Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

«Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι»



Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ.
Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ’ αγαπώ· δεν έχω άλλον.


Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.
Στο χώρο της ψυχικής υγείας συναντάμε πολλές φορές άτομα που έμαθαν –λανθασμένα και χωρίς να καταλάβουν πώς–, ότι αγάπη είναι να χτυπάς, και καταλήγουν να παντρεύονται κάποιους που τους χτυπούν προκειμένου να αισθανθούν ότι τους αγαπούν (πολλές κακοποιημένες γυναίκες υπήρξαν κακοποιημένες θυγατέρες).
Για αιώνες κακοποιούσαν ή πλήγωναν οι γονείς τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κάνουν για το καλό τους: «Εμένα με πονάει περισσότερο που πρέπει να σε δείρω», λένε συχνά οι γονείς. Και στα πέντε σου, δεν είσαι σε θέση να κρίνεις αν είναι ή δεν είναι πράγματι έτσι. Και προσαρμόζεσαι· αλλάζεις συμπεριφορά. Και εξακολουθείς, πολλές φορές, να τρως ξύλο και να το θεωρείς ωφέλιμο.

Όταν δούλευα με εξαρτημένους, την εποχή που έκανα ειδικότητα στην ψυχιατρική, παρακολουθούσα μια γυναίκα που είχε πατέρα αλκοολικά και παντρεύτηκε με τη σειρά της έναν αλκοολικό άντρα. Τη γνώρισα στην κλινική όπου ο άντρας της ήταν εσωτερικός ασθενής. Επί χρόνια συνόδευε τον σύζυγό της στις ομάδες Ανώνυμων Αλκοολικών στην προσπάθεια να ξεπεράσει τον εθισμό του, από τον οποίο έπασχε για πάνω από δώδεκα χρόνια. Τελικά, εκείνος κατάφερε να απέχει από το αλκοόλ επί είκοσι τέσσερις μήνες. Τότε ήρθε η γυναίκα του για να μου πει ότι, μετά από δεκαέξι χρόνια γάμου, ένιωθε ότι η αποστολή της είχε λήξει η υγεία του συζύγου της είχε αποκατασταθεί… Εγώ, τότε που ήμουν είκοσι επτά χρόνων και νεοδιορισμένος γιατρός, ερμήνευσα ότι, στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελε ήταν να θεραπεύσει τον πατέρα της αντικαθιστώντας τη θεραπεία του πατέρα με αυτή του συζύγου. Εκείνη είπε: «Μπορεί, τώρα πάντως δεν με συνδέει τίποτα με τον σύζυγό μου. Υπέφερα πολύ από τον αλκοολισμό του, αλλά έμεινα κοντά του για να μην τον εγκαταλείψω στη μέση της θεραπείας τώρα όμως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια γι’ αυτόν». Πράγματι, χώρισαν. Ένα χρόνο αργότερα, τελείως τυχαία, κάπου αλλού συναντηθήκαμε με τη γυναίκα αυτή που είχε κάνει μια καινούργια σχέση. Είχε ξαναπαντρευτεί… έναν άντρα επίσης αλκοολικό.

Οι ιστορίες αυτές, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε με τη λογική, έχουν να κάνουν με τον τρόπο που κουβαλάει κανείς μέσα του δικά του άλυτα θέματα· με το πώς αντιλαμβάνεται την αγάπη.

Το Σ’ ΑΓΑΠΩ και ΣΟΥ ΔΕΙΧΝΩ ΟΤΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ μπορεί να είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά για μένα και για σένα. Και εδώ, όπως και σε όλα τα θέματα, μπορεί να διαφωνήσουμε ριζικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ένας από τους δύο κάνει αναγκαστικά λάθος.

