Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Η Δημοκρατία σε δοκιμασία: διαδικασίες ολιγαρχικής οπισθοδρόμησης

Ένας στοχασμός για την κατάσταση της υγείας της δημοκρατίας σήμερα δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο: ο βαθμός αξιοπιστίας, δηλαδή η εμπιστοσύνη που τρέφουν οι πολίτες στους παραδοσιακούς θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, πέφτει κάθε χρόνο όλο και πιο χαμηλά. Κατά τη γνώμη μου, αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τις πολλαπλές χαοτικές διαστάσεις των σύγχρονων πολιτικών μεταβολών, η πρώτη πλευρά που πρέπει να υπογραμμιστεί (και που αποτελεί σίγουρα μιαν από τις βαθύτερες αιτίες της πολιτικής απάθειας και της δυσαρέσκειας) είναι εκείνη που θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως διαδικασία ολιγαρχικής οπισθοδρόμησης της δημοκρατίας. Εννοώ τη διαδικασία μετατόπισης προς τα πάνω των σημαντικών κέντρων απόφασης, εξαιτίας της οποίας οι πολιτικές αποφάσεις δεν παίρνονται σε χώρους ευρείς και ανοιχτούς στη συμμετοχή των πολιτών, αλλά σε τόπους στους οποίους διαθέτουν πρόσβαση μόνον περιορισμένες ολιγαρχικές ομάδες


Για να περιγράψουμε σχηματικά το φαινόμενο, μπορούμε να θυμίσουμε τις ακόλουθες όψεις του: α) Αποδυνάμωση του ρόλου του κοινοβουλίου προς όφελος της εκτελεστικής εξουσίας, συνδεδεμένη με τη συγκέντρωση των κυβερνητικών εξουσιών στο πρόσωπο του ηγέτη (με παράλληλη διάδοση «προεδρικών» ιδεολογιών). β) Απαγκίστρωση και απέκδυση της ευθύνης των εκλεγμένων απέναντι στους εκλογείς, που στην Ιταλία φτάνει ως την επιβολή προκαθορισμένων υποψηφίων και οδηγεί στη συγκρότηση των αντιπροσώπων σε διαχωρισμένη «κάστα».

Όπως διδάσκει όμως κάθε ρεαλιστική αντίληψη της πολιτικής, τα κοινά συμφέροντα της κάστας και τα ατομικά συμφέροντα των μελών της που βρίσκονται στην εξουσία θα τείνουν πάντοτε να υπερισχύουν σε σχέση με τη δέσμευση για αντιπροσώπευση της βούλησης των εκλογέων. γ) Άδειασμα από κάθε περιεχόμενο της εσωτερικής συζήτησης στα κόμματα και όλο και πιο έντονη μετατροπή τους σε εργαλεία στην υπηρεσία του ηγέτη. Στην ουσία, η τάση φαίνεται να είναι εκείνη μιας πλήρους αποδυνάμωσης των πολιτών σε σχέση με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους, της βάσης του κόμματος σε σχέση με τον ηγέτη, των μελών του κοινοβουλίου σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, της ίδιας της εκτελεστικής εξουσίας σε σχέση με τον πρωθυπουργό. Οι τόποι απόφασης που είναι περισσότερο ανοιχτοί στη συμμετοχή αδειάζουν βαθμιαία προς όφελος μιας όλο και πιο έντονης συγκέντρωσης των αποφάσεων στην κορυφή. Και ευρεία πεδία αποφάσεων αφαιρούνται από την ίδια την εκτελεστική εξουσία, για να αποδοθούν σε διάφορους τύπους υπερεθνικών οργανισμών «τεχνικού» χαρακτήρα. Γενικά αυτή η μετατόπιση των εξουσιών απόφασης προς τα πάνω περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα των πολιτών να ασκούν ουσιαστική επιρροή στις πολιτικές επιλογές. […]

Υπάρχει όμως και ένας άλλος θεμελιώδης παράγοντας, στον οποίο κατά τη γνώμη μου είναι αναγκαίο να σταθούμε, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κρίση εμπιστοσύνης που πλήττει πολλές σύγχρονες δημοκρατίες: το πρόβλημα είναι ότι έχει ουσιαστικά διαρραγεί η αντιστοιχία μεταξύ των δημοκρατικά αντιμαχόμενων δυνάμεων με βάση τη διαχωριστική γραμμή Δεξιά/Αριστερά και των συσπειρώσεων των τάξεων και των κοινωνικών ομάδων.

Αυτή η αντιστοιχία ήταν ένας από τους βασικούς κρίκους μέσα από τους οποίους περνούσε η αντιπροσώπευση των συμφερόντων, κυρίως των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων, των οποίων η Αριστερά αποτελούσε τον «φυσικό» συνομιλητή. Και το γεγονός ότι η Αριστερά έχει ήδη ουσιαστικά αποδυναμωθεί αφήνει χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση ορισμένους κοινωνικούς τομείς, στους οποίους η Αριστερά είχε πετύχει στο παρελθόν τις δικές της συναινέσεις (από τους βιομηχανικούς εργάτες ως τους κατοίκους των αστικών περιφερειών).

