Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

AΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ/ εμπέδωση: Δίκαιο – Νόμοι - Αδικία - Κριτήριο Αξιολόγησης



Εθιμικό δίκαιο οι άγραφοι κανόνες δικαίου, Θεσμικό δίκαιο οι νόμοι που θεσπίζονται από το κράτος, φυσικό δίκαιο οι αναλλοίωτοι κανόνες που πηγάζουν από τη φύση του ανθρώπου

1.     Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του «πολιτικόν-κοινωνικόν ζώον» (Αριστοτέλης)
 Η κοινωνία είναι ένα οργανωμένο σύνολο ατόμων, που η σωστή λειτουργία της στηρίζεται σε θεμελιώδεις αρχές και κανόνες. Χωρίς αυτούς, ήταν και είναι αδιανόητη η κοινωνική ζωή, επειδή θέτουν τις απαραίτητες εγγυήσεις της συμβίωσης. Κοινωνίες χωρίς κανόνες που ρυθμίζουν τους όρους της συμβίωσης αποσυντίθενται. Οι αλήθειες αυτές για την κοινωνική φύση του ανθρώπου έχουν τις ρίζες τους στο φιλοσοφικό στοχασμό των αρχαίων ελλήνων και πιο ειδικά στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, όπου ο μεγάλος αυτός στοχαστής υποστήριξε ότι ο ανθρώπινος λόγος είναι η πιο μεγάλη απόδειξη για την πολιτική και κοινωνική φύση του ανθρώπου. Η φύση έδωσε σ’ όλα τα ζώα την ικανότητα να αντιλαμβάνονται το δυσάρεστο και το ευχάριστο, αλλά ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα γιατί μόνο αυτός είναι προικισμένος με την ικανότητα να αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και όλα τα άλλα παρόμοια πράγματα και, φυσικά, η συμμετοχή του σ’ όλα αυτά είναι που κάνει την οικογένεια, την πόλη και την κοινωνία. [βλέπε σχετικό απόσπασμα από τα ΠΟΛΙΤΙΚΑ του Αριστοτέλη στους ΘΕΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ σελ 12]  

2.    ΔΙΚΑΙΟ και ΗΘΙΚΗ
Οι ηθικές αξίες και οι κανόνες συμπεριφοράς ρυθμίζουν τη δράση και τις σχέσεις των ανθρώπων, πράγμα το οποίο επιχειρούν και οι θεσμοθετημένοι νόμοι. Με τη διαφορά ότι οι νόμοι, που η δύναμή τους πηγάζει από την εξουσία του κράτους, εξαναγκάζουν σε συμμόρφωση επιβάλλοντας ποινικές κυρώσεις, ενώ πηγή της ηθικής είναι κυρίως η συνείδηση του ανθρώπου και η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Άλλη σημαντική διαφορά: η ηθική αναφέρεται σε όλο το εύρος και το βάθος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ενώ οι νόμοι ασχολούνται μόνο με τις πράξεις  τις οποίες ο νομοθέτης ορίζει ως αξιόποινες.

3.   ΘΕΩΡΙΕΣ για τη διαμόρφωση του δικαίου
Αρκετές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για να ερμηνεύσουν την έννοια και την ουσία του ΔΙΚΑΙΟΥ:
α] θεολογική – μεταφυσική θεωρία: συνδέει τη δικαιοσύνη με το Θεό ή με κάποια ιδεαλιστική φιλοσοφία. Αυτή την αντίληψη για το δίκαιο την εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο οι απόλυτοι μονάρχες («ελέω θεού» βασιλείς)
β] θεωρία της δύναμης (δίκαιο της πυγμής): ταυτίζει με τη θέληση και τα συμφέροντα του ισχυρού (άδικος λόγος εξουσίας). Ανάλογη είναι και η ταξική θεωρία που υποστηρίζει ότι το δίκαιο εκφράζει τα συμφέροντα της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης (εφόσον η κονωνία είναι ταξική)
γ] δημοκρατική θεωρία: πρεσβεύει ότι νομοθετεί ο λαός με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του, επομένως οι νόμοι εκφράζουν τη λαϊκή βούληση). Εξελιγμένη μορφή αυτής της θεωρίας είναι η διαλεκτική θεωρία (Οπενχάιμερ) που εμφανίζει μεν το δίκαιο ως προϊόν ανταγωνισμού των κοινωνικών τάξεων (όπως η ταξική θεωρία) αλλά δεν δέχεται ότι η άρχουσα τάξη επιβάλλει ολοκληρωτικά και μονομερώς τη θέλησή της, γιατί στην τελική διαμόρφωση συμμετέχουν και οι κατώτερες τάξεις ανάλογα με τη διαπραγματευτική τους ισχύ. 

