Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Κάθε αρχαιολογική ανακάλυψη έχει την αξία της, αλλά συνήθως άλλη από αυτή που της αποδίδει ο δημόσιος θόρυβος.

Η γνώση του παρελθόντος δεν βρίσκεται μόνο στα έργα τέχνης, αλλά πολύ περισσότερο στα απομεινάρια του υλικού βίου, της καθημερινής ζωής. Έχει περάσει ένας αιώνας από την ρομαντική άποψη ότι αρχαιολογία είναι η ιστορία της αρχαίας τέχνης, όταν σπουδαίοι, κατά τα άλλα, αρχαιολόγοι κρατούσαν τα κτερίσματα των προϊστορικών τάφων και πετούσαν σε λάκκους τους ανθρώπινους σκελετούς…. Η ανασκαφή στην Αμφίπολη και ο δημόσιος θόρυβος που ξεσηκώνει δίνουν την αφορμή για μερικές σκέψεις. Καταρχάς, το αιφνίδιο ενδιαφέρον για την Αμφίπολη αναζωπυρώθηκε μες στον Αύγουστο επειδή διαδόθηκε ότι εκεί βρίσκεται ένας βασιλικός τάφος, από τη δυναστεία των Μακεδόνων βασιλέων, πιθανόν του γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή της συζύγου του. Και μόνο το άκουσμα του ονόματος Αλέξανδρος είναι αρκετό για να ερεθίσει την κοινή γνώμη. Είναι το Χρυσό Δισκοπότηρο της αρχαιολογικής και ιστορικής έρευνας, αλλά και της λαϊκής φαντασίας. Από τη Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, του 17ου αιώνα, ώς τον ήρωα του Καραγκιόζη.


Θυμόμαστε πόσος θόρυβος είχε προκληθεί πριν δύο δεκαετίες, το 1992 αν θυμάμαι, όταν η αρχαιολόγος Λιάνα Σουβαλτζή είχε δηλώσει ότι βρήκε τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην έρημο Σίουα της Αιγύπτου. Εντέλει δεν εξακριβώθηκε ποτέ ότι ο Αλέξανδρος ετάφη εκεί, πλησίον του Μαντείου του Αμμωνος Διός… Βεβαίως οι Ιντιάνα Τζόουνς ανά την Γη και οι συγγραφείς ιστορικών θρίλερ εξακολουθούν να αναζητούν και να προσκομίζουν τεκμήρια. Η κ. Σουβαλτζή μάλιστα εξέδωσε σχετικό βιβλίο, στον εκδοτικό οίκο του κ. Αδωνη Γεωργιάδη, όπου υποστηρίζει ότι κάποιοι ανθέλληνες συνωμότησαν για να μην ολοκληρωθεί ποτέ η μεγαλύτερη ανακάλυψη στα χρονικά της αρχαιολογίας.
Στην Αμφίπολη η αρχική φήμη ότι βρέθηκε ο τάφος του Αλεξάνδρου διαψεύσθηκε νωρίς. Έμεινε η άλλη φήμη να αιωρείται, περί του τάφου του γιου ή της συζύγου του. Η φήμη τροφοδοτείται και οι προσδοκίες γιγαντώνονται, αφενός με τους υπερενθουσιώδεις χειρισμούς της ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού, αφετέρου, με τον μηντιακό πολλαπλσασιασμό.

Οι σοβαροί αρχαιολόγοι ωστόσο είναι συγκρατημένοι. Περιμένουν να δουν το σύνολο των ευρημάτων, τα οποία θα επιτρέψουν καταρχάς την χρονολόγηση του μνημείου και, κατά δεύτερον, θα βοηθήσουν να οριστεί η φύση του μνημείου και η ταύτιση προσώπων και γεγονότων. Για την χρονολόγηση απαιτείται μελέτη στρωματογραφικών τομών, μελέτη του αρχιτεκτονικού ρυθμού και της πλαστικής των γλυπτών, προπάντων μελέτη της κεραμικής που τυχόν θα βρεθεί. Μόνο αξιολογώντας όλα αυτά τα ευρήματα, θα είναι δυνατή η χρονολόγηση του μνημείου. Και μόνο αν χρονολογηθεί και προσδιοριστεί ο χαρακτήρας, θα είναι δυνατόν να σχηματισθεί και μια βάσιμη υπόθεση για τη φύση και τη λειτουργία του μνημείου. Εκτός κι αν σε κάποιο αφανέρωτο θάλαμο, σε κάποια επιγραφή ή αλλο στοιχείο, περιέχεται ατόφια όλη γνώση και η αλήθεια ― κάτι που μένει να βρεθεί.

