόπιν ο πανικός. Η δημοκρατία μπορεί να είναι απογοητευτική, όπως η σημερινή, όμως είναι δημοκρατία. Κοινώς σου δίνει τη δυνατότητα και να απογοητευτείς, και να την απεχθάνεσαι. Αλλιώς, σε περιμένουν τα χειρότερα.

Δεν πιστεύω ότι η μακροβιότερη δημοκρατία της σύγχρονης ιστορίας μας κινδυνεύει από τους αλλοπαρμένους εφέδρους ή παρεμφερείς συνωμότες. Στο κάτω κάτω, πού θα βρουν καύσιμα για τα τεθωρακισμένα τους και με τι λεφτά θα πάρουν πολεμοφόδια; Κινδυνεύει όμως από την απογοήτευση, την κούραση της αποτυχίας, την παραλυσία της αναξιοπιστίας. Κινδυνεύει κυρίως από την έλλειψη προοπτικής. Τι μπορεί να μας υποσχεθεί σήμερα η ελληνική δημοκρατία πέρα από την επιβίωσή της; Τίποτε ή σχεδόν τίποτε. Όμως και η επιβίωση της δημοκρατίας είναι ένα ολόκληρο πολιτικό και πολιτισμικό πρόγραμμα. Ποιοι έχουν τη δύναμη και τις ικανότητες να το συνεχίσουν, παρά την αγανάκτηση και την καταπόνηση;

Πού βρίσκεται η μεσαία τάξη, που με το κοινωνικό της εύρος αποτελεί το πιο σοβαρό εχέγγυο για την επιβίωση της δημοκρατίας; Πού είναι η σιωπηρή πλειοψηφία η οποία έως σήμερα, παρά τα καίρια τραύματα που έχει υποστεί, εξακολουθεί να υπομένει από ένστικτο επιβίωσης; Σηκώνει, θα μου πείτε, το μεγαλύτερο βάρος της οικονομικής κρίσης και συνθλίβεται στην καθημερινότητά της – και η ζωή, όπως και η δημοκρατία, είναι φτιαγμένη από καθημερινότητα. Τιμωρείται αυτή κυρίως για την αδιαφορία που έδειξε τόσα χρόνια, αδιαφορία για την κοινωνική παιδεία, αδιαφορία για το κοινωνικό συμβόλαιο της αναξιοπιστίας. Η δημοκρατία κινδυνεύει να παραδοθεί σε συμμορίες μόνον όταν στραφεί κατά του εαυτού της. Μόνον όταν η απογοήτευση φτάσει σε τέτοιο βαθμό, που ο βασικός της υποστηρικτής, η σιωπηρή πλειοψηφία, την εγκαταλείψει «αηδιασμένη, μπουχτισμένη, σχεδόν πισθάγκωνα δεμένη», που λέει και ο Εμπειρίκος.

[ΠΗΓΗ: Τάκης Θεοδωρόπουλος, Ποιοι αγαπούν τη δημοκρατία, άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής 29 Σεπτεμβρίου 2013]

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Η συμβολή των αρχαίων ελληνικών στη γλωσσική καλλιέργεια και στην ανάπτυξη πνευματικού πολιτισμού

Η επικοινωνία με τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στην ίδια τη γλώσσα τους αποτελεί εξαίσια πνευματική απόλαυση, με βαθύτατη παιδευτική επενέργεια. Σήμερα, μάλιστα, στην πολύτροπη και ταχύρρυθμη κοινωνία μας, μια πολυδύναμη γλώσσα με άρτια λειτουργικότητα είναι εντελώς απαραίτητη στον καθημερινό βίο, ώστε να παρέχει ευχέρεια για έκφραση και να συμβάλει στη γνήσια πνευματική διάπλαση των ανθρώπων

Η παιδεία σήμερα υπέχει οξύτατα προβλήματα, και προς αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων και προς ικανοποίηση των νέων αναγκών, των συνυφασμένων προπάντων με τη γοργότατη πρόοδο των θετικών επιστημών και της τεχνικής. Δεν έπαυσε όμως η παιδεία να έχει ως κύριο σκοπό τη διάπλαση του νέου ανθρώπινου πλάσματος σε ηθικοπνευματικά συγκροτημένο άνθρωπο, ικανό για τον αυτοκαθορισμό της ζωής του με τρόπο άξιο. Και δεν συμβαίνει σε καμιά χώρα να μην αποσκοπεί επίσης η παιδεία τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ιδιαίτερου πνευματικού πολιτισμού και της ιδιαίτερης γλώσσας του λαού της.

Η παιδεία του ελληνικού λαού σήμερα έχει ορισμένα χαρακτηριστικά βαρυσήμαντα. Και για την ηθικοπνευματική διάπλαση των μαθητών και για τη συντήρηση και ανάπτυξη του εθνικού πολιτισμού, διαθέτει μέγα πλούτο εκπαιδευτικών αγαθών υπέρτατης αξίας, με οικουμενική ακτινοβολία. Εννοούμε τα έργα της ελληνικής γραμματείας, αρχαίας προπάντων, αλλά και μεταγενέστερης, ή και τα έργα της ελληνικής τέχνης, αρχαίας και βυζαντινής. Εξ άλλου, η γλώσσα, ως όργανο και ως αντικείμενο της ελληνικής παιδείας σήμερα, είναι και μητρική γλώσσα των μαθητών και σύγχρονη φάση μιας εξαίρετης γλώσσας με ηλικία χιλιετιών και με ανταύγεια οικουμενική επίσης.

