Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Απ’ τις ρωγμές της μνήμης ξεπετάγονται ερπετά… μνημόνια φέροντας

Τα κείμενα, όπως και οι σκέψεις, οι ιδέες, τα συναισθήματα, από αλλού ξεκινάνε κι αλλού τελικά σε οδηγούν. Κι άντε ύστερα να αποδείξεις πως εσύ είχες καλές προθέσεις και σαφές στο μυαλό σου το περίγραμμα –να ’ναι και κάπως επίκαιρο, ν’ αφήσουμε κατά μέρος και την πολύ ποίηση γιατί θα καταντήσουμε στο τέλος τρόλεϊ, ή μπλε λεωφορεία που δεν ντρέπονται να κυκλοφορούν στην Αθήνα των 2 εκατομμυρίων ανέργων με στίχους όπως «Σήμερα δεν έχω κεφάλι για δουλειά». Ή τον άλλον επίκαιρο στις μέρες μας, πάλι του Καβάφη, που μας προτρέπει σε ηδονές. Γιατί αν δεν νιώθεις ηδονή σήμερα όταν πλαγιάζεις στο πεζοδρόμιο και ψάχνεις τ’ αποφάγια έξω απ’ του Γρηγόρη και το Έβερεστ, και ζεις ετοιμοθάνατος και νηστικός στο Λαύριο, πού αλλού και πότε θα αισθανθείς ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής; Ακούγοντας Πρετεντέρη; ή την καίρια ανάλυση των διδύμων Βενιζέλου-Κουβέλη ότι ο τόπος δεν αντέχει νέα μέτρα; Ενώ τα παλιά (που ψήφισαν) μια χαρά τ’ αντέξαμε και τ’ απολαμβάνουμε!

 


Εν μεγάλη γερμανική αποικία 2013 μ.Χ.
Κατέφθασαν οι βάρβαροι Καβάφη.
Τι το ’θελες αθάνατος να μείνεις;
Η πόλη μας πολύχρωμο πανό
με στίχους σου ατάκτως ερριμμένους.
 
Δεσπόζει βέβαια μια φράση επική.
«Ειν’ επικίνδυνον πράγμα η βία».
Τι κρίμα που μιλούσες για τη βιάση.
Αφόρμισε ο στίχος στην εγχείρηση.
 
Εκ των υστέρων, επισήμως μεταμέλεια:
–Μην ενοχλείσθε. Θα σωθεί ο ασθενής.
Και τέλος πάντων ανεκτή η κριτική.
«Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;»

 
 «Μέτρα που εφαρμόζονται δεν τα σταματάς».
Είναι ο χρυσός κανών των γηπέδων κατά το «ομάδα που κερδίζει δεν την αλλάζεις». Κι ως γνωστόν η Μέρκελ είναι φίλαθλος. (Κι ο Χίτλερ ήταν, γι’ αυτό άλλωστε έγιναν οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1936 στο Βερολίνο με την προπορευόμενη ελληνική αποστολή –μόνη αυτή– να χαιρετά ναζιστικά… Και να το ανταποδίδει ο Φύρερ και ο όχλος των ναζί στο στάδιο).

Σχεδίαζα να επανέλθω στο επίκαιρο υπόμνημα του υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Τσολάκογλου Σ. Γκοτζαμάνη της 10ης Νοεμβρίου 1942, προϊόν επίμοχθων διαπραγματεύσεων –εξίσου με τις σημερινές– που πραγματοποιήθηκαν χάρη «στην ευγενή συγκατάθεση των Κυβερνήσεων του Άξονος» που, όπως καλή ώρα επί Σαμαρά έτσι και τότε επέτρεψαν στον Γκοτζαμάνη να εκλιπαρήσει (17 Σεπτεμβρίου-23 Οκτωβρίου 1942) εις Βερολίνο και Ρώμη προκειμένου να εκθέσει την οικονομική, δημοσιονομική και επισιτιστική κατάσταση της χώρας όπου «είναι αδύνατον εις τας μεσαίας τάξεις, υπαλλήλους, συνταξιούχους, εισοδηματίας, ανέργους κλπ να ζήσουν, καθώς η Ελλάς ευρίσκεται εις πλήρη οικονομικήν συντριβήν». (Λόγια του Γκοτζαμάνη, όχι του Σαμαρά).

Δε χρειάζεται σοβαρή προσπάθεια για να συσχετιστεί η πτώση κατά ¼ του εθνικού εισοδήματος της χώρας τα τέσσερα τελευταία χρόνια –ανάλογο προηγούμενο δεν συναντάται ούτε σε καιρό πολέμου– με την «ηττημένη και κατειλημμένη Ελλάδα του 1942». Γιατί ακόμα και οι πλέον δύσπιστοι θα ανατριχιάσουν διαβάζοντας ομοιότητες: ότι «υπό της αυτού εξοχότητος κόμητος Τσιάνο και DrFuni εν Βερολίνω, παρισταμένου και του Γερμανού πρεσβευτού Φον Μάκενσεν εδόθη εντολή σε δύο ειδικούς εμπειρογνώμονες D’ Agostino και Neubacher, (σ.σ. δόϊκα αντί της τρόικας) να μεταβούν στην Ελλάδα με απόλυτον δικαιοδοσίαν ελέγχου και επιλύσεως επί τόπου όλων των ζητημάτων […] Εν συνεννοήσει μετά της ελληνικής κυβερνήσεως και τον τοπικών αρχών Κατοχής, και έχοντες πλήρη εξουσιοδότησιν θα επιτύγχανον του σκοπού των», όπως διαβεβαιώνουν έκτοτε οι εταίροι (του παλιότερου ή νεώτερου Άξονος).

Αβίαστοι οι συσχετισμοί του προχθεσινού τελεσιγράφου του Υπουργού Παιδείας προς τους διοικητικούς υπαλλήλους των Πανεπιστημίων, ή τα τελεσίγραφα των απολύσεων χιλιάδων στην καθαριότητα, την ΕΡΤ, το δημόσιο, τις ΔΕΚΟ, με τα τελεσίγραφα των Στρατιωτικών διοικητών της κατεχόμενης Ελλάδας.

Ασφαλώς και υπάρχουν διαφορές: ενδεχομένως στη διαβάθμιση των βασανιστηρίων μεταξύ της Γκεστάπο και πολλών αστυνομικών τμημάτων σήμερα. Ή στα μέτρα ασφαλείας μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη όπου οι κατακτητές διοργάνωναν φιέστες και καταθέσεις στεφάνων. Ευτυχώς στην ελεύθερη Ελλάδα τα πράγματα είναι διαφορετικά στις παρελάσεις, στις διαδηλώσεις, και τις απεργίες. Γιατί ακόμα κι αν σε σκοτώνουν σήμερα δεν είναι δολοφονία από πρόθεση αλλά ατύχημα από αστοχία. (Θυμηθείτε και τον νεκρό διαδηλωτή του ΠΑΜΕ, το ανοιγμένο κρανίο του Μάριου Λώλου προέδρου των φωτορεπόρτερ, την επίθεση στην Τατιάνα Μπόλαρη, η την πλήρη κώφωση του Μανώλη Κυπραίου).

Απλώς τότε τολμούσαν περισσότεροι πολίτες, κι όχι μονάχα φωτορεπόρτερ, να τα βάλουν με τις δυνάμεις Κατοχής, όπως για παράδειγμα στο συλλαλητήριο της 22ης Ιουλίου 1943 –τη μεγαλύτερη διαδήλωση στην κατεχόμενη Ευρώπη– με συμμετοχή 300χιλ. διαδηλωτών από όλες τις γειτονιές της Αθήνας. Οι Γερμανοί είχαν στήσει τα πολυβόλα τους στο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου, σημ. Άττικα όπου βρισκόταν η Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση, στην Κοραή που ήταν το Γερμανικό Φρουραρχείο και τα κρατητήρια της Γκεστάπο στο νυν υπόγειο ιδιοκτησίας της Εθνικής Ασφαλιστικής, δίπλα στο Άστυ –που καλό θα είναι να επισκέπτονται τα σχολεία– στις πρεσβείες και τη σημερινή Βουλή. (Δεν ξέρω αν εφαρμόζεται ακόμα ο ίδιος επιτελικός σχεδιασμός, αλλά προσωπικά βρίσκω αναλογίες, επιχειρησιακά). Μπροστά στην Τράπεζα της Ελλάδος τα χιτλερικά τακς που κατέβηκαν απ’ την Ομήρου συνέθλιψαν τη 19χρονη Παναγιώτα Σταθοπούλου, εκτέλεσαν την επίσης 19χρονη φοιτήτρια γαλλικής φιλολογίας Κούλα Λίλλη γιατί χαστούκισε τον Γερμανό εκτελεστή, την εργάτρια υφαντουργίας Όλγα Μπακόλα, κι άλλους 50 στους γύρω δρόμους

«Απ’ τις ρωγμές της μνήμης ξεπετάγονται ερπετά» μου ’ρθαν στο νου οι στίχοι του Αλέξανδρου Ίσαρη που βρήκα ταιριαστούς για (προσωρινό) κλείσιμο.

