Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Το βιβλίο εξαϋλώνεται: μια ακόμα ριζοσπαστική αλλαγή που φέρνει ο κόσμος των υπολογιστών



Άραγε πλησιάζει το τέλος του βιβλίου, του έντυπου βιβλίου με το οποίο μεγάλωσε η γενιά μου, η τελευταία γενιά του δυτικού κόσμου η οποία γνώρισε το βιβλίο αποκλειστικά τυπωμένο σε χαρτί, με το εξώφυλλό του, το οπισθόφυλλό του, τη δυνατότητα να το κρατάς, να το σημειώνεις, να σκαριφάς επάνω του, να διαβάζεις την ενδεχόμενη αφιέρωση, να το λερώνεις, ακόμα και να το σκίζεις ή να το πετάς; Ακόμα και να το καις ιερόσυλα (θυμάμαι έναν θρησκόληπτο φίλο που μου εξομολογήθηκε πως έκαψε στον νιπτήρα τις 120 μέρες στα Σόδομα, αφού πρώτα το διάβασε ολόκληρο); Άραγε το γεγονός ότι πρέπει πλέον να εξηγούμε τι σημαίνει βιβλίο βάζοντας τον επιθετικό προσδιορισμό «έντυπο», πράγμα ανήκουστο πριν μόλις δεκαπέντε χρόνια, συνιστά όπως όλα δείχνουν μια ακόμα ριζοσπαστική αλλαγή που φέρνει ο κόσμος των υπολογιστών, ένας κόσμος που μας έχει συνηθίσει σε επαναστάσεις; 


Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η έκδοση (έντυπων) βιβλίων που ασχολούνται με το παραπάνω ζήτημα. Πρόκειται για ένα ζήτημα που σχετίζεται, αφενός, με την ψυχοπνευματική κατάσταση του υποκειμένου: Αλλάζει ο τρόπος ανάγνωσης με τον ερχομό του ηλεκτρονικού βιβλίου και γενικότερα του ψηφιακού κειμένου; Κι αν ναι, είναι καλύτερος ή χειρότερος, λιγότερο ή περισσότερο αποδοτικός; Μήπως παράλληλα αλλάζει, και θα αλλάξει ακόμα περισσότερο, ο τρόπος γραφής των κειμένων; Άραγε θα αυξηθεί η ανάγνωση με την αύξηση των δωρεάν κειμένων και της δωρεάν προσβασιμότητας σε αυτά, την οποία φέρνει ο ψηφιακός κόσμος, ή θα μειωθεί λόγω της υπερπληθώρας τους; Ποιες αλλαγές στην ανθρώπινη συνείδηση θα φέρει το ψηφιακό και ψηφιοποιημένο κείμενο; Παρεμπιπτόντως, ακόμα και η χρήση της λέξης «κείμενο» είναι εν πολλοίς παρωχημένη και γίνεται από κεκτημένη ταχύτητα, αφού ουσιαστικά αναφερόμαστε σε «υπερκείμενο».

Αφετέρου, το ζήτημα έχει και τις ευρύτερες πτυχές του που αφορούν την κοινωνία και την οικονομία: Ποιο είναι το μέλλον εκδοτών, συγγραφέων, καθώς και όλων των μεσαζόντων στον χώρο του έντυπου βιβλίου; Πώς θα είναι οι βιβλιοθήκες του μέλλοντος, αν υποθέσουμε πως θα υπάρχουν ακόμα; Ποιες θα είναι οι αλλαγές στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, τους κατεξοχήν τόπους ανάγνωσης, δηλαδή γνώσης; Τι θα συμβεί με τα άλλα έντυπα μέσα, που μάλιστα έχουν πολύ μεγαλύτερα τιράζ κυκλοφορίας από τα βιβλία, δηλαδή τις εφημερίδες και τα περιοδικά;
Μερικά από αυτά τα ερωτήματα θίγει το βιβλίο του Anthony Grafton, Το έντυπο σε κρίση, με τον χαρακτηριστικό ελληνικό υπότιτλο Το βιβλίο εξαϋλώνεται (μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης). Είναι το τρίτο τομίδιο της νέας, καλαίσθητης σειράς «Minima» του Μ.Ι.Ε.Τ., στην οποία μεταφράζονται δοκίμια σημαντικών διανοουμένων. Ο Grafton είναι ιστορικός, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ειδικευμένος στην ιστορία των βιβλίων, των λογίων και της εκπαίδευσης στη Δύση.
Ο Grafton ξεκινά την περιήγησή του στον κόσμο των βιβλίων και των βιβλιοθηκών μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες του ως φοιτητή τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Μιλά με θαυμασμό για τις «ειδυλλιακές» στιγμές της ανάγνωσης στις αχανείς βιβλιοθήκες των αμερικανικών πανεπιστημίων, οι οποίες τότε δάνειζαν ακόμα και βιβλία του 16ου αιώνα. Έκτοτε έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Στις αρχές της τρίτης χιλιετίας η Google (κυρίως, γιατί υπάρχουν κι άλλες εταιρείες ή οργανισμοί) αποφάσισε να ψηφιοποιεί σταδιακά τα περισσότερα βιβλία χωρίς δικαιώματα (και μερικά με δικαιώματα) και να τα διαθέτει δωρεάν στον παγκόσμιο ιστό.