Πρόβλημα καίριο άρα της ελληνικής παιδείας, εκτός από άλλα, είναι, πώς θα εμπεδωθεί η επικοινωνία των σημερινών Ελλήνων με το μοναδικό αυτό πλούτο ελληνόγλωσσων πνευματικών αγαθών, και πώς θα καλλιεργηθεί η σημερινή γλώσσα του ελληνικού λαού, ώστε να αποκτήσει άκρα επάρκεια.

Χρειαζόμαστε κατ' εξοχήν σήμερα, στην πολύτροπη και ταχύρρυθμη κοινωνία μας, πολυδύναμη γλώσσα με άρτια λειτουργικότητα, ώστε να παρέχει ευχέρεια για έκφραση, αυθόρμητη σχεδόν, με ακρίβεια και σαφήνεια, στον καθημερινό βίο, ή και να συμβάλλει στη γνήσια πνευματική διάπλαση των ανθρώπων, και ακόμη να μην υστερεί στην υπηρεσία της επιστήμης, της τεχνολογίας, της γραφειοκρατίας.

Επιβάλλεται, άρα, η πολυφρόντιδη καλλιέργεια της σημερινής γλώσσας του ελληνικού λαού προς επάρκειά της πολλαπλή, και πρέπει να επιτελείται με πρόσφορο τρόπο, σύμφωνα και προς τις υποδείξεις της γλωσσολογίας και της παιδαγωγικής. Μεγάλη όμως αρωγή έχει να δεχθεί η απαραίτητη αυτή καλλιέργεια, πιστεύομε, από την οικείωση των σημερινών Ελλήνων, σε κάποιο βαθμό έστω, με τις προγενέστερες φάσεις της ελληνικής γλώσσας.

Η επικοινωνία με τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στην ίδια τη γλώσσα τους αποτελεί εξαίσια πνευματική απόλαυση, με βαθύτατη παιδευτική επενέργεια. Σε πολύ μικρότερο βαθμό έχει παρόμοιο αποτέλεσμα η επικοινωνία διαμέσου των μεταφράσεων, όπου χάνεται σε μέγα βαθμό η απαράμιλλη μορφή των κλασικών αυτών κειμένων, η συντελεστική του απενανάληπτου κάλλους και της νοηματικής τους πυκνότητας, καθώς και της ενάργειας και βαθυσημίας τους.

Εξ άλλου, η αττική προπάντων γλώσσα, η τρισένδοξη αυτή και ιστορικά σημαντικότατη φάση της ελληνικής γλώσσας, αποτελεί καθεαυτήν έξοχο παιδευτικό αγαθό, με την πνευματικότατη συγκρότησή της, όπου συναιρούνται υποδειγματικά η λογική δομή και η αισθητική χάρη.

Η σημερινή κατάσταση της Μέσης Παιδείας στη χώρα μας, καθώς η διδασκαλία των έργων των αρχαίων Ελλήνων από το πρωτότυπο περιορίζεται σε μόνα τα Λύκεια, εκτός από τα γνωστά πρακτικά μειονεκτήματα, έχει και ηθικό ελάττωμα, ιδιαίτερα έκδηλο για μία δημοκρατική χώρα, όπου η υποχρεωτική εκπαίδευση των παιδιών του λαού σταματάει πριν από τη μαθητεία τους σε Λύκεια. Με αυτήν δηλαδή χωρίζονται οι αυριανοί πολίτες σε δύο κατηγορίες: αυτούς που γνώρισαν ώς κάποιο βαθμό την εθνική γλώσσα τους ολόκληρη και γεύθηκαν τους πνευματικούς θησαυρούς της εθνικής τους κληρονομιάς από το πρωτότυπο, και αυτούς που μόλις αξιώθηκαν να γνωρίσουν κάπως τη σημερινή μόνο φάση της εθνικής γλώσσας τους και να γευθούν απλώς σε αφυδατωμένη μορφή τους εθνικούς τους πνευματικούς θησαυρούς.

Μέλημα της εκπαιδευτικής πολιτικής πρέπει να είναι το παρόν και το μέλλον του ελληνικού λαού. Πιστεύομε, όμως, ότι η ζωή του και η προκοπή του, και σήμερα και στο μέλλον, ωραΐζεται και πλουτίζεται και στηρίζεται από την όσο το δυνατόν πιο γνήσια επικοινωνία με τα κλασικά έργα της ελληνικής γραμματείας, πρόσφορα και να τον καταστήσουν ικανό για δημιουργική προσαρμογή προς καινούργιες συνθήκες εργασίας και ζωής. Επίσης πιστεύομε, ότι πολύτιμο στοιχείο εθνικής αυτογνωσίας των Ελλήνων, και μάλιστα όσων ζουν διασπαρμένοι σε μακρινές χώρες της υφηλίου, είναι η γνώση της ελληνικής γλώσσας. Για τους Έλληνες της διασποράς προπάντων, η γνώση, έστω σε κάποιο βαθμό, και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ή και ορισμένων χωρίων από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αποτελεί αυθεντικό στοιχείο εθνικής ταυτότητας, αλλά συχνά και τίτλο ευγένειας προς τους ξένους.

Πιστεύομε ακόμη ότι ο ελληνικός λαός είναι θεματοφύλαξ των έργων της κλασικής ελληνικής γραμματείας, με ειδική ευθύνη απέναντι ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και ως στόχο απώτερο βλέπομε την ανάδειξη της χώρας μας σε περίβλεπτο σπουδαστήριο της Οικουμένης για τα ελληνικά γράμματα, πολύτιμα και ανυπέρβλητα ως αγαθά παιδείας, με αξία πανανθρώπινη. Ας σημειωθεί, ότι οραματισμό παρόμοιο είχε και ο διάσημος αρχηγός προπολεμικά του δημοτικισμού Δ. Γληνός.