Το ίδιο ζήτημα μπορεί να εξεταστεί και από μιαν άλλη οπτική γωνία. Κατά τη γνώμη μου, κρίση της δημοκρατίας και κρίση της πολιτικής Αριστεράς δεν μπορούν να διαχωριστούν. Ο λόγος είναι πολύ απλός: η Αριστερά δεν είναι μόνο μια πολιτική παράταξη του δημοκρατικού παιχνιδιού, στην οποία αντιπαρατίθεται συμμετρικά μια άλλη παράταξη, δηλαδή η Δεξιά. Η Αριστερά είναι μάλλον η πολιτική παράταξη που πιστεύει στον αποφασιστικό και θετικό ρόλο της πολιτικής. Ενώ η φιλελεύθερη ή συντηρητική Δεξιά είναι γενικά η πολιτική παράταξη που υποτιμά την πολιτική, επειδή ουσιαστικά τη βλέπει σαν αναγκαίο κακό που πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό. Επομένως, κρίση της δημοκρατικής πολιτικής και κρίση της Αριστεράς συμβαδίζουν.
Και η κρίση της Αριστεράς έγκειται ουσιαστικά στο γεγονός ότι αυτή δεν κατορθώνει πλέον να εκπληρώνει εκείνο που ήταν πάντοτε το ιστορικό της καθήκον, δηλαδή να αντιπροσωπεύει τη διαμαρτυρία και τη δυσαρέσκεια των υποτελών στρωμάτων της κοινωνίας, συνδέοντάς την με τους πιο ανοιχτούς ή ανερχόμενους τομείς των διανοητικών ελίτ και όχι μόνον.

Αυτή η διαδικασία όμως δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την άλλη μεγάλη τάση που σημάδεψε τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή την αυξανόμενη αδυναμία των εθνικών δημοκρατικών πεδίων δράσης να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που από πολλές απόψεις υπερβαίνουν την ικανότητα παρέμβασης των επιμέρους κρατών. Σε αυτό το σημείο αρκεί μια σύντομη νύξη, επειδή την τελευταία εικοσαετία το θέμα αυτό έχει βρεθεί στο επίκεντρο άπειρων συζητήσεων σχετικά με τις πολιτικές συνέπειες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε, επαναλαμβάνοντας τους διαφωτιστικούς στοχασμούς ενός από τους συγγραφείς που πρώτοι και με μεγαλύτερη προσοχή μελέτησαν αυτά τα θέματα, του Ντέιβιντ Χελντ, ότι οι πολιτικές κοινότητες δεν αποτελούν πλέον (αν ποτέ αποτελούσαν) «επαρκείς κόσμους», αλλά διαπερνιούνται αντίθετα από πολλές δυναμικές που υπερβαίνουν τα σύνορά τους και συνεπώς τείνουν να περιθωριοποιούν ή να αποδυναμώνουν τις ικανότητες ελέγχου των «εθνικών» δημοκρατικών εξουσιών.
Τη διακυβέρνηση των παγκόσμιων δυναμικών ανέλαβαν στην πράξη, πριν από την κρίση και ακόμη περισσότερο μετά από αυτήν, υπερεθνικοί οργανισμοί, που υπαγορεύουν στα κράτη τους κανόνες «ενάρετης» συμπεριφοράς, από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους τους από μέρους όσων ελέγχουν τις παγκόσμιες χρηματικές ροές.

Σε πολλά αποφασιστικά θέματα η δημοκρατική διαλεκτική φαίνεται επομένως να έχει «ανασταλεί», επειδή οι διάφορες παρατάξεις της Δεξιάς και της Αριστεράς μπορούν να εφαρμόζουν μόνον τις συνταγές που τους επιβάλλονται. Και αυτή είναι προφανώς άλλη μια από τις μεγάλες αιτίες της δυσπιστίας ή της αδιαφορίας που οι πολίτες καταλήγουν να νιώθουν για την πολιτική. Ακόμη και εκεί, όμως, που δεν έχουν χάσει ρητά τις εξουσίες τους, οι εθνικές δημοκρατίες αναμετριούνται με προβλήματα που ξεφεύγουν από τις ικανότητές τους για έλεγχο και διαχείριση: από τις μεταναστευτικές κινήσεις ως τις ροές της παγκόσμιας επικοινωνίας, από τα προβλήματα ενεργειακού εφοδιασμού ως τις ακαριαίες κινήσεις των κεφαλαίων, για να αναφέρουμε μερικά μόνον παραδείγματα.
Εξάλλου -αυτό είναι ίσως ακόμα σοβαρότερο-, δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν σε «εθνικό» επίπεδο εκείνες οι μεγάλες διαδικασίες που θα μπορούσαν να απειλήσουν ακόμα και την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου γένους: από την επίπτωση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο περιβάλλον και στο κλίμα ώς τις απρόβλεπτες και δυνητικά καταστροφικές συνέπειες που θα μπορούσαν να πυροδοτηθούν από τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις, οι οποίες από τη φύση τους είναι παγκόσμιες και δεν εγγράφονται μέσα σε εθνικά ρυθμιστικά πλαίσια. […]

[ΠΗΓΗ: Θανάσης Γιαλκέτσης, Εφημερίδα των Συντακτών]