Παραδείγματος χάριν: ξέρω πως η μαμά μου μπορεί να σου δείχνει ότι σ’ αγαπάει με διάφορους τρόπους, όπως όταν είσαι σε καλεί στο σπίτι και φτιάχνει τα φαγητά που σου αρέσουν. Αν λοιπόν, για τη μέρα που σ’ έχει καλέσει, έχει ετοιμάσει δύο ή και τρία από εκείνα τα υπέροχα αραβικά φαγητά που για να τα φτιάξει χρειάστηκε να περάσουν πεντ’-έξι μέρες στην κουζίνα ζυμώνοντας, ξεφλουδίζοντας, τεμαχίζοντας και βράζοντας τα υλικά, αυτό για τη μαμά μου σημαίνει ότι σ’ αγαπάει. Και αν δεν έχεις μάθει να ερμηνεύεις αυτόν τον τρόπο έκφρασης, μπορεί να μην καταλάβεις ότι γι’ αυτήν είναι το ίδιο σαν να λέει σ’ αγαπώ. Αυτό σημαίνει ότι είναι εκδηλωτική; Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, είναι ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ τρόπος να λέει σ’ αγαπώ. Αν δεν μάθω να διαβάζω το μήνυμα που εκφράζουν έμμεσα αυτές οι κινήσεις, δεν θα μπορέσω ποτέ να αποκωδικοποιήσω το μήνυμα που εκφράζει ο άλλος. (Μια φορά την εβδομάδα, ΟΤΑΝ ΖΥΓΙΖΟΜΑΙ, επιβεβαιώνω πόσο πολύ μ’ αγαπούσε η μαμά μου, και πόσο καλά αποκωδικοποίησα το μήνυμά της!)

Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, σου αφιερώνει ένα μέρος της ζωής, του χρόνου και του ενδιαφέροντός του.
Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, οι πράξεις του σου λένε καθαρά πόσο πολύ νοιάζεται για σένα.
Μπορεί ν’ αποφασίσω να κάνω κάτι που θέλεις, με τη φαντασίωση ότι θα καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ. Κάποια φορά μπορεί να το κάνω, άλλοτε μπορεί και όχι. Αν και δεν μου αρέσει, μπορεί να σηκωθώ από τα χαράματα της 13ης Δεκεμβρίου, να στολίσω το σπίτι και να ετοιμάσω το πρωινό γεμίζοντας τους τοίχους με αφίσες και το κρεβάτι με δώρα, και για το βράδυ να έχω καλέσει ένα σωρό κόσμο… Ξέροντας πόσο σε συγκινεί, είναι πιθανό κάποια φορά να το δεις να γίνεται, αν έχω διάθεση. Αν, όμως, επιβάλλεται να κάνω το ίδιο κάθε χρόνο, κι εγώ το επαναλαμβάνω μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσω… μην έχεις και την απαίτηση να το απολαμβάνω. Γιατί, αν δεν είναι κάτι που κι εγώ θέλω από μόνος μου, ίσως είναι καλύτερο και για τους δυο μας να μη το κάνω καθόλου.
Βέβαια, αν εγώ δεν έχω ποτέ διάθεση να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε και τίποτ’ απ’ αυτά που ξέρω ότι σου αρέσουν, τότε κάτι συμβαίνει.
Με τη συμβίωση, θα μπορούσα να μάθω να χαίρομαι με την ψυχική ικανοποίηση που σου προσφέρω, έτσι όπως εσύ το προτιμάς. Και πράγματι, έτσι γίνεται. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με ορισμένες απόψεις που λίγο-πολύ δέχονται όλοι, απόψεις που φαίνονται να είναι αντίθετες με αυτό που μόλις είπα, και με τις οποίες, ασφαλώς, δεν συμφωνώ.

Μιλάω συγκεκριμένα για τις θυσίες στην αγάπη.
Μερικές φορές ο κόσμος θέλει να με πείσει ότι πέρα από την ιδέα τού να είναι κανείς ευτυχισμένος, σημαντικές σχέσεις είναι εκείνες όπου ο ένας είναι ικανός να θυσιάζεται για τον άλλον. Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν πιστεύω ότι η αγάπη είναι χώρος θυσίας. Δεν πιστεύω ότι όταν θυσιάζεται κανείς για τον άλλον, αυτό αποτελεί εγγύηση αγάπης, και ακόμη λιγότερο, ότι η θυσία αποδεικνύει την αγάπη μου για τον άλλο. 

Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που εγγυάται την ικανότητα να χαιρόμαστε πράγματα μαζί, κι όχι ένα μέτρο για το πόσο είμαι διατεθειμένος να υποφέρω για σένα, ή πόσο είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό.

Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο της αγάπης μας δεν το καθορίζει ο πόνος που μπορεί να μοιραστούμε – έστω κι αν αυτό αποτελεί μέρος της ζωής. Η αγάπη μας μετριέται και δυναμώνει ανάλογα με το πόσο ικανοί είμαστε να περπατάμε μαζί σ’ αυτόν τον δρόμο, να απολαμβάνουμε κάθε βήμα όσο γίνεται περισσότερο, και να αυξάνουμε την ικανότητα μας να χαιρόμαστε ακριβώς αυτό: το ότι είμαστε μαζί.

…Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σου λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μία από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής. «Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος. «Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη. «Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…» «Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…» «Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί». «Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου». «Σε παρακαλόυμε» ικετεύουν, «πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…» Ο μάγος τούς κοιτάζει και συγκινείται που βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη. «Υπάρχει κάτι…» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά  δεν ξέρω… είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες» «Δεν μας πειράζει» λένε κι οι δύο. «Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος. «Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;» Η νεαρή κοπέλα συγγατανεύει σιωπηλά. «Κι εσύ, Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή να βρεις τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να το τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο… Πηγαίνετε τώρα»

Οι δύο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο… Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δύο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα που περιέχει το πουλί που τους ζητήθηκε. Ο μάγος τούς λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στον γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα· χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος. «Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε… Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. «Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;» «Όχι» λέει ο γέρος. «Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» προτείνει η νεαρή. «Όχι» ξαναλέει ο γέρος. «Κάντε ό,τι σας λέω: Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν· να πετάξουν ελεύθερα»! Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά. Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου μέχρι που πληγώνονται. «Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα.
 
Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.

[ΠΗΓΗ: Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο δρόμος της συνάντησης», ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ, του Χόρχε Μπουκάι, εκδόσεις opera/animus]

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Ο άνθρωπος είναι το κλειδί της ανάπτυξης του πολιτισμού (και όχι η μεγιστοποίηση του κέρδους με κάθε μέσο)



Ζούμε σε μια εποχή όπου κανένας δεν είναι ευχαριστημένος από την κοινωνική και τη διεθνή οργάνωση· μια εποχή γεμάτη αναταραχή, οικονομικής ανέχειας, οδυνηρών συμβάντων και απαισιοδοξίας. Ωστόσο, στις παρυφές της σκέψης μας υπάρχει η ελπίδα πως η κατάσταση αυτή θ’ αλλάξει, περιμένοντας γεμάτοι ανησυχία αυτή που θα τη διαδεχθεί. Στο μεταξύ ο καθένας φτιάχνει με τη σκέψη του, κατά τα γούστα του, τα σχέδια της διάδοχης κατάστασης, δηλαδή μια ουτοπία. Μα όσο κι αν υποστηρίζεται πως η κοινωνία μοιραία προχωρεί σε ανώτερες συνθέσεις, καμιά βελτιωτική τάση δεν ντύθηκε την πραγματικότητα χωρίς την ανθρώπινη δυναμική· τη δυναμική, όμως, που δεν επηρεάζεται, δεν εξαρτάται και διαφοροποιείται από τα κακώς κείμενα, και δεν ζυγίζεται στη λιποβαρή ζυγαριά των προκαταλήψεων, δηλ. την προσαρμογή της σκέψης σύμφωνα με τ’ ανθρώπινα ιδανικά.


Ένα μέρος της ουσιαστικής αξίας των ιδανικών της κοινωνίας των ανθρώπων βρίσκεται σ’ αυτήν την υπόθεση της απελευθέρωσης, σ’ αυτόν το σεβασμό της ανθρώπινης ελευθερίας, σ’ αυτήν την αδιάκοπη ανάγκη της φύσης μας να λύνει τα δεσμά της, σ’ αυτήν την ιδιότητα ν’ αντιστέκεται – να επιχειρεί, να επιμένει, να νικά. Άλλωστε, η δυναμική της προόδου ξεπηδά απ’ τις κοινωνίες όταν τα άτομα ελευθερώνονται από κάθε εμπόδιο και παρακινούνται στη σκέψη και στη δράση απ’ τις σχέσεις τους με άλλα άτομα. Έτσι ξεπήδησαν τα ελεύθερα πνεύματα, που δημιούργησαν τον αρχαίο ελληνικό και σύγχρονο πολιτισμό.

Οι άνθρωποι φροντίζουν πρώτα – πρώτα να ικανοποιήσουν τις ζωικές τους ανάγκες, ενώ όμως η φροντίδα για την τροφή σου είναι μια ασχολία υλική, η φροντίδα για την τροφή του άλλου είναι μια ασχολία πνευματική. Ας γυρίσουμε, μαζί με τον Ουέλς, τη ράχη στην καταθλιπτική ατομική μας ζωική ανάγκη, κι ας ρίξουμε το βλέμμα στον πιο καθαρό ορίζοντα, στις πιο καθαρές εκτάσεις αυτού που μπορεί να είναι, στην αντίληψη ενός κράτους – μιας κοινωνίας που αξίζει τον κόπο, στην προβολή επάνω στο τελάρο των ιδανικών μας την εικόνα μιας ζωής που μπορεί να υπάρξει και που αξίζει να τη ζήσει κανείς.

