Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Το παλιό μοντέλο των ΜΜΕ φθίνει ενώ το διαδίκτυο όλο και περισσότερο γοητεύει με την ταχύτητα και την αμεσότητα του

Νομίζω ότι συμφωνούμε όλοι. Οι εφημερίδες θα πουλάνε όλο και λιγότερα φύλλα και θα εξασφαλίζουν όλο και μικρότερη μερίδα διαφήμισης.  Βέβαια η κρίση του Τύπου δεν συνδέεται μόνο με την οικονομική κρίση ή με το γεγονός ότι οι νέοι δεν διαβάζουν πλέον εφημερίδες και ασχολούνται όλο και λιγότερο με την πολιτική. Αυτοί οι παράγοντες απλώς επιτάχυναν μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει εδώ και καιρό.



Προσωπικά, θα έλεγα ότι για την κατάσταση δεν ευθύνεται το γεγονός ότι το Διαδίκτυο σήμερα εξασφαλίζει δωρεάν έναν τεράστιο όγκο ειδήσεων και πληροφοριών. Θα έλεγα, επίσης, ότι δεν παίζει ρόλο ούτε η ποιότητα των εφημερίδων. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι πολλοί, εξ αιτίας της κρίσης, περιέκοψαν τις δαπάνες τους και αυτό επηρέασε την ποιότητα του προϊόντος τους και συνέβαλε στο να χάσουν κάποιες εφημερίδες φύλλα, με αποτέλεσμα ορισμένες να κλείσουν και άλλες να συρρικνωθούν.
Ωστόσο η πλειονότητα των εκδοτών και των δημοσιογράφων εξακολουθεί να προσφέρει ένα προϊόν υψηλής ποιότητας. Έτσι, αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι ο αναγνώστης, εξ αιτίας τις κρίσης και της μεγάλης διαθεσιμότητας υλικού στο Διαδίκτυο, ανέβασε τον πήχυ και έχει μεγαλύτερες προσδοκίες... Με λίγα λόγια, σήμερα θέλει περισσότερα. Κι εμείς δεν είμαστε πάντα σε θέση να του τα προσφέρουμε. Το αποτέλεσμα είναι το παλιό μοντέλο των εφημερίδων να μην αντέχει πλέον και σταδιακά να χάνουμε την επαφή με τους αναγνώστες...

Στενή σχέση
Επίσης, αυτό που δεν κατανοήσαμε είναι ότι η γοητεία του Διαδικτύου δεν απορρέει από τη δωρεάν παροχή όσων εμείς προσφέρουμε επί πληρωμή, αλλά από τη στενή σχέση που δημιουργεί με τους χρήστες. Και το χαρτί δεν κατόρθωσε να βρει έναν τρόπο να απαντήσει σε αυτήν την ανάγκη και να χρησιμοποιήσει τα sites και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να πλησιάσει έναν πλέον απαιτητικό αναγνώστη που έχει ανάγκη από απαντήσεις και προσοχή.
Υπάρχουν, έτσι, εκατομμύρια ιστορίες που μπορούμε να διηγηθούμε, αλλά αυτό δεν αρκεί. Οι αναγνώστες θέλουν να τους λαμβάνουμε υπόψη. Και εμείς δεν έχουμε μάθει ακόμη να ανοίγουμε ένα διάλογο με το κοινό μας, που γι' αυτό το λόγο απογοητευμένο μας εγκαταλείπει...
Είμαστε, επίσης, σίγουροι ότι δεν προδίδουμε καθημερινά τους εναπομείναντες αναγνώστες μας; Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του ιταλικού ινστιτούτου Censis, οι Ιταλοί αναγνώστες δυσανασχετούν με το γεγονός ότι οι εφημερίδες προσπαθούν να επιβάλουν τις απόψεις τους και ότι είναι υπερβολικά επιεικείς με τους ισχυρούς... Και προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι μια ανάλογη έρευνα στις ΗΠΑ έδωσε παρόμοια αποτελέσματα. Φυσικά, αυτό δεν ισχύει για όλους. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, αν μια εφημερίδα προδίδει τους αναγνώστες της, οι αρνητικές συνέπειες επηρεάζουν και τις υπόλοιπες, ακόμη και τα έντυπα μέσα που εξακολουθούν να σέβονται το κοινό τους. Με λίγα λόγια, το θέμα είναι να κτίσουμε μια εφημερίδα που να μην απογοητεύει τους αναγνώστες...
Τώρα, πολλοί ισχυρίζονται ότι μπορεί κάποιος να φτιάξει μια πολύ καλή ηλεκτρονική εφημερίδα. Και πράγματι, σήμερα το Διαδίκτυο επιτρέπει μια μεγάλη ευελιξία έκφρασης. Υπάρχουν, επίσης, οι εφαρμογές που μπορούν να προωθηθούν μέσω των social media. Αυτό επιτρέπει την εξοικονόμηση πόρων από το χαρτί και την τυπογραφία.