Προτείνομε, λοιπόν, σήμερα, προς συμπλήρωση όσων θέσπισε η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση πριν από ένδεκα χρόνια.

Οι μαθητές ήδη των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού να μαθαίνουν, παρέμβλητα σε κάποιο μάθημά τους, αποφθέγματα σε αρχαία ελληνική γλώσσα, όπως «μηδέν άγαν», «μέτρον άριστον» ή και ιστορικές φράσεις με αποφθεγματική αξία στην ίδια γλώσσα, όπως «μολών λαβέ», «πάταξον μεν, άκουσον δε», «βάρβαροι μεν, άνθρωποι δε».

**Στο Γυμνάσιο να συνεχισθεί με τον ίδιο ρυθμό η θεσπισμένη από το 1976 διδασκαλία των έργων της κλασικής ελληνικής γραμματείας από μεταφράσεις δόκιμες. Παράλληλα, όμως, επί μία ή δύο ώρες την εβδομάδα να διδάσκονται οι μαθητές από την πρώτη ήδη τάξη του Γυμνασίου με τον πιο επαγωγό τρόπο στοιχεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και ορισμένα κατάλληλα κείμενα ή έστω αποσπάσματα κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στο πρωτότυπο.

**Ευεργετική θα είναι η άμεση αυτή γνωριμία με τη γλώσσα και τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και για όσους μαθητές θα συνεχίσουν και για όσους δεν θα συνεχίσουν να μαθητεύουν ύστερα από το Γυμνάσιο. Η γυμνασιακή αυτή σπουδή της αρχαίας γλώσσας, πολύ αποδοτική στην ηλικία των δώδεκα έως δεκαπέντε ετών, θα έχει αρκετά προετοιμάσει τους πρώτους, ώστε να επαρκέσει γι' αυτούς η επί τρία έτη διδασκαλία στο Λύκειο της αρχαίας γλώσσας και των αρχαίων κειμένων, η ανεπαρκέστατη μάλλον σήμερα. Και οι δεύτεροι, εξ άλλου, θα έχουν αποκτήσει κάποια γνωριμία, έστω μικρή, με τον αρχαίο ελληνικό λόγο, αδροχάρακτη όμως στη μνήμη τους, όπως όλες οι μαθήσεις του Γυμνασίου, ώστε μάλιστα οι πιο αισθαντικοί μεταξύ τους και να εμψυχώνονται σε οριακές στιγμές της ζωής τους από τον απόηχό του μέσα τους.

Με τη συμπλήρωση αυτή, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 θα υπηρετεί ακόμη πιο θετικά την παιδεία του ελληνικού λαού. Πρέπει, εξάλλου, πιστεύομε, και να βοηθηθεί με αξιοποίηση των ανεκτιμήτων, αφάνταστων άλλοτε, μορφωτικών δυνατοτήτων, όσες ενέχουν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Αξίζει να προστεθούν στο πρόγραμμά τους διδασκαλία σε κατάλληλη μορφή και με πρόσφορη μέθοδο στοιχείων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και παρουσίαση από άξιους εκφωνητές μικρών, ειδικά επιλεγμένων, κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο έχουν σοβαρή αποστολή, όχι δηλαδή την όποια τέρψη των ακροατών και τηλεθεατών ή την προβολή του έστω έξοχου ταλάντου κάποιων καλλιτεχνών, και προπάντων όχι τη μεγάλη ακροαματικότητα καθεαυτήν, αλλά τη γνήσια παιδεία, εξωσχολικά, του ελληνικού λαού, προς εξύψωση της στάθμης της πνευματικής του αισθαντικότητας και της εθνικής αυτογνωσίας του

[ΠΗΓΗ: Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας, άρθρο στην Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 22 Σεπτεμβρίου 2013 με τίτλο: ΠΑΙΔΕΙΑ και ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ]

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Το υπαρκτό σχολείο πνέει τα λοίσθια: αντί μεταρρυθμίσεων και αναβάθμισης στοχευμένη προσπάθεια άμεσης κατεδάφισης

Μέχρι σήμερα κυβερνήσεις και υπουργοί Παιδείας με τη συνδρομή μιας περιφερόμενης κουστωδίας «εξαρτημένων επιστημόνων» προσπαθούσαν να ωραιοποιήσουν την πραγματικότητα της ελληνικής εκπαίδευσης προβάλλοντας ως σημαντικές ασήμαντες αλλαγές ή ευτελείς «μεταρρυθμίσεις».

Παρακολουθούμε επί μία εικοσαετία και πλέον «απέλπιδες» προσπάθειες «αναβάθμισης» της εκπαίδευσης με επίκεντρο αποκλειστικά την αλλαγή του εξεταστικού συστήματος και μόνο ή την αναγόρευση επιμέρους προσεγγίσεων (όπως η διαθεματικότητα) σε πανάκεια για τη θεραπεία των εκπαιδευτικών μας δεινών.