Οι σοφοί των παλιών καιρών ζητούσαν την ευτυχία. Όχι την ευτυχία του γείτονα, μα τη δική τους ευτυχία. Οι οραματιστές της εποχής μας πιστεύουν πως η ευτυχία όλων είναι η πηγή και της ατομικής ευτυχίας.

Η σύνθεση του εγωισμού και του αλτρουισμού δεν είναι μόνο το ζητούμενο των οραματιστών. Αποτελεί εσωτερική ανάγκη το ξεχείλισμα του ατομισμού στους άλλους. Μπορεί κάποιοι να σταματούν μπροστά στην αιώνια αντίθεση του εγώ και του εσύ, του δικού μου και του δικού σου, του ατομικού και του γενικού συμφέροντος. Μα η ζωντανή φύση δεν σταματά σ’ αυτήν την ξεκομμένη διαίρεση. Η ατομική ζωή απλώνεται στους άλλους, γιατί είναι γόνιμη. Είναι ανάγκη του ατόμου να συνδεθεί μ’ ένα άλλο άτομο, έτσι που αυτό το άλλο να γίνει μια κατάσταση της ύπαρξής του. Η ζωή, όπως και η φωτιά, διατηρείται μόνο όσο απλώνεται. Είναι αδύνατον να κλείσεις μέσα σου τη ζωή, όπως και τη φωτιά. Έγινε για ν’ ακτινοβολεί.
Η επιδίωξη του προσωπικού κέρδους είναι ένα ουσιαστικό αντικείμενο της ανθρώπινης ύπαρξης, μα η ζωή μπορεί ν’ απλωθεί πολύ πλατύτερα. Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του δυνατότητες που ξεπερνούν πολύ τις απόλυτες ανάγκες του. Είναι άξιος για αίσθημα και για δράση χωρίς συμφέρον, που συχνά εκδηλώνεται για μια πατρίδα, για μια τέχνη κ.λπ. Όσο λοιπόν η συμφωνία των θελήσεων καταστρέφει την ατομική αιτίαση και καταργεί κάθε επιφανειακή τάση των επιθυμιών, η ιστορία της ζωής πηδά σε μια καινούρια φάση, τη φάση μιας κοινής ανθρώπινης συνείδησης και μιας κοινής θέλησης.
Βέβαια το ιδανικό της αποχής από την άλογη σύγκρουση των ατομικών συμφερόντων και της τυχαίας κατανάλωσης της ατομικής προσπάθειας χρειάζεται και το κατάλληλο ηθικό κλίμα. Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να καλυτερέψει, αν το κράτος και η κοινωνία δεν επιδιώκουν ηθικούς σκοπούς.
Είναι αλήθεια πως η πλειονότητα των πολιτικών ακολουθεί τη σχολή του Θρασύμαχου και νομίζει πως η άσκηση της εξουσίας σημαίνει εξασφάλιση πλεονεκτημάτων γι ’αυτόν που την ασκεί, επομένως και καταπίεση γι ’αυτούς που εξουσιάζει· αποβλέπουν στην άμεση πολιτική επικράτησή τους, συνήθως σύμφωνα με τα συμφέροντα που αντιπροσωπεύουν ή που επικρατούν στα παρασκήνια. Την τάση αυτή των πολιτικών δέχεται κι ένα μεγάλο μέρος των πολιτών· γιατί έτσι βρίσκουν αφορμή να ξεφύγουν από την ανία της μετριότητάς τους, κι ακόμα να παίξουν κάποιο ρόλο, ανάλογο μ’ εκείνον που θυμούνται από τις οικογενειακές τους παραδόσεις… Παρατηρώντας τη σημερινή κατάσταση του πολιτισμού μας διακρίνουμε αυτή τη μετριότητα, διότι μια κοινωνία απ’ όπου λείπει η ηθική δημιουργεί ανθρώπους χωρίς προσωπικότητα και επομένως χωρίς χαραχτήρα.

