Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Δυο μέρες, μια νύχτα: μια συγκλονιστική ταινία για τα παρελκόμενα της οικονομικής κρίσης.

 «Έλα στη θέση μου»:  η φράση επαναλαμβάνεται συνεχώς από την απελπισμένη ηρωίδα της ταινίας ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ, ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ. Ζητάει μέσα στα σπίτια των άλλων το δυσκολότερο πράγμα του κόσμου. Η ενσυναίσθηση, αυτό το είδος της βαθιάς επικοινωνίας με τον άλλον, είναι το διδακτορικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ακόμα και αν έχεις φάει ένα κάρο χαστούκια δεν είναι σίγουρο ότι θα νιώσεις τον πόνο του διπλανού σου. Μάλλον είναι ένα μίγμα βιωμάτων, γνώσης του κόσμου, ευφυΐας και προσωπικής αναζήτησης που σε οδηγεί εκεί. Και πηγαίνουν ελάχιστοι. Υπόβαθρο όλων αυτών είναι οι μεθοδεύσεις της εξουσίας των αφεντικών, που βάζουν τους εργάτες-υπαλλήλους να «σφάζονται» μεταξύ τους, νίπτοντας τας χείρας. Η πράξη δείχνει πως δεν είναι οι μισθοί και οι συντάξεις που καθηλώνουν την ανάπτυξη και οδηγούν στην κρίση. Συνήθως είναι η απληστία και η διαβόητη «αέναη κερδοφορία», ένας μύθος που γεννήθηκε και συντερείται από την παγκοσμιοποίηση των αγορών, οι οποίες στηρίζονται σε καταναλωτικές κοινωνίες. Τo ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ, είναι μία ταινία – σπουδή στην σύγχρονη Ευρωπαϊκή κοινωνία και τους ανθρώπους της. Διέξοδός είναι η απεμπόληση του καταναλωτικού προτύπου και η επιστροφή στο φυσικό άνθρωπο. Φτωχός δεν είναι αυτός που έχει λίγα αλλά αυτός που επιζητά όλο και περισσότερα, που επιθυμεί κι άλλα κι άλλα, δίχως τέλος.


Το story της ταινίας:
Παρασκευή μεσημέρι κι ένα τηλεφώνημα σηκώνει την ξαπλωμένη στον καναπέ Σάντρα, γνωστο­ποιώντας της πως η εργοδοσία του εργοστασίου όπου δουλεύει αποφάσισε να κάνει περικοπές κι έχει θέσει τους 16 συναδέλφους της μπροστά στο εξής δίλημμα: για να μην απολυθεί η Σάντρα, η οποία κάνει χρήση της αναρρωτικής της άδειας λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, θα πρέπει να αποποιηθούν όλοι το ετήσιο μπόνους τους. Όπως την πληροφορεί η φίλη της Ζιλιέτ, σε μια πρώτη ψηφοφορία 14 από τους 16 επέλεξαν να κρατήσουν τα 1.000 ευρώ που αντιστοιχούν στον καθέναν. Υπάρχει όμως η δυνατότητα για μια δεύτερη, τελική και μυστική ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η οποία μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα. 