Και ήλθε η επώδυνη οικονομική πραγματικότητα των δανειακών συμβάσεων και των μνημονιακών υποχρεώσεων να απομακρύνει κάθε μεταρρυθμιστική «φιοριτούρα». Κάθε καλόπιστος πολίτης θα περίμενε την κινητοποίηση των πάντων για τη διαμόρφωση και την υλοποίηση ενός επιστημονικά συγκροτημένου σχεδίου βελτίωσης της εκπαίδευσης, ώστε να αποτελέσει βασικό μοχλό εξόδου από την κρίση. Αντί γι' αυτό παρακολουθούμε μια στοχευμένη προσπάθεια άμεσης κατεδάφισης και των τελευταίων στηριγμάτων του εκπαιδευτικού οργανισμού (ολοήμερο σχολείο, απολύσεις και κατάργηση σύγχρονων ειδικοτήτων στην τεχνική εκπαίδευση, κατάργηση συμβουλευτικού επιστημονικού οργάνου -του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου- υποβάθμιση διοικητικής και ερευνητικής λειτουργίας των ΑΕΙ και ΤΕΙ κ.λπ.). Οι ίδιοι πολιτικοί φορείς με τα ίδια πρόσωπα που προώθησαν και «αξιοποίησαν» τους παραπάνω θεσμούς, έρχονται τώρα ανενδοίαστα, χωρίς σχέδιο, χωρίς στοιχειώδη τεκμηρίωση, να επιβάλουν ισοπεδωτικές καταργήσεις και άδικες διαθεσιμότητες!

Κορυφαίο δείγμα αυτής της συνειδητής απαξίωσης του σχολείου, ο πρόσφατος νόμος για το «νέο» Λύκειο. Με προπέτασμα την «αγωνία» και τις συνεχείς συζητήσεις για την πτώση των βάσεων αλλά με ουσιαστικό στόχο τη δραματική μείωση των αποφοίτων του Λυκείου, άρα και την «επιβαλλόμενη» συρρίκνωση των ΑΕΙ και ΤΕΙ, διαμορφώνεται ένας νέος εξεταστικός λαβύρινθος για μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς. Κανείς δεν θα είχε αντίρρηση να συζητήσει σοβαρά αυτά τα ζητήματα, όμως η υποκρισία και οι σκοπιμότητες είναι διάχυτες στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Αναλυτικότερα δεν υπάρχει καμιά σοβαρή ανάλυση, πρόβλεψη, πρόταση, για το ουσιαστικό περιεχόμενο του σχολείου, ενάντια στις παρωχημένες γνώσεις που «μεταφέρει» στους σημερινούς νέους ούτε καν για τον τρόπο που το κάνει αυτό! Εντελώς ευεξήγητα στη σημερινή συγκυρία οι συντάκτες του νόμου φαίνονται βολεμένοι μ' ένα Λύκειο-σκιά του εαυτού του που στο γνωστικό πεδίο απαιτεί στείρα αναπαραγωγή της σχολικής ύλης, σε ιδεολογικό επίπεδο αδρανοποιεί αφού εξοβελίζει την τέχνη και τον πολιτισμό, ενώ σε οικονομικό επίπεδο κοστίζει λίγο στο κράτος αφού μεταφέρει το κόστος της εξεταστικής προετοιμασίας στις πλάτες της οικογένειας.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο «νέο» Λύκειο η συζήτηση περιορίζεται σκόπιμα στις ώρες των μαθημάτων προκαλώντας φόβο στους εκπαιδευτικούς όλων των ειδικοτήτων για το επαγγελματικό μέλλον τους. Αντίθετα, τα αναλυτικά προγράμματα παραμένουν τα ίδια, τα σχολικά εγχειρίδια ίδια και μοναδικά(!), οι διδακτικές μέθοδοι απαράλλακτες, οι νέες τεχνολογίες περιττές!! Εισάγονται υποκριτικά μαθήματα (όπως η Πολιτική Παιδεία, που ούτε διδακτικό υλικό δεν έχει ετοιμαστεί) για την πολιτική διαπαιδαγώγηση των νέων, όταν το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα και τα καθεστωτικά ΜΜΕ επωάζουν το «αβγό του φιδιού» με ποικίλους τρόπους και προβάλλουν την αυταπάτη ότι με ένα πληκτικό μάθημα θα το συντρίψουν!

Μέχρι σήμερα ως ορθολογιστές επιστήμονες δεν πιστεύαμε, και σωστά, στις θεωρίες συνωμοσίας. Τώρα πια όμως είναι «ηλίου φαεινότερον» ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά κυρίως στις χώρες του Νότου υπάρχει μια ενορχηστρωμένη επίθεση στην εκπαίδευση και στο μορφωτικό της περιεχόμενο. Η απάντησή μας πρέπει να είναι πολιτική, βασισμένη στην πίστη μας και στο πάθος μας για ουσιαστική παιδεία που θα εδράζεται τόσο στις κλασικές αξίες του ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού-διαφωτισμού όσο και στις νέες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Η πρό(σ)κληση απευθύνεται σε όλους τους πολίτες που επιθυμούν να δουν το μέλλον των ίδιων και των παιδιών τους συνυφασμένο με τις αρχές της αξιοπρέπειας και της ελεύθερης σκέψης, δηλαδή τις αρχές της ίδιας της δημοκρατίας. Κυρίως, όμως, απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, οι οποίοι καλό είναι να έχουν ως οδηγό τις ρήσεις ενός κορυφαίου σύγχρονου παιδαγωγού, του Paulo Freire:

«Η εκπαιδευτική πράξη είναι μια πολιτική πράξη καθώς δεν είναι ουδέτερη, απαιτεί, λοιπόν, από τους εκπαιδευτικούς να την εκλάβουν ως πολιτική πράξη». «Το έργο του εκπαιδευτικού δεν περιορίζεται μόνο στην παράδοση της διδακτέας ύλης αλλά είναι πιο βαθύ και ουσιαστικό. Ο δάσκαλος διδάσκει ζητήματα κοινωνικότητας, επιθυμιών, συναισθημάτων, αξιών κ.λπ., όλα αυτά τα οποία μας βοηθούν να διαβάσουμε την ύπαρξή μας σαν να ήταν κείμενο και κατ' επέκτασιν να διαβάσουμε και να κατανοήσουμε τον κόσμο. Δεν μπορεί να διδάσκουμε την εξεταστέα ύλη σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο».