Η σημασία της ιδέας του ανθρώπου ως κοινωνία μεγαλώνει σε κάθε ανάπτυξη της σύγχρονης σκέψης, η οποία επιμένοντας πιο ενεργητικά πάνω στη σημασία του μοναδικού της χαρακτήρα, κάνει αδιάκοπα πιο εντατική την αξία της ελευθερίας, ώσπου τελικά ν’ αρχίζουμε να βλέπουμε πως  η ατομικότητα που απλώνεται στους άλλους είναι η ουσία της ζωής, πως είναι πραγματικά η ζωή και πως μόνο τ’ άψυχα πράγματα, αυτά που δεν έχουν να διαλέξουν, ζουν σε μια απόλυτη υποταγή. Να έχεις ελευθερία ζώντας ως κοινωνία είναι ο θρίαμβος της ύπαρξης· διότι ο άνθρωπος δεν είναι το πρόσωπο, είναι το γεγονός πριν απ’ αυτό και μετά τούτο

[ΠΗΓΗ: Μανώλης Μεσσήνης, Ο άνθρωπος είναι το κλειδί – αναρτήθηκε στη ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ: http://www.synek.gr/ ]

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Πρόταση για το θέμα της έκθεσης στις επικείμενες πανελλαδικές εξετάσεις



α] Η ΣΥΓΚΥΡΙΑ:
Ένας από τους πιο γνωστούς δημοσιογράφους της χώρας δηλώνει πως δε δέχεται ότι το ελληνικό κράτος είναι υπεύθυνο για την τραγωδία στο Φαρμακονήσι και για οποιονδήποτε «βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα Γενάρη μήνα». Λίγες μέρες μετά, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη δηλώνει ότι «η Ελλάδα έχει την ατυχία να υποδέχεται μετανάστες κακής ποιότητας από το Μπαγκλαντές και το Αφγανιστάν». 



β] Η ΠΡΟΤΑΣΗ:
Για να συμβαδίζουμε λοιπόν με την επικαιρότητα δημιουργική πρόταση για το θέμα της Έκθεσης τον Μάιο του 2014:
«Με αφορμή την επικαιρότητα, να συντάξετε μια επιστολή 500 λέξεων προς τον Υπουργό, κύριο Νικόλαο Δένδια, στην οποία: α) θα επισημαίνετε ότι η αντικοινωνικότητα των ρατσιστικών, ανεύθυνων και επικίνδυνων δημόσιων δηλώσεων εκ μέρους κρατικού εκπροσώπου και λειτουργού έρχεται σε πλήρη αντίφαση με όσα ανθρωπιστικού χαρακτήρα θέματα σας ζητούν να αναπτύξετε στην Έκθεση, και β) θα προτείνετε λύσεις για την άρση αυτής της αντίφασης»

γ] ΣΧΟΛΙΟ
Είμαστε τυχεροι, πάντως, που μέσα στους «τουρκόσπορους» του περασμένου αιώνα, στους β’ διαλογής θαλασσοδαρμένους πρόσφυγες από τη Φώκαια, ήταν και η γιαγιά μας, που μεγάλωσε τον μπαμπά μας, που μεγάλωσε εμάς, που σπουδάσαμε, και εν τέλει αξιωθήκαμε, ως δάσκαλοι, να έχουμε στην τάξη μας παιδιά άλλων β’ διαλογής μεταναστών, αυτών των «εγκληματιών» του ’90. Που μας έδωσαν το ψωμί, την εμπιστοσύνη και την αγάπη τους, και μπόρεσαν με τον ιδρώτα και το αίμα τους να βάλουν τα παιδιά τους στο Πανεπιστήμιο, να τα μορφώσουν, να τα κάνουν καλύτερα από δαύτους, καλύτερα κι από σένα και κι από μένα. 
Αυτά. Με αγανάκτηση, αποστροφή και περισσή αηδία [αφιερωμένο εξαιρετικά στον κ. Πρετεντέρη και στην ΑΝΑΤΡΟΠΗ του]

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Η γυναίκα στη διαφήμιση ως καταναλωτικό αγαθό (και όχι μόνο)

Η γυναίκα πλασάρεται πλέον αποκλειστικά και μόνο ως καταναλωτικό αγαθό. Στα περιοδικά ποικίλης ύλης είναι περασμένη στις θεματικές ενότητες μαζί με αυτοκίνητα ζώδια κλιματιστικά και ροζ αγγελίες τηλεφωνικού φακιρικού οργασμού. Στις διαφημίσεις είναι κρεμάστρα ρούχων ή χειρίστρια πλυντηρίου που την βρίσκει με απορρυπαντικά.