Εκδημοκρατισμός της γνώσης
Σύμφωνα με τον Grafton, η Google δεν κάνει εκ πρώτης όψεως κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας στα ελληνιστικά χρόνια. Γράφει χαρακτηριστικά: «Όπως η Google, η βιβλιοθήκη ανέπτυξε μια αποτελεσματική διαδικασία απόκτησης και αναπαραγωγής κειμένων. Αν στα πλοία που ελλιμενίζονταν στην Αλεξάνδρεια έβρισκαν κυλίνδρους, προέβαιναν στην κατάσχεσή τους και τους μετέφεραν στη βιβλιοθήκη [...] Τα αντίγραφα του Ομήρου που αποκτήθηκαν με αυτό τον τρόπο χαρακτηρίζονταν εκ πλοίων».

Οι άνθρωποι συνέχισαν να αναζητούν τρόπους να αποθηκεύουν και να διαχειρίζονται τη γνώση. Ιδίως μετά την εμφάνιση της τυπογραφίας τον 15ο αιώνα και την εκδοτική πλημμύρα που προέκυψε από αυτή την τεχνική επανάσταση, η ανάγκη να οργανωθούν μεθοδικά οι βιβλιοθήκες και οι τρόποι αναζήτησης των βιβλίων και των παραπομπών σε αυτά (το γκουγκλάρισμα της εποχής εκείνης) αυξήθηκε ιδιαίτερα. Οι λόγιοι άρχισαν να κρατούν σημειώσεις από όλα αυτά τα βιβλία, τις οποίες στη συνέχεια διάβαζαν όσοι δεν ήθελαν ή/και δεν μπορούσαν να διαβάσουν τον αυξανόμενο όγκο των βιβλίων. Σε αυτές τις σημειώσεις δεν έλειπαν φυσικά οι προσωπικές επεμβάσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: η Πανδώρα, εξαιτίας μιας σημείωσης του Έρασμου, καθιερώθηκε να ανοίγει ένα κουτί, ενώ στον ησιόδειο μύθο ανοίγει έναν πίθο! Όπως σχολιάζει εύστοχα ο Grafton: «Ακόμη και οι καλύτερες διαδικασίες αναζήτησης εξαρτώνται από τις βάσεις δεδομένων τις οποίες διερευνούν και ενίοτε αποφέρουν αναξιόπιστες πληροφορίες αντί για τεκμηριωμένα στοιχεία».

Από τον Διαφωτισμό κι εξής επήλθε ένας εκδημοκρατισμός της γνώσης. Ο αναλφαβητισμός στον Δυτικό κόσμο πατάχθηκε σε μεγάλο βαθμό, ενώ ο όγκος των παραγόμενων βιβλίων εκτοξεύτηκε σε ύψη δυσθεώρητα. Κάπου εδώ εισέρχεται η Google (ο πραγματικός πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου) η οποία, διαθέτοντας την καλύτερη μηχανή αναζήτησης, κατατρόπωσε (μέχρι στιγμής τουλάχιστον) τους περισσότερους επίδοξους ανταγωνιστές της. Η Google υπολογίζει πως το σύνολο των βιβλίων που τυπώθηκαν στην ιστορία της ανθρωπότητας υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια, και έχοντας ήδη ψηφιοποιήσει κάποια εκατομμύρια (άλλα πλήρως κι άλλα μερικώς), αξιώνει να φτιάξει «έναν κατάλογο βιβλίων που εντέλει θα αποκτήσει παγκόσμιο εύρος, θα είναι προσβάσιμος παντού και θα συνοδεύεται από πλήρη κείμενα».

