Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Διακηρύξεις υπέρ της μη βίας και επιχειρήματα για την απεριόριστη δύναμη των απλών ανθρώπων.



Ο χαρακτήρας της δυτικής «δημοκρατίας» είναι καταπιεστικός και εξαπατά τους πολίτες προσφέροντας ψεύτικο πλουραλισμό και πλαστές δυνατότητες επιλογής μεταξύ περιορισμένων λύσεων…


Όσοι από εμάς διακηρύττουμε την απόρριψη της μαζικής βίας ως τρόπου επίλυσης τω ανθρώπινων προβλημάτων πρέπει ν’ ακουγόμαστε ουτοπικοί, ρομαντικοί. Έτσι ακούγονταν και εκείνοι που απαιτούσαν τον τερματισμό της δουλείας. Ωστόσο οι ουτοπικές ιδέες γίνονται ρεαλιστικές σε κάποιο σημείο της ιστορίας, όταν η ηθική δύναμη μιας ιδέας κινητοποιεί μεγάλο αριθμό ανθρώπων προς την υποστήριξή τους.
 Ο Χάουαρντ Ζιν εκκινεί από το βασικότερο στοιχείο του εικοστού αιώνα: την αδυναμία πρόβλεψης των οριακών γεγονότων. Ποιος θα μπορούσε να προβλέψει την Ρωσική Επανάσταση, την σταλινική της παραμόρφωση ή την τελική πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, την ευημερία της Γερμανίας παρά τις δυο ήττες στους παγκόσμιους πολέμους, την σαραντάχρονη δικτατορία του Φράνκο, την αδυναμία των ΗΠΑ να νικήσουν στο Βιετνάμ, την Κορέα ή την Κούβα, την αποχώρηση των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν, την πτώση του κομμουνισμού χωρίς βίαιη μαζική δράση στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ;

Ακριβώς το γεγονός της μη προβλεψιμότητας μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ επειδή είναι μάταιος, εξαιτίας της προφανούς συντριπτικής υπεροχής εκείνων που έχουν τα όπλα ή τα χρήματα και ότι η μαζική βία δεν δικαιολογείται από κανένα σκοπό, όσο ευγενικός κι αν είναι. Η προφανής τους δύναμη αποδείχθηκε ευάλωτη απέναντι στο «οπλοστάσιο» των ανθρώπων: την ηθική κατακραυγή, τη αποφασιστικότητα, την θυσία, την υπομονή, τις μη βίαιες πράξεις. Πόλεμοι, επεμβάσεις, εσωτερική βία δεν κατάφεραν τίποτα απ’ όσα ευαγγελίζονταν, ενώ καμία ιδεολογία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη  θυσία εκατομμυρίων ζώων. Η μαζική βία έχει γίνει ιστορικά αποδεκτή από τους πολίτες, αν και όχι όλους, γι’ αυτό και οι σύγχρονοι στρατοί καταφεύγουν στον χρηματικό δελεασμό και τον καταναγκασμό. Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων δεν επιθυμεί την βία. Πώς μπορεί λοιπόν να επιτευχθεί δικαιοσύνη χωρίς αυτήν; Αυτή είναι η μέγιστη ηθική και μεθοδολογική πρόκληση της εποχής μας.