Είχα επίσης σκεφτεί, συσχετίζοντας το χτες με το τώρα, να μιλήσω για τη φρίκη των αδιεξόδων που θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί και σε ομορφιά (αν αντί να στριμώχνονται κυνηγημένοι, εύρισκαν στις αδιεξόδους –μακριά απ’ τα βλέμματα των περαστικών– καταφύγιο οι ερωτευμένοι. Όμως και πάλι παρεξέκλινα.

Αλλά μέρες που είναι συγχωρήστε μου την χοντροκοπιά που θεωρώ καλύτερη για τέλος: Γαμώ τους Γερμανούς και δώρα φέροντας.

[ΠΗΓΗ: Κώστας Κρεμμύδας, Εν μεγάλη γερμανική αποικία ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, περιοδικό για την τέχνη και τη ζωή: http://mandragorasmagazine.wordpress.com/ ]

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ: Είναι καλό να γνωρίζει κανείς ότι για όλα τα πράγματα στη ζωή υπάρχει μια κάποια λύση

Κάποτε, σε ένα πευκοδάσος ζούσε μια νέα γυναίκα. Ο άντρας της βρισκόταν μακριά στον πόλεμο για χρόνια πολλά. Όταν τελικά του επιτράπηκε να επιστρέψει από το μέτωπο, βρέθηκε να κατευθύνεται αργά προς το χωριό του και φτάνοντας η διάθεσή του ήταν πλέον σκοτεινή και τρισάθλια. Αρνιόταν να μπει στο σπίτι γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται στις πέτρες. Προτιμούσε να μένει μοναχός και μέρα-νύχτα ζούσε στο δάσος.

 
Η νέα γυναίκα ενθουσιάστηκε τόσο όταν έμαθε ότι ο σύζυγός της θα επέστρεφε επιτέλους! Κατέβηκε μέχρι την αγορά και μαγείρευε, μαγείρευε, μαγείρευε, έφτιαχνε το ένα φαγητό μετά το άλλο, τη μία γαβάθα μετά την άλλη – νόστιμο κάρυ με σόγια και τρία είδη ψαριού, και τρία πιάτα με φύκια, και ρύζι πασπαλισμένο με κόκκινο πιπέρι, και ωραίες κρύες μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες.

Χαμογελώντας ντροπαλά, κουβάλησε το φαγητό στο δάσος και γονάτισε δίπλα στον αποκαμωμένο από τον πόλεμο άντρα της, προσφέροντάς του να φάει όλες τις νοστιμιές που είχε ετοιμάσει. Όμως αυτός πετάχτηκε όρθιος και κλώτσησε το δίσκο με τα πιάτα μακρυά του: το κάρυ χύθηκε, τα ψάρια πήδησαν στον αέρα, τα φύκια και το ρύζι βρέθηκαν στο χώμα και οι μεγάλες πορτοκαλιές γαρίδες κατρακύλησαν στο μονοπάτι.

«Παράτα με!» μούγγρισε και της γύρισε την πλάτη. Και ήταν τόσο εξοργισμένος που για πρώτη φορά ένιωσε να τον φοβάται. Προσπάθησε ξανά και ξανά να τον πλησιάσει και κάθε φορά συνέβαιναν τα ίδια, μέχρι που στο τέλος, απελπισμένη, η νέα γυναίκα αποφάσισε να απευθυνθεί στη μάγισσα του χωριού, που ζούσε λίγο έξω απ’ το χωριό.

«Τον άντρα μου τον σημάδεψε ο πόλεμος με το χειρότερο τρόπο», είπε η γυναίκα. «Είναι συνέχεια έξαλλος κι αρνείται να φάει το παραμικρό. Προτιμά να μένει έξω απ’ το σπίτι και δεν θέλει πλέον να ζούμε μαζί. Μπορείς να μου δώσεις ένα μαγικό φίλτρο που θα τον κάνει ξανά τρυφερό κι ευγενικό;»

Η μάγισσα τη διαβεβαίωσε πως αυτό σίγουρα μπορούσε να το καταφέρει, αλλά χρειαζόταν ένα ιδιαίτερο συστατικό για το ζωμό της. «Δυστυχώς, μου λείπει μια τρίχα από το μισοφέγγαρο που στολίζει το στέρνο της αρκούδας ψηλά στο βουνό. Θα πρέπει λοιπόν να σκαρφαλώσεις μέχρι εκεί, να βρεις τη μαύρη αρκούδα και να μου φέρεις αυτή τη μία και μοναδική τρίχα. Μόνο τότε θα μπορέσω να σου δώσω αυτό που χρειάζεσαι, ώστε η ζωή σας να κυλά ομαλά σαν πρώτα»

Ορισμένες γυναίκες θα είχαν πτοηθεί ακούγοντας να τους ζητείται τέτοιο πράγμα. Άλλες γυναίκες θα είχαν σκεφτεί πως η όλη προσπάθεια δεν έχει το παραμικρό νόημα, είναι κάτι το ακατόρθωτο. Όχι όμως κι εκείνη, διότι εκείνη ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά. «Αχ, είμαι τόσο ευγνώμων!», απάντησε στη μάγισσα. «Είναι καλό να γνωρίζει κανείς ότι υπάρχει λύση.»

Κι έτσι ετοιμάστηκε για το ταξίδι της και το επόμενο πρωινό ξεκίνησε νωρίς-νωρίς για το βουνό. Καθώς περπατούσε, αναφωνούσε τραγουδιστά “arigato zaishö” – ήταν ένας τρόπος να ευχαριστήσει κανείς το βουνό – προσθέτοντας «σ’ ευχαριστώ που μ’ αφήνεις να σκαρφαλώσω το σώμα σου».

Σκαρφάλωσε λοιπόν μέχρι τους πρόποδες, όπου έβλεπες κοτρώνια μεγάλα σαν τις φρατζόλες του ψωμιού. Κι έπειτα προχώρησε προς τα πάνω, σε ένα ύψωμα καλυμμένο με δάση. Τα δέντρα εκεί είχαν μακρυά κλαδιά που κρέμονταν μέχρι τα γη και φύλλα που έμοιαζαν μ’ αστέρια.

“Αrigato zaishö” τους τραγούδησε. Ήταν ο τρόπος της να ευχαριστήσει τα δέντρα που ανασηκώνονταν για να την αφήσουν να περάσει από κάτω απ’ τα κλαδιά τους. Κι έτσι κατάφερνε να βρίσκει το δρόμο της στο πυκνό δάσος και κάποτε άρχισε να σκαρφαλώνει ξανά.

 

Το ανέβασμα ήταν δυσκολότερο τώρα. Το βουνό ήταν γεμάτο αγκαθωτά λουλούδια που άρπαζαν στο πέρασμά της τον ποδόγυρό της, ενώ τα μικρά της χέρια γδέρνονταν στις πέτρες. Παράξενα μαύρα πουλιά πετούσαν κατά πάνω της καθώς ο ήλιος έδυε, φοβίζοντάς την. Γνώριζε πως ονομάζονται muen-botoke, ήταν τα πνεύματα εκείνων που πέθαναν δίχως να τους έχει απομείνει ο παραμικρός συγγενής ζωντανός κι έτσι τους τραγούδησε μια προσευχή: «Θα γίνω εγώ συγγενής σας. Θα βοηθήσω την ψυχή σας ν’ αναπαυθεί.»

Και συνέχισε να σκαρφαλώνει, γιατί ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε βαθιά και δεν το έβαζε κάτω. Σκαρφάλωνε και σκαρφάλωνε μέχρι που διέκρινε τη χιονισμένη κορυφή του βουνού. Τα πόδια της πλέον ήταν παγωμένα και υγρά, αλλά συνέχισε να σκαρφαλώνει όλο και πιο ψηλά. Ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε. Έπιασε θύελλα και το χιόνι χωνόταν στα μάτια και τ’ αυτιά της. Τυφλωμένη σκαρφάλωνε. Κι όταν επιτέλους έπαψε να χιονίζει, τραγούδησε στους ανέμους “arigato zaishö” για να τους ευχαριστήσει που ησύχασαν.