4.    Γιατί η επιβολή ποινής είναι αναγκαία: ανασταλτικός και σωφρονιστικός χαρακτήρας ποινών
     Ο φόβος της ποινής αποτρέπει τον άνθρωπο από αξιόποινες πράξεις.        Το ενδεχόμενο να υποστεί κάποιος τις συνέπειες μιας τιμωρίας, είτε πρόκειται για επίπληξη είτε για πρόστιμο είτε, πολύ χειρότερο, για φυλάκιση, και ο κοινωνικός διασυρμός που αυτά συνεπάγονται λειτουργούν ανασταλτικά για όσους έχουν την πρόθεση να παρανομήσουν. Η ποινή, λοιπόν, επειδή εμποδίζει τον άνθρωπο να φανεί κακός, συμβάλλει στη δημιουργία των απαραίτητων όρων για τη συμβίωση των ανθρώπων. Αυτή η πρόληψη του κακού έχει, εκτός των άλλων, και παιδαγωγική σημασία, με την έννοια ότι η ποινή, έστω και αναγκαστικά, κάνει τον άνθρωπο να αποδέχεται και να συμμορφώνεται με τον κώδικα αξιών μιας κοινωνίας. Αλλά και η έκτιση μιας επιβληθείσας ποινής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σωφρονίζει τον τιμωρημένο.
 
5.   Προϋποθέσεις ώστε να επιτευχθούν με την ποινή τα επιθυμητά αποτελέσματα
     Η απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα, έστω και με την επιβολή κυρώσεων σε όσους παρανομούν, ενισχύει την εμπιστοσύνη προς τα όργανα της πολιτείας και εμπνέει αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες, αφού προστατεύει τα δικαιώματά τους από κάθε λογής αυθαιρεσία. Είναι βέβαιο ότι, όταν εφαρμόζεται η δικαιοσύνη, υπάρχει αλληλοσεβασμός και οι πολίτες διαμορφώνουν κοινωνική και πολιτική συνείδηση. Βέβαια, για να επιτευχθούν όλα τα παραπάνω, είναι απαραίτητες ορισμένες βασικές προϋποθέσεις: πρέπει, πρώτα απ’ όλα να είναι δίκαιο το σωφρονιστικό σύστημα της πολιτείας, το σύνολο, δηλαδή, των πειθαρχικών μέτρων που θεσπίζονται για τον παραδειγματισμό και την ηθική βελτίωση όσων τιμωρούνται. Επίσης, ο Ποινικός Νόμος πρέπει να είναι θεσπισμένος με δημοκρατικό τρόπο από τα αρμόδια πολιτειακά όργανα και να ισχύει ανεξαιρέτως για όλους τους παρανομούντες. Μεγάλη ευθύνη για το σκοπό αυτόν έχουν και οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, επειδή από τη δική τους κρίση εξαρτάται η πιστή εφαρμογή των νόμων, η απονομή της δικαιοσύνης. Ο δικαστής οφείλει να είναι αμερόληπτος, αντικειμενικός και αδέκαστος κριτής. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση ποινή και, επομένως, αίρει τη σκοπιμότητά της. ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ τις προϋποθέσεις μπορούμε να πούμε ότι για να είναι ευεργετικοί οι νόμοι για το άτομο και την κοινωνία πρέπει να συνάδουν όσο το δυνατό προς την ηθική, να χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και ακρίβεια, να εφαρμόζονται, να αναπροσαρμόζονται για να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες και να έχουν παιδαγωγική αποτελεσματικότητα. Τέλος, ιδιαίτερη σημασία για την αποτελεσματικότητα της ποινής έχει και ο τρόπος, το περιβάλλον και οι συνθήκες στις οποίες εκτίει ο κατάδικος την ποινή του. Η ποινή, γενικά, δεν πρέπει να αποσκοπεί στην εκδίκηση, αλλά στο σωφρονισμό του προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε, ώστε να του δίνει την ευκαιρία ομαλής επανένταξης στην κοινωνική ζωή. 

