Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Πώς θα αναδείξουμε την πολιτιστική κληρονομιά μας: προτάσεις ειδικών για την αποτελεσματική διαχείριση αρχαιολογικών χώρων

Η πολιτισμική κληρονομιά του ανθρώπου αποτελείται αφενός από άυλα στοιχεία, όπως είναι η λαϊκή παράδοση, όλες οι μορφές διανόησης και οι μουσικές δημιουργίες, και αφετέρου από τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος, τα μνημεία. Το σύνολο της πολιτισμικής κληρονομιάς αντιπροσωπεύει την πολύτιμη πείρα που έχει συσσωρεύσει ο άνθρωπος ανά τους αιώνες, χωρίς την οποία ο καθένας μας θα αντιμετώπιζε άοπλος το παρόν και το μέλλον.  Όλα αυτά, λοιπόν, που είναι τμήμα της ιστορίας και της ταυτότητάς μας πρέπει να «συνομιλούν» με τους σημερινούς ανθρώπους.  Η μνήμη - ατομική, συλλογική, ιστορική -, απαραίτητη για την αντίληψη του εαυτού και τη συγκρότηση της ομάδας, είναι το θεμέλιο της ταυτότητας των προσώπων, των λαών και της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Η μνήμη είναι πολύτιμη και τα μνημεία, οι «ζωντανές» πηγές της, θησαυροί ανεκτίμητοι που ανήκουν αξιωματικά στις γενιές του μέλλοντος. Οι παρόντες έχουν την υποχρέωση της προστασίας των μνημείων και της διάδοσης της γνώσης που αυτά εμπεριέχουν. Οντας αυταξίες, τα μνημεία δεν «αξιοποιούνται», μοναδικά και ανεπανάληπτα, δεν μπορούν και δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, μπορούν όμως και πρέπει να αποδίδονται στο κοινό κατανοητά και προσιτά, κατά το δυνατόν λειτουργικά, πηγές γνώσης, καταφύγια ουσιαστικής «αναψυχής», τόποι αυτογνωσίας αλλά και μοχλοί αειφόρου ανάπτυξης... Πώς γίνεται αυτό; Με ανασκαφή, συντήρηση, αναστήλωση, αποκατάσταση, ανάδειξη, με ενδιαφέρουσες μουσειακές εκθέσεις και εποπτικό υλικό, δημοσιεύσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, ψηφιακές αναπαραστάσεις, προβολή στο Διαδίκτυο και τα ΜΜΕ, εκδηλώσεις και κάθε είδους πολιτιστικές δράσεις...


Τα μνημεία όλων των εποχών και οι αρχαιολογικοί χώροι προστατεύονται αποτελεσματικότερα όταν αποτελούν μέρος της ζωής των πολιτών, όταν αναδεικνύονται σε πόλους έλξης και παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης, όταν δεν παραμένουν κενά κελύφη περιχαρακωμένα αφήνοντας έξω τους πολίτες, αλλά ενταγμένα στη σύγχρονη ζωή εξακολουθούν να λειτουργούν και να γεμίζουν από πολύχρωμα πλήθη. Ήρθε ο καιρός, νομίζω, να προχωρήσουμε στη δημιουργία μνημειακών συνόλων μιας νέας αντίληψης, αρχαιολογικών χώρων όπου η αρχική λειτουργία και το αρχιτεκτονικό και φυσικό περιβάλλον των υλικών καταλοίπων (δηλαδή, η μεταξύ τους άρρηκτη αρχική σχέση και συνάφεια) θα έχουν κατά το δυνατόν αποκατασταθεί και αναπλασθεί, χώρων όπου άτομα κάθε ηλικίας και σωματικών δυνατοτήτων θα χαίρονται τα τέχνεργα μέσα στο αυθεντικό αρχιτεκτονικό, επιγραφικό, ιστορικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον τους. Χώρους με μνημειακά σύνολα και εκθέματα που καλούν τον επισκέπτη να συνδιαλεχθεί μαζί τους. Η σύγχρονη πολιτιστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενθαρρύνει επενδύσεις σε πολιτιστικούς και δημιουργικούς τομείς που συμβάλλουν στην πάταξη της ανεργίας, στην κοινωνική ευημερία και στη λεγόμενη οικονομία της ευτυχίας (economics of happiness), που συνδέεται άρρηκτα με τις νέες μορφές διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Κερδίζει συνεχώς έδαφος η αντίληψη ότι οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία προστατεύονται και συντηρούνται αποτελεσματικότερα όταν αποτελούν μέρος της ζωής των πολιτών, όταν περιλαμβάνονται στη λεγόμενη οικονομία του ελεύθερου χρόνου και στη διά βίου εκπαίδευση. Στις στρατηγικές αφύπνισης του ενδιαφέροντος των τοπικών κοινωνιών (για την πολιτιστική τους κληρονομιά) εντάσσεται και η καθιέρωση ενός προγράμματος ποιοτικών πολιτιστικών εκδηλώσεων συμβατών προς τους αρχαίους χώρους θεάματος και ακροάματος που αντέχουν φυσικά στην παρουσία πλήθους ατόμων. Όταν τίθεται το δίλημμα μεταξύ χρήσης ή προστασίας, τότε βέβαια υπερισχύει η προστασία.