Βρήκε καταφύγιο σε μια στενή σπηλιά όπου μόλις και μετά βίας χωρούσε εντός της. Παρόλο που κουβαλούσε μαζί της ένα σωρό φαγητό, δεν έφαγε μπουκιά, μόνο σκεπάστηκε με όσα ξερά φύλλα βρήκε γύρω της κι αποκοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα, δε φυσούσε καθόλου πια κι ανάμεσα στο χιόνι παρατήρησε ότι εδώ κι εκεί ξεπρόβαλλαν οι πράσινες άκρες από τα φύλλα μικρών φυτών, τα οποία δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. «Αχ», σκέφτηκε, «και τώρα ήρθε η ώρα να βρω την αρκούδα με το μισοφέγγαρο».

 Έψαχνε όλη μέρα και κατά το σούρουπο ανακάλυψε ίχνη φαγητού και ήξερε ότι δε χρειαζόταν να ψάξει παραπέρα. Πράγματι, λίγο πιο μπροστά της προχωρούσε μέσα στο χιόνι μια τεράστια μαύρη αρκούδα. Κινούνταν βαριά κι άφηνε πίσω της βαθιά χνάρια από τα πέλματα και τα νύχια της. Μουγγρίζοντας η αρκούδα χώθηκε στη φωλιά της. Η γυναίκα έψαξε το δισάκι της, βρήκε το φαγητό που είχε κουβαλήσει μαζί της και έβαλε λίγο σε μια γαβάθα. Άφησε τη γαβάθα έξω απ’ τη φωλιά κι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο καταφύγιό της. Η αρκούδα μύρισε το φαγητό και προχώρησε διστακτικά μέχρι το άνοιγμα της φωλιάς της. Έπειτα βρυχήθηκε δυνατά, τόσο δυνατά που άρχισαν να ξεκολλούν από τους γύρω βράχους μικρά πετραδάκια, κατρακυλώντας την πλαγιά προς τα κάτω. Περιτριγύρισε το φαγητό κάμποσες φορές, μύρισε ξανά και ξανά τον αέρα κι έπειτα έδωσε μια και το κατάπιε μονομιάς. Η μεγάλη αρκούδα ανασηκώθηκε, ξαναμύρισε τον αέρα κι εξαφανίστηκε στη φωλιά της.

Το επόμενο απόγευμα η γυναίκα τοποθέτησε πάλι λίγο φαγητό έξω από τη φωλιά της αρκούδας, μόνο που αυτή τη φορά δεν κρύφτηκε, αλλά οπισθοχώρησε μέχρι τα μισά της διαδρομής. Η αρκούδα μύρισε το φαγητό, ανασηκώθηκε, βρυχήθηκε τόσο δυνατά που τρεμούλιασαν μέχρι και τ’ αστέρια ψηλά στον ουρανό, κύκλωσε το φαγητό και μετά έδωσε μια και το καταβρόχθισε. Έπειτα επέστρεψε στη φωλιά της. Και το ίδιο συνέβη για πολλά βράδυα στη σειρά, μέχρι που ήρθε η στιγμή που η γυναίκα πήρε το θάρρος να πλησιάσει τη φωλιά ακόμα περισσότερο.

Τοποθέτησε τη γαβάθα απ’ έξω και στάθηκε στο άνοιγμά της. Όταν η αρκούδα μύρισε το φαγητό και προχώρησε προς αυτό περπατώντας βαριά, δεν είδε μόνο τη συνηθισμένη γαβάθα, αλλά κι ένα ζευγάρι ανθρώπινα ποδαράκια δίπλα της. Η αρκούδα κοίταξε στο πλάι και βρυχήθηκε τόσο δυνατά που τα κόκκαλα στο σώμα της γυναίκας έτριξαν σαν κλαράκια.

Η γυναίκα τρεμούλιασε κι αυτή ολόκληρη, αλλά δεν κουνήθηκε ρούπι. Η αρκούδα ορθώθηκε ξανά και ξανά στα πίσω πόδια της, κροτάλισε τα σαγόνια της κι όταν ξαναβρυχήθηκε μπόρεσε να διακρίνει ολοκάθαρα τον κοκκινοκαφέ ουρανίσκο της. Δεν το ‘βαλε στα πόδια όμως. Η αρκούδα μούγγρισε πάλι και άπλωσε σχεδόν τα μπροστινά της πόδια προς το μέρος της, σα να ‘θελε θαρρείς να την αρπάξει, καθώς τα δέκα νύχια της κρέμονταν όμοια με δέκα κοφτερά μακρυά μαχαίρια πάνω απ’ το κεφάλι της. Η γυναίκα έτρεμε σαν το φυλλαράκι στον άνεμο, αλλά τα πόδια της έμεναν στυλωμένα στη γη.

«Αχ, σε παρακαλώ αγαπητή αρκούδα», εκπλιπαρούσε τώρα, «σε παρακαλώ αγαπητή αρκούδα, έκανα τόσο δρόμο μέχρι εδώ, αναζητώντας ένα τρόπο να θεραπεύσω τον άντρα μου». Η αρκούδα κατέβασε απότομα στο χιόνι τα μπροστινά της πόδια κι αυτό πετάχτηκε με ορμή στο πρόσωπο της γυναίκας. Για ένα ολόκληρο λεπτό – της φάνηκε σχεδόν μια αιωνιότητα – η γυναίκα μπόρεσε να δει ολόκληρες οροσειρές, κοιλάδες, ποταμούς και χωριά να καθρεφτίζονται στα αρχαία σχεδόν μάτια της αρκούδας. Και η εικόνα αυτή έφτασε για να την πλημμυρίσει με γαλήνη και να πάψει να τρέμει από το φόβο της.

«Σε παρακαλώ, αγαπητή αρκούδα, εγώ είμαι εκείνη που σε τάισε τα προηγούμενα βράδυα. Θα μπορούσα να έχω μια τρίχα απ’ το μισοφέγγαρο που στολίζει το στέρνο σου;» Η αρκούδα κοντοστάθηκε. Αυτή η μικροκαμώμενη γυναίκα ήταν εύκολη λεία. Ξαφνικά όμως ένιωσε οίκτο. «Αλήθεια είναι», είπε η αρκούδα «μου φέρθηκες καλά και μπορείς πράγματι να έχεις μία τρίχα, αλλά να είσαι γρήγορη και μόλις την πάρεις φρόντισε να φύγεις αμέσως μακρυά μου».

Η αρκούδα ύψωσε το ρύγχος της για να φανεί καλύτερα το λευκό μισοφέγγαρο στο στέρνο της και η γυναίκα μπορούσε να διακρίνει το δυνατό σφυγμό της να χτυπά στο ύψος της καρδιάς. Ακούμπησε το ένα χέρι στο σβέρκο της και με το άλλο τράβηξε με μια γοργή κίνηση αυτή τη μία και μοναδική γυαλιστερή τρίχα που χρειαζόταν. Η αρκούδα ανασηκώθηκε και ούρλιαξε σα να ‘χε πληγωθεί. Συγχισμένη φυσούσε και ξεφυσούσε.

«Ω, σ’ ευχαριστώ πολύ φεγγαρένια αρκούδα, σ’ ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά». Η γυναίκα υποκλίθηκε ξανά και ξανά. Αλλά η αρκούδα μούγγρισε κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Μούγγριζε στη γυναίκα σε μια γλώσσα άγνωστη, δε γνώριζε να εξηγήσει το νόημά τους, αλλά ένιωθε πως κατά κάποιο τρόπο το γνώριζε μια ολόκληρη ζωή. Υποχώρησε κι άρχισε να τρέχει προς τους πρόποδες του βουνού όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έτρεχε κάτω απ’ τα δέντρα με τα φύλλα που έμοιαζαν μ’ αστέρια. Και καθώς προχωρούσε, φώναζε “arigato zaishö” για να τα ευχαριστήσει που ανασήκωναν τα κλαριά τους στο πέρασμά της. Παραπατούσε στις κοτρώνες που θύμιζαν τεράστιες φρατζόλες ψωμιού, κραυγάζοντας “arigato zaishö” για να ευχαριστήσει το βουνό που της επέτρεψε να σκαρφαλώσει στο σώμα του.

Και παρόλο που τα ρούχα της είχαν πια κουρελιαστεί, τα μαλλιά της ήταν μπερδεμένα και το πρόσωπό της λερωμένο από χώμα και ιδρώτα, κατέβηκε γοργά τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο χωριό της, διέσχισε το χωματόδρομο που οδηγούσε σ την άλλη πλευρά του χωριού και όρμησε στο χαμόσπιτο που κατοικούσε η μάγισσα – στεκόταν μπροστά στη φωτιά και τη σκάλιζε στοχαστικά.