Ας μη βιαζόμαστε λοιπόν. Κάθε αρχαιολογική ανακάλυψη έχει την αξία της, αλλά συνήθως άλλη από αυτή που της αποδίδει ο δημόσιος θόρυβος. Η γνώση του παρελθόντος δεν βρίσκεται μόνο στα έργα τέχνης, αλλά πολύ περισσότερο στα απομεινάρια του υλικού βίου, της καθημερινής ζωής. Έχει περάσει ένας αιώνας από την ρομαντική άποψη ότι αρχαιολογία είναι η ιστορία της αρχαίας τέχνης, όταν σπουδαίοι, κατά τα άλλα, αρχαιολόγοι κρατούσαν τα κτερίσματα των προϊστορικών τάφων και πετούσαν σε λάκκους τους ανθρώπινους σκελετούς.

Η συλλογική συνείδηση ενός λαού συγκροτείται με την ανάπλαση του παρελθόντος, μια διαδικασία κατά την οποία συμφύρονται μυθικά και ιστορικά στοιχεία, αναδεικνύονται ήρωες και απονέμονται εκ των υστέρων η νίκη και οι στέφανοι, λειτουργούν μηχανισμοί εξιδανίκευσης και υπεραναπλήρωσης. Είναι αναγκαία αυτή η διαδικασία, η μη τυπικά επιστημονική ιστορική, για να αποκτήσουν οι κοινωνίες συνοχή και ταυτότητα. Όχι όμως άμετρα, όχι καθ’ υπερβολήν. Διότι στην υπερβολή ελλοχεύουν όχι μόνο το θεσμικό Kitsch αλλά και το ρεζιλίκι, η διάψευση και η απογοήτευση. Δεν μας έλειψαν δα οι τύμβοι, οι τάφοι, τα μνημεία.

[ΠΗΓΗ: Νίκος Ξυδάκης, Γιατί χρειαζόμαστε τους τάφους, Ιστολόγιο ΒΛΕΜΜΑ: http://vlemma.wordpress.com/ ]

Αμφίπολη: το χώμα εκδικείται
Στο πανεπιστήμιο οι καθηγητές μου με δίδαξαν ότι στη διάρκεια μιας ανασκαφής διατυπώνουμε πολλές υποθέσεις και πολλά ερωτήματα, που τα αφήνουμε ανοιχτά μέχρι να τελειώσει η ανασκαφή ή έστω να χουμε επαρκή δεδομένα. Δεν προσπαθούμε να «φορτώσουμε» αυτό που σκάβουμε με την «υποχρέωση» να επιβεβαιώσει τις αρχικές υποθέσεις μας. (Κι ας μην το τηρούν βέβαια κάποιοι από αυτούς τώρα, αλλά αυτά θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή...)
Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος, που δεν τον πρόλαβα, είχε πει ότι «στην αρχαιολογία ό,τι είναι λογικό δεν είναι και πραγματικό» (πλέον η ρήση ισχύει και για τη σύγχρονη ζωή, γιατί μη μου πείτε ότι είναι λ.χ. λογικό να μας κυβερνάνε αυτοί που μας κυβερνάνε, αλλά κι αυτό είναι άλλο θέμα).
Με οδηγό αυτά τα δύο, ας πάμε στον τάφο της Αμφίπολης. Για να πούμε την αλήθεια μεταξύ μας: με τις σημερινές μας γνώσεις αρχαιολογίας, αν αυτές τις Καρυάτιδες μας τις έφερναν στο γραφείο από κατάσχεση, οι περισσότεροι θα τις τοποθετούσαμε στην αρχαϊστική γλυπτική του 1ου αι. π.Χ. και εξής. Το νωρίτερο να λέγαμε 2ο αι. π.Χ.
Αν μας έλεγαν για ένα μνημείο που έχει μαρμάρινη επένδυση σε πώρινους τοίχους, θα λέγαμε ότι σε αυτή την τεχνική επιδόθηκαν κατεξοχήν οι Ρωμαίοι.
Αν μας λέγανε για ένα κυκλικό τύμβο τέτοιου μεγέθους, θα σκεφτόμασταν ότι είναι πολυάνδριο.
Αν μας λέγανε ότι βρίσκουν ταφικούς θαλάμους γεμάτους χώμα, θα λέγαμε ότι είναι συλημένοι είτε τώρα είτε στην αρχαιότητα -πόσο μάλλον αν βρίσκουμε τρύπες από τις οποίες χωράει ένας άνθρωπος σε κάθε διαφραγματικό τοίχο.