6.    ΔΙΚΑΙΟ και ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ
     Οι νόμοι πρέπει να δημιουργούν στον πολίτη το αίσθημα της προστασίας και ασφάλειας. Αν ο πολίτης νιώθει ότι η δικαιοσύνη δεν προστατεύει τα δικαιώματά του, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθεί στην αυτοδικία.        Η  αυτοδικία, όμως, σε μια οργανωμένη και ευνομούμενη πολιτεία, δεν είναι τρόπος επίλυσης διαφορών, αλλά τρόπος ανακύκλωσης της βίας. Εξαιρείται η αυτοδικία που επιτρέπει ο ίδιος ο νόμος σε εξαιρετικές περιπτώσεις και υπό προϋποθέσεις: π.χ. όταν ένας άνθρωπος δέχεται επίθεση ή απειλείται η ζωή του βρίσκεται δηλαδή σε νόμιμη άμυνα. 
 
7.    H ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ και την ΚΟΙΝΩΝΙΑ
     Εφόσον τηρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, οι νόμοι ασκούν θετική επίδραση:        
α] ΣΤΟ ΑΤΟΜΟ: Οι νόμοι προσδιορίζουν με σαφήνεια τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του προστατεύοντάς το από την αυθαιρεσία της εξουσίας. Το αποτρέπουν από αξιόποινες πράξεις, το διαπαιδαγωγούν, θέτοντας όρια στο ατομικό συμφέρον και διαμορφώνουν πλαίσια αρμονικής συνύπαρξης. Δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας στον πολίτη και τον κάνουν να εμπιστεύεται τους κοινωνικούς θεσμούς.
β] ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι νόμοι ενισχύουν το πνεύμα της αρμονικής συνύπαρξης και θέτουν τις βάσεις πάνω στις οποίες οικοδομείται η κοινωνική προκοπή. Προστατεύουν το συμφέρον των πολλών από την αυθαιρεσία της εξουσίας. Στερεώνουν τα δημοκρατικά πολιτικά ήθη (πολυφωνία, διάλογος, σεβασμός προς την αντίθετη άποψη, συμμετοχή στα κοινά, ίσες ευκαιρίες για μόρφωση)