«Κοίτα, κοίτα! Τη βρήκα, τη βρήκα, τα κατάφερα, μία τρίχα από την αρκούδα με το μισοφέγγαρο στο στέρνο!» φώναξε θριαμβευτικά η νέα γυναίκα.

«Αχ, τι καλά» είπε η μάγισσα και χαμογέλασε. Κοίταξε τη γυναίκα προσεχτικότερα κι έπειτα άπλωσε το χέρι της κι έπιασε την κατάλευκη τρίχα με τα δάχτυλά της, πλησιάζοντάς την στο φως. Τη ζύγισε με το γέρικο χέρι της, τη μέτρησε με το δάχτυλό της κι αποφάνθηκε «μα ναι, μια αυθεντική τρίχα της αρκούδας με το μισοφέγγαρο». Έπειτα στράφηκε ξαφνικά προς τη φωτιά και με μία απότομη κίνηση πέταξε την τρίχα στις φλόγες. Η τρίχα κατσάρωσε κι έτριξε, μια λαμπερή πορτοκαλιά φλόγα την κατάπιε.

«Όχι!» φώναξε σπαραχτικά η νέα γυναίκα. «Τί έκανες εκεί;»

«Ησύχασε. Όλα είναι όπως πρέπει να είναι», της είπε η μάγισσα. «Θυμάσαι όλα όσα χρειάστηκε να κάνεις για ν’ ανεβείς το βουνό; Θυμάσαι όλα όσα χρειάστηκε να κάνεις για να σ’ εμπιστευτεί η αρκούδα; Θυμάσαι όλα όσα είδες, όλα όσα άκουσες κι όλα όσα ένιωσες;»

«Ναι», είπε η γυναίκα «τα θυμάμαι όλα πολύ καλά».

Η γριά μάγισσα της χαμογέλασε ευγενικά και της αποκρίθηκε «σε παρακαλώ τώρα κόρη μου, επέστρεψε στον άντρα σου κι έχοντας κατά νου όλα όσα διδάχθηκες πλησίασέ τον ξανά.»

[Πηγή: Clarissa Pinkola, Η Αρκούδα με το μισοφέγγαρο,  Estes (1948:347-350) WOMEN WHO RUN WITH THE WOLVESCONTACTING THE POWER OF THE WILD WOMAN, Rider, London UK. που αναρτήθηκε στο ιστολόγιο ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ και ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ: http://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com/ ]

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Όταν το θέμα γίνεται θέαμα η ουσία απωθείται στη γωνία και στο τέλος μένει ένας «κουρνιαχτός στον αέρα» που δεν ξέρεις «ποιας πυρκαγιάς είναι αντίλαλος»

Αίφνης, χειμέρια τα πράγματα στο μέτωπο της Χρυσής Αυγής. Η πλημμυρίς της ενημέρωσης υποχώρησε. Χλωμά ρεπορτάζ, όλο και λιγότερες αναλύσεις, ελάχιστα σχόλια. Η αναπόφευκτη άμπωτις αποκάλυψε μια παραλία κατάστικτη από φρενιασμένες υπερβολές, που παρέδωσαν μια σοβαρή -πλην δικονομικώς ευάλωτη- υπόθεση ως γεγονός τετελεσμένο...

 
Αλλά ο Θεός των μήντια είναι γενναιόδωρος. Και η πλημμυρίς επανήλθε δριμύτερη, με τη «μικρή Μαρία» να γίνεται σύμβολο μιας καθαρτήριας διαδικασίας με πρωταγωνιστές τα μήντια και τα μέτωπα προσδιορισμένα: οι λεροί, πονηροί γύφτοι από τη μια και όλοι εμείς από την άλλη -πολιτεία, δήμαρχοι, μήντια- ανύποπτοι για το φαινόμενο, ευαίσθητοι και άμωμοι, βεβαίως. Ο καθένας στον θρόνο του. Με κεραυνούς για τους αποσυνάγωγους γύφτους (ναι, γύφτους ή τσιγγάνους και όχι Ρομά που θέλει ο δυναστικός καθωσπρεπισμός) και πλήθουσα ευαισθησία, απολύτως εύλογη, για το μικρό παιδί και την τύχη του.

Το πρόβλημα αρχίζει (να φαίνεται) εκεί που τελειώνουν οι αποκαλύψεις, οι κραυγές, οι αρές, τα δοξαστικά και τα καλολογικά και μένει σχεδόν γυμνή η παραλία. Με τις υπερβολές και τα τούρμπο ρεπορτάζ να μην εστιάζουν στον βασικό ένοχο -την πολιτεία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση-, αλλά στον χαρακτήρα και στο προφίλ των τσιγγάνων. Άμεσο το αποτέλεσμα: στην κοινή γνώμη εντυπώνεται η εικόνα της γύφτικης συμμορίας και όχι η αδράνεια, το ολίγιστο, η αδιαφορία και η ανικανότης της ερειπωμένης πολιτείας. Ψύλλοι στ' άχυρα η ανύπαρκτη υποδομή και η υποτυπώδης εγρήγορση για την έκδοση ληξιαρχικών πράξεων κι ας είναι «εξαιρετικά προβληματικό και απηρχαιωμένο» το σχετικό νομικό καθεστώς, όπως το χαρακτήρισε όψιμα ο ρέκτης Καμίνης. Οι γύφτοι είναι το πρόβλημα και όχι τα αρμόδια υπουργεία που επί τόσα χρόνια αγρόν ηγόραζαν και μόλις τώρα θυμήθηκαν ότι απαιτείται τεστ DNA για την αναγκαία ταυτοποίηση.

Εύλογη η ένσταση: μα αν δεν είχαν ασχοληθεί τα ΜΜΕ είτε με τη Χρυσή Αυγή είτε με τη «μικρή Μαρία», τίποτε από αυτά δεν θα είχε αναδυθεί στην επιφάνεια. Έτσι είναι. Με μια μικρή διαφορά: όταν το θέμα γίνεται θέαμα και κυριαρχούν οι υπερβολές παντός είδους, η ουσία συχνά απωθείται στη γωνία, η πλησμονή δημιουργεί εντυπώσεις αλλά τροφοδοτεί μοιραίως την αδιαφορία και στο τέλος μένει ένας «κουρνιαχτός στον αέρα» που δεν ξέρεις «ποιας πυρκαγιάς είναι αντίλαλος», που θα 'λεγε ο Νίκος Γκάτσος, μιλώντας για άλλα...

Με τους γύφτους, εντάξει, θα τα καταφέρουμε. Η ευρετική ενόχων δεν θα 'χει πρόβλημα να τους κρεμάσει στο ικρίωμα και να τους φυλακίζει εσαεί στα υπόγεια της παράταιρης ζωής τους. Αλλά με τη Χρυσή Αυγή τα πράγματα δυσκολεύουν. Όταν λαγαρίσουν τα πράγματα, τότε θα φανούν οι τοξικές υπερβολές και ενδεχομένως οι μάταιες προσδοκίες για την εξάλειψη του φαιού φαινομένου. Τότε θα θυμηθούμε πόσο αστόχαστα και επιπόλαια η ελαφρότης είχε υποκαταστήσει τον σεβασμό στη δικονομική αυστηρότητα και οι νικητήριες ιαχές είχαν επισκιάσει την ανάγκη για ουσιαστική καταβύθιση στον πυκνό και ομιχλώδη κόσμο της ημέτερης, φρικώδους ακροδεξιάς. Και, βέβαια, τότε θα δούμε πού θα κρυφτούν κάτι αβροδίαιτες πέννες, που χλεύαζαν τις σοβαρές ενστάσεις και μυκτήριζαν τις εύλογες επιφυλάξεις για τη συνολική αντιμετώπιση της ναζιστικής ομάδας από την πολιτεία και τα μήντια...

Η παλίρροια στην ενημέρωση είναι σύνηθες φαινόμενο. Και αναπόφευκτο. Το θέμα είναι τι απομένει κάθε φορά στην άδεια παραλία. Η πικρή εμπειρία δείχνει ότι τα μήντια ελάχιστα έχουν διδαχθεί από την πλημμυρίδα του θεαματικού. Και ξεχνούν -όλοι εμείς ξεχνάμε- ότι η κυκλοφοριακή ύφεση και η εν γένει ανυποληψία των Μέσων, οφείλονται και στη συγκεκριμένη παθογένεια...