Αν μας έβαζαν σε προφορική άσκηση στο πανεπιστήμιο τάφο που έχει τη μορφή μακεδονικού, αλλά αποτελείται από 3 ή περισσότερους θαλάμους που καθένας έχει το δικό του πρόπυλο με Σφίγγες και Καρυάτιδες, μαρμάρινη οροφή και μαρμάρινες επενδύσεις, θα λέγαμε ότι ίσως κάποιος σημαντικός ντόπιος, που δεν έζησε την εποχή που φτιαχνόταν το μακεδονικό στυλ, αλλά αργότερα, θέλησε να παραγγείλει έναν τάφο που να μιμείται τους μακεδονικούς για λόγους μεγαλοπρέπειας, ενσωματώνοντας ετερόκλητα στοιχεία -και αυτός ο συγκρητισμός από μόνος του θα μας οδηγούσε σε νεότερη χρονολόγηση.
Αν μας έλεγαν ότι ο τάφος έχει μεγαλοπρεπείς θύρες χωρίς θυρώματα (σαν να είναι στοά με πρόπυλα ανοιχτή για να την επισκεφτείς), αλλά μπροστά από κάθε τέτοια θύρα έχει έναν στιβαρό τοίχο που δεν επιτρέπει την πρόσβαση σε αυτήν, θα σκεφτόμασταν κατευθείαν ότι πρόκειται για τοίχους που φτιάχτηκαν σε δεύτερη φάση, για να το σφραγίσουν ή για να στηρίξουν, κι όχι όταν πρωτοχτίστηκε το μνημείο (αν θες να κλείσεις τις θύρες, όταν πρωτοχτίζεις το μνημείο, το «λογικό» είναι να βάλεις θυρόφυλλα, όχι να φτιάξεις άλλο τοίχο).

Αν μας τα έλεγαν όλα αυτά μαζί για ένα μνημείο, θα λέγαμε να τελειώσει η ανασκαφή και να δούμε οπωσδήποτε την κεραμική μέσα και έξω από τον τάφο! Γιατί όλα τα παραπάνω θα ήταν τα «λογικά», όμως μόνο η ανασκαφή θα μας έδειχνε αν ήταν και «πραγματικά».

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Γιατί έτσι γίνεται κατανοητή η σημασία του ανασκαφικού «κόντεξτ» (που λέγαμε και στο Αθήνησι). Γίνεται κατανοητό γιατί είναι σημαντικό το μνημείο (εδώ βάζω και τον Τύμβο, γιατί πιστεύω ότι θα υπάρχουν κι άλλα σημαντικά ευρήματα αν ανασκαφεί ολόκληρος). Γιατί η «λογική» μας σε αυτή την περίπτωση καθορίζεται από τις ως τώρα γνώσεις μας, που βασίζονται στα ως τώρα ευρήματα. Κάθε ανασκαφή ενός τέτοιου μνημείου μπορεί να μας ανατρέψει όσα ως τώρα θεωρούσαμε δεδομένα. Μόνο που, πριν φτάσουμε να ξαναγράψουμε τα βιβλία αρχαιολογίας, καλό είναι πρώτα να έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή και να έχουν παρουσιαστεί όλα τα ευρήματά της σε μια σύνθεση.

Στην υπόθεση της Αμφίπολης από την αρχή γίνονται δύο λάθη, που το ένα φέρνει το άλλο. Το πρώτο λάθος είναι όλες οι υποθέσεις που γίνονται, και πρέπει να γίνονται για να επιβεβαιωθούν ή να αναιρεθούν στην πορεία μιας ανασκαφικής έρευνας (συμπεριλαμβανομένης και της χρονολόγησης, της μη σύλησης κ.λπ.), βγαίνουν ως Δελτία Τύπου και αναπαράγονται ως απόλυτες αλήθειες με έναν απόλυτα αντιεπιστημονικό τρόπο (που απλώς υπογραμμίζεται από τα συνεχή λάθη των δελτίων Τύπου με την «επιστημονικοφανή» γλώσσα). Και αυτόν τον αντιεπιστημονικό τρόπο τον επιβάλλει το ίδιο το Υπουργείο Πολιτισμού (και ο πρωθυπουργός, βέβαια, αλλά αυτά τα χουμε ξαναπεί).

