Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Τι θα γίνει στην περίπτωση που κυριαρχήσει οριστικά το ψηφιακό βιβλίο;

Πρώτον, θα εξαφανιστεί ο υλικός χαρακτήρας του βιβλίου, δηλαδή αυτός που το κάνει να είναι αυθύπαρκτο αντικείμενο με μια θέση στον πραγματικό χώρο της γεωγραφίας αλλά και στον χώρο των ιδεών, των νοοτροπιών, των αναγνωστικών συμπεριφορών, γενικότερα στον χώρο του πολιτισμού, δηλαδή σε ό,τι ο μεγάλος γάλλος ιστορικός Λισιέν Φεβρ έχει προσδιορίσει και παρουσιάσει ως «Πολιτισμό του βιβλίου» στο φερώνυμο και θεμελιώδες έργο του (La civilisation du livre, 1958).

Η εξαφάνιση της υλικότητας του βιβλίου θα έχει ως αποτέλεσμα, πριν απ' όλα, την εξαφάνιση του βιβλιοπωλείου, ενός άλλου θεμελιώδους χώρου του δυτικού πολιτισμού στη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων. Ταυτόχρονα θα εξαφανιστεί η οικιακή βιβλιοθήκη, αυτό το σημαντικό στοιχείο προσανατολισμού και «εστίας» του νεωτερικού σπιτιού.

Μέσω του υλικού χαρακτήρα του το βιβλίο συνδέεται πολλαπλώς με τον συγγραφέα του και τον αναγνώστη του και είναι αυτός ο χαρακτήρας που δημιουργεί μια στενότερη σχέση μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη. Η απώλεια της υλικότητας θα εξαφανίσει την έννοια του «κρατώ» το βιβλίο, του «ξεφυλλίζω», του «μυρίζω», του «τσακίζω», του «σκίζω», του «αφήνω» (σε ένα παγκάκι για να το πάρει κάποιος άλλος) κ.τ.λ. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά, είναι συνδεμένα με τη «μνήμη» και τη «σωματικότητα» του βιβλίου. Και δεν είναι τυχαίο που πολλές συσκευές ανάγνωσης ψηφιακών βιβλίων προσπαθούν να δημιουργήσουν προσομοιωτικά μοντέλα έντυπου βιβλίου, με ψηφιακό ξεφύλλισμα, ψηφιακό τσάκισμα, ψηφιακή υπογράμμιση κ.τ.λ. Η απώλεια της υλικότητας θα εξαφανίσει επίσης την υπογραφή και την αφιέρωση, δηλαδή το αποτύπωμα του συγγραφέα πάνω σ' αυτό, ένα αποτύπωμα που κάνει ένα μαζικό προϊόν, όπως είναι το βιβλίο, να εξατομικεύεται. Και αυτή η εξατομίκευση έχει, εκτός των άλλων, και μεγάλη συναισθηματική αξία. Θα εξαφανίσει ακόμη ένα μεγάλο κομμάτι της τελετουργίας του βιβλίου που είναι η διαδικασία της υπογραφής, αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν book signing.

Όλα αυτά, και άλλα, αν εξαφανιστεί το έντυπο βιβλίο. Υπάρχουν και τα αντεπιχειρήματα. Ιδού:
Τα επιχειρήματα υπέρ του άυλου, ψηφιακού βιβλίου προβάλλονται κυρίως από τον κόσμο της ηλεκτρονικής κουλτούρας, ιδιαίτερα της επιχειρηματικής ηλεκτρονικής κουλτούρας. Το πιο βασικό: μπορείς να μεταφέρεις μια ολόκληρη βιβλιοθήκη μέσα στην ταμπλέτα σου ή στη συσκευή ανάγνωσης. Ακόμη, μπορείς να παραγγείλεις ένα βιβλίο και να το έχεις σε λίγα λεπτά στην οθόνη σου. Από την πλευρά της, μια ταμπλέτα μπορεί να εξασφαλίσει την προσομοίωση του έντυπου βιβλίου. Να σε μεταφέρει σε έναν εικονικό κόσμο χαρτιού.
Ένα άλλο επιχείρημα έχει σχέση με τη δημοκρατικότητα του ψηφιακού βιβλίου: καταργεί τους ενδιάμεσους, δηλαδή τον ατζέντη, τον εκδότη, τον επιμελητή, τον βιβλιοπώλη. Αυτό είναι ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Τζεφ Μπέζος, του αφεντικού του γίγαντα που λέγεται Αμαζον, μόνο που ως τώρα δεν έχουμε δει να εκδίδονται από τον αμερικανικό κολοσσό κάποια αξιόλογα ψηφιακά βιβλία. Ο Μπέζος χρησιμοποιεί επίσης αυτό το επιχείρημα για να πείσει τους αναγνώστες-πελάτες του ότι δουλεύει για λογαριασμό τους. Για να κατεβάσει την τιμή των ψηφιακών βιβλίων, αποκλείοντας την «παρασιτική διαμεσολάβηση».
Και κάποια αντεπιχειρήματα. Τα ψηφιακά μέσα προκαλούν ανατροπή των παραδοσιακών ιεραρχιών αλλά δεν καταργούν τη διαμεσολάβηση. Επιβάλλουν μιαν άλλου είδους διαμεσολάβηση, που πριν απ' όλα είναι η ίδια η τεχνολογία, τα λογισμικά, οι πλατφόρμες κ.τ.λ. Δηλαδή μια νέου είδους διαμεσολάβηση που δεν έχει ακόμη περιγραφεί γιατί δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.

Βρισκόμαστε όμως σε μια εποχή μετάβασης. Και ξέρουμε, από την Αρχαιολογία των Μέσων, ότι το παλιό δεν εξαφανίζεται. Υπάρχει μέσα στο καινούργιο ή συνυπάρχει με το καινούργιο. Σήμερα το έντυπο βιβλίο συνυπάρχει με το ψηφιακό. Και η διαφορά υπέρ του έντυπου βιβλίου είναι συντριπτική. Έρευνες δείχνουν ότι το έντυπο διασφαλίζει για τον αναγνώστη την ενότητα της αφήγησης και ιδιαίτερα την ενότητα του νοήματος. Η αποσπασματικότητα και ταυτόχρονα ο χαοτικός χαρακτήρας των ψηφιακών μέσων ακυρώνουν την ενότητα αυτή

[ΠΗΓΗ: Νίκος Μπακουμάνης, Άυλο Βιβλίο, ΤΟ ΒΗΜΑ]