[ΠΗΓΗ: Γιάννης Τριάντης, ΑΝΤΙ-ΠΑΡΑ-ΘΕΣΕΙΣ: Πλημμυρίς και άμπωτις, ΕΛΕΥΘΕΤΟΤΥΠΙΑ 22-10-2013]

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Σε μια κοινωνία που καθημερινά αποσυντίθεται από τη βία, το δημοκρατικό σχολείο το μόνο ανάχωμα

Στην ελληνική κοινωνία έφτασε η ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά για τη βία, την επιθετικότητα, την ξενοφοβία, το ρατσισμό. Κι αυτό γιατί ως κοινωνικά φαινόμενα δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά μιας άτυχης στιγμής ή μιας θεόσταλτης επιδημίας, αλλά αντικειμενικά και αναπόφευκτα παράγωγα μιας κοινωνίας που δηλητηριάζεται καθημερινά από την κρίση, την ανεργία, τη φτώχεια και την κοινωνική ανισότητα.

Πρόκειται για φαινόμενα που ενδημούν και θα αναπτύσσονται όσο οι συλλογικές αξίες αποδυναμώνονται, οι θεσμοί αυτο-ακυρώνονται, οι κοινωνικές σταθερές κατεδαφίζονται βίαια και ατεκμηρίωτα προς όφελος των λίγων. Υπό τις συνθήκες αυτές η επικράτηση μιας κατάστασης σύγχυσης, ιδεολογικής, πολιτικής και γενικότερα κοινωνικής, αποτελεί αντικειμενικό επακόλουθο, το οποίο αν δεν καταπολεμηθεί την ώρα που γεννιέται, θα προκαλέσει χειρότερα αποτελέσματα, με πολλαπλές για την κοινωνία συνέπειες.

 
Εν κατακλείδι γινόμαστε μάρτυρες μιας κοινωνίας που καθημερινά αποσυντίθεται από τη βία της καθημερινότητας, τη βία της πολιτικής, τη βία των Μνημονίων και των δανειστών, τη βία της φτώχειας και της ανεργίας, τη βία της εργασιακής εκμετάλλευσης, τη ρατσιστική και φασιστική βία κ.ο.κ. Και αυτός ο κύκλος δεν έχει τέλος, αφού η βία όσο θα ευδοκιμεί θα γεννά συντηρητισμό, καταστολή, συγκρούσεις και περισσότερη βία.

Είναι σαφές ότι πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για τα φαινόμενα αυτά, που πέρα από τη συγκυριακή και όψιμη έξαρση της φιλολογίας από τα ΜΜΕ με αφορμή την εγκληματική ενέργεια στο Κερατσίνι αλλά και τις συλλήψεις των στελεχών της Χρυσής Αυγής, η κοινωνία μας οφείλει να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια και να αναζητήσει τα γενεσιουργά αίτια της κρίσης, καθώς και τους παράγοντες εκείνους που γεννούν την ανοχή στην κουλτούρα της μισαλλοδοξίας και του φασισμού.

Η εκπαίδευση αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα εργαλεία για την ορθολογική ερμηνεία και κατανόηση των φαινομένων αυτών, προσφέροντας ταυτόχρονα μια ψύχραιμη και συνειδητή αρνητική απάντηση στα κελεύσματα της βίας, του μίσους, του ρατσισμού, του φασιστικού παραληρήματος.

Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα δουλέψει συστηματικά πάνω στην έννοια της ανθρώπινης ουσίας, στις αρχές της ουσιαστικής δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και του διαλόγου, θα συμβάλει αποφασιστικά στη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς με τις αρχέγονες αξίες του τόπου και του λαού μας : τη δημοκρατία, τη διαλεκτική, την ελεύθερη δημιουργική και κριτική σκέψη, την ετερότητα. Στοιχεία που έθρεψαν τις ρίζες του δυτικού πολιτισμού και που δυστυχώς στη σύγχρονη Ελλάδα τα αφήσαμε για πολλά χρόνια ακαλλιέργητα.

Η εκπαίδευση με στόχο την κριτική και δημοκρατική παιδεία δεν αποτελεί «γνωστικό αντικείμενο» που περιχαρακώνεται στη δικαιοδοσία μιας και μόνο επιστημονικής πειθαρχίας. Πολύ περισσότερο προϋποθέτει την αλλαγή των αρχών, της φιλοσοφίας και στρατηγικής της εκπαιδευτικής μας πολιτικής, με τρόπο που το παιδαγωγικό αυτό εγχείρημα να διαπερνά οριζόντια, διαθεματικά και διεπιστημονικά όλο το εύρος των γνώσεων, των δεξιοτήτων, των στάσεων, των αντιλήψεων που καλείται το σύγχρονο σχολείο να καλλιεργήσει.

Όσο αναγκαίος είναι ο ρόλος των κοινωνικών επιστημών και γενικότερα των ανθρωπιστικών σπουδών στην καλλιέργεια της ιστορικής και πολιτισμικής μνήμης, στην απόκτηση κοινωνικής παιδείας, στην ανάπτυξη πολιτικής κουλτούρας, άλλο τόσο σημαντικός είναι και ο ρόλος των φυσικών και θετικών επιστημών στην ανάπτυξη της ορθολογικής σκέψης, εργαλεία που μπορούν να θωρακίσουν την κοινωνική συνείδηση και να οξύνουν το πολιτικό κριτήριο και ένστικτο των νέων ανθρώπων.

Η εμπέδωση των αξιών της δημοκρατίας, της ελευθερίας της συνείδησης, της ανεξαρτησίας της σκέψης, της ανοχής στο διαφορετικό πρέπει να τοποθετηθεί ψηλά στην ιεραρχική κλίμακα των αξιών του εκπαιδευτικού μας συστήματος, από την προσχολική κιόλας ηλικία, με στόχο τη δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού και δημοκρατικού σχολείου που θα παλέψει τόσο για την άμβλυνση των ανισοτήτων όσο και για τη θωράκιση της κοινωνίας απέναντι στη φασιστική βία, τη βαρβαρότητα, το ρατσισμό.

[ΠΗΓΗ: Νίκος Φωτόπουλος, επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας: «Το δημοκρατικό σχολείο ανάχωμα στο ρατσισμό», άρθρο στην Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 20-10-2013]

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Άσχημο πράγμα η βία… στα σούρτα φέρτα των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας

Ας συνδέσουμε για μια στιγμή μονάχα του χρόνου, τον Descartes με τον Καβάφη και τα αστικά λεωφορεία και τον τρόπο διαχείρισης της ποίησης.
Ποίηση ως πληροφορία λοιπόν;  Η ποίηση στην υπηρεσία κάποιου είδους πολιτικής μικροκομματικής προπαγάνδας; Ο μεγάλος μας Αλεξανδρινός στα χέρια κυρίων που ευτελίζουν και κατακρεουργούν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια καθημερινά ή απλώς άσχετων; Έχω δει και εγώ τώρα τελευταία τον "στιλιζαρισμένο" Καβάφη να παίρνει αστική συγκοινωνία και να κόβει βόλτα στην Αθήνα.


Είδα και το περίφημο «άσχημο πράγμα η βία»  Πολύ με εντυπωσίασε, μου έφερε στο νου όλες αυτές τις συζητήσεις περί βίας των τελευταίων ημερών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τις θεωρώ και σοβαρές.
Με προβλημάτισε λοιπόν  και έψαξα τον στίχο.
Όχι λοιπόν κύριοι... ο Καβάφης δεν έγραψε κάτι σχετικό με τη βία όπως θέλετε να την παρουσιάζετε εσείς στα τρόλεϊ και λεωφορεία, ούτε επίσης «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται».
Η μόνη βία που ασκήθηκε είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται ο καβαφικός στίχος στα σούρτα φέρτα των αστικών συγκοινωνιών.

Βία είναι να ξέρεις (αν ξέρεις) το νόημα του στίχου και να το παρουσιάζεις σαν φαιδρή επικαιρότητα... Επομένως μπαίνει εδώ ένας εμπρόθετος στόχος, που δεν αφορά τον ποιητή και το ποίημά του. Κάτι άλλο θέλουν να πουν οι δημιουργοί των αφισών, κάπου αλλού θέλουν να στρέψουμε εμείς την προσοχή μας.
Ας πάμε λίγο πιο πίσω στο χρόνο πρώτα στο "Λόγο περί της Μεθόδου" και ας θυμηθούμε τα 4 βασικά στοιχεία της καρτεσιανής σκέψης. Πως παρουσιάζεται η γνώση στη σκέψη του Καρτέσιου.