Το δεύτερο λάθος, απόρροια του πρώτου, είναι ότι η αμφισβήτηση κάποιου από αυτά τα στοιχεία (της χρονολόγησης, της απόδοσης σε ιστορικό πρόσωπο κ.λπ.) θεωρείται αυτομάτως ότι είναι αμφισβήτηση της αξίας του μνημείου! Για μας τους αρχαιολόγους, και θα πρεπε και για όλους, τα μνημεία δεν έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία με βάση το αν είναι νεότερα, αλλά με βάση τις ιστορικές και άλλες πληροφορίες που κουβαλάνε. Κι εδώ θα επικαλεστώ την άποψη της Ο. Παλαγγιά, που είπε στα ΝΕΑ ότι, αν η άποψή της ότι το μνημείο είναι ρωμαϊκό και συνδέεται με τη μάχη των Φιλίππων είναι σωστή, το μνημείο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία, καθώς συνδέεται με τη μία από τις δύο μάχες που έκριναν το μέλλον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Όποιος τόλμησε να πει ότι είναι νωρίς για το σαξές στόρυ του πρωθυπουργού (Έλληνας νεκρός του 4ου αι. π.Χ. που θα αποδείξει την ελληνικότητα της Μακεδονίας), αντιμετωπίστηκε περίπου ως προδότης!
Όποιος τόλμησε να πει ότι δεν είναι σωστό ο πρωθυπουργός να εξαγγέλλει ότι «σε 15 μέρες ανοίγει ο τάφος», αντιμετωπίστηκε ως αντιπολιτευόμενος ή σφετεριστής της ανασκαφής.

Όποιος επέμενε να μην συντάσσεται με την «υπέροχη γλυπτική του 4ου αι. π.Χ.» και τα «προτεταμένα χέρια», ακόμη και χωρίς να μιλάει, αντιμετωπίστηκε ως ζηλιάρης. Κι όποιος επέμενε ότι «ανοιχτή ανασκαφή» δεν σημαίνει να ταΐζουμε τον κόσμο προσδοκίες και ψευτο-επιστημονισμό μέσω των μίντια, αντιμετωπίστηκε ως οπισθοδρομικός. Για αυτή την αντιστροφή της πραγματικότητας, ναι, πράγματι, χρειαζόταν «επικοινωνιακός σύμβουλος». Όμως, το χώμα εκδικείται.
Σήμερα πού βρισκόμαστε; Οποιαδήποτε πρόβλεψη για το πότε θα τελειώσει η ανασκαφή έχει πάει περίπατο. Ο πρωθυπουργός στην τελευταία του δήλωση ξέχασε την ελληνικότητα και μίλησε για «διεθνές μνημείο». Η Γενική Γραμματέας στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, είπε στους δημοσιογράφους ότι μιλάμε για «κοσμοπολίτη ή κοσμοπολίτες» και ότι πιθανώς να υπάρχει διατάραξη από την αρχαιότητα. Η «επικοινωνιολόγος» σιωπά στο τόσο θορυβώδες μέχρι πρότινος προφίλ της.

Ένα μνημείο «φορτώθηκε» με τόσες προσδοκίες (να είναι ο τάφος του Αλέξανδρου, να αναστηλώσει το εθνικό μας φρόνημα και άλλα πολλά), που στο τέλος κινδυνεύει το ίδιο κοινό που ως χτες ξεροστάλιαζε στις οθόνες, να «απογοητευτεί» από το μνημείο. Ποιος θα τους εξηγήσει τότε ότι δεν τους απογοήτευσε το μνημείο, αλλά οι προσδοκίες που ορθώθηκαν γύρω από αυτό για λόγους που καμία σχέση δεν είχαν με την επιστημονική έρευνα; Όλοι αυτοί που για λόγους πολιτικούς, τηλεθέασης, προσωπικής προβολής, ή κατοχύρωσης θέσης εκμεταλλεύτηκαν έτσι το μνημείο, σε ποιον θα ρίξουν τότε το φταίξιμο; Πιστέψτε με, όχι πάνω τους, είναι συνηθισμένοι να ρίχνουν το φταίξιμο σε άλλους...
Κοντός (;) ψαλμός αλληλούια



[ΠΗΓΗ: Μία Αρχαιολόγος, αναρτήθηκε: http://www.toportal.gr/  ΥΓ. Για τα περί «ανοιχτής ανασκαφής» ομού με την απαράδεκτη επιστημονικοφανή «κλειστή» γλώσσα σε δελτία τύπου που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, και την υποκρισία όσων είδαν την Αμφίπολη ως δήθεν ανοιχτή ανασκαφή αλλά δεν έχουν επισκεφτεί ένα σάιτ μουσείου, θα τα πούμε άλλη στιγμή. Έχουμε χρόνο..