Είναι κοκέτα, νοικοκυρά ή θεούσα καμωμένη απ’ την επαίσχυντη αποχαλίνωση του χρήματος. Ακόμη κι η ομορφιά της στα θερμοκήπια του θεάματος καλλιεργεί τη ματαιοδοξία που γλιστρά στην κατανάλωση και το βόθρο του αντιερωτισμού. Όλα στημένα για το πανδαιμόνιο της δημόσιας εικόνας. Μιαν ολόκληρη βιομηχανία στημένη για να παραχαράξει τη φύση και να γεννήσει κέρδος και ηγεμόνες κοινωνικού ελέγχου. Η γυναίκα ήταν ο δημιουργός του Πολιτισμού και συγχρόνως το θύμα του. Η γυναίκα-θεά έχοντας μέσα της την αθανασία, τη μήτρα, κλήθηκε να επιλέγει με κριτήρια ενάντια στη φύση της τον άντρα και πατέρα των παιδιών της. Η γυναίκα είναι η αθάνατη θεά ενώ ο άντρας είναι ο θνητός επιβήτωρ. Στις ανέραστες θεολογίες ιουδαϊσμού, χριστιανισμού και ισλαμισμού οι θεές έχουν χαθεί από προσώπου γης… Μέσα σ’ αυτό το κατασκευασμένο θεολογικό διάστημα τού φόβου και της αμαρτίας η γυναικεία φύση δεν έχει πια τη θέση τής ενσάρκωσης τής θεϊκής ουσίας, αλλά εκείνου που είναι διαφορετικό από το θεϊκό, την ενσάρκωση τού αντι-θεϊκού και τού δαιμονικού. Η αποξένωση τού θεϊκού στη γυναικεία φύση επέφερε την απαξίωση της γυναίκας στα μάτια των αντρών που θεάται πλέον ως σκεύος ηδονής που διαφημίζει προϊόντα για να φέρνει φράγκα. Εξαιτίας αυτής της φθονερής αδικίας υποφέρουν άντρες και γυναίκες. Όταν η ιερότητα του θηλυκού δεν αναγνωρίζεται και δεν επιβεβαιώνεται η ανθρώπινη ύπαρξη απειλείται με αφανισμό. Μονάχα οι ερωτικοί ποιητές αυτού του κόσμου θέλουν να ξανακάνουν τη γυναίκα θεά και μούσα, έξω απ’ το μαγαρισμένο πολιτισμό και τις πλεκτάνες του. Οι ερωτικοί ποιητές επιδιώκουν μετά μανίας να καταργήσουν τη γραφειοκρατία της ποίησης, την δήθεν ποίηση της ήττας, τα απονενοημένα, τους σφετεριστές με τα αλκοολίκια τους, τους υπαλλήλους γραφιάδες που συνταγογραφούν αράδες αποδεκτού οργασμού. Οι ερωτικοί ποιητές δε βγάζουν λεφτά απ’ την ηδονή, δε διαφημίζουν τη γυναίκα ως αντλία σπέρματος ούτε ασθμαίνουν ως πείσμωνες γαμιάδες στα ενυδρεία της τσόντας. Δεν είναι κρυψίνοες, μυστικοπαθείς και μονογαμικοί τσαμπουκάδες. Κοινωνούν ψιχία λαγνείας τους αντιφρονούντες εραστές και μελίρρυτα άσματα τις ολισθηρές αβύσσους. Με ρωτούν ακόμα αν βγάζω λεφτά απ’ τα ποιήματα εγώ, το άσκοπο πλάσμα της δημιουργίας. Τους απαντώ πάντα με ποίηση:
Ρωτούν οι πονηροί τους ποιητές
αν βγάζουνε λεφτά απ’ τα ποιήματα.
Ρωτούν με κείνη την κρυφή αλαζονεία του νεόπλουτου
που τα ‘πιασε χοντρά πουλώντας το τομάρι του.
Ρωτούν, όλο ρωτούν.
Μα, βγάζουν άθλιε λεφτά οι εραστές από τον έρωτα!
οι μάνες όταν βυζαίνουν τα μωρά βγάζουν λεφτά!
όταν ρουφάν οι μέλισσες τη γύρη στους αγρούς
βγάζουν λεφτά;
Ρωτούν οι πονηροί. Όλο ρωτούν.
Μα δεν υποψιάζονται οι άθλιοι
πως γράφουμε αναπνέουμε καυλώνουμε γαμούμε δωρεάν
ως να μας καρφιτσώσει ο διάβολος στο πέτο του.
……………………………………………….
 [ΠΗΓΗ: Αντώνης Αντωνάκος, Η θεά στο super market – αναρτήθηκε στο ιστολόγιο ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ: dromos.wordpress.com/ ]