Ο ανταγωνισμός των αγορών
Η Google, «η πιο εκνευριστική από όλες τις εταιρείες», όπως γράφει ο Grafton, δεν μένει φυσικά στο απυρόβλητό του. Οι λόγοι είναι πολλοί (και αφορούν ένα φαινόμενο που εξελίσσεται, που δεν έχει παγιωθεί), αλλά ο ιστορικός αφιερώνει κάποιες σελίδες στο ζήτημα του κέρδους. Θεωρεί πως οι ψηφιοποιητικές κινήσεις της Google και άλλων συναφών κολοσσών του διαδικτύου έχουν ως πρώτιστο μέλημα το κέρδος στον ανταγωνιστικό κόσμο των αγορών, και όχι το όραμα (παρά τις ατέλειωτες διακηρύξεις) για μια πραγματικά παγκόσμια βιβλιοθήκη. «Γι' αυτό», όπως γράφει, «και λειτουργεί περισσότερο σαν μια γιγάντια μάνικα που καταβρέχει τους αναγνώστες ανά τον κόσμο με κείμενα ανέγγιχτα από ανθρώπινο χέρι ή ανθρώπινο νου, παρά ως ένας τεράστιος, οργανωτικός μηχανισμός με εσωτερική συνέπεια». Στη συνέχεια, ως καλός ιστορικός, ο Grafton προτείνει λύσεις για την αντιμετώπιση αυτής της πρακτικής.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Grafton αναφέρεται στην αγγλική γλώσσα και στη μετατροπή της σε lingua franca, επιμένει στις ανισότητες Βορρά και Νότου, σχολιάζει πώς η γραμμική ανάγνωση του κειμένου έχει μετατραπεί σε μια γεμάτη ελιγμούς ανάγνωση του υπερκειμένου (που μπορεί να περιλαμβάνει εικόνες, διαφημίσεις, βίντεο, κ.λπ.), και επισημαίνει το πρόβλημα του «δωρεάν» στο διαδίκτυο. Εδώ το δωρεάν δεν είναι ακριβώς δωρεάν, αφού προϋποθέτει ένα ολόκληρο πλέγμα ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών υποδομών και συσκευών ώστε τα ψηφιακά αποτελέσματα να φτάνουν σε όλες τις γωνιές του πλανήτη (το αν αυτό θα κάνει καλό ή κακό στις γωνιές του πλανήτη αποτελεί ένα άλλο, ανεξάντλητο θέμα). Τέλος, επισημαίνει ορθά πως η προσέγγιση ενός κειμένου έχει πλέον αλλάξει και πως όποιος ενδιαφέρεται για μια «βαθύτερη, πιο εντοπισμένη γνώση» πρέπει να επιμείνει στο έντυπο βιβλίο, στο βιβλιοπωλείο, στη βιβλιοθήκη.

Το έντυπο αντέχει
Η γενική εικόνα πως με την έλευση του διαδικτύου έχει καταβαραθρωθεί η έκδοση βιβλίων και περιοδικών δεν φαίνεται πάντως να ισχύει (ακόμα). Σύμφωνα με τον Grafton, μια αμερικανική βιβλιοθήκη προσθέτει κάθε χρόνο στη συλλογή της «περισσότερο από ενάμισι χιλιόμετρο νέου έντυπου υλικού». Αν προσθέσουμε μερικούς χονδρικούς αριθμούς για τους νέους έντυπους τίτλους ανά χρόνο σε διάφορες χώρες (Βρετανία 150.000, Γερμανία 80.000, Ρωσία 120.000, Ισπανία 70.000 – στην Ελλάδα περίπου 10.000 μέχρι και λίγο πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης), θα δούμε πως το έντυπο βιβλίο αντέχει ακόμα. Γενικά, ο Grafton δίνει έμφαση στις δημόσιες βιβλιοθήκες που στον (υπόλοιπο) Δυτικό κόσμο είναι κανόνας, αλλά στα καθ' ημάς μια θλιβερή εξαίρεση.

Στο βιβλίο του Το έντυπο σε κρίση ο Grafton δεν παίρνει μια δογματική θέση απέναντι σε όλες αυτές τις εξελίξεις. Ο ευαίσθητος ρομαντισμός του ιστορικού που υπήρξε σωστός βιβλιοδίφης στα νιάτα του δεν αναιρεί τον ανοιχτόμυαλο πραγματισμό του καθηγητή που στη χρήση του διαδικτύου διαβλέπει νέες δυνατότητες ως προς την ανάγνωση. Βέβαια, σε εκατό σελίδες μικρού μεγέθους είναι ασφαλώς δύσκολο να αναλυθούν εις βάθος όλα αυτά τα βαρυσήμαντα για το παρόν και κυρίως για το μέλλον ζητήματα. Με το εμπεριστατωμένο δοκίμιό του ο Grafton ανοίγει πάντως πολλά μέτωπα που δεν θα πάψουν, θέλοντας και μη, να μας απασχολούν. Παράλληλα με το δοκίμιο του Grafton, αξίζει να διαβάσει κανείς το πιο αναλυτικό (και πιο δυσοίωνο) βιβλίο του Bernard Poulet, Το τέλος των εφημερίδων (Πόλις, 2009) που παρότι επικεντρώνεται στις αλλαγές της καθημερινής ενημέρωσης, θίγει γενικότερα το ζήτημα «έντυπο εναντίον ψηφιακού».

Πρόσφατα, σε μια παρέα, διαπιστώσαμε πως το «πέταγμα» μιας γνωστής φιλοσοφικής ρήσης από έναν φίλο δεν συνοδεύτηκε δυστυχώς από το ενδιαφέρον του για την εις βάθος κατανόηση των συμφραζομένων και των συνεπειών της, την οποία του πρότεινε η συνομιλήτριά του. Εντέλει, τι θα απογίνουμε εμείς και τα μελλοντικά μέλη των ψηφιακών γενεών; Άραγε θα κατορθώνουμε να επιστρατεύουμε το διαδίκτυο ως ένα ακόμα μέσο, αλλά όχι το μοναδικό ούτε το πρωταρχικό, ώστε να καλλιεργούμε το πνεύμα μας και να ανοίγουμε νέους ορίζοντες ελευθερίας και επικοινωνίας; Ή μήπως, όπως γράφει ο καθηγητής αρχαίας φιλοσοφίας Jonathan Barnes, θα γίνουμε ειδικοί στο να αραδιάζουμε «άπειρα τσιτάτα χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε τίποτα»;