Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Κεντρικό θέμα όλων των βιβλίων να μας μαθαίνουν να διαβάζουμε

Δεν υπάρχει ένας συγγραφέας ο οποίος, τη μια στιγμή ή την άλλη, να μη μας μιλάει για την ανάγνωση. Και δικαιολογημένα. Ίσως το κεντρικό θέμα όλων των αληθινών βιβλίων βρίσκεται εδώ. Είναι ο Ρεμπό αυτός που επινόησε το χρώμα των φωνηέντων και αυτό πού αυτός αποκαλεί «λανθάνουσες εμφανίσεις τους». Είναι ο Μαλαρμέ αυτός που όρισε την ανάγνωση όπως κανείς δεν την είχε ορίσει πριν από αυτόν, ως μια πρακτική και μάλιστα μια μαντική ή μαγική πρακτική. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα στη Βαλβέν, με όλα τα παραθυρόφυλλα κλειστά, ανοίγει ένα χειρόγραφο που μόλις το είχε ολοκληρώσει και μπροστά σε έναν έκπληκτο Βαλερί αρχίζει να διαβάζει τη «Ζαριά», με χαμηλή σταθερή φωνή, χωρίς την παραμικρή «επιτήδευση», σχεδόν σαν να διαβαζόταν από μόνο του.
Η ανάγνωση ζήτημα μεταφυσικό, επειδή είναι εξ ολοκλήρου φυσικό; Μα ναι. Εν αρχή ην ο λόγος, η φωνή κραυγάζει στην έρημο, το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι. Αλλά το σκοτάδι, αυτό δεν επιθυμεί το φως.


Είναι ο Κλοντέλ αυτός στον οποίο ανήκει αυτή η λαμπρή διατύπωση: «Ο στόχος της λογοτεχνίας είναι να μας μαθαίνει να διαβάζουμε». Είναι ο Προυστ αυτός που συγκρίνει την εργασία του μυθιστοριογράφου με εκείνη ενός μεταφραστή. Είναι ο Τζόις ή ο Αρτό αυτοί που δίνουν στα γραφτά τους μια φυσική και φωνητική εμβέλεια, την ύπαρξης της οποίας κανείς δεν είχε υποψιαστεί πριν από αυτούς.

Η ανάγνωση θέτει σε κίνηση ολόκληρο το σώμα. Για να πείσουμε κάποιον γι’ αυτό, αρκεί να του ζητήσουμε απλώς να απαγγείλει ένα ποίημα. Έπειτα να τον ρωτήσουμε γιατί απαγγέλλει κάτι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι άμεσο, φοβερό.

Και καθώς το έφερε ο λόγος, είναι ξανά καιρός για να μάθουμε να αποστηθίζουμε ορισμένα κείμενα. Σε τελευταία ανάλυση, δεν υπάρχουν παρά η Βίβλος και το Κοράνι και είναι κεφαλαιώδες να ακούμε να λέγεται αυτό που λέμε.
Η ανάγνωση είναι πρώτα απ’ όλα μια φωνή, έστω και σιωπηλή. Και η γραφή, το ξεχνάμε πολύ συχνά, είναι επίσης μια φωνή. «Ένας συγγραφέας χωρίς αυτί», έλεγε ο Χέμινγουεϊ, «είναι σαν ένα πυγμάχο χωρίς αριστερό χέρι». Ένας αναγνώστης χωρίς φωνή είναι σαν μια δύναμη ταχείας επέμβασης, που παραμένει ακίνητη στα δυο βήματα από μια δολοφονία.

Η εμφάνιση ή η εξαφάνιση σωμάτων ικανών να διαβάζουν είναι απρόβλεπτη. Δεν γίνεται ποτέ όταν, όπου και από όποιους νομίζουμε. Όταν ιδρύθηκε η Nouvelle Revue Francaise στις αρχές του αιώνα, όλα φαίνονταν ναρκωμένα και χαμένα και ωστόσο όλα επρόκειτο να αναγεννηθούν. Όταν ο Μπρετόν και ο Αραγκόν διαβάζουν με ένα ορισμένο τρόπο τον Ρεμπό ή τον Λοτρεαμόν, οι συνέπειες είναι πολύ συγκεκριμένες και δύσκολα μπορούν να εκτιμηθούν.
Αυτοί που μιλούν για το τέλος του βιβλίου και της ανάγνωσης εκφράζουν συχνά έναν κρυφό πόθο μάλλον παρά ένα φόβο. Καθένας νιώθει ότι μέσα σ’ ένα βιβλίο μπορεί να βρει μια προτροπή. «Πάρε και διάβασε»: έτσι είναι που ο άγιος Αυγουστίνος προσχωρεί σε μιαν επανάσταση, για την οποία μιλούν ακόμη.
Κάθε εποχή έχει τη δική της τυραννική τάση που προσπαθεί να υποβαθμίσει τη γλώσσα, να την κατευθύνει, να τη χειραγωγήσει, να την επιτηρήσει. Άλλοτε απαγορεύουν ή ρίχνουν στην πυρά. Άλλοτε πνίγουν μέσα στη μάζα. Μπορούμε ακόμη και να φανταστούμε μια κοινωνία (αλλά είναι η δική μας κοινωνία) που θα ανέπτυσσε υπέρμετρα τις πηγές πληροφόρησης, ενθαρρύνοντας από την άλλη μεριά τη γενική σύγχυση, τη δημοσίευση των πάντων, ό,τι κι αν είναι, όλων των παραλλαγών ψυχώσεων, μελαγχολιών, νευρώσεων. Μια κοινωνία υπερβολικά επιτηδευμένη και πρακτικά απαίδευτη.

