Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Μια ιστορία ακρότητας για τα αυτονόητα: ο φεμινιστικός ακτιβισμός στη σκιά των 200 κοριτσιών από τη Νιγηρία

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΟΥΦΡΑΖΕΤΕΣ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ: Ένας αιώνας μας χωρίζει φέτος όχι μόνον από την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου αλλά και από τον Μάρτιο του 1914, όταν η σουφραζέτα Μαίρη Ρίτσαρντσον έπληττε με χασαπομάχαιρο τη «Rokeby Venus» του Βελάσκεθ στη λονδρέζικη Εθνική Πινακοθήκη, διαμαρτυρόμενη για τη βίαιη μεταχείριση που υφίσταντο οι συντρόφισσές της στη βρετανική δημόσια σφαίρα. Απέχουμε ωστόσο μονάχα λίγες μέρες από την αδιανόητη απαγωγή των 200 και πλέον μαθητριών από την ισλαμιστική Μπόκο Χαράμ στη Νιγηρία. Άλλοτε οι σουφραζέτες συγκρούονταν δυναμικά με την αστυνομία και τον όχλο διεκδικώντας στοιχειώδη δικαιώματα: εκλέγειν και εκλέγεσθαι.


Στην Ελλάδα, οι γυναίκες τα ασκούν για πρώτη φορά χωρίς περιορισμούς μόλις τη δεκαετία του ’50, ενώ και μετά το 1974 υπήρξαν δυναμικές κινητοποιήσεις με αίτημα την ισότητα μέσα στην οικογένεια, τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων κ.ά. Σε χώρες όμως όπου επικρατεί το Ισλάμ, οι γυναίκες στερούνται και σήμερα τα στοιχειώδη. Τι σημαίνει, με αυτά τα δεδομένα, φεμινιστικός ακτιβισμός εν έτει 2014;
Για πολλούς στη Δύση ταυτίζεται απλώς με υπερβάλλοντα ζήλο σε θέματα πολιτικής ορθότητας και λεξιλογίου. Ο ριζοσπαστισμός του γυναικείου κινήματος μεταλαμπαδεύτηκε άραγε σε ομάδες που εξακολουθούν να βιώνουν έντονη καταπίεση και στέρηση στοιχειωδών δικαιωμάτων, όπως οι μετανάστριες ή οι ομοφυλόφιλοι; Θα μπορούσε και να μεταστραφεί ακόμη με τρόπο αντιδραστικό;

Τα σώματα των γυναικών έγιναν πεδία μαχών...

«870 εκατομμύρια άνθρωποι πεινούν, 22.000 παιδιά πεθαίνουν κάθε μέρα από την πείνα, 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν με λιγότερα από 2,5 δολάρια την ημέρα, 1,1 δισ. άνθρωποι έχουν ανεπαρκή πρόσβαση σε νερό, υπηρεσίες υγείας, στέγαση – γυναίκες, κατά συντριπτική πλειοψηφία. Χιλιάδες κορίτσια υφίστανται σεξουαλικό ακρωτηριασμό κάθε χρόνο. Η συντριπτική πλειονότητα των φτωχών, των αναλφάβητων, όσων υφίστανται βία και κακοποίηση στο σπίτι, στους δρόμους, στην εργασία, των θυμάτων διακίνησης και εμπορίας (trafficking) είναι γυναίκες και κορίτσια. Μετά τους χιλιάδες συστηματικούς, καλά σχεδιασμένους βιασμούς γυναικών στη Ρουάντα και στη Βοσνία δόθηκαν μάχες του γυναικείου κινήματος ώστε ο βιασμός σε καιρό πολέμου να θεωρηθεί έγκλημα πολέμου. Τα σώματα των γυναικών, όχι για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, έγιναν πεδία μαχών.