[ΠΗΓΗ: Κώστας Αγγελάκος, επίκουρος καθηγητής Παιδαγωγικών στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και διευθυντής του περιοδικού ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ]

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό φαινόμενο δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία.

Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

 
Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη, αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Ομως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά... Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μια ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ' αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η "Δημοκρατία", εμείς, με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον... νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως, απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ' αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα, επικίνδυνη, που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης.)

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα, άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους.)

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι' αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους, ή παθητικός, μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα ΜΜΕ ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία, όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός, η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας - που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα 'ναι αργά για ν' αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς - όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να 'μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια, αλλά και τόσο "ανθρώπινοι" και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
 

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».

[ΠΗΓΗ: Μάνος Χατζιδάκις, Ο ΝΕΟΝΑΖΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ, Φεβρουάριος 1993 - Πρώτη δημοσίευση του κειμένου στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων]

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Φεγγαράκι μου λαμπρό, μου διαλύσαν το σχολείο

Από την ώρα που ξεκίνησε η πολιτική της «σωτηρίας» της χώρας (και της Παιδείας...) μπήκε λουκέτο σε 1.000 σχολεία. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

 
Την περσινή χρονιά χάθηκαν πάνω από 32.000 διδακτικές ώρες λόγω ελλείψεων σε καθηγητές. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

Μετά το 2009 οι μειώσεις δαπανών για τα σχολεία ανήλθαν αθροιστικά στο 47%. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

Το ποσοστό της αύξησης των νέων που από το 2008 μέχρι το 2011 έχουν βρεθεί εκτός εκπαίδευσης έχει εκτιναχθεί κατά 55% με την Ελλάδα να είναι η χώρα της ΕΕ με το μεγαλύτερο ρυθμό μαθητικής διαρροής. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

Στα σχολεία της χώρας τα παιδιά λιποθυμούν λόγω της ασιτίας. Οι καθηγητές πασχίζουν να αντεπεξέλθουν στο λειτούργημά τους σε συνθήκες φτωχοποίησής τους (σσ: ο μισθός του νέου εκπαιδευτικού ισοδυναμεί πλέον με το 56% του μέσου όρου των χωρών της Ευρώπης). Οι γονείς πληρώνουν τα μαλλιοκέφαλά τους τα οποία από τα απανωτά «κουρέματα» και τα χαράτσια πλέον δεν υφίστανται. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

Εδώ και 40 χρόνια, σχεδόν κάθε χρόνο, φέρνουν κι από μια «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», η οποία μετατρέπει το προηγούμενο «μεταρρυθμιστικό» μπάχαλο σε μπάχαλο στο τετράγωνο. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

Εδώ ολόκληρος πρωθυπουργός τους ομολογούσε ότι έχουν καταντήσει τη «δημόσια Παιδεία» στο πιο σύντομο ανέκδοτο της χώρας, και τα σχολεία σε πάρκινγκ παιδιών και σε προθάλαμο του φροντιστηρίου. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

Γι' αυτή την τάχα «δημόσια» και την τάχα «Παιδεία» τους, για το σχολείο της «φωτοτυπίας», της παπαγαλίας, και για το υπό πλήρη πολιτική ασυλία σύστημα της παραπαιδείας, οι Ελληνες γονείς πληρώνουν πάνω από 5 δισ. ευρώ το χρόνο. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν...

Στα σχολεία δεν καλύπτονται στοιχειώδεις ανάγκες, από τη στέγαση και τη θέρμανση, μέχρι τις καθαρίστριες και τους φύλακες. Ποιος φταίει; Μα φυσικά οι δάσκαλοι, απαντά το Μαξίμου (η Τρέμη, ο Πρετεντέρης και οι λοιποί). Γιατί απεργούν. Και γιατί - επιπλέον - δεν δηλώνουν «διαθέσιμοι» να απολυθούν...

Και μετά από όλα αυτά, οι κύριοι που διαλύσανε τα πάντα, που την πολιτική για την Παιδεία από ταξικό κόσκινο την «αναβάθμισαν» σε ταξικό πέλεκυ για τα παιδιά του λαού, οι ταγοί μας που στα Χάρβαρντ που σπούδασαν πρέπει να είχαν ιδιαίτερη έφεση στα μαθήματα της υποκρισίας, του θράσους και του «μαυρογιαλουρισμού», αυτοί που εξοντώνουν τους γονείς των μαθητών, αυτοί που εξαθλιώνουν τους δασκάλους των μαθητών, έχουν τώρα και το «ανάστημα» να παριστάνουν τους προστάτες των «ονείρων», των «ελπίδων» και των «δικαιωμάτων» των μαθητών...

[Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, αρθρογράφος]

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Για την αγάπη των (αρχαίων) ελληνικών, που είναι ο ορίζοντας της σύγχρονης ευρωπαϊκή σκέψης

Τον τίτλο τον δανείζομαι από έναν τόμο που κυκλοφόρησε το 2000 στη Γαλλία και τον οποίον επιμελήθηκαν οι δύο κορυφαίοι ελληνιστές που δεν υπάρχουν πια, η Ζακλίν ντε Ρομιγί και ο Ζαν Πιερ Βερνάν. Το ζητούμενο ήταν να εκθέσουν τη σημασία των Ελληνικών στην εκπαίδευση για να σώσουν τη διδασκαλία τους και να τα γλιτώσουν από την εξαφάνιση που τους επεφύλασσε μια από τις πολλές «προοδευτικές» μεταρρυθμίσεις. Στον τόμο συμμετέχουν συγγραφείς, όπως ο Τουρνιέ, ποιητές, όπως ο Μπονφουά, επιστήμονες όπως ο βιολόγος Φρανσουά Ζακόμπ και ο ιστορικός Ζακ Λε Γκοφφ, αλλά και μαθητές. Όλοι τους αφηγούνται τη σχέση τους με τα Αρχαία Ελληνικά, τις εμπειρίες τους από τα θρανία και τον τρόπο που επηρέασαν τη σκέψη τους και τη ζωή τους. Εχει σημασία, νομίζω, ότι κανείς, εκτός από τους δύο επιμελητές, δεν είναι ειδικός επί του θέματος. Είναι άνθρωποι που έχουν σταδιοδρομήσει σε διάφορους τομείς και προσπαθούν να αποτιμήσουν την αξία που είχαν τα Αρχαία Ελληνικά στην καλλιέργειά τους.

Ας σημειώσω ορισμένα επιχειρήματα που διατυπώνει η Ρομιγί στον πρόλογό της. Το πρώτο είναι ότι η αρχαία Ελλάδα είναι ο πυρήνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού – γνωστό και τετριμμένο θα μου πείτε. Το δεύτερο είναι ότι η αρχαία ελληνική λογοτεχνία, επειδή είναι λογοτεχνία των απαρχών, εφευρίσκει μορφές και τρόπους έκφρασης, διαθέτει μια απλότητα και ακρίβεια σκέψης που είναι πολύ δύσκολο να τη βρεις στους επιγόνους της. Είναι σαν η λογοτεχνία έκτοτε να ψάχνει να πετύχει την εκφραστική απλότητα και αμεσότητα των Ελλήνων συγγραφέων. «Να μου δοθεί αυτή η χάρη να μιλήσω απλά», έλεγε ο Σεφέρης. Ακόμη θυμάμαι τον Μπόρχες να λέει σε συνέντευξή του πως αν έχεις διαβάσει Όμηρο και Κάφκα ξέρεις όλη τη λογοτεχνία.

Υπάρχει και ένα τρίτο επιχείρημα που αφορά την ανάγνωση των κειμένων αυτών στο πρωτότυπο. Το οποίο η Ρομιγί το διατυπώνει με βάση την εμπειρία της ως εκπαιδευτικός – ως γνωστόν είχε υπηρετήσει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Κι αυτό είναι η πειθαρχία της αναγνωστικής εμπειρίας που επιβάλλει η λεγόμενη «νεκρή γλώσσα», εν πάση περιπτώσει η γλώσσα την οποία δεν πρόκειται ποτέ να χρησιμοποιήσεις για τις καθημερινές σου συναλλαγές. Όταν διαβάζεις Πλάτωνα στο πρωτότυπο, μαθαίνεις να διαβάζεις αργά. Παραπέμπω στον Κούντερα για την αξία της αργής ανάγνωσης σε έναν κόσμο που σε σπρώχνει να «σκανάρεις» τα κείμενα, και όπου η λογοτεχνική αξία κρίνεται με όρους ροφήματος. Ένα μυθιστόρημα είναι «καλό» όταν ο αναγνώστης μπορεί να το ρουφήξει, σαν χλιαρή σοκολάτα, χωρίς να πάρει ανάσα. Άντε μετά να διαβάσεις Τολστόι ή Σταντάλ. Υπάρχουν και οι «Αποχρώσεις του γκρι» θα μου πείτε.

Με δυο λόγια η εκμάθηση των δύο γλωσσών του κλασικού μας πολιτισμού, κατά μείζονα λόγο των Ελληνικών, αλλά και των Λατινικών, είναι ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή εκπαίδευση. Εμείς βέβαια εδώ έχουμε και τους δικούς μας λόγους, το περίφημο γλωσσικό. Οι κατά καιρούς υποστηρικτές της κατάργησης της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, έχουν υπάρξει και σοβαρότεροι της κ. Ρεπούση, προβάλλουν ως κύριο επιχείρημα πως η Νέα Ελληνική είναι μια ολοκληρωμένη γλώσσα που δεν χρειάζεται τα Αρχαία για να σταθεί. Είναι μια πλήρης και ολοκληρωμένη δομή, που λένε και οι γλωσσολόγοι.

Αν βέβαια τολμήσεις να αναρωτηθείς κατά πόσον αυτό ισχύει και για την καθαρεύουσα, η οποία δεν διδάσκεται από τη δεκαετία του εβδομήντα, εκεί τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Συμμετέχει η καθαρεύουσα σ’ αυτήν την πλήρη δομή; Έχουν γραφτεί σ’ αυτήν ορισμένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά μνημεία των Νέων Ελληνικών; Κι αν ναι, που όντως έχουν γραφτεί, τότε γιατί δεν διδάσκεται; Ελάτε τώρα, γιατί είναι συντηρητική κι εμείς όλοι έχουμε αποφασίσει να είμαστε αναφανδόν προοδευτικοί. Τόσο προοδευτικοί που, ενώ διαθέτουμε μια γλώσσα με τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορία, έχουμε αποφασίσει να την περιορίσουμε στα τελευταία τριάντα. Τα κλασικά ελληνικά είναι ο ορίζοντας της γλώσσας που μιλάμε, όπως η κλασική ελληνική σκέψη είναι ο ορίζοντας της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης.