Ο Ζαν Μπορντριγιάρ, στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Το τέλειο έγκλημα, γράφει: «Η ιδεολογική και ηθικολογική κριτική, καθώς κατέχεται από τη μανία του νοήματος και του περιεχομένου, από τη μανία της πολιτικής σκοπιμότητας του λόγου, δεν λαμβάνει ποτέ υπόψη της τη γραφή, την ενέργεια της γραφής, την ποιητική, ειρωνική, υπαινικτική δύναμη της γλώσσας, του παιχνιδιού του νοήματος. Δεν βλέπει ότι η κατάλυση του νοήματος βρίσκεται εκεί, μέσα στην ίδια τη μορφή, μέσα στην υλικότητα της έκφρασης» (Galilée, 1995).

Με άλλα λόγια, η ιδεολογική και ηθικολογική κριτική (και ο Θεός γνωρίζει πόσο αυτή θα διαρκέσει) δεν διαβάζει, οσφραίνεται, επισημαίνει. Ένας συγγραφέας σήμερα γνωρίζει καλά ότι θα κριθεί όλο και περισσότερο με βάση την ηθική και πολιτική του «ορθότητα», δηλαδή σαν να μην υπήρχε. Με δυο λόγια: αυτό που του ζητούν είναι να ξεχάσει τα βιβλία του. Πείτε τις γνώμες σας, απαγγέλετε μαζί με μας τη σύντομη κατήχηση των κενών αξιών. Να είστε συλλογικός. Καθώς και η ανάγνωση είναι από την πλευρά της η πιο ατομική πράξη που υπάρχει (περισσότερο ακόμη και από τη σεξουαλική πράξη) κατανοούμε ότι αυτή είναι ένας «τρομερός κίνδυνος» για κάθε πραγματική ή εικονική Ιερά Εξέταση.

Και πάλι ο Βολτέρος: «Ακόμη και αν υπήρχαν πολλά βιβλία, πιστέψτε με, λίγοι άνθρωποι διαβάζουν. Και μεταξύ αυτών που διαβάζουν, υπάρχουν πολλοί που δεν χρησιμοποιούν παρά μόνο τα μάτια τους».

Ο Σελίν, όπως θα ήταν αναμενόμενο, είναι πιο φαρμακερός. Αδιάκοπα επανέρχεται σε αυτό, επιμένει: «Έχετε κεφάλια υπερβολικά μικρά… μικρά μέτωπα υπερβολικά χαμηλά… καταρχάς είναι ο απαίσιος τρόπος με τον οποίο διαβάζετε… δεν συγκρατείτε ούτε μια λέξη στις είκοσι… κοιτάζετε μακριά, κουρασμένοι… δεν είστε καλλιτέχνες…» Και ακόμη: «Ανακεφαλαιώνω… συνοψίζω… είναι το στυλ Digest… και οι άνθρωποι δεν έχουν το χρόνο παρά μόνο για να διαβάσουν τριάντα σελίδες… φαίνεται! Το πολύ!… Αυτό απαιτείται! Σαχλαμαρίζουν δεκαέξι ώρες το εικοσιτετράψρο, κοιμούνται, συνουσιάζονται στο υπόλοιπο, πώς να βρουν το χρόνο να διαβάσουν εκατό σελίδες; Και επιπλέον, το ξέχασα, έχουν να κάνουν και κακά τους! Και ο καρκίνος καθώς ψάχνονται στην τρύπα τους, με τα κεφάλια ανάποδα, ακροβάτες». (Féerie pour une autre fois, “Folio 2337, Gallimard).

Όπως ζεις, διαβάζεις. «Για να μάθουμε να γράφουμε», είπε κάποτε ο Ντεμπόρ, «χρειάζεται να έχουμε διαβάσει και για να μάθουμε να διαβάζουμε χρειάζεται να μάθουμε να ζούμε». Αυτό δεν έχει φυσικά καμία σχέση με το να έχουμε «διαβάσει πολύ» (δηλαδή να έχουμε ξεχάσει πολύ). Κάθε άλλο. Να μάθουμε να ζούμε δεν σημαίνει να κινούμαστε για να αποδείξουμε ότι υπάρχουμε. Είναι απλώς ένα ζήτημα παρουσίας καθεαυτής, την οποία η κοινωνία σας ζητάει διαρκώς να απαρνηθείτε (να διαβάζεις σημαίνει να συγκεντρώνεις, να συλλέγεις, εσάς σας προσκαλούν να διαλυθείτε μετά από τις μεγάλες λειτουργίες της υπνωτικής ευχαριστίας).
Ο Νίτσε, αυτό το μεγαλοφυές αυτί, παρατηρούσε ήδη ότι η πλέον οξυδερκής τέχνη ήταν «χαραμισμένη σαν να απευθυνόταν σε κουφούς». «Να λαθεύεις για το τέμπο μιας φράσης, έλεγε, «ισοδυναμεί με το να λαθεύεις για το νόημά της». Τέμπο, τύμπανο: να μάθουμε να ζούμε, να μάθουμε να ακούμε, να μάθουμε να μιλάμε, να μάθουμε να διαβάζουμε. Τίποτα δεν είναι πιο αφόρητο από το ότι η μηχανή καταστροφής της σκέψης γίνεται χρέος που πρέπει να διαδοθεί ως πίστη: όλος ο κόσμος θα μπορούσε να γράφει. Αλλά βλέπουμε το αποτέλεσμα.

Ένας ήρωας της ανάγνωσης; Ναι, ο Λονί Λαμπέρ, αυτή η ελαφρώς παραλλαγμένη αυτοπροσωπογραφία του Μπαλζάκ: «Συχνά, επιβιβαζόμενος πάνω σε μια λέξη, πραγματοποίησα απολαυστικά ταξίδια μέσα στις αβύσσους του παρελθόντος, όπως το έντομο που καθισμένο πάνω σε ένα χορταράκι, πλέει όπου το πηγαίνει ένα ποτάμι. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, έφτανα στη Ρώμη και διέσχιζα την έκταση της σύγχρονης εποχής. Τι ωραίο βιβλίο θα συνέθετε κανείς, αφηγούμενος τη ζωή και τις περιπέτειες μιας λέξης;

Αναμφίβολα, η λέξη αυτή δέχτηκε διάφορες εντυπώσεις των γεγονότων τα οποία υπηρέτησε. Ανάλογα με τους τόπους ζωντάνεψε διαφορετικές ιδέες. Αλλά δεν είναι εξίσου σπουδαία, αν την εξετάσουμε από την τριπλή σκοπιά της ψυχής, του σώματος και της κίνησης; Εξετάζοντάς την, κάνοντας αφαίρεση από τις λειτουργίες της, τα αποτελέσματά της και τις πράξεις της, δε βρίσκουμε κάτι που μας ρίχνει σε ένα ωκεανό σκέψεων; Οι περισσότερες σκέψεις δεν χρωματίζονται από την ιδέα που εξωτερικεύουν; Σε ποια μεγαλοφυΐα της χρωστάμε; Αν χρειάζεται μεγάλη ευφυΐα για να δημιουργήσει κανείς μια λέξη, ποια ηλικία έχει λοιπόν ο ανθρώπινος λόγος; Η σύνδεση των γραμμάτων, οι μορφές τους, η φυσιογνωμία που αυτά δίνουν σε μια λέξη, σχεδιάζουν ακριβώς, ανάλογα με το χαρακτήρα κάθε λαού, άγνωστες υπάρξεις, των οποίων η ανάμνηση βρίσκεται μέσα μας». Και αυτό: «Όταν αφιέρωνε έτσι όλες του τις δυνάμεις σε μιαν ανάγνωση, έχανε κατά κάποιον τρόπο τη συνείδηση της φυσικής του ζωής και δεν υπήρχε πλέον παρά μέσα από το παντοδύναμο παιχνίδι των εσωτερικών του οργάνων, των οποίων η δυνατότητα επεκτεινόταν υπέρμετρα: σύμφωνα με την έκφραση του, άφηνε πίσω του το διάστημα».

Η ανάγνωση ζήτημα μεταφυσικό, επειδή είναι εξ ολοκλήρου φυσικό; Μα ναι. Εν αρχή ην ο λόγος, η φωνή κραυγάζει στην έρημο, το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι. Αλλά το σκοτάδι, αυτό δεν επιθυμεί το φως.


[ΠΗΓΗ: Φιλίπ Σολέρς - Δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Monde στις 21 Ιουλίου 1995. Ο Φιλίπ Σολέρς είναι λογοτέχνης και δοκιμιογράφος. Το 1960 δημιούργησε και διηύθυνε την περιοδική επιθεώρηση Tel Quel. Από το 1963 διευθύνει την περιοδική επιθεώρηση L’ infini. Μεταφράστηκε από τον Θανάση Γιαλκέτση και εκδόθηκε από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Η ανάγνωση και η φωνή της]