Πιστεύω ότι οι μείζονος σημασίας και υψηλής επισκεψιμότητας αρχαιολογικοί χώροι πρέπει να γίνουν ανταγωνιστικοί, να αυτονομηθούν και να παρέχουν άριστες υπηρεσίες, ανταποκρινόμενοι στις προσδοκίες ενός απαιτητικού κοινού. Οι διευθυντές τους να επιλέγονται με ανοιχτό διαγωνισμό και με βάση εμπειρία, επιστημονικά προσόντα και γνώσεις διαχείρισης. Οι αρχαιολογικοί αυτοί χώροι πρέπει να εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητά τους χωρίς συνεχείς κρατικές επιχορηγήσεις. H νέα διεθνής οπτική απαιτεί επανεξέταση όλων των προϊόντων και των υπηρεσιών στον τομέα του πολιτισμού που παρέχονται από το κράτος και αναζήτηση αποδοτικότερων μεθόδων για τη διανομή τους. Το κράτος, οι τοπικές αρχές, οι πολίτες, όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι για την προστασία και την ομαλή λειτουργία των αρχαιολογικών χώρων. Έχουμε υποχρέωση να μετακινηθούμε από τη νοοτροπία των ιδιοκτητών στο αίσθημα της συλλογικής ευθύνης για το παρελθόν μέσα στο πλαίσιο του παγκόσμιου εθνοτοπίου που ζούμε.

Ήρθε η ώρα να επενδύσουμε ως κράτος σε μη ρυπογόνες δραστηριότητες, κατά κύριο λόγο στον πολιτισμό, έναν αναπτυξιακό τομέα που αποδίδει αποδεδειγμένα καρπούς, τομέα όπου η χώρα μας διακρίνεται και μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια άνοιξη όχι απλώς οικονομική αλλά πολιτιστική και πνευματική. O πολιτισμός, όπως η Υγεία, η Παιδεία και η άμυνα, είναι εθνικό θέμα πρώτης προτεραιότητας. Τα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς πρέπει να παίζουν εσαεί τον ρόλο τους στον σύγχρονο κόσμο ως βασικά στοιχεία διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας και της κοινωνικής συνοχής.  

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΞΕΛΙΓΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ 
Στο σχόλιό μου εδώ θα αναφερθώ στην αξία των μνημείων, τα οποία, στη σημερινή εποχή του απτού και της εικόνας, αποτελούν «το ορατό μέρος της ιστορίας» και «μιλούν» στον κόσμο αμεσότερα. Ειδικά τα μνημεία του τόπου μας, λόγω της μακράς ιστορίας που καταγράφουν και της κομβικής προσφοράς της Ελλάδας στον παγκόσμιο πολιτισμό, συγκινούν ιδιαίτερα όχι μόνο το ελληνικό αλλά και το διεθνές κοινό.

Με τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η ύπαρξη των μνημείων δικαιώνεται μόνο όταν το μήνυμά τους γίνεται κτήμα του κάθε ανθρώπου και της κάθε γενιάς που έρχεται σε επαφή μ' αυτά. Οι ειδικοί που τα διαχειρίζονται οφείλουν, με την απαραίτητη βέβαια επιστημονική τεκμηρίωση, να τα καθιστούν με συντήρηση, διαμορφώσεις, αποκαταστάσεις και αναστηλώσεις καθώς και με πλούσιο ενημερωτικό υλικό αναγνώσιμα ως προς τη μορφή και το ιστορικό τους νόημα από τον οποιονδήποτε μη ειδικό. Και επιπλέον να καθιστούν τους μνημειακούς χώρους φιλικούς και ευχάριστους για το κοινό. Αυτό είναι η εμπράγματη δημοσίευση των μνημείων, για την οποία έχω μιλήσει πολλές φορές, δηλαδή η απόδοσή τους στο ευρύ κοινό.