Ο καθορισμός του βαθμού βεβαιότητας για ότι γνωρίζουμε αποτελεί καίρια θέση στη σκέψη αυτή. Κριτήριο για την απαιτούμενη βεβαιότητα, αποτελεί η ευκρίνεια και η σαφήνεια των αντίστοιχων ιδεών. Με όση περισσότερη ευκρίνεια και σαφήνεια παρουσιάζονται οι ιδέες μας τόσο περισσότερο -για τον Καρτέσιο- έγκυρη είναι η γνώση που προκύπτει. Ο φιλόσοφος προσπαθεί εκτός των άλλων να αποτρέψει την επιπόλαιη σκέψη του νου του ανθρώπου που θα έχει ως αποτέλεσμα τη λανθασμένη γνώση και θα τον οδηγήσει σε συμπεράσματα έξω από την πραγματικότητα. Θέλει επίσης να ξεφύγει ο άνθρωπος από το μεσαιωνικό περιβάλλον που επιβαλλόταν. Η νεοτερικότητα είναι στο ξεκίνημά της και την καλωσορίζει.
Η σκέψη λοιπόν, η επιμονή, η επαλήθευση και η υπομονή βρίσκεται πίσω από την καρτεσιανή σκέψη.
Ξανά πίσω στον Καβάφη. Ο στίχος του λοιπόν, ο πραγματικός στίχος, είναι ο εξής:

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια
.

το ποίημα έχει τίτλο: Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

Η σκέψης των δύο αντρών συνταυτίζονται. Καμία βία δεν καταδικάζει ο Καβάφης στον παραπάνω στίχο. Καταδικάζει τη βιασύνη. Υπομονή και εξέταση ενδελεχή των πραγμάτων.

Αφήνεται στη συνέχεια στη κρίση των πολιτών το αν και κατά πόσο τυχαίο είναι ή όχι το γεγονός αυτό της απομόνωσης του στίχου. Το αν υπάρχει ή όχι εμπαιγμός από εκείνους που συνέταξαν τις αφίσες.
Το αν ή όχι η διαχείριση της ποίησης είναι αυτή που της αξίζει.

Ας μου επιτραπεί για λίγο να παραφράσω κάποιους στίχους του.

Κι αν δε μπορείς να αντιληφθείς την ποίηση όπως της πρέπει, 
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς:  μην την εξευτελίζεις

[ΠΗΓΗ: Δημήτριος Θεοδώρου, Είναι επικίνδυνο πράγμα http://dimitriostheodorou.wordpress.com/ ]


Επιστρέφοντας τα δώρα εν έτει 2013 μ.Χ.

Αυτός που εις το λεωφορείον επάνω
μοιάζει σαν να χαμογελά το πρόσωπό του,
το έμορφο, λεπτό του πρόσωπο, δεν είν' ο Οροφέρνης Αριαράθου.
Μήτε ο Γκράουτσο Μαρξ μειράκιον.
Τον μοιάζει βέβαια η μικρή αυτή
με τη γραφίδα απεικόνισίς του.
Αλλά, όταν τα πράματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία,
καθώς που το απαιτούν η περιστάσεις
και της ελληνικής λαλιάς ειδήμονες,
αναρτώμεν και μερικά επιγράμματα εκλεκτά
παιδιά φανατικά για γράμματα.
Προστρέχωμεν τότε ως πλήθος πάντα εις την τέχνη την Ποιήσεως
χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
-ποτέ από το χρέος μη κινούντες
 στην κώχη τούτη την μικρή-
μέσα στον φόβο και στες υποψίες
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Εμείς κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιοί
που όταν η παράστασις τελειώσει.
αλλάζουμε φορεσιά κι απερχόμαστε.
Κομμάτι παίρνουμ' επάνω μας
οι συφωριασμένοι
γεμάτη υπεροψίαν και μέθη
πού οι Έλληνες θα βγούνε νικηταί
-κι ας νοιώθουμε που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Κι είν' η συνείδησίς μας ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Λαμπρά ταιριάζουν όλα."


( από ιδιωτική συλλογή-κολάζ του Τριστάν Τζαρά με τίτλο "Όχι άλλο γερο-Αλεξανδρινό") 

Ανάμεσα σε μαρκετίστικες μπαλαφάρες, συνωμοσιολογίες κι αγράμματες εξουσίες «παράπεσε η πραγματική μου μέρα». Κι εγώ που είδα την Αλεξάνδρεια με τα μάτια του πατέρα μου κι αγάπησα τον Καβάφη ως μακρινός Αλεξανδρινός εκ καταγωγής πατρός, θέλω να τραγουδήσω έναν ανάπαιστο προκλητικό να καθαρίσει η ατμόσφαιρα στην Κορνίς να ξανακάτσει ο ποιητής στο αγαπημένο του καφενείο. Να ατενίσει έτσι πολύ την ομορφιά. Ως «απόσταγμα κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων», ως μορφή νεανική σε παλαιό καθρέφτη στην είσοδο, ηδονική μορφή της οποίας «θα ασχήμισαν-αν ζει- τα γκρίζα μάτια» από την ευτέλεια της εποχής μας. Ας μπούνε τα πουλιά... 

Όρνιθες, «ω καλή μου ξανθιά»:

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Πρέπει να αναζητήσουμε την επιρροή του φασιστικού σαλπίσματος όχι μόνο στην οικονομική συγκυρία αλλά και στην αναπόφευκτη αποκαθήλωση αξιών

Ο καταιγισμός των αναλύσεων και των σχολίων αναφορικά με τη Χρυσή Αυγή μάλλον συσκότισε το τοπίο παρά βοήθησε να αντιληφθούμε με τι ακριβώς έχουμε έρθει αντιμέτωποι.

Αν μη τι άλλο, η υπόθεση ότι το ναζιστικό κόμμα αναπτύχθηκε με υπόβαθρο την οικονομική εξαθλίωση, παρ' ότι ευλογοφανής, και εν μέρει ίσως βάσιμη, ελάχιστα φωτίζει το γιατί, στις δεκαετίες του '50 ή του '60, διάσημες ως προς τη φτώχεια τους, δεν καταγράφηκε στους κόλπους του ελληνικού λαού ούτε ίχνος φλερτ με τις φασιστικές θηριωδίες.

Η δεύτερη υπόθεση, σχετικά με την παραβατικότητα των μεταναστών, μοιάζει μεν περισσότερο στέρεη, όμως και πάλι δεν μας λέει τίποτα το ουσιώδες για το, τηρουμένων των αναλογιών, αστρονομικό ποσοστό του 7,8% ενός λαού του οποίου η Ιστορία, όσο και η προδιάθεση, πολύ απέχουν απ' τους σημαιοστολισμούς με σβάστικες.

Άλλωστε, στις ίδιες τις ΗΠΑ, όπου ο εντός ή εκτός εισαγωγικών ρατσισμός αποτέλεσε παράδοση, μολονότι μάλιστα, και περιέργως, εκεί όλοι υπήρξαν ξένοι μεταξύ ξένων, η συλλογική συνείδηση χρεώθηκε τα απαραίτητα ώστε το ναζιστικό αίτιο να μην κατορθώσει ποτέ να προσλάβει μορφή υπολογίσιμης πολιτικής εκπροσώπησης: οι ΗΠΑ, μονίμως στα πρόθυρα φυλετικού πολέμου, κατόρθωσαν να αφομοιώσουν την ένταση εντός των ορίων του δημοκρατικού παιχνιδιού, απαντώντας στους νοσταλγούς τής Κου Κλουξ Κλαν με τη γοητεία τού Ομπάμα. Δεν είναι λοιπόν δεδομένο ότι η διαχείρηση ενός ακανθώδους μεταναστευτικού προβλήματος θα οδηγήσει ντε και καλά στην ενίσχυση των ομάδων που «ακονίζουν λόγχες στο πεζοδρόμιο».

Όχι, τα κρούσματα μισαλλοδοξίας δεν εξηγούνται μόνον με οικονομικούς όρους, όπως θα ήθελε ΚΑΙ η Αριστερά, ενδεχομένως υποχρεωμένη να σεβαστεί ένα τέτοιο σκεπτικό ένεκα της πίστης στο αιώνιο πολιτικό και κοινωνικό πρωτείο της οικονομίας. Πρέπει να αναζητήσουμε την επιρροή του φασιστικού σαλπίσματος σε κάτι βαθύτερο, ας πούμε στην αναπόφευκτη αποκαθήλωση αξιών, θεσμών, μύθων κ.τ.λ., στην οποία ο δυτικός κόσμος προχωράει δίχως πάντα να προνοεί για την έλλογη αναπλήρωση αυτής της απώλειας με νέες αξίες, θεσμούς, μύθους κ.ο.κ.

