Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών ίσως και οι δυο παρόντες εις χρόνο μέλλοντα. Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα



«Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ' εμπροστά μας σα μια σειρά κεράκια αναμένα - χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια. Η περασμένες μέρες πίσω μένουν, μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων· τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη, κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά...». Σπαρακτικός ο διαλογισμός του Αλεξανδρινού μας ποιητή για το «βέλος του χρόνου», με τη μονόδρομη φορά στην ανθρώπινη ζωή και την ουδετερότητά του στην επιστήμη. 



Βλέπετε, στον κόσμο της Φυσικής και των Μαθηματικών ο χρόνος ρέει ομοιόμορφα, ως απόλυτο μέγεθος. Η ουράνια μηχανική του Νεύτωνα δεν βασίζεται σε Πρωτοχρονιές, σε μνήμες και στιγμές. Οι πλανήτες έχουν τους δικούς τους νόμους.
Σε αντίθεση με τους πλάνητες του εθνικού μας ερειπιώνα. Περίλυποι, απέλπιδες, ψοφοδεείς, πρόωρα γηρασμένοι και πολύπλευρα πτωχευμένοι, στον ετήσιο απολογισμό μας θα προσθέσουμε στο καθημερινό μας λεξιλόγιο (βλέπε: ξεπεσμός, έκπτωση, κατάντια, μηδενισμός, βυθός, πάτος, χαλάσματα, εκθεμελίωση θεσμών και αξιών) νέες λίστες με ονόματα και περιπτώσεις θρασύδειλων περιφρονητών των κανόνων της Δημοκρατίας μας. Ετερόφωτοι αστεροειδείς κάποτε, σήμερα πρωταγωνιστές των πλαστών πινακίδων, του «δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς μου είχαν δώσει», του «δεν είμαι εγώ ο ... να κονομάνε όλοι από δουλειές και εγώ να μην παίρνω μία», αποχαιρετούν το 2013 με στραμμένα τα φώτα πάνω τους, διεκδικώντας τη λαίμαργη προβολή στα πεινασμένα ΜΜΕ, λες και η χρονιά στερήθηκε κορυφαίων γεγονότων.
Έξω από το σκοτεινό ελληνικό Σύμπαν, με τα παντοειδή ιδιόμορφα αστρικά πτώματα, έρχεται η Επιστήμη με τα θαύματά της για να φωτίσει και να θερμάνει στοργικά την ψυχή μας. Αναρίθμητοι ιεραπόστολοι σε εργαστήρια, με τα επιτεύγματά τους ανοίγουν το δρόμο για τη θεραπεία ασθενειών και το ξεκλείδωμα μεγάλων μυστηρίων. Η έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση «Science» («Εθνος» 28.12.2013) επέλεξε ως σημαντικότερο επίτευγμα του 2013 την ανοσοθεραπεία κατά του καρκίνου, που είναι και η μάστιγα του αιώνα μας. Δεν πρόκειται για μία και μόνο μέθοδο, αλλά για μια στρατηγική που άλλαξε φέτος «τον τρόπο σκέψης των ερευνητών για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί ο καρκίνος», δηλαδή μέσω της στρατολόγησης του ανοσοποιητικού συστήματος για την εξουδετέρωση των όγκων.
Στις 18 Δεκεμβρίου, στο Παρίσι, γίνεται η πρώτη μεταμόσχευση τεχνητής καρδιάς μεγάλης διάρκειας. Αποτελείται από μηχανικά μέρη και από ιστό αγελάδας, μιμείται με επιτυχία τη λειτουργία της ανθρώπινης καρδιάς με ένα συνδυασμό μηχανικών εξαρτημάτων και ηλεκτρονικών αισθητήρων.
Οι αστρονόμοι εντόπισαν μόνο φέτος τουλάχιστον 100 δισ. εξωπλανήτες στο Γαλαξία μας, ενώ το «Voyager 1» της NASA πέρασε τα όρια του ηλιακού μας συστήματος. Πριν από λίγες ημέρες, η Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία έθεσε σε τροχιά το τηλεσκόπιο «Γαία», με στόχο να εντοπίσει και να χαρτογραφήσει περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο αστέρια. Η ανθρώπινη πλευρά του χρόνου, που σε λίγες ημέρες μας αποχαιρετά.
Γράφει ο Τ. Σ. Ελιοτ: «Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών ίσως και οι δυο παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα. Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα»
[ΠΗΓΗ: Γιώργος Κιούσης, Τραύματα και θαύματα, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28-12-2013]