Τα «αυτονόητα κατακτημένα» αφορούν τμήμα μόνο του πλανήτη και αμφισβητούνται όταν υπάρχουν κρίσεις, όπως αυτή που ζει η πατρίδα μας, διότι η ισότητα των φύλων είναι σαν τη δημοκρατία: χρειάζεται επαγρύπνηση, συμμετοχή, εμβάθυνση, παιδεία. Στους δικαιωμένους αγώνες συγκαταλέγω το δικαίωμα στο σώμα μου, τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων. Στους αδικαίωτους τη συνεχή αμφισβήτηση του ίδιου δικαιώματος, την απουσία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης για την προστασία των νέων. Δικαιωμένος ο αγώνας που οδήγησε στην υποχρεωτική συμμετοχή και των δύο φύλων στα ψηφοδέλτια και στα κέντρα λήψης αποφάσεων των πολιτικών κομμάτων, αδικαίωτος όμως στον βαθμό που παραμένει χαμηλό το ποσοστό εκλογής των γυναικών. Δικαιωμένος είναι ο αγώνας ως προς το πέρασμα της ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών από την ιδιωτική στη δημόσια σφαίρα. Αδικαίωτος όσον αφορά τη βία, σωματική, λεκτική, ψυχολογική που υφίστανται οι γυναίκες στην οικογενειακή εστία, τον αριθμό των γυναικών που δολοφονούνται από τους συντρόφους τους «γιατί την αγαπούσε», τα «εγκλήματα πάθους» κ.λπ. Κρίσιμα ζητήματα συνδέονται με τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις πολλαπλές διακρίσεις που συνεπάγονται παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων: γυναίκες ρομά, μονογονεϊκές οικογένειες (κατά πλειοψηφία γυναίκες), φυλακισμένες και αποφυλακισμένες, γυναίκες που πάσχουν από έιτζ. Χωρίς ακτιβιστική δράση πώς θα υποστηριχθούν οι γυναίκες αυτές;

Αν, τώρα, σε έναν πολιτισμό βίας η μη βία θεωρείται ριζοσπαστική, τότε ο δικός μου ακτιβισμός είναι ριζοσπαστικός, διότι θέλω να ξεριζωθεί η βία. Ακτιβισμός σημαίνει ότι μελετώ το πρόβλημα, ετοιμάζω επιχειρήματα, δημιουργώ συμμαχίες, δημοσιοποιώ, ασκώ πίεση και αναπροσαρμόζω/κλιμακώνω τις κινήσεις μου. Προσέρχομαι σε διάλογο, κάνω κάθε δυνατή προσπάθεια για την ειρηνική επίλυση του προβλήματος. Η σιωπή του διεθνούς δικτύου «γυναίκες με τα μαύρα» στην Αργεντινή (για τους αγνοούμενους), στο Ισραήλ (για τις Παλαιστίνιες), στη Σερβία, την Κροατία, τη Βοσνία (εναντίον του εθνικισμού) υπήρξε εκκωφαντική, απαιτεί όμως μαθητεία στην υπομονή, στην επιμονή, στη συνέπεια, στη σταθερότητα, στην αποφασιστικότητα και πίστη στην ικανότητα των ανθρώπων για το καλό. Στην εκπαίδευση για την ειρήνη λέμε ότι όλοι/όλες έχουμε ένα «Χίτλερ» μέσα μας, τον οποίο πρέπει να συρρικνώσουμε, και έναν «Ιησού Χριστό» ή μία «Μητέρα Τερέζα» τους οποίους πρέπει να ενδυναμώσουμε. Οι νεοναζί είναι μία έκφραση στοιχείων που έχουμε εντός μας: καλό θα ήταν να τα αναγνωρίσουμε και να αρχίσουμε τη μακράς πνοής διαδικασία για τη συρρίκνωσή τους.
[Φωτεινή Σιάνου, ακτιβίστρια για την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα]

Ακραίος φεμινισμός
Να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι τίποτα δεν θεωρείται αυτονόητο όταν βλέπουμε να καταργούνται μέσα σε μια νύχτα δικαιώματα που κερδήθηκαν με αγώνες δεκαετιών. Από την άλλη μεριά, αν δεν υπήρχαν οι σουφραζέτες δεν θα είχαμε φεμινιστικό κίνημα. Αν δεν υπήρχαν τα γεγονότα του Stonewall το 1969, δεν θα είχαμε LGBT κίνημα και το ψυχιατρείο ή η φυλακή θα ήταν μονόδρομος. Ο LGBT ακτιβισμός κάνει ορατά τα θέματα του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου ειδικά όταν η ισότητα είναι μόνο στα χαρτιά. Αν δεν υπήρχαν οι Femen, με τον ακραίο φεμινισμό τους (όπως κατηγορούνται) να εστιάζει στις αρνητικές επιπτώσεις της πατριαρχίας, της θρησκείας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας κ.λπ., αυτά θα ήταν αυτονοήτως «ξεχασμένα» ζητήματα. Αν δεν υπήρχε η πρωτοβουλία μιας ομάδας LGBT ατόμων, των PoustiRiots, να φιληθεί τη μέρα των Θεοφανίων σε δημόσιο χώρο, ο ομοφοβικός λόγος της «εξουσίας» θα πέρναγε απαρατήρητος. Οι δράσεις για όλα τα παραπάνω ζητήματα είναι και θα είναι ακτιβιστικές γιατί αποσκοπούν στην αφύπνιση και την ευαισθητοποίηση του κοινού. Φυσικά και θεωρούνται δυναμικός ακτιβισμός εφόσον οι δράσεις δίνουν ορατότητα στους τίμιους αγώνες για νομική αναγνώριση και μια καλύτερης ποιότητας ζωή. Τέτοιες δράσεις βαφτίζονται ως ακραίες σε όσους δεν αρέσουν, πιστεύοντας πως αποδίδοντάς τους αρνητική χροιά θα «κρυφτεί» η δική τους ολοκληρωτικά απάνθρωπη συμπεριφορά. Οι οπαδοί του «όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά κάποια είναι πιο ίσα από τα άλλα» δεν έχουν θέση σε ένα κράτος δικαίου και σε μια ευνομούμενη κοινωνία.
[Ειρήνη Πετροπούλου, αντιπρόεδρος και εκπρόσωπος Τύπου της ΜΚΟ «Οικογένειες Ουράνιο Τόξο».]

Σύγκρουση στα όρια του εμφυλίου
Φεμινισμός-ακτιβισμός: όροι που έχουν υποστεί άπειρες διαστρεβλώσεις μέχρι σήμερα. Και ο πιο εύκολος τρόπος να ακυρώσεις μια καινοτόμο, εναλλακτική ή ανατρεπτική ιδέα, είναι να τη γελοιοποιήσεις. Αυτήν ακριβώς τη μέθοδο διάλεξαν, εδώ και πολλές δεκαετίες, όσοι και όσες αντιτίθενται στην ισότητα ευκαιριών και δικαιωμάτων για τις γυναίκες, εμμένοντας στις ουσιοκρατικές και περιοριστικές ταυτότητες.
Eν αρχή ην ο λόγος: από εκεί ξεκίνησε το ταξίδι των φεμινιστικών ιδεών για την εξάλειψη της γυναικείας υποτέλειας στη διάρκεια του 19ου αιώνα, που δεν έχει ακόμη τελειώσει. Παρά τα πολλά εμπόδια, γυναίκες εκδότριες, αρθρογράφοι, δοκιμιογράφοι και συγγραφείς κατόρθωσαν να ξυπνήσουν συνειδήσεις, να εκφράσουν δυσαρέσκεια, να περιγράψουν την κόλαση μιας καταπιεστικής καθημερινότητας με αυστηρά κατανεμημένους ρόλους και πόρτες κλειστές.
Το άλμα, βέβαια, από τη γραφή στην πράξη δεν άργησε να γίνει. Δοκιμάζοντας και άλλους τρόπους για να εκφράσουν τη δυσφορία και τα αιτήματά τους, οι φεμινίστριες, και κυρίως εκείνες που αγωνίζονταν για τα πολιτικά τους δικαιώματα (οι «σουφραζίστριες» και οι «σουφραζέτες»), περπάτησαν σε δρόμους γνωστούς και άγνωστους για να διαμαρτυρηθούν και να διεκδικήσουν συλλογικά και δημόσια όλα εκείνα, τα οποία στερούνταν. Με την ίδρυση φεμινιστικών ενώσεων, την έκδοση φεμινιστικών εντύπων, τη διοργάνωση συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας σε κλειστούς ή ανοιχτούς χώρους, τη συσπείρωσή τους σε μεγάλες οργανώσεις σε διεθνές επίπεδο, με την παράλληλη συστηματική απεύθυνση των αιτημάτων τους τόσο στις εθνικές κυβερνήσεις όσο και σε διεθνείς οργανισμούς, οι ακτιβίστριες των γυναικείων δικαιωμάτων δεν έμειναν άπραγες.
Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα τι περικλείει αυτό που ονομάζεται φεμινιστικός ακτιβισμός, έχει νόημα να διαχωρίσουμε ανάμεσα στον ακτιβισμό εκείνον που διεκδικεί, αναπτύσσοντας μορφές συλλογικής δράσης για να προβάλλει αιτήματα προς όφελος του γυναικείου συνόλου στη βάση αρχών, και εκείνον που, εμπνεόμενος από τις ίδιες αρχές, επιδιώκει να προσφέρει (εξατομικευμένα και σε λιγότερα πρόσωπα αναγκαστικά) αγαθά και δρώμενα, τα οποία οι επίσημοι θεσμοί και οι φορείς αρνούνται. Και αν στις μέρες μας ένα σημαντικό τμήμα του ακτιβισμού-εθελοντισμού μετατράπηκε σταδιακά σε μια αμειβόμενη ενασχόληση, επιχορηγούμενη και ολοένα εξαρτώμενη από θεσμικούς φορείς, στην οποία δραστηριοποιούνται επί του παρόντος αμφότερα τα φύλα, η αλήθεια είναι ότι δύο αιώνες πριν, ο χώρος του κοινωνικού ακτιβισμού στελεχωνόταν σε μέγιστο βαθμό από γυναικείο δυναμικό που ήθελε να σπάσει, αν μη τι άλλο, τα δεσμά του.
Η βιαιότητα των αντιδράσεων και των δράσεων των Αγγλίδων σουφραζετών (1905-1917) μόνο μέσα σε μια τέτοια ιστορική προοπτική μπορεί να γίνει κατανοητή. Και δεν παύει να είναι μια ιδιαίτερη στιγμή ενός δυναμικού κινήματος που ήταν πολυσυλλεκτικό και μαζικότατο, αλλά το οποίο δεν είχε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα καταφέρει να επιτύχει στο ελάχιστο τους στόχους του. Οι ακραίες και άνομες πράξεις των σουφραζετών (επιθέσεις σε δημόσια κτίρια, σε περιουσίες και σε βουλευτές) καθώς και η εξίσου βίαιη αντιμετώπισή τους στη διάρκεια των διαδηλώσεών τους ή κατά τη φυλάκισή τους, όταν συλλαμβάνονταν από τις αρχές, μπορούν να παρομοιαστούν με έναν πόλεμο στα όρια του εμφυλίου, με το έθνος διχασμένο υπέρ ή εναντίον τους. Αλλά αν στη Μεγάλη Βρετανία οι γυναίκες απόκτησαν δικαίωμα ψήφου πριν καλά καλά τελειώσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και αν αυτή η απονομή έδωσε το έναυσμα για να γίνει το ίδιο και σε άλλα κράτη, ετούτο οφείλεται και στην τακτική που ακολούθησε αυτό το ριζοσπαστικότατο, λεκτικά και πρακτικά βίαιο, τμήμα του φεμινιστικού κινήματος.

[Δήμητρα Σαμίου, ιστορικός, συγγραφέας του βιβλίου «Τα πολιτικά δικαιώματα των Ελληνίδων 1864-1952» (Π.Ν. Σάκκουλας, 2013)]