Μικρό κέρδος
Εκείνο όμως που δεν λειτουργεί και είναι περιορισμένο στις ηλεκτρονικές εκδόσεις, είναι το κέρδος. Και σήμερα, ακόμη και πολύ εξελιγμένοι εκδοτικοί οίκοι δεν κατορθώνουν να εξασφαλίσουν από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις περισσότερο από το 20% των εσόδων τους.
Έτσι, πώληση στα περίπτερα, συνδρομές και διαφήμιση παραμένουν ακόμη τα συστατικά μιας πιο ασφαλούς συνταγής. Και κάπως έτσι θα πορευτούμε για αρκετά χρόνια. Και όμως, δεν είναι λάθος να σκεπτόμαστε την ψηφιακή έκδοση.
Είναι, όμως, ένα στοίχημα στα επόμενα τρία με πέντε χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων θα χάνουμε χρήματα, προτού εξασφαλίσουμε βιώσιμα αποτελέσματα. Και με αυτά τα δεδομένα το πρόβλημα παραμένει: Τι θα κάνουμε τώρα που οι ψηφιακές εκδόσεις είναι ακόμα στα σπάργανα και το χαρτί καταποντίζεται;
Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι κανείς δεν έχει εφεύρει ακόμη ένα λογικό μοντέλο. Και η μόνη εφικτή ανταλλαγή με τους αναγνώστες είναι το να τους προσφέρεις αυτήν την υψηλή ποιότητα που οι ίδιοι αποζητούν από τα μίντια. Είναι ίσως η μόνη λύση και μπορεί να σώσει τον Τύπο, αφού όπως αποδεικνύει η εμπειρία ορισμένων εφημερίδων, όπως οι «New York Times», «Time», «Guardian», «Independent», η πώληση των έντυπων εκδόσεων μειώνεται, το ίδιο και η διαφήμιση, ενώ τα σάιτ τα επισκέπτονται εκατομμύρια αναγνώστες. Ωστόσο το εναπομένον κοινό των έντυπων εκδόσεων είναι διατεθειμένο να πληρώσει περισσότερα.
Έχουμε, δηλαδή, λιγότερους αναγνώστες, αλλά πιο πιστούς. Πιστεύω, έτσι, ότι η αύξηση της τιμής των εφημερίδων, πάντα σε συνδυασμό με τον απόλυτο σεβασμό του αναγνώστη, θα είναι όλο και πιο αναγκαία, αφού η διαφήμιση συμβάλλει όλο και λιγότερο στον προϋπολογισμό τους: πριν από 10 χρόνια η διαφήμιση αποτελούσε στις ΗΠΑ το 70% των εσόδων των εφημερίδων και στην Ιταλία το 60%. Τώρα στην Ιταλία έχει περιοριστεί στο 50%, ενώ σε άλλες χώρες τα ποσοστά αυτά έχουν μειωθεί περαιτέρω.
Υπάρχει δηλαδή πολύς δρόμος να διανύσουμε και οφείλουμε να αναθεωρήσουμε τα σχέδιά μας.
Προσωπικά, απευθύνω έκκληση σε όλους μας να μιλάμε περισσότερο μεταξύ μας, διότι όταν είσαι λιγότερο μόνος, πηγαίνεις σαφώς πιο μπροστά


[ΠΗΓΗ: Emanuele Bevi-lacqua, διευθυντής της ιταλικής εφημερίδας «Pagina 99» και πρώην διευθυντής του «Il Manifesto», γράφει στην «Ε» για την κρίση στον Τύπο και προτείνει εφικτές λύσεις – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ελιζαμπέττα Καζαλόττι, Μόνη λύση για τον τύπο, να ανεβάσει την ποιότητα του- σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28-06-2014]