8.    Η ΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
     Δυστυχώς, πολύ συχνά, το σύστημα δικαιοσύνης χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργία, αναποτελεσματικότητα και από διαφθορά.         Βέβαια, φαινόμενα παραβίασης των νόμων εκδηλώνονται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα, όμως, η παραβίαση των νόμων και η διαφθορά έχουν γίνει εγγενές στοιχείο της νεοελληνική κουλτούρας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: το «φακελάκι» για παροχή ιατρικών υπηρεσιών, η παραοικονομία, οι παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, η αδυναμία εφαρμογής του νόμου για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους. Επίσης τα σκάνδαλα της πολιτικής διαφθοράς αφθονούν στη χώρα μας και συνήθως δεν τιμωρούνται. Φαινόμενα διαφθοράς παρατηρούνται και στις τάξεις του δικαστικού σώματος, με αποτέλεσμα να κλονίζεται η εμπιστοσύνη του πολίτη προς τις δικαστικές αρχές και να πλήττεται το κύρος της δικαστικής εξουσίας. Ένα άλλο φαινόμενο που δημιουργεί δυσλειτουργία και ανισότητα είναι το γεγονός ότι οι δικαστικές διαδικασίες είναι πολύπλοκες, χρονοβόρες και πολυδάπανες με αποτέλεσμα οι οικονομικά και κοινωνικά αδύναμοι να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Ακόμα, οι δικαστικές διαδικασίες συχνά είναι απρόσωπες και άκαμπτες, λειτουργούν με βάση το νομικό κώδικα και το «γράμμα του νόμου» και όχι με βάση τον άνθρωπο και τις ιδιαίτερες συνθήκες της όποιας παράβασής του. Γενικά, σε όλα τα δικαστικά συστήματα γίνονται κοινωνικές διακρίσεις και υπάρχει μεγάλη ανισότητα ως προς την τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που, διεθνώς, μόνο το 10% των εγκλημάτων εξιχνιάζεται και ότι συλλαμβάνονται, δικάζονται και καταδικάζονται κατά κανόνα άνθρωποι που ανήκουν σε μειονότητες και κοινωνικά αποδυναμωμένες τάξεις. 

9.    Η εσχάτη των ποινών, η θανατική ποινή: γιατί πρέπει να ισχύει
     Με δεδομένο ότι η ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό για τον άνθρωπο, η θανατική ποινή, με την οποία διακόπτεται βίαια η ζωή, δεν μπορεί παρά να είναι η σκληρότερη τιμωρία, η εσχάτη των ποινών.        Κι όμως, κι αυτή ακόμα η ποινή κρίνεται από αρκετούς αναγκαία, έστω σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις. Με αυτήν, πιστεύουν, ότι η πολιτεία επιδιώκει αφενός να προστατέψει την κοινωνία από την επαγγελματική δράση μανιακών δολοφόνων και αφετέρου να αποτρέψει επίδοξους εγκληματίες από ειδεχθή εγκλήματα. Ειδικά στις περιπτώσεις αυτές, στυγνών εγκληματιών που διέπραξαν αποδεδειγμένα ανατριχιαστικά εγκλήματα, η θανατική ποινή ικανοποιεί την κοινή περί δικαίου συνείδηση. Είτε από ένστικτο αυτοσυντήρησης είτε από ψυχρό υπολογισμό, ακόμα και ο πιο στυγνός εγκληματίας δεν μπορεί παρά να νιώσει κάποιες αναστολές, όταν ξέρει καλά ότι τον περιμένει ο θάνατος. Από νομική άποψη πάλι, οι ειδικοί λένε ότι η προστασία του κράτους προηγείται της ανθρώπινης ζωής. Με αυτή την έννοια, το κράτος μπορεί ακόμα και να αφαιρεί την ανθρώπινη ζωή στις σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες με την εγκληματική δράση ορισμένων καταργείται ο λόγος της ύπαρξής του, δηλαδή το κράτος μπορεί να επιβάλλει έννομη τάξη και να προστατεύει τη ζωή των πολιτών του. Ασφαλώς, η θανατική ποινή μπορεί να επιβληθεί μόνο σε στυγερούς εγκληματίες για τους οποίους έχει αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι διέπραξαν τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται. Η θανατική ποινή πρέπει κατηγορηματικά να αποκλείεται, όταν υπάρχει έστω και μια αμυδρά υποψία δικαστικής πλάνης. 