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Άλλοι παζαρεύουν πολιτικές ιδεολογίες ανάλογα με το προσωπικό συμφέρον κι άλλοι ονειρεύονται μια ζωή χωρίς εκπτώσεις



Κάθε μέρα μετριέμαι με την ακεραιότητά μου. Δεν θέλω πια μια μικρή αλλαγή. Δεν συμβιβάζομαι με το λίγο. Δεν θέλω τη ρουσφετολογική επίλυση του προβλήματός μου. Δεν θέλω τον χειρότερο στη θέση του κάκιστου. Θέλω μεγάλη αλλαγή. Θέλω το πολύ και το όλο. Θέλω τους καλύτερους από τους καλούς στις θέσεις που τους αξίζουν. Πώς μεταφράζεται αυτό πρακτικά; Πρόκειται για τη δόμηση μιας νέας ερωτικής σχέσης με τη χώρα. Στον έρωτα υπάρχει το απόλυτο και γι' αυτό είναι το πιο άμεσο παράδειγμα.


Δεν θυμάμαι πώς ήταν η μέρα που άκουσα εκείνο το «μαζί τα φάγαμε» από πολιτικό που εκτιμούσα, αλλά που καθόλου δεν θεωρούσα αθώο για την κατάσταση της χώρας. Θυμάμαι όμως πως θύμωσα πολύ και έχασα πολύτιμο χρόνο ασχολούμενη με τα κιλά του, τα βαφτιστήρια του, τις πολιτικές αποτυχίες της καριέρας του και άλλα πολλά.
Ταυτόχρονα, αγανάχτησα και κατέβηκα πολλές φορές στο δρόμο και άλλες τόσες κάθισα στο Σύνταγμα κατάχαμα. Χαμένος χρόνος. Έπειτα θυμήθηκα πως ήμουν περήφανη, σίγουρη για το μέλλον μου και περισσότερο Ευρωπαία, τη μέρα που ο Σημίτης έπαιρνε το πρώτο χαρτονόμισμα ευρώ από ελληνικό ΑΤΜ. Θυμήθηκα, πως αν και καθόλου δεν ήμουν υπέρ των Ολυμπιακών Αγώνων, χαμογελούσα παραφουσκωμένη από περηφάνια, μαζί με όλους τους γνωστούς μου, την ημέρα της τελετής έναρξης στέλνοντας ευχές στον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Θυμήθηκα πως ποτέ δεν ήμουν ευχαριστημένη από τις παροχές του Δημοσίου στην Ελλάδα και το ξεπερνούσα λέγοντας «τι να γίνει, έτσι έχουν τα πράγματα». Θυμήθηκα όλους τους φίλους και γνωστούς που ξεπούλησαν την ψήφο τους για μία θέση στο Δημόσιο που δεν την άξιζαν, υποθηκεύοντας το μέλλον των παιδιών τους. Θυμήθηκα την απουσία καταναλωτικής συνείδησης που μ' έκανε ν' αγοράζω ή να καταναλώνω υπηρεσίες και προϊόντα σε τιμές εξωφρενικές. Θυμήθηκα το φρικτό εκπαιδευτικό μας σύστημα, τις Πανελλήνιες, τα φροντιστήρια, τους καθηγητές με τα χίλια ιδιαίτερα, που το πρωί κοιμούνται ή βαριούνται να κάνουν μάθημα στην τάξη. Και κάπως έτσι, μέσα από τις αναμνήσεις, είπα μέσα μου στον πολιτικό «μαζί τα φάγαμε»: Ευχαριστώ που με ξυπνήσατε!... 

Δεν ήταν ευχάριστο το ξύπνημα αυτό. Στην αρχή είχα την αίσθηση πως από τον παράδεισο βρέθηκα στην κόλαση. Ή από το όνειρο στη σκληρή πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πως απλώς ξύπνησα στη ζωή, ξύπνησα στην ευκαιρία. Ναι, ζωή δεν είναι παρά ευκαιρία και τώρα είχα και έχω την ευκαιρία να ζήσω. Δηλαδή, ν' αγωνιστώ, να δημιουργήσω, να πρωτοτυπήσω, ν' αποτύχω, να ξαναδοκιμάσω, να γράψω ιστορία, να είμαι ιστορία και τελικά να είμαι ολόκληρη. 

Δεν είναι εύκολη η νέα κατάσταση. Ούτε ευχάριστη. Καθημερινές δοκιμασίες, καθημερινός αγώνας. Αγώνας ακεραιότητας. Κάθε μέρα μετριέμαι με την ακεραιότητά μου. Δεν θέλω πια μια μικρή αλλαγή. Δεν συμβιβάζομαι με το λίγο. Δεν θέλω τη ρουσφετολογική επίλυση του προβλήματός μου. Δεν θέλω τον χειρότερο στη θέση του κάκιστου. Θέλω μεγάλη αλλαγή. Θέλω το πολύ και το όλο. Θέλω τους καλύτερους από τους καλούς στις θέσεις που τους αξίζουν. Πώς μεταφράζεται αυτό πρακτικά; Πρόκειται για τη δόμηση μιας νέας ερωτικής σχέσης με τη χώρα. Στον έρωτα υπάρχει το απόλυτο και γι' αυτό είναι το πιο άμεσο παράδειγμα. 

Τα σχολεία της χώρας μου (της χώρας με την οποία είμαι ερωτευμένη) είναι πολύχρωμα, είναι χώροι δημιουργίας, είναι χώροι συνεργασίας, είναι χώροι ανακαλύψεων και αποκαλύψεων. Οι δάσκαλοι αξιολογούνται από μαθητές, από γονείς, από το αρμόδιο υπουργείο. Αξιολογούνται και ρωτούν τον εαυτό τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα: «Αξίζω τον τίτλο του δασκάλου;». «Ποιος θα προστατέψει την όλη διαδικασία;», θα ρωτήσουν οι καχύποπτοι. Η απάντηση είναι απλή. «Εγώ και μετά ο καθένας από σας ξεχωριστά». Αν τα σχολεία δεν είναι έτσι, τότε να κλείσουν, γιατί έτσι όπως είναι τώρα μου είναι εντελώς άχρηστα. 

Μπορώ να γράψω για τα πανεπιστήμια, το δημόσιο τομέα, για το δημόσιο σύστημα υγείας, για τον αθλητισμό, για τον πολιτισμό, για το φορολογικό σύστημα. Για ό,τι κι αν γράψω, αν η βάση είναι ο έρωτας και μόνο ο έρωτας, λάθος δεν θα κάνω. Κι αν με έρωτα μετά προσπαθώ να το προστατέψω, πάλι λάθος δεν θα κάνω. 

Ζω και ζούμε μια εποχή μοναδικής ευκαιρίας. Ευκαιρίας να δημιουργήσουμε πλούτο, δομές και πλαίσια που θα δείχνουν προς το Καινούργιο. Όχι το καινούργιο για την Ελλάδα, αλλά το Καινούργιο γενικά. Σ' αυτή την προσπάθεια επιβάλλεται, πρέπει, να στρατευτούν οι σιωπηλοί της κοινωνίας. Εκείνοι που έχαναν τη μιλιά τους μπροστά στην αγένεια του δημοσίου υπαλλήλου, εκείνοι που είδαν στο πανεπιστήμιο να τους τρώνε τη θέση στο μεταπτυχιακό παιδιά, βαφτιστήρια και ξαδέλφια καθηγητών ή πολιτικών, εκείνοι που ήδη έχουν ρισκάρει και ήδη έχουν χάσει τουλάχιστον μία φορά, εκείνοι που μετράνε τη ζωή τους με βαθμούς ακεραιότητας και όχι με τραπεζικούς λογαριασμούς, εκείνοι που ήδη ξέρουν να ευτυχούν μακριά από πολιτικά γραφεία, ή πολιτικούς διαδρόμους. 

Τελικά ναι, πρέπει να στρατευτούν εκείνοι που εκτιμούν το Ελληνικό Φως. Όποιοι ακόμη παζαρεύουν, ζυγίζουν τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας καθολικής στάσης, πουλούν ή αγοράζουν επιχειρήματα και πολιτικές ιδεολογίες ανάλογα με το καθημερινό προσωπικό τους μικρό συμφέρον ανήκουν σ' αυτό που φεύγει, σ' αυτό που τελειώνει. Το Καινούργιο αφορά αυτούς που ξύπνησαν από τον εφιάλτη της ψευτοχλιδής στη Ζωή χωρίς εκπτώσεις
[ΠΗΓΗ: ΕΛΕΝΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΨΕΥΤΟΧΛΙΔΗΣ< σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28-12-2013]

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ: Ζητούνται Χριστούγεννα



Ζητείται. Θέα. Ζέστη. Δροσιά. Αλήθεια. Ελπίδα. Αισιοδοξία. Φως. Σύντροφος. Φίλος. Στέκι. Πόλη. Χώρα; Κάποιος να μοιραστούμε ένα κρασί, ζητείται μια φωνή απ’ το τηλέφωνο… Ζητούνται Χριστούγεννα


Ήμουνα λέει μικρή χοντρή γυαλιστερή και κόκκινη. Ανά πάσα στιγμή, έτοιμη να σπάσω. Ζούσα στο πατάρι, μέσα σε χάρτινο κουτί, τυλιγμένη με παλιές εφημερίδες. Φέτος είχα γύρω μου μικρές τσαλακωμένες αγγελίες. Και συγκεκριμένα ένα παράλογο «ζητείται άντρας ή γυναίκα να βαφτίσει παιδάκι».
Είχα πολύ χρόνο να το σκέφτομαι. Μου πήρε 2 μήνες να το διαβάσω, άλλους 3 να το συνειδητοποιήσω, 1,5 μήνα γελούσα, 2 μέρες έκλαιγα. Τον υπόλοιπο καιρό σκάρωνα τις δικές μου αγγελίες. 

Ζητείται. Θέα. Ζέστη. Δροσιά. Αλήθεια. Ελπίδα. Αισιοδοξία. Φως. Σύντροφος. Φίλος. Στέκι. Πόλη. Χώρα; Κάποιος να μοιραστούμε ένα κρασί, μια βόλτα, μια ταινία, ζητείται μια φωνή απ’ το τηλέφωνο, ένα σχέδιο κοινό, κάποιος να του πω το όνειρό μου, τα νεύρα μου, πώς πέρασα σήμερα, έφτιαξα ρεβίθια ζητούνται παραμύθια να τα συνοδεύσουν. Ζητείται λόγος ύπαρξης. Συνέχειας. Ζητούνται Χριστούγεννα. Ζητείται. Κάποιος να με πάρει απ’ το πατάρι.

Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι- δε μιλάνε. Μια τρύπια διπλωμένη σκηνή. Μέσα της φυλακισμένη ακόμα η άμμος και το ηλιοβασίλεμα. Πιο κει, κουβάδες με ξεραμένες μπογιές. Ένας χαρταετός. Καρναβαλίστικα. Εξόριστα βιβλία, παπούτσια στη σύνταξη, κάδρα, πλακάκια, ένα πλαστικό δέντρο, μια γαλανόλευκη. Κι άλλα κουτιά με λαμπάκια, γιρλάντες, στολίδια, μικρά χοντρά γυαλιστερά και κόκκινα. Είμαστε εδώ και περιμένουμε. Λείψανα χρωματιστά. Πλησιάζει ο καιρός το νιώθω. Το σπίτι έχει παγώσει. Ανάβει το καλοριφέρ, ουρλιάζουν οι σωλήνες. Άντε, πότε θα στολίσεις;
Από κάτω ακούγεται συνήθως μουσική, βήματα, χτυπάνε πού και πού το κουδούνι. Αυτή άλλοτε ανοίγει άλλοτε κρύβεται. Γελάει ή δε μιλάει καθόλου. Ακούγονται κι άλλες φωνές. Διαφημιστικά, έρανος, κάποιος θέλει να τη σώσει, άλλος να την κλέψει, ένας να την αγαπήσει. Ακούγεται κι ο αέρας. Κι η βροχή. Κι ο έρωτας. Κι ο βήχας. Μα πιο φλύαρη είναι η ησυχία. Άντε, πότε θα στολίσεις;
Δεν ανησυχώ. Απλώς ανυπομονώ. Έναν ολόκληρο χρόνο περιμένω. Τη σκάλα, το χέρι, την προσγείωση πάνω στο τραπέζι, το άνοιγμα του κουτιού, το γδύσιμο της εφημερίδας, το κρέμασμα στο κλαδί, το στριφογύρισμα, την πανοραμική θέα του σαλονιού. Είναι τα έπιπλα στη θέση τους, το χαλί, το σκυλί, η κουρτίνα, οι απέναντι; Άντε, πότε θα στολίσεις;
Σήμερα φωνάζει απ’ το πρωί. Βρίζει στον τοίχο, στο ταβάνι, στον καθρέφτη. Ξώφαλτσα σιχτίρια έρχονται και πάνω μας. Σιωπή. Ακούω τη σκάλα, παντόφλες να σέρνονται στο πάτωμα. Γέρασε η σκάλα. Γέρασαν και τα βήματα πάνω της. Είναι άτσαλη. Με σφίγγει. Πρόσεχε ηλίθια θα σπάσω, λέμε. Κατέβηκα. Γδύθηκα. Είδα. Την Υποκρισία ξαπλωμένη στον καναπέ. Τη Μιζέρια στην πολυθρόνα. Τη Γκρίνια στα ράφια. Την Ερημιά στα μάτια της. Θέλω να πάω πίσω. Δεν θέλω να γίνω αξεσουάρ της θλίψης.

Ήμουνα λέει μικρή χοντρή γυαλιστερή και κόκκινη. Ώσπου κύλησα. Κι έπεσα. Ένα στολίδι λιγότερο. Η τελευταία μου σκέψη πριν τα σκουπίδια ήταν μικρές τσαλακωμένες αγγελίες. Φέτος ζητείται στολίδι κασκαντέρ. Ζητείται δέντρο με ρίζες. Ζητείται δάσος. Όχι διακριτικό κι εχέμυθο. Να διαδηλώνει την ύπαρξή του. Μην το χάσεις ποτέ. Ουσία. Όχι αυτή δε ζητείται. Απαιτείται. Άμεσα.

[ΠΗΓΗ: Μεθυσμένο Παραμύθι: ζητούνται Χριστούγεννα – από το ομότιτλο ιστολόγιο της Μάρας Τσικάρα, που συνηθίζει να υπογράφει με κόκκινη κλωστή- δώστε κλώτσο –ΚΛΙΚ- να γυρίσει η ανέμη…]
*http://www.youtube.com/watch?v=tzc635ztbb0

ΓΙΟΡΤΙΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ (αφιερωμένη εξαιρετικά)



Πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό πως όλα τα ωραία κάποτε αρχίζουν
Η ΜΠΕΡΤΑ ΤΟΥ εἶ­χε χά­σει τὴ λάμ­ψη της. Τὸ ρα­βδὶ του ἦ­ταν ἕ­τοι­μο νὰ σπά­σει. Ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο του ἔβγαι­ναν μό­νο μα­ρα­μέ­να λου­λού­δια καὶ πε­θα­μέ­να κου­νέ­λια. Οἱ μέ­ρες του ὡς μά­γου ἦ­ταν με­τρη­μέ­νες.
Κι ὅ­μως ἀ­πό­ψε εἶ­χε πα­ρά­στα­ση. Κό­σμος θὰ ἐρ­χό­ταν ἀπ’ ὅ­λη τὴ χώρα… – ὅ­λοι εἶ­χαν τρέ­ξει νὰ ἀ­γο­ρά­σουν εἰσι­τή­ριο γιὰ τὴ με­γά­λη του ἐ­πι­στρο­φή. Παν­τοῦ στὴν πό­λη ἔ­βλε­πες τὶς ἀ­φί­σες μὲ τὸ ὄ­νο­μά του. Οἱ ὧ­ρες πλη­σί­α­ζαν. Δὲν εἶ­χε κέ­φι οὔ­τε πρό­βα νὰ κά­νει. Ἄ­κου­σε τὸ χτύ­πο τῆς καμ­πά­νας. Ἔ­κα­νε μη­χα­νι­κὰ τὸ σταυ­ρό του. Μέ­ρες Με­γά­λης Βδο­μά­δας κι αὐ­τὸς οὔ­τε ποὺ νή­στευ­ε. Τόλ­μη­σε νὰ πε­ρά­σει τὸ κα­τώ­φλι τῆς ἐκ­κλη­σί­ας χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα, μὰ εἶ­δε τὸν Νυμ­φί­ο νὰ τὸν στρα­βο­κοι­τά­ζει καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὰ πό­δια. Ἦ­ταν καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὸ λιβά­νι ποὺ τοῦ ἔ­φερ­νε λι­γο­θυ­μί­α καὶ οἱ φλό­γες ἀ­πὸ τὰ κε­ριὰ ποὺ τὸν ζά­λι­ζαν. Δὲν εἶ­χε δύ­να­μη νὰ προσευχηθεῖ, ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νὰ βρεῖ τὴ δύ­να­μη νὰ συγχω­ρέ­σει τὸν ἑ­αυ­τό του.
           Κοί­τα­ξε πά­λι τὰ σύ­νερ­γά του. Τὰ εἶ­χε πά­ρει στὰ χέ­ρια του τό­σες φο­ρές. Τώ­ρα τοῦ ἔ­μοια­ζαν ξέ­να καὶ δι­έ­κρι­νε πά­νω τους μό­νο τὰ ση­μά­δια τῆς φθο­ρᾶς καὶ τοῦ χρό­νου. Στι­λέ­τα ποὺ εἶ­χαν στο­μώ­σει. Τρά­που­λες ποὺ εἶ­χαν ση­μα­δευ­τεῖ. Κρυ­στάλ­λι­νες μπά­λες ποὺ ἔ­λε­γαν πλέ­ον μό­νο τὸ πα­ρελ­θόν. Ἄ­κου­σε τὸν κό­σμο νὰ πλησιά­ζει. Τὴν αἴ­θου­σα νὰ γε­μί­ζει. Τὶς ὁ­μι­λί­ες νὰ γίνον­ται μιὰ ἐ­νο­χλη­τι­κὴ βου­ή. Ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­νέ­βει στὴ σκη­νή, εἶ­χε φτά­σει ἡ ὥ­ρα.
           Τὴν εἶ­δε. Τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σε μέ­σα στὸ πλῆ­θος. Δὲν ἦ­ταν δύ­σκο­λο. Κα­θό­ταν ὅ­πως τό­τε στὴν πρώ­τη σει­ρά, στὸ πέμ­πτο κά­θι­σμα. Δί­πλα στὸν ἄν­τρα της. Ἐ­κεῖ­νος κα­μά­ρω­νε. Τῆς εἶ­χε πιά­σει τὸ χέ­ρι. Τὸ πί­ε­ζε, γιὰ νὰ τὸ νι­ώ­θει δι­κό του. Τὰ πό­δια του ἔ­τρε­μαν. Μό­λις τὸν εἶ­δαν, ἄ­στρα­ψαν οἱ προ­βο­λεῖς καὶ ὅ­λοι ἡ­σύ­χα­σαν. Ξε­κί­νη­σε μὲ τὰ ἁ­πλὰ κόλ­πα. Ἤ­θε­λε νὰ κερ­δί­σει χρό­νο, νὰ νιώ­σει ἄ­νε­τα στὸ σκλη­ρὸ σα­νί­δι. Νὰ ἀ­λα­φρύ­νουν τὰ πό­δια του. Νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ κι ἡ ψυ­χή του. Τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα ἐρ­χό­ταν ἀ­βί­α­στα. Ἔ­λει­πε ὅ­μως τὸ με­γά­λο κόλ­πο. Ἔβλε­πες τὴν ἀ­δη­μο­νί­α στὸ βλέμ­μα τῶν θε­α­τῶν. Δί­ψα­γαν γιὰ κά­τι ἄλ­λο, γιὰ κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χαν ξα­να­δεῖ, γιὰ αὐ­τὸ ποὺ θ’ ἄ­φη­νε τὸν Σί­μω­να στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν μά­γων…
            Γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο νού­με­ρό τους, εἶ­πε, θὰ χρειαζόταν ἕ­ναν ἐ­θε­λον­τή. Τὴ δι­ά­λε­ξε, κι ἐ­κεί­νη δὲν ἀρ­νή­θη­κε… Ἄ­φη­σε τὸ ἱ­δρω­μέ­νο χέ­ρι τοῦ ἀν­τρός της κι ἀ­νέ­βη­κε στὴ σκη­νή. «Μὴ φο­βᾶ­σαι», τῆς ψι­θύ­ρι­σε. «Ἄργη­σες… μὰ σὲ πε­ρί­με­να πάν­τα», τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Στά­θη­καν στὴ μέ­ση τῆς σκη­νῆς. Ὁ φό­βος του εἶ­χε ἐξαφα­νι­στεῖ. Εἶ­χε γί­νει πά­λι νέ­ος. Ἡ στο­λὴ του λαμπύρι­ζε, τὸ πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε κι αὐ­τό. Θὰ δεῖ­τε τὸ κόλ­πο ποὺ ἔ­χω ὀ­νο­μά­σει ὁ τε­λευ­ταῖ­ος χο­ρός, εἶ­πε μὲ βρον­τε­ρὴ φω­νὴ καὶ τὸ πλῆ­θος ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε. Τὰ φῶ­τα χα­μή­λω­σαν κι ἕ­να βὰλς ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει. Τὴν ἀγκάλια­σε ἁ­πα­λά. Τὸν ἕ­σφι­ξε πά­νω της. Στροβιλίζονταν τρε­λὰ κα­θὼς ἡ μου­σι­κὴ δυ­νά­μω­νε. Στὸ κρε­σέν­το τοῦ κομ­μα­τιοῦ, σὲ μιὰ ἀ­κό­μα στρο­φὴ τῶν κορ­μι­ῶν τους, ἔ­σβη­σε τε­λεί­ως τὸ φῶς κι ἕ­νας ἦ­χος ἀκού­στη­κε σὰν πέ­ταγ­μα που­λι­ῶν. Ὅ­ταν ἄ­να­ψαν τὰ φῶ­τα δυ­ὸ λευ­κὰ πε­ρι­στέ­ρια πέ­τα­γαν στὴ σκη­νή.
Τὸ πλῆ­θος εἶ­χε ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο καὶ χει­ρο­κρο­τοῦ­σε μανιασμέ­να. Ἡ πα­ρά­στα­ση εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Δὲν τοὺς εἶδαν πο­τὲ ξα­νά. [Αγγελική Λάλου, Ζητείται Μάγος]

 (τι θα είναι όλα αυτά  σε τριάντα πενήντα εκατό εκατομμύρια χρόνια και βάλε… γι’ αυτό συστήνω λιγότερο δογματισμό, περισσότερη διανόηση κι άμα περισσεύει ο καιρός πάνω στις ίδιες λέξεις στο ίδιο μέτρο σ’ ένα και μοναδικό τετράστιχο μια εικόνα κλάσμα δευτερολέπτου έρωτα ανίκητο και ήρεμη ποίηση που δεν ενοχλεί κανέναν… Τι κατάλαβες φωνάζοντας τόσα χρόνια)

χορηγός επικοινωνίας:
Το Κομμάτι που Λείπει συναντά το Μεγάλο Ο (γιατί με τις ιστορίες κοιμούνται οι μικροί και ξυπνούν οι μεγάλοι)
Η ιστορία μιλά για τη μοναξιά και την ανάγκη να ανήκεις. Την ανάγκη να βρεις αυτό που σε συμπληρώνει, ώστε να «κυλήσεις» στη ζωή μαζί του. Μιλά για την εναγώνια αναζήτηση αυτού του άλλου, που θα έρθει ως «από μηχανής θεός», να κλείσει το μέσα μας κενό, να δώσει νόημα στη ζωή μας. Αυτό το άλλο, που πιστεύουμε, ότι θα μας αναγνωρίσει και θα το αναγνωρίσουμε «μαγικά».
(λοιπόν;)
Η ολοκλήρωση και ευτυχία μας, είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση (απόλαυσε το βίντεο… και ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ)