Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Ηλεκτρονικό ξεφύλλισμα ή μελέτη παραδοσιακή; Βιβλίο σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή;



Είναι μύθος η ιδέα ότι στα γραφεία του μέλλοντος δεν θα υπάρχει ίχνος χαρτιού, λένε επιστήμονες. Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες κατανοούμε και αφομοιώνουμε καλύτερα τα κείμενα που είναι τυπωμένα σε χαρτί.  Το μέσο που χρησιμοποιούμε για να διαβάσουμε επηρεάζει τον τρόπο ανάγνωσης, συνεπώς το τυπωμένο χαρτί υπερέχει από κάθε είδους οθόνη, όσον αφορά τον βαθμό που κατανοούμε και αφομοιώνουμε κείμενα, αλλά και τον χρόνο που τα θυμόμαστε. Σε αυτό το συμπέρασμα έχουν καταλήξει αρκετοί επιστήμονες με τις μελέτες τους, οι οποίες έχουν ξεκινήσει εδώ και σχεδόν μία 20ετία για να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχει ποιοτική διαφορά στο πώς προσλαμβάνουμε ένα κείμενο σε έντυπη μορφή και πώς σε ψηφιακή, την οποία θα διαβάσουμε σε ένα PC, ένα e-reader, μια ταμπλέτα ή ένα smartphone.


Μαζί με όλες τις παραπάνω συσκευές, η ηλεκτρονική ανάγνωση κερδίζει τα τελευταία χρόνια ολοένα μεγαλύτερη απήχηση, καθώς προσφέρει αρκετά πλεονεκτήματα. Μέσω του Ιντερνετ, για παράδειγμα, ένα e-book φτάνει αυτοστιγμεί στον παραλήπτη του, ο οποίος μπορεί να αποθηκεύσει σε ένα φορητό γκάτζετ του ολόκληρη τη βιβλιοθήκη του, ώστε να την έχει συνεχώς μαζί του. Ωστόσο, μέσα από πειράματα και συνεντεύξεις, επιστημονικές έρευνες φανερώνουν πως υπάρχει και αντίτιμο, όπως ότι η προσήλωση στην οθόνη είναι δυσκολότερη απ’ ό,τι στο χαρτί. Παράλληλα, η δυσκολία να «χαρτογραφήσει» κανείς ένα απόσπασμα μέσα σε ένα e-book αφήνει υπόνοιες πως υπονομεύει τη μνήμη.

Ηλεκτρονικό ξεφύλλισμα
Εξάλλου, σύμφωνα με μελέτες, πολλοί αναγνώστες επιλέγουν την ηλεκτρονική μορφή για κείμενα για τα οποία θέλουν απλώς να «πάρουν μια ιδέα», και την έντυπη για όσα θέλουν να κατανοήσουν. Έτσι, σε έρευνα το 2011 στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ταϊβάν, η πλειονότητα των φοιτητών που συμμετείχαν απάντησαν πως τυπώνουν τα άρθρα που σκοπεύουν να διαβάσουν προσεκτικά, τα οποία θα επιλέξουν αφού πρώτα «ρίξουν μια ματιά» στις online περιλήψεις δεκάδων δημοσιεύσεων. Το ίδιο έδειξε και έρευνα το 2003 στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικό, όπου το 80% των φοιτητών απάντησε πάλι πως εκτυπώνει τα κείμενα που θέλει να «καταλάβει σε βάθος».
Αν και διαισθητική, αυτή η προτίμηση φαίνεται να οφείλεται στο γεγονός ότι, συγκριτικά με την οθόνη, η ανάγνωση ενός εντύπου είναι πιο διεξοδική και επομένως εντυπώνεται καλύτερα στη μνήμη. Συγκεκριμένα, πείραμα το 2011 σε δύο ομάδες εθελοντών που είχαν να διαβάσουν το ίδιο κείμενο, οι μισοί σε υπολογιστή και οι μισοί στο χαρτί, έδειξε πως οι δεύτεροι αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας συγκεκριμένα αποσπάσματα, με συνέπεια να πετύχουν καλύτερα αποτελέσματα στα τεστ που προέβλεπε η διαδικασία. Ακόμη όμως κι αν ο επιτρεπόμενος χρόνος δεν διαφέρει για τους εθελοντές, όπως έγινε σε πείραμα το 2003 στο βρετανικό πανεπιστήμιο του Leicester, περισσότεροι φοιτητές που είχαν διαβάσει το κείμενο σε έντυπη μορφή απάντησαν πως «γνώρισαν» και όχι απλώς «θυμούνταν» τις απαντήσεις.

Ο «χάρτης» του βιβλίου
Με βάση επιστήμονες σαν τον Σουηδό πειραματικό ψυχολόγο Erik Wastlund από το πανεπιστήμιο Karlstad, μια βασική αιτία για τις ποσοτικά και ποιοτικά καλύτερες επιδόσεις είναι πως οι οθόνες LCD των PC, των smartphone και των tablet εκπέμπουν φως. Επομένως, κουράζουν τα μάτια μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα και ατονεί η προσοχή του χρήστη. Από αυτή την άποψη φαίνεται να ξεχωρίζουν τα e-reader, οι οθόνες των οποίων αντανακλούν το εξωτερικό φως όπως και το συμβατικό χαρτί. Ωστόσο, άλλοι ειδικοί εκτιμούν, πως ανεξάρτητα από το είδος της συσκευής, μια ακόμη παρενέργεια των ψηφιακών κειμένων είναι πως η κάθε επιμέρους παράγραφος δεν έχει χαρακτηριστική «τοπογραφία» όπως στα συμβατικά έντυπα, με συνέπεια το «αποτύπωμά» της στη μνήμη να εξασθενεί πιο γρήγορα.

Αυτό είναι ένα από τα επιχειρήματα της Abigail J. Sellen στο βιβλίο που έγραψε μαζί με τον Richard H. R. Harper το 2001 και στο οποίο υποστηρίζει πως είναι μύθος η ιδέα ότι στα γραφεία του μέλλοντος δεν θα υπάρχει ίχνος χαρτιού («The Myth of the Paperless Office»). Με διδακτορικό στις γνωσιακές επιστήμες, η Sellen εργάζεται στο Ερευνητικό Κέντρο της Microsoft στο Cambridge και υποστηρίζει πως, όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο, δημιουργούμε έναν νοητικό χάρτη του. Στον χάρτη εντάσσονται τα συγκεκριμένα αποσπάσματα με βάση την οπτική εικόνα του σημείου στη σελίδα όπου βρίσκονται, αλλά και τη «χωροθέτησή» τους μέσα σε όλη την πλοκή του κειμένου, την οποία αντιλαμβάνεται ασυναίσθητα ο αναγνώστης, από το πάχος των σελίδων απλώς κρατώντας το βιβλίο. Με αυτό τον τρόπο, κάθε απόσπασμα κατανοείται βαθύτερα και μπορεί να ανακληθεί από τη μνήμη.
[ΠΗΓΗ: Κ. Δεληγιάννης, Γιατί το τυπωμένο χαρτί υπερέχει από κάθε είδους οθόνη,  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-03-2014]

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

ΕΝ ΟΙΔΑ ΟΤΙ ΟΥΔΕΝ ΟΙΔΑ (Σωκράτης):, από την «παντογνωσία» του κάθε «ξερόλα» στην εμπειρία της μη γνώσης



Η τάση των τελευταίων ετών να εκδίδονται πολλά βιβλία με θέμα το πώς να αλλάξουμε τη ζωή μας δεν είναι απλώς μόδα. Είναι μία ακόμα έκφραση της πανάρχαιας πίστης πως οι ιδέες, όπως παρουσιάζονται και προωθούνται ιδίως στις φιλοσοφικές θεωρίες, έχουν (και οφείλουν να έχουν) άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή. Υπό αυτή την έννοια, οι ιδέες καθίστανται χρήσιμες με την πιο κοινή σημασία της λέξης, ενώ και τα αντίστοιχα βιβλία δεν αποτελούν αφηρημένες πραγματείες γραμμένες για λίγους, αλλά απόπειρες αυτογνωσίας και αυτοαλλαγής που αποβλέπουν σε ένα ευρύτερο κοινό. 


Η εν λόγω πρακτική ήταν συνήθης στην αρχαία Ελλάδα, εξού και οι μεγάλοι στοχαστές έφτιαχναν κατά κανόνα σχολές (είτε μόνοι τους, είτε με τους μαθητές τους), αναγνωρίζοντας πως είχαν κάτι να διδάξουν το οποίο μπορεί και οφείλει να περάσει από τον έναν άνθρωπο στον άλλον, από τη μια γενιά στην άλλη. Οι αρχαίοι στοχαστές ήταν παράλληλα και συγγραφείς, καθώς κατανοούσαν τη σπουδαιότητα της γραφής για τη διατήρηση και διάδοση της κοσμοθεωρίας τους. 

Μπορούμε να μάθουμε ποτέ ποιος ήταν ο «αυθεντικός» Σωκράτης;
Όλοι; Όχι όλοι. Ο Σωκράτης, το υπόδειγμα του αρχαίου φιλοσόφου, αποτελεί συνάμα το βασικό παράδειγμα ενός ανθρώπου που δεν έγραψε τίποτα. Πολλά από όσα βίωσε, έκανε και σκέφτηκε ο Σωκράτης είναι γνωστά μέσα από τη γραφή και τη σκέψη άλλων, πρωτίστως του Πλάτωνα, δευτερευόντως του Ξενοφώντα, του Αριστοτέλη, του Αριστοφάνη. Όσα ξέρουμε για τον Σωκράτη είναι λοιπόν σε μεγάλο βαθμό διαμεσολαβημένα από άλλα μάτια και μυαλά. Μπορούμε να μάθουμε ποτέ ποιος ήταν ο «αυθεντικός» Σωκράτης;   

Αναζητώντας τον Σωκράτη
Ο Γάλλος φιλόσοφος Φρανσουά Ρουστάνγκ (γεν. 1923), στη μελέτη του Το μυστικό του Σωκράτη για την αλλαγή της ζωής (μτφρ. Πάνος Αγγελόπουλος, Κέλευθος), απαντά θετικά. Ακολουθώντας μια παράδοση που θέλει ορισμένους πλατωνικούς διαλόγους να είναι λιγότερο «πλατωνικοί» και περισσότερο «σωκρατικοί», ο Ρουστάνγκ μάς καλεί σε ένα μακρύ και περιπετειώδες φιλοσοφικό ταξίδι με στόχο να βρούμε τον αυθεντικό τόπο του Σωκράτη, τόπο εμπειρίας, αναστοχασμού και, γιατί όχι, αφετηρίας για την αλλαγή της ζωής μας.
Η πιθανόν εμβληματικότερη φιλοσοφική μορφή του αρχαίου κόσμου δεν ήταν, ως γνωστόν, τόσο αρεστή όσο θα περιμέναμε. Στον πρόλογό του («Κανείς δεν θέλει τον Σωκράτη»), που μπαίνει κατευθείαν στο ζουμί της υπόθεσης, ο Γάλλος συγγραφέας παρουσιάζει το εξής παράδοξο: όλοι οι Αθηναίοι φαίνεται να σέβονται απεριόριστα τον Σωκράτη, κανείς τους όμως δεν του φέρεται αναλόγως. Ο Αριστοφάνης τον διακωμωδεί, ο Πλάτωνας τον διαστρεβλώνει στα γραπτά του επειδή δεν αντέχει την άρνησή του να διδάσκει με την κλασική σημασία, ο Ξενοφώντας απαλείφει τον όποιο σωκρατικό σκεπτικισμό, ο Αριστοτέλης διαφωνεί και επιτίθεται μετωπικά στη σωκρατική σκέψη. Όσο για τους υπόλοιπους Αθηναίους, δεν αντέχουν και πολύ αυτό το «τσιμπούρι» πάνω στο δέρμα τους και θα βρουν ένα σωρό αφορμές για να το λειώσουν.
Τι κάνει ο Σωκράτης; Συζητά. Επειδή όμως και άλλοι συζητούν, τι είναι ακριβώς αυτό που κάνει και που τον διακρίνει από τους άλλους; Σύμφωνα με τον Ρουστάνγκ: «Στόχος του [σωκρατικού] διαλόγου δεν είναι η αναζήτηση της αλήθειας –όπως θέλησε να μας κάνει να πιστέψουμε ο Πλάτωνας–, αλλά η εμπειρία της μη γνώσης. Το να μη σκεφτούμε για να μπορέσουμε να σκεφτούμε, το να μη σκεφτούμε για να μπορέσουμε να πράξουμε σκεπτόμενοι. Έτσι επιτυγχάνεται μια απαγκίστρωση από τις συνήθειες της σκέψης και της πράξης». Κι αυτό το κατάφερνε με τη μαιευτική.
Ο Σωκράτης είναι ο μεγάλος εκκεντρικός της Αθήνας: η όψη του είναι αποκρουστική, το ύφος του παράξενο, διαρκώς αμφιβάλλει (είτε όντως αμφιβάλλει είτε ειρωνεύεται), διακηρύσσει πως δεν ξέρει τίποτα ενώ μοιάζει σαν να ξέρει τα πάντα, κάνει συνέχεια ερωτήσεις, επικαλείται συχνά ένα αλλόκοτο προσωπικό «δαιμόνιο» αντί να επικαλείται αποκλειστικά τους θεούς. Με όλα αυτά οι συνομιλητές του μπερδεύονται και απορούν, χάνουν το κέντρο βάρους και τα ερείσματά τους, ναρκώνονται και υπνωτίζονται, βιώνουν τρομερή αμφιθυμία στο πλάι του, αφού ναι μεν θέλουν να μάθουν όλα αυτά που ξέρει ο σοφότερος άνθρωπος της πόλης, αλλά συγχρόνως επιθυμούν όσο τίποτε άλλο να ξεκουμπιστούν για να γλιτώσουν, να ησυχάσουν. Είτε ο Σωκράτης όντως ανησυχεί είτε παριστάνει πως ανησυχεί, είναι βέβαιο πως ανησυχεί τους συνομιλητές του. 