Μα και βέβαια τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά. Και πρέπει να διδάσκονται, με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση, σε μια Ελλάδα που θέλει να είναι ευρωπαϊκή χώρα. Διότι είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στο οποίο το ελληνόπουλο έχει πολύ ευκολότερη πρόσβαση και πολύ μεγαλύτερη οικειότητα από το ιταλάκι ή το γαλλάκι. Σκεφθείτε μόνον ποια θα ήταν η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη αν κάποιος σοφός πολιτικός είχε αποφασίσει να ενισχύσει τις κλασικές σπουδές τώρα που υποχωρούν παντού. Αν όντως πρόσφεραν τη δυνατότητα σε φοιτητές από όλον τον κόσμο να διδάσκονται τα κείμενα του Πλάτωνος in situ. Για τα Λατινικά δεν λέω τίποτε. Ούτως ή άλλως δεν διδάσκονται παρά μόνον για ξεκάρφωμα.

[ΠΗΓΗ: Τάκης Θεοδωρόπουλος, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-09-2013]

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Επιστολε ΟΛΜΕ (προς άβουλα ανθρωπάκια που πρέπει να «πάρουν» το «μάθημά» τους;)

Δανείζομαι την ορθογραφία του ευφυέστατου Μποστ επειδή οι δύο σπαραξικάρδιες επιστολές που έστειλαν οι συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ σε μαθητές και γονείς ζητώντας τους κατανόηση για τις αποφάσεις τους και συμπαράσταση στον χαρούμενο «αγώνα» τους, μόνο ως κείμενα χιουμοριστικά μπορούν να εκληφθούν, χωρίς ωστόσο να προκαλούν την παραμικρή ευφροσύνη.

 


Δεν είναι σωστό να προβαίνει κάποιος σε χαρακτηρισμούς (έστω και κειμένων), χωρίς να έχει τον χώρο και τον χρόνο να τους δικαιολογήσει, αλλά τολμώ να πω ότι σπάνια έχω διαβάσει γραπτά τόσο άστοχα από πλευράς πολιτικής και ιδεολογικής (είναι κείμενα «πολιτικά ανορθόδοξα», όπως λέγεται) και τόσο κακογραμμένα, από όπου δεν λείπουν ούτε ανορθογραφίες.

Η πρώτη επιστολή απευθύνεται στους Έλληνες μαθητές, όμως για να φανεί το πολυπολιτισμικό πνεύμα της ΟΛΜΕ, εκτός από τις ονομαστικές προσφωνήσεις «Μαρία, Γιάννη κλπ», προσφωνούνται επίσης ονομαστικά ή «Ανίσα» και ο «Βλαντισλάβ». (Σχόλιο: καλό θα ήταν οι κύριοι της ΟΛΜΕ να διασφαλίζουν εμπράκτως τα δικαιώματα των ξένων παιδιών στα σχολεία, αντί να καταφεύγουν σε τέτοιου είδους λαθροχειρίες).

Η δεύτερη επιστολή απευθύνεται στους γονείς, όπου με μια σειρά ρητορικών ερωτημάτων του τύπου «ποιος μπορεί να κάνει μάθημα κάτω από αυτές τις συνθήκες κ.λ.π.) οι συντάκτες προσπαθούν να δικαιολογήσουν όσα δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν δεκαετίες τώρα. Τα ρητορικά τους ερωτήματα είναι έωλα, και τα επιχειρήματά τους τετριμμένα, ώστε απορεί κανείς για την αφέλειά(;) τους που είναι σα να παραδέχονται πως δεν έχουν δει κανένα από όλα αυτά τα υπαρκτά προβλήματα μέσα σε τόσους γλυκούς Σεπτέμβρηδες… Θα παραμείνουμε, ωστόσο, για λόγους ειδικού ενδιαφέροντος, στην πρώτη επιστολή. Προς τους Μαθητές, ημεδαπούς και αλλοδαπούς.

Η επιστολή έχει τη μορφή μιας χαλαρής έκθεσης ιδεών που περιλαμβάνει πάνω κάτω τα εξής. Μέχρι και πέρυσι «οι μέρες του Σεπτέμβρη ήταν για όλους μας(;) μια (sic) γλυκιά επιστροφή στο σχολείο». Όμως ξαφνικά, «τούτο τον Σεπτέμβρη» άλλαξαν όλα. «Έκλεισαν σχολεία, και όσα έμειναν προσπαθούν να τα μετατρέψουν σε εξεταστικά κάτεργα». «Αποφάσισαν να διαλύσουν το Δημόσιο Σχολείο,  να το μετατρέψουν σε μια άχρωμη και σκληρή επιχείρηση, που θα χωράει (sic) μόνο τα παιδιά των λίγων». «Θέλουν νά τσακίσουν τη Νιότη σου» (Γιάννη, Μαρία), «θέλουν να σε διώξουν απ' το Σχολείο ώστε να γίνεις ένας «φθηνός» ανειδίκευτος εργαζόμενος». «Σχεδιάζουν μια σχολική ζωή άχαρη και δυσάρεστη με πιο πολλά παιδιά στα τμήματα και τα εργαστήρια, με λιγότερους καθηγητές να τρέχουν πελαγωμένοι από σχολείο σε σχολείο». «Έχτισαν (sic) έναν ασφυκτικό πειθαρχικό κώδικα που μας θέλει άβουλα ανθρωπάκια που θα σου "κάνουν το μάθημα" (sic) και δεν θα νοιάζονται για τίποτε παραπέρα». Επομένως, καταλήγει η επιστολή, αυτή τη στιγμή γίνεται μάχη. «Αυτή τη μάχη ή θα την κερδίσουν οι πολιτικές της Τρόικα και της κυβέρνησης που την υπηρετεί και θα επιβάλλουν (sic) την ερήμωση και τη δυστυχία ή θα την κερδίσουμε εμείς, ανοίγοντας το δρόμο για το σχολείο του μέλλοντος, για μια δημιουργική και ελεύθερη ζωή για όλους.  Εμείς, οι καθηγητές και οι καθηγήτριές σου, σου (sic) ζητάμε να σταθείς στο πλάι μας, να προσθέσεις την αποφασιστικότητά σου στη δική μας και να γίνεις μέρος του τεράστιου λαϊκού ποταμιού που θα γεμίσει τους δρόμους της χώρας και θα νικήσει! Με αγάπη κλπ».