Αρχικά απρόθυμη και φοβισμένη, η Σαντρά πείθεται τελικά να επισκεφθεί τους συναδέλφους τους μέσα στο σαββατοκύριακο και να τους κάνει να αλλάξουν γνώμη. Σε ένα δεκάλεπτο οι Νταρντέν μας έχουν συστήσει τη βασική ηρωίδα τους, μια καταθλιπτική εργαζόμενη­ μητέρα, και μας έχουν ρίξει κατευθείαν στα βαθιά, σε έναν απελπισμένο αγώνα ενάντια στο χρόνο­. Το βασικό σεναριακό δίλημμα μοιά­ζει σχεδόν απλοϊκό, αλλά το βελγικό σκηνοθετικό δίδυμο το μετατρέπει δεξιοτεχνικά σε δραματικό σημείο εκκίνησης ενός αγωνιώδους θρίλερ, το οποίο δεν ενδίδει ούτε στιγμή στους πειρασμούς του μελοδράματος και του καταγγελτικού διδακτισμού. Αφενός διότι προσεγγίζει το θεμελιακό οικονομικό/ψυχολογικό πρόβλημα με πολιτικό, καθαρά διαλεκτικό τρόπο, τοποθετώντας το στο επίπεδο των κοινωνικών δομών και των ταξικών αντιθέσεων, και αφετέρου διότι δεν αντιμετωπίζει τους εργάτες ως κοινωνιολογικά δείγματα ή δραματουργικά σχήματα, αλλά ως αληθινούς κινηματογραφικούς ήρωες με υπαρκτές ανάγκες, εσωτερικές αντιφάσεις και απρόβλεπτες, διαφορετικές συμπεριφορές.
Η πολιτική ματιά των Νταρντέν στον κόσμο της Σάντρα είναι σαφέστατη και ταυτόχρονα διακριτική. Κάθε νέα συνάντηση της ηρωίδας με έναν συνάδελφο δίνει και μια καινούργια προοπτική στο πρόβλημα, το οποίο από τη μία είναι ξεκάθαρο πως έχει μετατεθεί­ από τους «επάνω» στους «κάτω­» και από την άλλη διογκώνεται και γίνεται αδιέξοδο, διότι οι τελευταίοι, διασπασμένοι και φοβισμένοι, αδυνατούν να το διαχειριστούν συλλογικά. Εξίσου καθαρή και αποκαλυπτική είναι και η κινηματογραφική ματιά των δύο δημιουργών, που περιγράφουν τον αγώνα επιβίωσης της Σάντρα (την οποία πρωτοσυναντάμε κοιμισμένη) ως μια διαδρομή αφύπνισης και σταδιακής ανάκτησης της αξιο­πρέπειάς της. Γι’ αυτό και παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής η αφήγηση ολοένα σφίγγει κι επιταχύνεται, το σασπένς κορυφώνεται και η συγκίνηση αποκτά κατακλυσμιαίες διαστάσεις όταν στο τέλος, και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, η Σάντρα (μια αφοπλιστικά λιτή Μαριόν Κοτιγιάρ ) καταλαβαίνει πως όσο ισχύει το «ο καθένας για τον εαυτό του» θα ισχύει και το «και ο θεός εναντίον όλων». 
Δομημένο σαν ένα θρίλερ, με τις ώρες να μετράνε αντίστροφα για την ηρωίδα και τον θεατή, οι Νταρντέν ακολουθούν τη Σάντρα καθώς αυτή θα πρέπει να συναντήσει έναν - έναν τους συναδέλφους της και να τους πείσει να μην ψηφίσουν υπέρ της απόλυσής της, πριν ξημερώσει η Δευτέρα.
Περισσότερο και από τον κοινωνικό χάρτη μιας χώρας (και μιας Ευρώπης;) όπου άνθρωποι της εργατικής τάξης προσπαθούν να αντέξουν σε ένα χωρίς ηθική πλέον εργασιακό περιβάλλον, το «Δύο Μέρες, Μια Νύχτα» ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς αντιδρά ένας «συνάδελφος» απέναντι στην έκκληση μιας «συναδέλφου» που του ζητάει να αρνηθεί τα έξτρα χρήματα που του προσφέρονται ως μπόνους.
Με αφορμή αυτό το τόσο απλό αλλά ταυτόχρονα επώδυνο για όλους τους εμπλεκόμενους δίλημμα, κάθε συνάντηση της Σάντρα είναι και μια μικρή αποκάλυψη. Άλλοτε αμήχανη, άλλοτε συγκινητική, άλλοτε αστεία, άλλοτε σκληρή καθώς οι έννοιες της αλληλεγγύης, του οίκτου και της επιβίωσης δοκιμάζονται ξανά και ξανά σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή που θυμίζει ένα συναισθηματικό rollercoaster που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα.
Σχεδόν όπως η ίδια η κεντρική ηρωίδα του που, έχοντας μόλις ξεπεράσει ένα βαρύ ιστορικό κατάθλιψης, προσπαθεί να πιστέψει στον εαυτό της και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, την ίδια της την ύπαρξη, βρίσκοντας την ανάσα της κάθε φορά που τη χάνει μπροστά σε έναν κόσμο... χωρίς καρδιά.

Στοχασμοί για τα βασικά θέματα που θέτει η ταινία των αδερφών Νταρντέν «Δυο μέρες, Μια νύχτα»

Το χρήμα σπάει και τους πιο δυνατούς δεσμούς
Τίποτα σαν την σκηνή με τον γιο που πλακώνει στο ξύλο τον πατέρα για μια χούφτα ευρώ. Το χρήμα υπονομεύει και τις πιο δυνατές σχέσεις. Οι αδερφοί Νταρντέν, όπως και στη Ροζέτα, αποτυπώνουν την πραγματικότητα ωμά χωρίς γλυκανάλατους συναισθηματισμούς.  
Μην περιμένεις ότι αυτός που έχει δύο θα καταλάβει εσένα που δεν έχεις κανένα.
Παρατηρήστε την σκληρότητα με την οποία φέρονται αυτοί που και το μπόνους θέλουν να κρατήσουν, και την δεύτερη μαύρη εργασία και δεν δίνουν δεκάρα για το αν θα χάσει την δουλειά της. Οι χοντρόπετσοι είναι αυτοί που έχουν τα περισσότερα.  
Τον πιο ευαίσθητο τον συναντάς σε μέρη που δεν περιμένεις
Η αγαπημένη μου σκηνή είναι εκείνη στο γήπεδο, όπου ο ήρωας σταματά την προπόνηση και ξεσπάει σε κλάματα, όταν καταλαβαίνει το πώς έχει φερθεί. Καμία αντίδραση μέσα στις οικογενειακές εστίες δεν συγκρίνεται με αυτή.
Γινόμαστε καλύτεροι όταν γνωρίσουμε το καλό πρόσωπο των άλλων;

Αισιόδοξο το φινάλε όμως μην το πάρουμε και ως δεδομένο. Η αχαριστία παραμονεύει στην γωνία ακόμα και προς αυτούς από τους οποίους έχει ευεργετηθεί. Ίσως περισσότερο σε αυτούς.