Ένα βασικό «επιχείρημα» των υποστηρικτών της βίας είναι η δεδομένη σχέση της με την ανθρώπινη φύση. Ο Μακιαβέλι υποστήριξε πως οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι κακοί ενώ ο φιλόσοφος του 17ου αιώνα Τόμας Χομπς μπροστά στον ακατάπαυστο ανθρώπινο πόθο για περισσότερη δύναμη και εξουσία υποστήριξε κάθε είδους διακυβέρνηση υπό τον όρο της διατήρησης της ειρήνης. Πρόκειται για αντιλήψεις για την ανθρώπινη φύση που μετατρέπονται σε προφητείες που αυτοεκπληρώνονται, ενώ παρέχουν μια επαρκή δικαιολογία ρεαλισμού και παραμερισμού κάθε ηθικού φραγμού. Όλες οι προτεινόμενες αποδείξεις για την ύπαρξη του ενστίκτου της επιθετικότητας δεν βρίσκονται στην ψυχολογία, ούτε στη γενετική, ούτε στη ζωολογία, ούτε στην ανθρωπολογία αλλά στην ιστορία.
Ο Ζιν ποτέ δεν πείστηκε πως η βία αποτελεί αποτέλεσμα κάποιου φυσικού ενστίκτου αλλά, αντίθετα, είναι βέβαιος πως όλες οι εκδηλώσεις της μπορούν να εξηγηθούν από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Μια ατέλειωτη σειρά δεδομένων που παραθέτει στα γραπτά του (από την ανθρώπινη συμπεριφορά στον πόλεμο ή σε ακραίες συνθήκες μέχρι πειράματα) οδηγούν όλα στο ίδιο συμπέρασμα: οι βίαιες συμπεριφορές ήταν μαθημένες και όχι έμφυτες. Δεν είναι άσχετη και η γνωστή συμπεριφορά των θυτών απέναντι στα θύματα: όταν βρίσκονται μακριά τους, είναι πολύ πιο εύκολο να υπακούουν σε διαταγές και να τα εξοντώνουν, ενώ όταν βρίσκονται κοντά τους αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους. Ο Κ. Σνόου, βρετανός μυθιστοριογράφος και επιστήμονας είχε ήδη γράψει το 1961: τα περισσότερα ειδεχθή εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομα της υπακοής και όχι στο όνομα της επανάστασης. Ενδεικτικό παράδειγμα οι γερμανοί αξιωματικοί, που είχαν εκπαιδευτεί με τον πιο άτεγκτο κώδικα υπακοής…

Μη βία δεν σημαίνει αποδοχή αλλά αντίσταση· όχι αναμονή αλλά δράση· δεν είναι καθόλου παθητική αλλά πλήρως ενεργητική. Περιλαμβάνει απεργίες, μποϊκοτάζ, οικονομικές κυρώσεις, άρνηση συνεργασίας και υπακοής σε κανόνες, μαζικές διαδηλώσεις, καταλήψεις, καθιστικές διαμαρτυρίες, εκκλήσεις στη συνείδηση του κόσμου. Σε μη βίαια κινήματα όπως αυτά των μαύρων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ απλοί άνθρωποι μπόρεσαν να ανατρέψουν θεσμούς και ν’ αλλάξουν πολιτικές που φαίνονταν ότι θα κρατούσαν για πάντα. Τα μέσα που μεταχειριζόμαστε για να πετύχουμε την κοινωνική αλλαγή πρέπει να συνάδουν ηθικά προς τους σκοπούς μας. Χιλιάδες τέτοια παραδείγματα άλλαξαν τον κόσμο αλλά απουσιάζουν σχεδόν παντελώς από τα βιβλία της ιστορίας. Και όλοι μένουμε ανενημέρωτοι για την μακρά παγκόσμια ιστορία του μη βίαιου αγώνα και της μη βίαιης αντίστασης.

Ας σταθούμε λίγο στο θέμα της παραδιδόμενης Ιστορίας. Πώς γίνεται και η Ιστορία μας διδάσκει μόνο ατέλειωτες εκατόμβες θυμάτων; Για ποιο λόγο είναι γεμάτη από μάχες, πολέμους, βασιλείς και πρωθυπουργούς, αγώνες κρατών για σύνορα και «ελευθερία»; Φαίνεται πως τα σχολικά και πανεπιστημιακά εγχειρίδια καταλήγουν στην επίλυση των προβλημάτων αποκλειστικά μέσω ηγετών και πολέμων. Η Ιστορία προτιμάει την παράλειψη και τον υποτονισμό σημαντικών στοιχείων κι έτσι δεν μαθαίνουμε ποτέ όλα όσα επιτεύχθηκαν με μακροχρόνιους και ασυμβίβαστους αγώνες. Η Ιστορία, τόσο φιλότιμη στην καταγραφή των καταστροφών, παραμένει άκρως σιωπηλή απέναντι στον τεράστιο αριθμό ειρηνικών πράξεων θάρρους από άτομα που αμφισβήτησαν την εξουσία και αδιαφόρησαν για το θάνατο.
Η στρατιωτική δύναμη είναι ανήμπορη χωρίς τη συναίνεση εκείνων από τους οποίους απαιτεί να υπακούσουν στις διαταγές. Παρομοίως οι κυβερνήσεις αντλούν τις εξουσίες τους από την συναίνεση των κυβερνωμένων. Δεν είναι τυχαίο ότι εκείνοι που έχουν τεράστια δύναμη – κυβερνήσεις, πολυεθνικές εταιρείες, στρατοί, κλπ. – επιδεικνύουν ιδιαίτερη νευρικότητα στην προσπάθεια να διατηρήσουν την εξουσία τους και αντιδρούν σχεδόν υστερικά σε κάθε σημάδι έστω και αδύναμης αντίστασης, ακόμα και απέναντι σε ενδείξεις ότι η κοινή γνώμη ξεφεύγει από τον έλεγχό τους. Ίσως έχουν επίγνωση της ίδιας της αδυναμίας τους· ίσως αντιλαμβάνονται ότι οι ιδέες είναι περισσότερο ανίκητες από τους στρατούς τους.
Ένας από τους θεωρητικούς του ψυχρού πολέμου, ο διπλωμάτης και ιστορικός Τζορτζ Κέναν παραδέχτηκε, για παράδειγμα, ότι οι φόβοι της σοβιετικής απειλής στη δυτική Ευρώπη ήταν βασισμένοι σε μύθους. Οι πολίτες των ΗΠΑ λοιπόν φορολογήθηκαν τρισεκατομμύρια δολάρια εξαιτίας ενός παράλογου φόβου. Ιδού η ειρωνεία: η κούρσα των εξοπλισμών απέναντι σε κάτι που δεν θα συμβεί έτσι κι αλλιώς, δεν μπορεί να αποτρέψει αυτό που συνέβη παντού, δηλαδή τους ανά την υφήλιο πολέμους. Με λίγα λόγια, αμέτρητα χρήματα ξοδεύονται απλώς για την διατήρηση μιας εικόνας ισχύος. Διαφορετικά, πως γίνεται ένα έθνος τόσο υπερεξοπλισμένο όπως οι ΗΠΑ να μην μπορεί να νικήσει μια μικροσκοπική χώρα στην νοτιοανατολική Ασία ή στην Καραϊβική; Από την άλλη, οι επεμβάσεις σε χώρες με το επιχείρημα της σωτηρίας τους από τυραννικούς άρχοντες ή πολιτεύματα δεν οδηγεί στην καταστροφή των καθεστώτων αλλά στις δολοφονίες των υποτελών τους. Και εδώ αποδεικνύεται πως τα θύματα ανήκουν σε συγκεκριμένες τάξεις: στο Βιετνάμ ήταν Αμερικανοί της εργατικής τάξης και ασιάτες χωρικοί.

Τα τρομακτικά γεγονότα αυτού του αιώνα δείχνουν ότι οι πολιτικοί ηγέτες του κόσμου και οι ειδικοί που τους συμβουλεύουν είναι εξίσου ανίκανοι και αναξιόπιστοι. Οι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη υποχρέωση να επιδιώκουν την δικαιοσύνη παρά να υπακούουν σε άδικους νόμους. Η ίδια η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας υποσχόταν ισότιμο δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε την δημοκρατία στα χέρια κάποιων αντιπροσώπων. Οι ανυπέρβλητες οικονομικές και στρατιωτικές δυνάμεις συχνά κάμφθηκαν από τους απλούς ανθρώπους.
[ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ, Εκδ. Εξάρχεια, 2009, μτφ. – επιμ.: Δημητρης Κωνσταντίνου, 373 σελ., με 38σέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα και 8σέλιδο πρόλογο του μεταφραστή [Howard Zinn – Declarations of Independence, 1990] -Πρώτη δημοσίευση: mic.gr [Βιβλιοπανδοχείο, 149].