 Η ιδεολογική και πολιτική αστοχία αυτής της επιστολής (πέρα από την εκφραστική και γραμματική κακομοιριά της) θα μπορούσε όντως να χαρακτηρισθεί ως φτηνό μελόδραμα (κλαις και μαζί γελάς). Όμως ούτε θα ενοχλούσε, ίσως, το γεγονός ότι λειτουργοί της ΜΕ (αυτό σημαίνει ΟΛΜΕ) ξεπατικώνουν «ιδέες» από παλιά και σύγχρονα κομματικά κιτάπια. Τόσο καταλαβαίνει ο καλός συνδικαλιστής, τόσα αντιγράφει. Είναι όμως απαράδεκτο γεγονός να εμπλέκουν οι δάσκαλοι τους μαθητές τους (τον 12χρονο Γιαννη, την 14χρονη Μαρία ή την 17χρονη Ανίσα) σε φτηνιάρικα συνδικαλιστικά και κομματικά παιγνίδια.

Ποτέ δεν πιστέψαμε πως το αρμόδιο Υπουργείο έδειξε έστω και στοιχειώδη σοβαρότητα στα μεγάλα, διαχρονικά προβλήματα της Παιδείας. Οι κατά καιρούς εξαγγελίες για «μεταρρύθμισες» και λοιπά, υπήρξαν πρόχειρες, κομματικά χρωματισμένες και τελικά καταστρεπτικές (θυμηθείτε τις πασοκικές και νεοδημοκράτικες εκπαιδευτικές «πρωτοβουλίες»).

Απέναντι λοιπόν σε αυτή τη χρόνια ανικανότητα του Υπουργείου να δώσει λύσεις ορθολογικές, σηκώνονται σήμερα τα μίζερα πολιτικάντικα «οράματα» μιας αργοκίνητης ΟΛΜΕ, που είδε ξάφνου την απάτη και τον χαλασμό. Έτσι αποφάσισε, ως απατημένος καλός σύζυγος ή ως απατημένη καλή σύζυγος να πάρει με το μέρος του/της τα «παιδιά». «Εγώ είμαι καλός/καλή. Αυτός/ή είναι που φταίει».  Πρόκειται για παντελώς αντιδεολογική και ανήθικη, θα λέγαμε, στάση που δεν ταιριάζει σε δασκάλους. Αυτό και καταγγέλλουμε.

Επιλεγόμενα

1. Ο σχολιαστής πολιτικών συμβάντων (εγώ επί του προκειμένου) πρέπει να γνωρίζει  ότι όλοι όσοι του κάνουν την τιμή να τον διαβάζουν ΔΕΝ είναι υποχρεωμένοι να συμφωνούν μαζί του. Τουναντίον οι αντίθετες απόψεις (ακόμη και οι ψευδώνυμες και οι υβριστικές) είναι δεκτές, για να μη πω απαραίτητες: φωτίζουν με τον τρόπο τους τα πράγματα. Οι κρίνοντες να κρίνονται.

2. Ο σχολιασμός μου και η κριτική μου δεν υποκινήθηκε από κανένα φυσικά, ούτερος θεού) έγινε για να υπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. Όπως θα έλεγε και ο πολιτικότερος εμού κ. Τσίπρας «δεν υποκινούμε εμείς την ΟΛΜΕ, τα πράγματα είναι που την υποκινούν».

 3. Προφανώς και ΔΕΝ στρέφομαι (ούτε θα ήταν δίκαιο και ηθικό) εναντίον  χιλιάδων  συναδέλφων μου στη Μ.Ε. (στα χρόνια της Χούντας διατέλεσα και εγώ ένας εν υπερορία καθηγητής Γυμνασίου). Το συνδικαλιστικό μόρφωμα της ΟΛΜΕ δείχνω, τη λογική και την πρακτική της οποίας δεν νομίζω πως ακολουθούν σύμπαντες οι καθηγητές της Μ.Ε.

4. Δικαίωμα αναφαίρετο κάθε εργαζόμενου είναι και η απεργία. Η νεοελληνική απεργιακή πρακτική είναι ιδιαιτέρως εφευρετική: κλείνουμε τους δρόμους, κατεβάζουμε τους διακόπτες, κλείνουμε τα σχολεία κλπ. Μπορεί κανείς να διαλέξει (με βάση αυτή την πρακτική και την ιδεολογία) τον τρόπο του. Αλλά να καλεί η ΟΛΜΕ για συμπαράσταση παιδιά του Γυμνασίου, εμένα μου φαίνεται  (να μου επιτραπεί) σαν «πολιτική αποπλάνηση ανηλίκου». Και αυτό θέλησα να καταγγείλω. Αν κακώς έπραξα, το μέλλον είναι εδώ και θα δείξει ποιός τελικά έχει δίκιο.


[ΠΗΓΗ: Γιώργης Γιατρομανωλάκης,  καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας – ΤΟ ΒΗΜΑ 12/09/2013]