10.          Γιατί πρέπει να καταργηθεί η ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ
     Πρώτα και κύρια είναι αμφίβολο αν η θανατική ποινή είναι κατάλληλη και αποτελεσματική για να επιτευχθούν οι στόχοι συνετισμού και σωφρονισμού που πρέπει να έχουν όλες οι ποινές.        Η αμφιβολία αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι δεν έχουν εκλείψει τα εγκλήματα από τις κοινωνίες όπου ισχύει η θανατική ποινή. Επίσης, είναι γεγονός βεβαιωμένο στατιστικά, ότι η θανατική ποινή δεν μπορεί να αποτρέψει τα εγκλήματα με πολιτικά κίνητρα ή τις τρομοκρατικές ενέργειες. Οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων είναι φανατικοί και μισαλλόδοξοι που πιστεύουν ότι μπορούν με τη βία ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Γι’ αυτούς δεν έχει τόσο αξία η ζωή, όσο η προοπτική να γίνουν με την εκτέλεσή τους μάρτυρες και «ήρωες». Σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση η ισόβια κάθειρξη μπορεί να έχει καλύτερα αποτελέσματα, γιατί δίνει στον ισοβίτη την ευκαιρία να ξανασκεφτεί ψύχραιμα όσα έκανε και ίσως να μεταμεληθεί. Το σημαντικότερο, ίσως, απ’ όλα είναι ότι με τη θανατική ποινή παραβιάζονται βάναυσα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, παραδείγματος χάρη το δικαίωμα της ζωής ή το δικαίωμα να μην υποβάλλεται κάποιος σε βασανισμό, σε σκληρή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, τα οποία τα έχει κάθε άνθρωπος, όχι γιατί του εκχωρήθηκαν από κάποιο κράτος, αλλά γιατί είναι άνθρωπος. Τέλος, και από ηθική άποψη η θανατική ποινή είναι απαράδεκτη. Μπορεί και ο στυγνός δολοφόνος να έχει αφαιρέσει αθώες ζωές, ωστόσο η καταδίκη του σε θάνατο και η εκτέλεσή του είναι στην ουσία ανταπόδοση του κακού που έκανε. Η ανταπόδοσή, όμως, του κακού δεν νομιμοποιείται ηθικά. Η θανατική ποινή είναι εκδικητική ποινή. Γι’ αυτό πρέπει να καταργηθεί, επειδή ο αγώνας για την εγκαθίδρυση κράτους δικαίου είναι ο αγώνας για τον περιορισμό της εκδίκησης και την ηθική βελτίωση του ανθρώπου.   

Κριτήριο Αξιολόγησης

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ
Το περί δικαίου αίσθημα δεν είναι έμφυτο στον άνθρωπο, όπως υποστηρίζεται από ορισμένους ιδεαλιστές, αλλά διαμορφώνεται σταδιακά με την ιδεολογική επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος, με τη γνώση και την παιδεία που αποκτά ο άνθρωπος, αλλά και ανάλογα με τον συναισθηματικό του κόσμο, τις αξίες, τα βιώματα και τα συμφέροντά του ως ατόμου ή κοινωνικής ομάδας. Γι’ αυτό, ενώ οι άνθρωποι που ζουν στην ίδια κοινωνία παρουσιάζουν ομοιότητες ως προς την αντίληψή τους για το «δίκαιο», δε διαμορφώνουν μια ταυτόσημη, ομοιογενή ιδέα σχετικά με το δίκαιο, το ρόλο του ή την αναγκαιότητάς του.
       Οι πρώτες αντιδράσεις του ανθρώπου στη ρύθμιση της συμπεριφοράς, της δικής του και των άλλων, είναι συναισθηματικής φύσεως και πηγάζουν από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ό,τι τον ευχαριστεί «πρέπει» να γίνεται και ό,τι τον δυσαρεστεί «δεν πρέπει» να γίνεται. Η αρχική αυτή αντίληψη περί του «δέοντος» σταδιακά, κάτω από την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος, μεταβάλλεται. Σχηματίζεται ένας λίγο ή πολύ σταθερός τρόπος συναισθηματικής αντίδρασης στις εξωτερικές ρυθμίσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των ανθρωπίνων σχέσεων.
       Πιο εξελιγμένη, όμως μορφή του «περί δικαίου» αισθήματος αποτελεί η «περί του δικαίου» συνείδηση του ανθρώπου. Αυτή είναι ανώτερη από τις άλλες, γιατί περιέχει και τη γνώση καθώς και την επίγνωση σχετικά με το ρόλο του δικαίου στην κοινωνία. Έτσι ο άνθρωπος δεν αντιδρά πλέον αυθόρμητα ή γενικώς συναισθηματικά στις ρυθμίσεις που επιβάλλει το δίκαιο, αλλά με βάση τη γνώση που έχει αποκομίσει, την ωριμότητά του, το αξιακό του σύστημα κ.λπ.
       Όμως, παρά το κοινό υπόβαθρο που υπάρχει στην αντίληψη των ανθρώπων για το «δίκαιο», θα ήταν υπεραπλουστευμένο να υποστηρίξει κανείς ότι οι άνθρωποι που ζουν στην ίδια κοινωνία έχουν μια κοινή «περί δικαίου» συνείδηση. Από τη μια αυτό κρίνεται αφελές, γιατί υπεραπλουστεύει τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζεται η ανθρώπινη συνείδηση «περί δικαίου», από την άλλη κρίνεται και υποκριτικό, γιατί αγνοεί τις κοινωνικές αντιθέσεις, οι οποίες και διαφοροποιούν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο «δέον».
       Όπως πολλές φορές προβάλλεται η «κοινή» συνείδηση σχετικά με το δίκαιο για να δικαιολογηθούν ορισμένες ρυθμίσεις του δικαίου και να γίνουν ευκολότερα αποδεκτές, έτσι συχνά προβάλλεται και η αναγκαιότητα του δικαίου. Εμφανίζεται λοιπόν το δίκαιο ως αναγκαίο, γιατί χωρίς αυτό η κοινωνία θα μετατραπεί σε ζούγκλα. Η ανθρώπινη κοινωνία όμως δε θα γίνει ζούγκλα αν απλώς λείψει το δίκαιο, αλλά επειδή εξελίχθηκε μέσα από την ιστορική της διαδρομή σε ζούγκλα, έτσι ώστε να παρουσιάζεται απαραίτητο το δίκαιο για τη σωτηρία της. Αν, επομένως, εκλείψουν στο μέλλον οι συνθήκες που γέννησαν ιστορικά το κοινωνικό φαινόμενο του δικαίου, τότε το δίκαιο ως ρυθμισμένη βία μέσα στην κοινωνία ίσως να μην  είναι καθόλου απαραίτητο.
       Αυτός ο τρόπος σύλληψης του θέματος για την «περί δικαίου» συνείδηση και την αναγκαιότητα του δικαίου απομακρύνει το μεταφυσικό πέπλο που σκεπάζει το δίκαιο και φωτίζει την αλήθεια σχετικά με το κοινωνικό αυτό φαινόμενο. [διασκευασμένο άρθρο του Ι.Ε Μανωλεδάκη]

Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου (σε 100-120 λέξεις)
2. Να αναπτύξετε σε μια παράγραφο (80-100 λέξεις) το νόημα του παρακάτω αποσπάσματος: «οι άνθρωποι που ζουν στην ίδια κοινωνία παρουσιάζουν ομοιότητες ως προς την αντίληψή τους για το «δίκαιο», δε διαμορφώνουν μια ταυτόσημη, ομοιογενή ιδέα σχετικά με το δίκαιο, το ρόλο του ή την αναγκαιότητάς του»
3. Ποιον τρόπο και ποια μέσα πειθούς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας του κειμένου στην 4η παράγραφο
4. Για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις να γράψετε από ένα νοηματικά ισοδύναμο συνώνυμο: επίδραση, αίσθημα, παρουσιάζουν, πηγάζουν, αγνοεί
5. Σε ομιλία που εκφωνείτε σε εκδήλωση του πολιτιστικού συλλόγου της περιοχής σας να αναλύσετε τη σημασία των νόμων για την ατομική και την κοινωνική ζωή, και να εξηγήσετε το ρόλο της αυτόβουλης υπακοής του πολίτη στους νόμους (500 περίπου λέξεις)