Στις ημέρες μας το διεθνές αλλά και το ελληνικό κοινό ταξιδεύει πολύ περισσότερο, έχει υψηλότερη παιδεία και οι μνημειακοί χώροι καθώς και τα μουσεία αποτελούν βασικούς προορισμούς της περιήγησής του κατά τον ελεύθερο χρόνο του. Η επωφελής επαφή του κοινού με την πολιτισμική μας κληρονομιά μπορεί να επιτυγχάνεται μέσα από την ενεργοποίηση όλων των αξιών της, όπως η προσφορά ιστορικής γνώσης, αισθητικής απόλαυσης και συναισθηματικών εμπειριών, οι τοπικοί συμβολισμοί, οι θρησκευτικές προσεγγίσεις και η οικονομική σημασία των μνημείων για την ανάπτυξη μιας περιοχής.

Πέρα όμως από την ενεργητική αυτή απόδοση των μνημείων στο ευρύ κοινό, η δημιουργική επαφή του μαζί τους μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο με την ένταξή τους στην καθημερινή ζωή: Οι τοπικές κοινωνίες, συνειδητοποιώντας τη σημασία των μνημείων του τόπου τους, πρέπει να μετέχουν - και να καλούνται να μετέχουν - στην προστασία και την πολιτιστική λειτουργία τους. Οι συνέργειες των συνειδητοποιημένων πολιτών με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Πολιτείας, όπως οι προγραμματικές συμβάσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με το υπουργείο Πολιτισμού για την ανάδειξη μνημείων αλλά και οι σχετικές πρωτοβουλίες πολιτιστικών συλλόγων και σωματείων, δημιουργούν ήδη ένα ελπιδοφόρο τοπίο στον τομέα της διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.

Ένταξη των μνημείων στην καθημερινή ζωή σημαίνει όμως και τη σύνδεσή τους με την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου τους. Η ενεργοποίησή τους για τον τουρισμό και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής τους είναι μια παράμετρος. Μια δεύτερη, ακόμη πιο σημαντική παράμετρος είναι η σύνδεσή τους με την ανάδειξη ιστορικών τόπων, τοπίων φυσικού κάλλους, σύγχρονων τοπικών χαρακτηριστικών αλλά και προϊόντων της περιοχής τους και η διαχείρισή τους ως ενιαίου συνόλου. Αυτή μπορεί να επιτύχει αφενός την προσφορά μιας ολοκληρωμένης και ισόρροπης εικόνας του πολιτισμού μιας περιοχής και αφετέρου, με την οικονομική στήριξη που θα προκαλεί, τη συντήρηση της ζωής στην περιοχή που αφορά και τη διατήρηση της ταυτότητας του τόπου. Παράλληλα κερδίζει περισσότερο το ενδιαφέρον του ξένου κοινού, το οποίο θέλει να γνωρίσει με άνετο και ευχάριστο τρόπο όχι μόνο την ιστορία, αλλά και τη σύγχρονη ζωή των τόπων που επισκέπτεται. Παραδείγματα αυτής της εξελιγμένης μορφής διαχείρισης των μνημείων μας υπάρχουν ήδη. Αναφέρω το πρόγραμμα Πολιτιστικής Διαδρομής της Ηπείρου και το Παρράσιο Πάρκο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Πελοποννήσου, που συνδυάζουν όλα τα πιο πάνω στοιχεία και στοχεύουν ακριβώς στην προστασία και την ενεργοποίηση όλων των αρχαιολογικών, φυσικών και παραγωγικών πόρων των περιοχών τους.
Η ελληνική αρχαιολογική κοινότητα και η Πολιτεία έχουν συνειδητοποιήσει αυτή τη δυναμική των μνημείων και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους την υλοποιούν. Οι δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν για μια ευρύτερα αποτελεσματική πραγματοποίηση όλων των ανωτέρω, εκτός βέβαια από τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, είναι οι δυστυχώς τυραννικές ακόμη γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και κάποιες νοοτροπίες που δεν διευκολύνουν τις συνέργειες.


[ΠΗΓΕΣ: Πέτρος Θέμελης, και Βασίλης Λαμπρινουδάκης, καθηγητές Κλασικής Αρχαιολογίας – τα άρθρα τους ΧΡΗΣΗ και ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ Αρχαίων μνημείων και ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΞΕΛΙΓΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ  δημοσιεύτηκαν στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14 Σεπτεμβρίου 2014]