Επείγει να συνειδητοποιήσουμε ότι η έλλειψη καλλιέργειας, η πολιτισμική ορφάνια, παράγει εξ αντιθέσεως ένα υποκείμενο εθελοντικά υπόλογο στις πιο φρικτές εκδοχές μιας τυραννικής πατρότητας, φέρ' ειπείν χιτλερικού τύπου, ένα υποκείμενο που σαγηνεύεται απ' τις σειρήνες του ολοκληρωτισμού με τη διεστραμμένη ελπίδα ότι αυτός θα επιβάλει δρακόντεια μέτρα εκεί απ' όπου τα μέτρα λείπουν εντελώς.

Περισσότερο από τη φτώχεια και τους μετανάστες, τη Χρυσή Αυγή ευνόησε η διάχυτη εντύπωση της ατιμωρησίας, που υπήρξε το λάβαρο του δικομματικού κράτους.

Μη τιμωρώντας, τιμωρούμαστε τώρα οι ίδιοι.

[ΠΗΓΗ: Ευγένιος Αρανίτσης, «Έγκλημα και Τιμωρία», επιφυλλίδα στην σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12-1-2013]

Η παιδική ευφυΐα μειώνεται στο μισό με την σχολική εκπαίδευση

Τα παιδιά στο νηπιαγωγείο έχουν ευφυΐα που φτάνει στο 98%. Με τη συνεχή εκπαίδευση πάνω σε συγκεκριμένα πρότυπα μειώνεται στο 50%

Άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα βασισμένο σε καταστροφική μεθοδολογία.

Ο Σερ Κεν Ρόμπινσον κάνει μια διασκεδαστική και έντονα συγκινητική πρόταση για τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού συστήματος που να ενισχύει (αντί να υπονομεύει) τη δημιουργικότητα…


Παρακολουθήστε το βίντεο:  Ken Robinson- Αλλαγή των εκπαιδευτικών προτύπων - DOC TV


χορηγός:

Βιντεο-συνειρμοί

Για να γεμίζουν και λίγο οι μπαταρίες μας. Για να μην απομονωθούμε. Για να επιθυμήσουμε ξανά και πάλι -

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Ανθρωπισμός και ανθρωπιστική παιδεία: βαθιά πίστη στον άνθρωπο που είναι αξία μοναδική και αναντικατάστατη

Ο ανθρωπισμός δεν είναι μια θεωρία, όπως πολλοί πιστεύουν. Είναι ένα αίτημα, πυρήνα του οποίου αποτελεί η πίστη στον άνθρωπο και στις δυνατότητές του. Είναι δηλαδή η έκφραση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε οποιαδήποτε δραστηριότητα ή τομέα της ζωής του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που αποδίδουμε στον ανθρωπισμό πολλές σημασίες. Ανθρωπισμός σημαίνει, μέθοδος διαπαιδαγώγησης βασισμένη στις αρχές και τις αξίες της κλασικής ελληνικής παράδοσης. Σημαίνει αντιμετώπιση του ανθρώπου ως πολυδιάστατης οντότητας. Σημαίνει ανθρωπιά. Πάντως, όποια εκδοχή του ανθρωπισμού και αν επιλέξουμε, θα πρέπει να δεχτούμε ότι υπάρχει μεταξύ τους μια θαυμαστή αλληλουχία που έλκει την καταγωγή της από τη βαθιά πίστη στον άνθρωπο ως αξία μοναδική και αναντικατάστατη.

 
Ο ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΩΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ
Θα ήταν μεγάλο σφάλμα όμως να νομίσει κανείς ότι ο ανθρωπισμός είναι πρόθυμος να συγκατανεύσει σε κάθε ιδιοτροπία του ανθρώπου και να του συγχωρήσει οποιοδήποτε ατόπημα. Αν συνέβαινε κάτι παρόμοιο, θα αποτελούσε τη «φιλοσοφική» θεμελίωση του λαϊκισμού, που χαϊδεύει τ’ αυτιά του λαού κολακεύοντας τα ελαττώματα του. Ο ανθρωπισμός όμως δεν έχει καμιά σχέση με όλα αυτά. Δεν παραδέχεται ότι ο άνθρωπος είναι τέλειος. Αναγνωρίζει την αντιφατική του φύση. Κατανοεί ότι σχοινοβατεί ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι βλέπει μέσα σ’ αυτόν τις δυνατότητες που έχει να αλλάξει και να γίνει καλύτερος. Γιατί, τελικά, ο ανθρωπισμός αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως δυνατότητα.

ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ είναι η εκπαίδευση στην ελευθερία.
Είναι φυσικό λοιπόν να θεωρεί την  παιδεία μοναδικό μέσο για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της άγνοιας, του φόβου και του δογματισμού. Αυτή είναι η ανθρωπιστική παιδεία. Γνώμονάς της είναι ο σεβασμός της σκέψης του νέου ανθρώπου. Δεν προσπαθεί να την φυλακίσει σε καλούπια. Ούτε να την εξοντώσει υποβάλλοντάς την στο μαρτύριο της καθημερινής σχολικής αποστήθισης. Απεναντίας. Στόχο της έχει να καλλιεργήσει τον κριτικό στοχασμό, τον προβληματισμό και την αμφιβολία. Γιατί μόνο με αυτές τις μεθόδους μπορεί να ελευθερώσει το νου των μαθητών, μόνο έτσι μπορεί να τους διδάξει ότι η μόρφωση δεν αποτυπώνεται σ’ ένα πτυχίο, αλλά αποτελεί μια διαρκή κατάκτηση του ανθρώπου. Να για ποιο λόγο πιστεύει ότι η παιδευτική πράξη είναι μια διαλεκτική και ειλικρινής σχέση ανάμεσα στο δάσκαλο και το μαθητή και όχι, και όχι ένας μονόλογος του πρώτου. Γιατί ο μονόλογος είναι πάντα εξουσιαστικός: απαιτεί υποταγή, επιβάλλει σιωπή, τιμωρεί. Η ανθρωπιστική παιδεία όμως απορρίπτει το σχολείο- στρατώνα και δέχεται ότι η εκπαίδευση έχει νόημα μόνο όταν είναι εκπαίδευση στην ελευθερία. Πώς αλλιώς θα γίνει βίωμα του νέου – του αυριανού πολίτη-, αν δε τη μαθαίνει καθημερινά μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας.

Οι υποταγμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να υπερασπίσουν τη δημοκρατία
«Η αίθουσα διδασκαλίας», έλεγε ο Τζον Ντιούι, «πρέπει να είναι μια δημοκρατία σε μικρογραφία». Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να περιμένει κανείς ώριμους, υπεύθυνους και ενεργούς πολίτες, έτοιμους να διεκδικήσουν την ελευθερία τους σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, όταν το σχολείο έχει «φροντίσει» προηγουμένως να αφοπλίσει τη σκέψη τους και να σπείρει στην ψυχή τους το φόβο και την υποταγή σε κάθε εξουσία. Τέτοιοι «υπήκοοι» - με τη σημασία που δίνει ο Αισχύλος στους Πέρσες – δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν την αξία της δημοκρατίας και, πολύ περισσότερο, να την υπερασπίσουν.

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Θα αδικούσαμε λοιπόν κατάφωρα την ανθρωπιστική παιδεία, αν την περιορίζαμε σε μια ρομαντική αρχαιολατρία ή μια φλύαρη θεωρητικολογία. Η ανθρωπιστική παιδεία αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας στη ζωή μας και επιδιώκει να εξοικειώσει τους νέους με τη χρήση και, προπάντων, την αξιοποίησή της. Γιατί στόχος της είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε φανερό ή αφανή δεσποτισμό. Απ’ αυτόν θέλει να προφυλάξει τους νέους. Και τους οπλίζει με ευρύτητα πνεύματος, με καθαρό μυαλό και στέρεες ηθικές αξίες. Και ποιο είναι το μήνυμά της; «Τόλμα να σκέφτεσαι», «Τόλμα να γνωρίζεις», με άλλα λόγια: «Τόλμα να αντιστέκεσαι»!

[ΠΗΓΗ: Άρης Γιαβρής – Θεόδωρος Στουφής, ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΚΘΕΣΗ για το Λύκειο & τις Πανελλήνιες Εξετάσεις Α΄ Τόμος]

Ασκήσεις
Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 100-120 λέξεις.

Β1] Στην προσπάθειά του να ορίσει τον ανθρωπισμό, ο συγγραφέας στην εισαγωγική παράγραφο υπογραμμίζει τα παρακάτω χαρακτηριστικά: α] είναι ένα αίτημα, β] είναι η έκφραση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε οποιαδήποτε δραστηριότητα της ζωής, γ] είναι μέθοδος διαπαιδαγώγησης βασισμένη στις αξίες της κλασικής ελληνικής παράδοσης, δ] σημαίνει αντιμετώπιση του ανθρώπου ως πολυδιάστατης οντότητας, ε] σημαίνει ανθρωπιά, στ] είναι η βαθιά πίστη στον άνθρωπο που τον δέχεται ως αξία μοναδική και αναντικατάστατη. Να επιλέξεις τον πιο αντιπροσωπευτικό, με κριτήριο την εικόνα που έχουν οι σημερινοί νέοι για τον ανθρωπισμό. 
Β2] Δομικά στοιχεία 2ης παραγράφου και με ποιόν ή ποιους τρόπους παρουσιάζονται οι λεπτομέρειες ανάπτυξης
Β3] Ποια ή ποιες μεθόδους πειθούς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στη 3η παράγραφο;

Β4] Στο κύριο μέρος  του κειμένου, ο συγγραφέας προσθέτει κι άλλα κύρια χαρακτηριστικά του ανθρωπισμού: ζ]  ο ανθρωπισμός βλέπει μέσα στον άνθρωπο τις δυνατότητες που έχει να αλλάξει και να γίνει καλύτερος (2η παράγραφος), η] θεωρεί την παιδεία μοναδικό μέσο για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της άγνοιας, του φόβου και του δογματισμού, (3η παράγραφος), θ] Η ανθρωπιστική παιδεία στόχο της έχει να καλλιεργήσει τον κριτικό στοχασμό, τον προβληματισμό και την αμφιβολία, γιατί δέχεται ότι η εκπαίδευση έχει νόημα μόνο όταν είναι εκπαίδευση στην ελευθερία. Σχολιασμός και συμπεράσματα για τη σχέση ανθρωπισμού και παιδείας

Β5] «Στόχος της ανθρωπιστικής παιδείας είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε φανερό ή αφανή δεσποτισμό» (5η παράγραφος). Να αναπτύξετε την άποψη σε μια παράγραφο 90-100 λέξεων.
Β6] Να γράψετε από ένα συνώνυμο για τις παρακάτω λέξεις:

συγκατανεύσει (&2) à

ανοσιουργήματα (&2) à

ατόπημα (&2) à

σχοινοβατεί (2) à

αποστήθισης (&3) à

Γ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ] Σε μια εποχή με έλλειμμα ανθρωπιάς έχει ιδιαίτερη σημασία να οργανώνονται εκδηλώσεις που βοηθούν όσους συνανθρώπους μας έχουν ανάγκη. Να γράψετε ένα άρθρο στην εφημερίδα του σχολείου σας, όπου θα εξηγείτε γιατί θα πρέπει να στηρίζονται τέτοιες προσπάθειες. Παράλληλα, να αναφερθείτε στη συμβολή της παιδείας στην καλλιέργεια της ανθρωπιστική συνείδησης, κυρίως των νέων (500-600 λέξεις)


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όποιος μαθητής ή υποψήφιος θέλει να δοκιμάσει τις δυνατότητες του, μπορεί να στείλει  απαντήσεις  σε όλα ή σε κάποια από τα παραπάνω θέματα (π.χ. περίληψη, παράγραφος και παραγωγή κειμένου) και θα τα επιστρέψουμε με παρατηρήσεις και αξιολόγηση με κριτήρια πανελλαδικών  - e- mail: Iason.Fernazis@gmail.com

 

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Ο εθνικισμός εκθειάζει το έθνος πέραν της πατρίδας και ενίοτε εις βάρος των υπερασπιστών της

Στη Μακεδονική Δημοκρατία ανεγείρονται κτήρια μπαρόκ, γιατί «ένας Μακεδόνας εφηύρε τον ρυθμό». Αγάλματα του Αλεξάνδρου, της Κλεοπάτρας, του Σαμουήλ, του Κυρίλλου και του Μεθοδίου λένε στους διαβάτες ότι ήσαν Μακεδόνες, όχι Έλληνες ή Βούλγαροι. Αυτά είναι αποτελέσματα μιας εθνικιστικής κυβέρνησης. Έχουμε όμως εθνικιστικά φαινόμενα που προκαλούν γέλιο και στο δικό μας κράτος. Π.χ., οι λέξεις «Πασαλιμάνι» και «Τουρκολίμανο», που χρησιμοποιούν οι Πειραιώτες, επισήμως δεν υπάρχουν, υπάρχουν μόνο οι λέξεις «Ζέα» και «Μικρολίμανο». Έτσι ο εθνικισμός γελοιοποιεί τη χώρα που υποτίθεται ότι λατρεύει.

Πόσο αγαπά ο εθνικιστής τη χώρα του, όταν είναι διατεθειμένος να τη γελοιοποιεί; Ίσως δεν την αγαπά καθόλου. Το 1940, κοντά στους δεξιούς που αντιστέκονταν στις δυνάμεις κατοχής και ήσαν εξίσου πατριώτες με τους αριστερούς συναγωνιστές τους, υπήρχαν οι εθνικιστές που συνεργάζονταν με τους ομοϊδεάτες τους εχθρούς ενάντια στους Έλληνες πατριώτες. Αγαπούσαν τη χώρα τους; Από πατριωτική άποψη, ο ταγματασφαλίτης όχι μόνο δεν είναι πατριώτης, αλλά είναι προδότης, χειρότερος από εχθρό. Αν ο εθνικισμός ήταν απλώς μια έντονη μορφή πατριωτισμού, όπως νομίζουν πολλοί, δεν θα οδηγούσε σε εθνική προδοσία. Ο εθνικισμός εκθειάζει το έθνος πέραν της πατρίδας και ενίοτε εις βάρος των υπερασπιστών της, που λέγονται «πατριώτες» γιατί την αγαπούν.

Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να στηρίξει τη δίωξη των νεοναζί αποτελεί νίκη της δημοκρατίας, αλλά και του πατριωτισμού. Απλώς το δεύτερο δεν είναι τόσο εμφανές όσο το πρώτο, γιατί αυτοί οι δηλωμένοι εχθροί της δημοκρατίας λένε ότι αγαπούν την πατρίδα, πράγμα που δεν είναι καθόλου βέβαιο. Το 1945, στη Γαλλία, ο δεξιός πατριώτης ντε Γκωλ έκανε κυβέρνηση με τους κομμουνιστές πατριώτες και εκτελούσε εθνικιστές δωσίλογους. ΩΣ τώρα, η Δεξιά μας δεν μας είχε συνηθίσει σε τέτοιο πατριωτισμό.

Πώς μπορεί όμως κανείς να αγαπά το έθνος του εις βάρος της πατρίδας του; Ας επιστρέψουμε στους βορειοδυτικούς γείτονές μας. Μιλούν μια σλαβική γλώσσα, αλλά δεν είναι η γνήσια γλώσσα τους, γιατί «δεν είναι Βούλγαροι». Ο Αλέξανδρος διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά ούτε τα ελληνικά είναι η γνήσια γλώσσα τους, γιατί «δεν είναι Έλληνες». Κατασκευάζουν ένα ον, το «Μακεδονικό έθνος», από το οποίο αφαιρούν όσα χαρακτηριστικά των ιστορικών Μακεδόνων δεν αντιστοιχούν στα δικά τους σήμερα (τη συμμετοχή στον ελληνικό πολιτισμό) και όσα χαρακτηριστικά των τωρινών κατοίκων της γεωγραφικής περιοχής της «Μακεδονίας» (οι οποίοι είναι σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι και ελληνόφωνοι) δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά που θα είχαν κατ᾽ αυτούς οι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων. Οι εθνικιστές της Δημοκρατίας της Μακεδονίας καταδικάζουν έτσι περίπου το σύνολο των στοιχείων που αποτελούν την ίδια την ταυτότητά τους. Με άλλα λόγια, μισούν τον εαυτό τους.

Τον πατριώτη συγκινούν τα χαρακτηριστικά των συμπατριωτών του. Ο εθνικιστής θέλει να παραμερίσει ένα μεγάλο μέρος από αυτά, για να βάλει στη θέση τους άλλα, που εξάγει από την κατασκευή που έχει στο μυαλό του. Ο πατριώτης αποδέχεται τον εαυτό του ως προϊόν της ιστορίας του, ο εθνικιστής μισεί αυτό που είναι ο ίδιος και πασχίζει να το αλλάξει παραποιώντας την ιστορία του. Έτσι εξηγείται γιατί ο εθνικιστής μπορεί να είναι το αντίθετο του πατριώτη.
 
[ΠΗΓΗ: Γιώργος Φαράκλας,  καθηγητής φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο]