Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Από το μισογάλαζο σύμπαν μιας απερίγραπτης κενότητας, καλύτερες οι ασπρόμαυρες σελίδες ενός βιβλίου έστω και λάιτ.

Από το σπίτι απουσίαζαν, παλαιόθεν, οι δέκτες...Και οι αποδέκτες... Κάθε είδους. Η «στενή» επαφή με τις κοίλες, επίπεδες και προσφάτως κυρτές εκμαυλίστριες της δράσης και της αντίδρασης, ήταν είδος εν ανεπαρκεία που ουδόλως μας έβλαψε. Θυμόμαστε πάντα το θέμα που κληθήκαμε να αναπτύξουμε, όταν στις εξετάσεις για μια υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου, ο αξέχαστος Μάριος Πλωρίτης σε επιφυλλίδα του στο «Βήμα», είχε ήδη θέσει το ερώτημα: «Αν η τηλεόραση μοιάζει με πραγματικό εισβολέα, ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα μέτρα που πρέπει να λάβουμε για να αποτρέψουμε την επέλασή του;».


Μέτρα δεν λάβαμε, η επέλαση δεν απετράπη και ο εισβολέας εγκαταστάθηκε για τα καλά στο σαλόνι και τη ζωή μας, καταλαμβάνοντας κάθε εκατοστό εμβαδού ελεύθερης σκέψης. Και μαζί περάσαμε και καλά και άσχημα... Τη βρίζουμε αν μας ενοχλεί, την αγκαλιάζουμε αν μας χαϊδεύει. Και επειδή αρέσουν οι αλήθειες, έστω και μισές, να εξομολογηθούμε πως η... κουζίνα μας είναι ο χώρος όπου μαγειρεύονται και σερβίρονται φαγητά και ειδήσεις, χωρίς αναστολές και εμπάθειες, όσο τα φώτα είναι αναμμένα... Μυρωδιές και καρυκεύματα, τηλεοπτικά και γαστριμαργικά, ανακατεύονται περίεργα σ' ένα ιδιότυπο χαρμάνι, όπου όλα έχουν τη θέση τους.
Παρ' όλο που μεγαλώσαμε με το δόγμα «Όταν τρώνε, δεν μιλάνε!», εμείς δώσαμε το ελεύθερο στην τετράγωνη κυρία να φλυαρεί ασύστολα και να προκαλεί ανενδοίαστα. Εμείς σιωπούμε, κοιτάζοντας και τρώγοντας, εκείνη μιλάει αναμασώντας το κενό, καθ' ότι στραβή από γεννησιμιού της.
Τα μεσημέρια όμως, η τηλεόραση είναι αλλιώς! Δείχνει αυτό που είναι... Χαζοβιόλα, επιδερμική, καλντεριμιτζού και ντιριντάχτα! Για αυτό τη λατρεύουμε! Πάει γάντι με τη χώνεψη, αν όχι με την τελική φάση της πέψης! Και όποιος πει πως δεν παρακολουθεί κάτι από τα μεσημεριανά «σπλάτερ» αισθητικής και life style(!), ψεύδεται και πρέπει να τιμωρηθεί με εκατό συνεδρίες... Βίκυς Μιχαλονάκου μετά ή άνευ... Προεδράρας.
Βεβαίως η Βίκυ, ακολουθώντας τις επιταγές των καιρών, έχει εσχάτως ανασυγκροτηθεί. Το πρόσωπό της κινείται μόνο για να ξεχωρίσει τα φωνήεντα από τα σύμφωνα, είτε διαχωρίζοντας το... παλιό από το νέο ΠΑΣΟΚ(!) είτε πετώντας αστροπελέκια στους διαδίκους που την ακούν να τους εγκαλεί με τη θανατηφόρα ατάκα: «Λοιπόν, απολογηθείτε, κύριε κατηγορούμενε!».
Ναι, αυτή είναι η χάρη του «ελαφρού» κι όλα τα άλλα τ' ακούμε βερεσέ. «Τουμπανέιρος» που λέει, ανάμεσα στα άλλα, μια άλλη εμβληματική περσόνα του κυριλέ τρας, ο Νίκος Μουτσινάς, ένας ευφυής τηλεοπτικός σούπερ σταρ που κάτω από άλλες συνθήκες θα διηύθυνε το φεστιβάλ της... Πειραιώς με ανεξέλεγκτη επιτυχία. Εδώ, το τηλεοπτικό ιδίωμα είναι απόλυτα πρωτότυπο και αποκλειστικό.
Έχεις φουσκώσει λιγάκι το βυζάκι, το χειλάκι, το μαγουλάκι; «Τουμπανέιρος!». Έχεις φορέσει τα πάνω κάτω; «Κλαπάρα» ή «Τσιρκολίν!» (Για παράδειγμα βελούδο χωρίς κοτλέ!). Είσαι «του κουτιού» κι όλα στη θέση τους; «Μπιμπελό στο μωρό!». Αδιόρθωτη εκ συστήματος ή εκ πεποιθήσεως; «Security» κι από τ' αυτί στη «fashion police!». Τσιγγανορουμάνα και μελανοφορούσα; «Ντιμπιντάι» και... Ξανθή Περάκη ή μελαχρινή Υπολοχαγός Νατάσα! Κολλημένο μαλλί και δυσοίωνο ρούχο; Η... Σία Κοσιώνη σε μεγάλη ηλικία!

Και πάει, λέγοντας... Δεν είναι απαραίτητο πια να λέμε «Αυτή η γυναίκα είναι υπέροχη». Πες, πολύ απλά, «Τζίτζι» και ξεμπερδεύεις. Δεν χρειάζεται να σκας αν δεν μπορείς να κυριολεκτήσεις. Πες «Παγούρι for ever» και είσαι μέσα. Δεν ενοχοποιείσαι αν «οι αποχρώσεις του γκρι» είναι σαράντα ή πενήντα! Οι ερωτήσεις κρίσεως, δεν μετράνε ούτε είναι SOS!
Σημασία έχει αυτός ο σουρεάλ λόγος που έρχεται καπάκι και κλειδώνει μια εικόνα που από μόνη της δεν λέει τίποτα. Σημασία έχει αυτή η γλώσσα, ευφυής και αήθης ταυτόχρονα, σαν ανεξέλεγκτη χειμωνιάτικη ίωση που μπήκε για τα καλά στο DNA μας, δημιουργώντας νέο λεξικό ανωμάλων λέξεων.
Πρόσφατα σε αίθουσα δικαστηρίου, δύο δικηγορίνες-ρεπλίκες της μεσημεριανής σαπουνάδας, δεν άντεξαν στη θέα δικαστίνας και αναφώνησαν:
«Donatella is back!».
«Αλληλούια», συμπληρώνουμε εμείς.
[ΠΗΓΗ: ΑΝΤΩΝΗΣ και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΦΑΛΗΣ, Τουμπανέιρος, σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 08-02-2014]

Από τα εφηβικά λευκώματα της δεκαετίας του ’70 στο χρονολόγιο και τον τοίχο του face book
Όσοι έζησαν την εφηβεία τους στη δεκαετία του ’70 θα θυμούνται ότι, τότε, έκαναν θραύση τα «λευκώματα». Ερωτήσεις όπως «τι εστί έρως» αλλά και «φιλία», «αγάπη», «το πρώτο σας φιλί», «ο ηθοποιός που αγαπάτε» κ.ο.κ., αναπαράγονταν σταθερά και σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80. Στα τετράδια αυτά, που κυκλοφορούσαν χέρι χέρι, φυλάσσονταν μυστικά και δεν ξέφευγαν από την ομάδα (της σχολικής τάξης ή των φίλων), ανθολογείται μια εποχή. Και τότε υπέβοσκαν πάθη και αντιζηλίες, σχόλια δηκτικά ή χιουμοριστικά ανάλογα με τον ψυχολογικό και ιδεολογικό κορσέ του καθενός, την αγωγή, την παιδεία του, τις εμμονές, τις προτιμήσεις του.
Η μετεξέλιξη των λευκωμάτων σε blogs, οι συγγένειες με το Facebook έχουν ποικιλοτρόπως σχολιαστεί. Την περασμένη Τρίτη (4/02) δημοσιεύτηκε στην «Κ» ένα θέμα (της Λίνας Γιάνναρου) για το νεανικό δίκτυο ask.fm. Το σάιτ, καινούργια μόδα μεταξύ των μαθητών (από 13 ετών και άνω), που απειλεί ακόμη και την παντοδυναμία του Facebook. Οι χρήστες δημιουργούν προφίλ, όχι απαραίτητα με το πραγματικό τους όνομα, και μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις σε άλλους και να απαντούν αυτές που τους υποβάλλουν. Το ask.fm, με έδρα τη Λεττονία, μετρά πάνω από 70 εκατ. χρήστες και τα τρία χρόνια της λειτουργίας του έχουν σημειωθεί εννέα αυτοκτονίες παιδιών 12 - 17 ετών, σε Ευρώπη και ΗΠΑ, οι οποίες συνδέονται με λεκτική κακοποίηση –bullying– μέσω του σάιτ.
Στη διαδικτυακή ανταλλαγή των εφήβων, το «ψόφα, ρε μπάζο» συγκαταλέγεται μάλλον στις ήπιες παροτρύνσεις. Το πώς διαμορφώνεται το λεξιλόγιο κάθε γενιάς είναι σύνθετο θέμα και άπτεται πολλών επιρροών: κοινωνικών, οικογενειακών, ψυχολογικών, εκπαιδευτικών – όχι υποχρεωτικά με αυτήν τη σειρά. Οποιαδήποτε σύγκριση των λευκωμάτων με το ask.fm θα ήταν τουλάχιστον αφελής, εμπίπτοντας στον παρωχημένο και αδιέξοδο (έως καθαρά νοσταλγικό) παραλληλισμό του «τότε» με το «τώρα».
Παρακάμπτοντας λοιπόν ηθικοπλαστικές κοσμιότητες –απομένει εξάλλου να αποδειχθεί πόσο καλύτεροι γονείς είμαστε εμείς, του ’70 οι ρομαντικοί των λευκωμάτων, απ’ ό,τι θα είναι τα παιδιά μας– ας σταθούμε στην ουσία: τι οδηγεί στο διαδικτυακό bullying, πώς μπορούν οι σημερινοί έφηβοι να οχυρωθούν στην παρενόχληση, να την αντιμετωπίσουν χωρίς να θυματοποιούνται μέχρι θανάτου.

Από τους «περί έρωτος» προβληματισμούς του ’70 στο «καυτό» ερώτημα «στρινγκ ή μπραζίλ», που καλεί για συμμετοχή στην οθόνη του υπολογιστή, έχουν μεσολαβήσει τέσσερις δεκαετίες και κοσμογονικές αλλαγές, με πρώτη και καθοριστικότερη το Διαδίκτυο. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν μιλάμε απλώς για παιδιά αλλά για μαθητές, που υπόκεινται σε πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και περνούν κάποιες ώρες καθημερινά μέσα στη σχολική κοινότητα. Ύστερα παίρνουν θέση μπροστά στον υπολογιστή για να συνομιλήσουν, να εκτονωθούν, να δοκιμάσουν τα όριά τους μέσα από τα όρια των άλλων, να μετατρέψουν τον ακατέργαστο θυμό και την επιθετικότητά τους σε λεκτική κακοποίηση, να αναμετρηθούν, να γίνουν αποδεκτοί για να ενσωματωθούν και να μη βρεθούν στο περιθώριο.


Καθώς τα social media είναι ένα σύμπαν μη ελεγχόμενο, χρειάζεται να αξιοποιήσει κανείς τη δική τους λογική και σημειολογία για να αντεπιτεθεί. Δεν αρκεί η οχύρωση του άμεσου περιβάλλοντος (οικογενειακού ή εκπαιδευτικού), αφού οι έφηβοι είναι εκτεθειμένοι σε κόσμους όπου η διασκέδαση, η ψυχαγωγία, η διαστροφή και ο εκφοβισμός αποτελούν κλαδιά του ίδιου δέντρου. 

Όταν η απειλή παραφυλάει σε κάθε εφηβικό σερφάρισμα, τα αντισώματα οφείλουν να πολλαπλασιαστούν μέσα στον ίδιο αυτόν κόσμο· και να είναι εξίσου ελκυστικά και μεταδοτικά.
[ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ Στριγκ ή Μπραζίλ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Κυριακή 09-02-2014]