Το κομβικό σημείο της σωκρατικής σκέψης, σύμφωνα με τον Ρουστάνγκ, είναι η ταύτιση της αρετής με τη γνώση
Αρετή ίσον γνώση
Το κομβικό σημείο της σωκρατικής σκέψης, σύμφωνα με τον Ρουστάνγκ, είναι η ταύτιση της αρετής με τη γνώση. Η περίφημη σωκρατική φράση «ουδείς εκών κακός» (κανείς δεν κάνει το κακό με τη θέλησή του) φαίνεται στα δικά μας μάτια εντελώς παράλογη: οι άνθρωποι, όταν κάνουν κάτι κακό, συχνά το κάνουν επειδή το θέλουν, εσκεμμένα, γνωρίζοντας πως είναι κακό. Τα δικά μας μάτια, ωστόσο, είναι αριστοτελικά, σύμφωνα με τον Ρουστάνγκ. Ο Αριστοτέλης μάς έμαθε να διαχωρίζουμε την αρετή από τη γνώση, ενώ ο Σωκράτης, τουλάχιστον ο «αυθεντικός», είχε άλλα κατά νου: ο Σωκράτης «δεν ήταν εκεί που τον περίμενε [ο Αριστοτέλης]. Είναι και παραμένει αλλού».
Πού είναι αυτό το «αλλού»; Πού είναι ο σωκρατικός τόπος; Κατά τον Ρουστάνγκ, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την κλασική λογική για να τον βρούμε. Οι σωκρατικές έννοιες, τουλάχιστον εκείνες στις οποίες εστίαζε εν πολλοίς ο Σωκράτης (αρετή, δικαιοσύνη κ.λπ.), «δεν έχουν αντίθετο, όπως δεν έχουν αντίθετο ούτε ο σκύλος ούτε το άλογο. Η αδικία δεν υπάρχει, όπως ακριβώς δεν υπάρχει μη σκύλος ή μη άλογο». Ο τόπος του Σωκράτη είναι μια «ατοπία», από θεωρητική σκοπιά, αλλά στην πράξη δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια την πράξη. Εξού και το βασικό μοντέλο που χρησιμοποιεί ο Σωκράτης για να φανερώσει τη σκέψη του είναι ένα πρακτικό μοντέλο, είναι η τέχνη ενός τεχνίτη: του τσαγκάρη, του υφαντή, του γιατρού κ.λπ.
Κατόπιν ενδελεχούς ανάλυσης ορισμένων σωκρατικών διαλόγων, ο Ρουστάνγκ εξάγει το εξής συμπέρασμα ως προς τη σωκρατική πρακτική: «Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι το μέλημα να μάθουμε, αλλά να ξε-μάθουμε με τρόπο μεθοδικό. Στους διαλόγους του ο Σωκράτης δεν έχει άλλο μέλημα απ’ αυτό: προετοιμάζει το έδαφος, το αποψιλώνει από παραδεδομένες πεποιθήσεις και βεβαιότητες, το αναστρέφει με την αμφιβολία και την άγνοια και καταλήγει να ανασύρει την αρετή καθαυτή. Για να ανακαλύψει τι; Μα, τίποτα! Δεν υπάρχει τίποτα προς ανακάλυψη. Όλα είναι και ήταν ήδη εκεί».
Και τι συμβαίνει με τους ορισμούς που διατυπώνει συχνά ο Σωκράτης; Κατά την άποψη του Ρουστάνγκ, η οποία θεμελιώνεται σε κάποιους κριτικούς και μεταφραστές των διαλόγων, αυτά είναι μεταγενέστερες προσθήκες και προβολές του Πλάτωνα. Για τον Σωκράτη, σημασία έχει η πράξη, που ως μοντέλο της έχει την τέχνη του τεχνίτη: «Σε κάθε ερώτημα που τίθεται στη ζωή, η απάντηση έχει ήδη δοθεί. Αρκεί να αφήσουμε να εκφραστεί αυτή η ιδιότητα, αυτή η αρετή που μας προσιδιάζει κι εμπεριέχεται στο ίδιο το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι». Αυτό ωστόσο δεν ταυτίζεται με τη μεταγενέστερη, πλατωνική θεωρία της ανάμνησης: ο συνομιλητής του Σωκράτη δεν πρέπει να θυμηθεί ώστε να γνωρίσει, πρέπει να ξεχάσει αυτά που έχει μάθει, πρέπει προπαντός να μάθει να ξεχνάει.
Κι όλα αυτά με τον διάλογο. Ο διάλογος, όπως κατανοεί ο Ρουστάνγκ, μας βυθίζει σε ατέρμονους κύκλους, άλλους πραγματικούς και άλλους φαύλους, καθώς προσπαθούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, τον κόσμο μέσα από τον εαυτό μας. Όπως ο παραζαλισμένος Ευθύφρων, που μετά τη συζήτηση με τον Σωκράτη έχει συγκλονιστεί και τού έρχεται ίλιγγος («Ό,τι λέμε, είναι σαν να στροβιλίζεται γύρω μας ασταμάτητα και να μη θέλει να μείνει εκεί που το βάλαμε»), έτσι κι εμείς πασχίζουμε να συλλάβουμε την ουσία των εννοιών, των ιδεών, των σκέψεων, που θα μας προσανατολίσουν στη ζωή. Το μυστικό του Σωκράτη, σύμφωνα με τον Ρουστάνγκ, είναι οι πρακτικές τέχνες: «Ο Σωκράτης δεν μπορεί να βγει ούτε στιγμή από τον κόσμο της τέχνης. Δεν θέλει να βγει, δεν θέλει ν’ απομακρυνθεί. Η οντολογία του είναι αυτή της χειροτεχνίας».
Διαστρέβλωση από τον Πλάτωνα
Και οι αιώνιες ιδέες/μορφές; Αυτές, κατά Ρουστάνγκ, είναι η προσθήκη του μυστικιστή και υπερβατικού Πλάτωνα. Ενώ ο Σωκράτης «δεν προβληματίζεται για τη φύση του Αγαθού πέραν των πρακτικών του εκφάνσεων», ο ευφυέστερος μαθητής του επινόησε μια ολόκληρη θεωρία (ενδεχομένως την πιο επιδραστική θεωρία στην ιστορία της φιλοσοφίας) με στόχο να κόψει τον κόσμο στα δύο: στον επίγειο και τον υπερβατικό, στον αισθητό και τον νοητό, στον εμπειρικό και τον αφηρημένο. Αν γνωρίσουμε το δεύτερο σκέλος, θα μάθουμε και το πρώτο, ισχυρίζεται ο Πλάτων. Απεναντίας, σύμφωνα με τον Ρουστάνγκ, για τον Σωκράτη δεν υπάρχει αυτό το δεύτερο σκέλος: «οι θέσεις του Σωκράτη είναι άτοπες γιατί διατυπώνονται από το εσωτερικό μιας εμπειρίας αλλά ακούγονται έξω απ’ αυτήν».
Ο Ρουστάνγκ αναλύει διάφορους σωκρατικούς διαλόγους για να θεμελιώσει την ερμηνεία του, να διαχωρίσει τον δικό του Σωκράτη από τον Σωκράτη των μαθητών του: Πολιτεία (το πρώτο βιβλίο), Χαρμίδης, Ευθύφρων, Γοργίας, Πρωταγόρας, Μένων. Μέθοδος και στόχος του Σωκράτη, όπως γράφει ωραία ο Ρουστάνγκ, είναι ο εξής: «Ξεκινώντας από την παντογνωσία του καθενός, θα κάνει τον καθένα να δοκιμάσει το τίποτα της παντογνωσίας του». Η εξέταση αυτών των έργων αποτελεί τον βασικό κορμό του ωραίου βιβλίου του.

Ξεκινώντας από την παντογνωσία του καθενός, θα κάνει τον καθένα να δοκιμάσει το τίποτα της παντογνωσίας του
Πέρα όμως από φιλόσοφος, ο Ρουστάνγκ είναι και ψυχαναλυτής. Τι πρόσφερε η ψυχανάλυση στην ερμηνεία του; Εικάζουμε το εξής: όπως ο ψυχαναλυτής είναι κάτι σαν τοίχος πάνω στον οποίο πέφτει ο λόγος του αναλυόμενου και στη συνέχεια αναπηδάει μέσω της ακοής πίσω στον νου του, σε ένα συνεχές «πινγκ-πονγκ» του αναλυόμενου με τον εαυτό του στο οποίο ο ψυχαναλυτής παρεμβάλλει τον δικό του λόγο, έτσι και ο Σωκράτης μοιάζει με έναν παρόμοιο τοίχο πάνω στον οποίο ο κάθε συνομιλητής του προσκρούει, χτυπάει, πονάει, υποφέρει, αλλά εντέλει μαθαίνει. Τι μαθαίνει; Τι άλλο από τον ίδιο του τον εαυτό.
Θα λέγαμε λοιπόν πως ο κατά Ρουστάνγκ «αυθεντικός» Σωκράτης ψυχαναλύει, ούτως ειπείν, τους συνομιλητές του. Δεν τους λέει ευθύς εξαρχής τι να κάνουν, τι να πιστεύουν (αν ήθελε κάτι τέτοιο, δεν θα έκανε ερωτήσεις – ποιος δάσκαλος ρωτάει;), ούτε γράφει βιβλία ώστε να τους προτείνει να τα διαβάσουν για να αλλάξουν ζωή (για να έρθουμε στις μέρες μας, δεν αρκεί να διαβάσει κανείς Φρόιντ για να ψυχοθεραπευτεί). Η διαδικασία για την αλλαγή της ζωής είναι μακρά και διαλεκτική, και διέρχεται διάφορα στάδια, παρόμοια με εκείνα μιας αποτελεσματικής ψυχοθεραπείας: έκπληξη, αναστάτωση, αμφιβολία, απορία, συνειδητοποίηση, αλλαγή.
Ο Σωκράτης του Ρουστάνγκ δεν είναι λοιπόν ο βασιλιάς των ηθικολόγων ή ο σχολαστικός λόγιος. Είναι ένας δαιμονισμένος, εκκεντρικός, είρων, σαγηνευτικός, παιγνιώδης Σωκράτης. Ένας Σωκράτης της έκστασης και της ενατένισης, και συνάμα αδιάφορος ως προς (α+διαφέρω = είμαι όμοιος με) τον θάνατο – πάντα μνημονεύεται ως ατρόμητος στον πόλεμο. Ίσως ο Σωκράτης, προτού πάρει το κώνειο (και μάλιστα εθελούσια, αφού μπορούσε να δραπετεύσει με τη βοήθεια των φίλων του), να σκέφτηκε προς στιγμήν κάτι παρόμοιο με αυτό που εκατοντάδες χρόνια αργότερα ένιωσε και δήλωσε ο Φρόιντ λίγο πριν πάρει το δικό του «κώνειο» από τον προσωπικό του γιατρό, λίγο πριν από την ευθανασία του: «Είμαι ένα νησάκι πόνου που επιπλέει σε έναν ωκεανό αδιαφορίας». 
[ΠΗΓΗ: Γιώργος Λαμπράκος, Σωκρατικά Μυστικά - http://www.bookpress.gr/ ]

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Ένα ζευγάρι μπότες μπορεί να είναι χρήσιμο, η μεγάλη Ποίηση που έρχεται από πολύ μακριά διασχίζοντας τους αιώνες είναι απαραίτητη.



Ποίηση είναι η αλλαγή της οπτικής απέναντι στα πράγματα, η έξοδος από την κληροδοτημένη σύμβαση και τυφλή συνήθεια και η διεκδίκηση νέων τρόπων συνάντησης και διαχείρισης της πραγματικότητας…. Ποίηση είναι η μικρογραφία της ζωής κατατετμημένη σε απεριόριστες εκδοχές που στοχεύουν στην υπεράσπιση της Ύπαρξης. Ποίηση είναι το ψυχικό μεγαλείο που σου δίνει η θέαση του κόσμου σ' ένα λεπτό ονειροπόλησης. Ποίηση είναι αυτό που βρίσκεται πιο κοντά από οτιδήποτε άλλο στο μυστικό του Θεού. Ποίηση είναι ένα βαθύβιο ψάρι της αβύσσου. Ποίηση είναι το συμπαντικό ένστικτο που κτυπά στην καρδιά του αηδονιού.

Τι χρειάζονται οι Ποιητές;
Τι χρειάζονται οι ποιητές; Σε τι χρησιμεύει η ποίηση; Ερωτήματα που μένουν συνεχώς αναπάντητα και διαρκώς επανέρχονται όλο και πιο βασανιστικά σε εποχές όπως η δική μας, που τα πάντα γκρεμίζονται και η πίστη στο θαύμα ολοένα κλονίζεται.
Στο μυθιστόρημα «Οι δαιμονισμένοι» ο Ντοστογιέφσκι βάζει στο στόμα κάποιου από τους επαναστάτες μηδενιστές του έργου τη φράση «Ένα ζευγάρι μπότες αξίζει περισσότερο απ' όλο τον Σαίξπηρ». Ο μεγάλος Ρώσος τραγικός είχε δει με την απαράμιλλη προφητική του δύναμη τη φοβερή θύελλα που ερχόταν και είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για την ανάδυση μιας νέας τάξης επαναστατών για τους οποίους τα πάντα επιτρέπονται και τα πάντα, ακόμα και η ποίηση και η τέχνη, είναι άξια περιφρόνησης αν δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς τους και αν δεν έχουν μια άμεση χρησιμότητα.
Αλλά η ποίηση και η τέχνη δεν μπορούν να έχουν καμία άμεση χρησιμότητα. Ένα ζευγάρι μπότες μπορεί να είναι χρήσιμο. Η μεγάλη ποίηση που έρχεται από πολύ μακριά διασχίζοντας τους αιώνες είναι απαραίτητη.
Χρειαζόμαστε σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, την ποίηση και τη θέρμη των λέξεων που μόνο αυτές μπορούν να μας ζεστάνουν και να μας προστατεύσουν απέναντι στο μεγάλο ψύχος, στη φοβερή εποχή των παγετώνων η οποία επέρχεται.
[Σταμάτης Πολενάκης, Ποιητής και θεατρικός συγγραφέας]

Καλή αντάμωση στα γουναράδικα της Ύπαρξης
Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρόνων όταν ένα πρωί παρατηρούσα τον μικρό μου αδερφό, μωρό ακόμα, να σκαλίζει παίζοντας στον κήπο της γιαγιάς μας. Λασπωμένος, ανέγγιχτος από τη μητρική επιτήρηση, έθαβε σπόρους στο χώμα. Έχουν περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια και πλέον κάθε Μάη γεύομαι τα μούσμουλα μιας μουσμουλιάς φυτεμένης από την ακούσια παιδική σοφία του αδερφού μου.
Έχετε πίστη. Δεν γεννιόμαστε.
Φυτρώνουμε. Και μάλιστα
εκεί που δεν μας σπέρνουν!
* Το να φυτεύεις λοιπόν πραγματικότητες από περιέργεια για τα όρια τα δικά σου και του κόσμου στην ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα, δίχως απολύτως καμιά σκοπιμότητα, είναι αυτό που για σένα συνιστά την ποιητική πράξη. Τι όμως προηγείται, ποια η προϋπόθεση για να την επιτελέσεις;
* Ο κόσμος δεν γερνάει, η Φύση, η εσαεί γεννώσα, πεθαίνει και γεννιέται και ο άνθρωπος εντός της είναι εκείνος που μετέρχεται του θαύματος. Όταν ο χρόνος των ρολογιών υποκύπτει στο Χρόνο (δηλαδή όταν η κλεψύδρα δεν χωρά την άμμο, αλλά απεναντίας κάθε στιγμή διαρρηγνύεται αφήνοντας την άμμο ατέλειωτη να απλώνεται), όταν το εσωτερικό σύνταγμα της ανθρώπινης ψυχής διέπεται από την Αρχή της αγίας παιδικής περιέργειας, τότε ο κόσμος κερδίζει την αληθινή του διάσταση, αυτήν της Ποίησης.
* Άντε κι είναι έτσι... πώς την κάνεις γραπτή, πώς να την χωρέσουνε οι λέξεις; Να δούμε πόσο ζωντανός θα βγεις μετά από τόσο ίλιγγο. Θα σε γδάρει η γλώσσα, ρε τσογλάνι!
* Ε, τότε καλή αντάμωση στα γουναράδικα της Ύπαρξης!
[Νικολας Ευαντινός, Ποιητής και μουσικός]

Τόπος εγγραφής της μνήμης
Σε καιρούς έντασης η ποίηση μπορεί να γίνει τόπος εγγραφής της μνήμης, πεδίο απόφασης, ακόμη και χειρονομία αλληλεγγύης. Είναι εκπληκτικό πόσο γρήγορα ξεχνάμε: στην κατακρεουργημένη Ευρώπη υψώνονται ανενδοίαστες κραυγές για νέα πογκρόμ.
Αν η δουλειά της ιστορίας είναι να μας θυμίζει από το παρελθόν ακόμη και τα επώδυνα πράγματα, και η δουλειά της πολιτικής να χτίζει επάνω στα συντρίμμια της λήθης, τότε η τέχνη της ποίησης στέκεται σ' ένα κοφτερό άκρο ανάμεσα στις δύο τέχνες.
Η ποίηση έχει μια επιλεκτική και διακριτική σχέση με την ιστορία: ξεκινά το δρόμο της από τη μνήμη που είναι χαραγμένη στη γλώσσα. Και μια παράδοξη σχέση με την πολιτική: ενώ μια κομματικά στρατευμένη ποίηση λογικά αυτοκαταργείται, πολιτικά αθώα ποίηση δεν είναι δυνατόν να υπάρξει.
Το ζήτημα είναι πώς «πιάνει» κανείς την ιστορική στιγμή, ή πώς χύνει σε καλλιτεχνικά καλούπια την ούτως ή άλλως ιστορικά διαμορφωμένη εμπειρία του.
Η ποίηση είναι, ακριβέστερα, η τέχνη της αναπνοής. Αλλά δεν πρέπει να τη συγχέουμε με τη γοητεία του ανορθολογικού. Το ανορθολογικό είναι εκείνο που προετοίμαζε πάντοτε το πέρασμα των βαρβάρων. Κάποτε η ανάσα της ποίησης μπορεί να σε αφήσει με μια στυφή γεύση χαλκού και αλμύρας στα χείλη.
[Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιητής και δοκιμιογράφος]

Επίλυση νοηματικών γρίφων
Λόγω του αποκλεισμού του πραγματικά συναρπαστικού μέρους της ποίησης, αυτού της δημιουργίας που δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις και υπαγορεύσεις, η σχολική διδασκαλία της ποίησης θυμίζει αποξήρανση έλους. Η μέθοδος με την οποία χορηγείται ουσιαστικά συνίσταται στην απογοητευτική προσπάθεια ανασύνθεσης της γεύσης φρούτων από το φυλλομέτρημα φωτογραφιών με ξηρούς καρπούς. Έτσι -μιλώντας ποιητικά- κατορθώνουμε να δίνουμε τη σκυτάλη του χασμουρητού από γενιά σε γενιά και να έχουμε ανάγκη από αφιερώματα και εκκλήσεις για τη διάσωση της πράσινης ενυδρίδας.
Ήδη υπονόησα τη θέση μου. Ποίηση δεν είναι ο σκαριφισμός ή η επίλυση νοηματικών γρίφων (αν και υπάρχει ένα είδος αίγλης στο να μη σε καταλαβαίνουν, λέει ο Μποντλέρ). Ακόμα και η λεξικογραφική προσέγγιση «τέχνη της σύνθεσης έργων σε στίχους» μας απομακρύνει από τον πυρήνα της ποίησης, γιατί αποτελεί εξωτερική, ονοματική χωροθέτηση -και δη παρωχημένη. Η ουσία της ποίησης είναι κάτι γενικότερο από αυτό που απαντάται ως -ένστιχη ή όχι- κειμενική πρόκληση.
Υπάρχει όντως μια πιο ευρυγώνια και εξίσου δόκιμη χρήση του όρου. Αποπειράται μια θαρραλέα και διόλου αφελή προσέγγιση της «πραγματικής ουσίας» της έννοιας: Ποίηση είναι μια ζωτικής και βαθύτατα πολιτικής σημασίας ανοικειωτική στάση -η αλλαγή της οπτικής απέναντι στα πράγματα, η έξοδος από την κληροδοτημένη σύμβαση και τυφλή συνήθεια και η διεκδίκηση νέων τρόπων συνάντησης και διαχείρισης της πραγματικότητας.
[Αλέξιος Μάινας,Ποιητής και μεταφραστής]

Ποίηση,  μικρογραφία της ζωής
Αφετηρία είναι η υπαρξιακή μοναξιά, το αποτύπωμα του ανθρώπινου βιώματος, όταν η Ποίηση, σαν μια μεταφυσική διαμεσολάβηση, συμφιλιώνει τον αεικίνητο περιπατητή του Κόσμου με τον ακίνητο παρατηρητή του Σύμπαντος.
Η ρομαντική επισκόπηση της πεζότητας εναλλάσσεται με την πεζή επισκόπηση του ρομαντισμού. Ο αρχιτεκτονικός λυρισμός του κόσμου συνεργάζεται με το βιολογικό κυνισμό της Ύπαρξης.
Το μεταφυσικό επίτευγμα της Ποίησης είναι η μετατόπιση του ονείρου στην πραγματική ζωή. Η Ποίηση είναι ένα είδος ατομικής εσωτερικής ζωής που μεταφράζεται σε συλλογική κοσμογονία. Ποίηση είναι η καλλιτεχνική διερεύνηση της συνείδησης του κόσμου και της ανθρώπινης μοίρας. Ποίηση είναι και η αισθητική αποτύπωση της περιπέτειας της Ύπαρξης μέσα από ένα έγχρωμο σκεπτόμενο αίσθημα, που μαθαίνει να επιβιώνει και να επιβάλλεται σε ασπρόμαυρο περιβάλλον.
Ποίηση είναι η μικρογραφία της ζωής κατατετμημένη σε απεριόριστες εκδοχές που στοχεύουν στην υπεράσπιση της Ύπαρξης. Ποίηση είναι το ψυχικό μεγαλείο που σου δίνει η θέαση του κόσμου σ' ένα λεπτό ονειροπόλησης. Ποίηση είναι αυτό που βρίσκεται πιο κοντά από οτιδήποτε άλλο στο μυστικό του Θεού. Ποίηση είναι ένα βαθύβιο ψάρι της αβύσσου. Ποίηση είναι το συμπαντικό ένστικτο που κτυπά στην καρδιά του αηδονιού.
Άλλωστε η τελευταία λέξη του κόσμου για τον κόσμο δεν έχει ακόμα ειπωθεί. Την τελευταία λέξη την κρατά βαθιά κρυμμένη η Ποίηση. Άγνωστο πού...
[Έλσα Κορνέτη, Ποιήτρια]

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Μνημείο του Αγνώστου Μαθητή – Στη μνήμη του Μπερκίν Ελβάν



Δημοσιεύουμε σήμερα το ποίημα του Ece Ayhan, με τίτλο «Το Μνημείο του Άγνωστου Φοιτητή» στη μνήμη του. Ο Ετζέ Αϋχάν (1931-2002) το έγραψε το 1973. Όταν ρωτήθηκε ποιο ήταν το έναυσμα, απάντησε: «Ένας φοιτητής που λεγόταν Battal Mehetoğlu δολοφονήθηκε από την αστυνομία. Ήταν ο ηγέτης των φοιτητών στη Σχολή Αρχιτεκτόνων και Μηχανικών τη δεκαετία του 1970. Στην κηδεία, κάποιος ρώτησε τη μητέρα του πώς ένιωθε. Κι εκείνη είπε: «Πέταξαν το μόχθο του γιού μου στα σκουπίδια». Αυτό είναι το μνημείο του αγνώστου φοιτητή».


Μνημείο του Αγνώστου Φοιτητή 
Εδώ κοιτάξτε, εδώ, κάτω απ’ αυτήν τη μαύρη πλάκα
Είναι θαμμένο ένα παιδί· αν είχε ζήσει για ένα ακόμη διάλειμμα
Θα είχε σηκωθεί στον πίνακα, στο μάθημα της φύσης.
Σκοτώθηκε στο μάθημα του κράτους.

Η συνήθης λάθος ερώτηση τόσο της φύσης όσο και του κράτους:
–Πού κυλάει η Υπερωξιανή;
Η μόνη σωστή απάντηση από ένα υψωμένο χέρι στο βάθος:
–Στην καρδιά της χλωμής εξέγερσης των παιδιών.

Ο ρακοσυλλέκτης πατέρας του, δένοντας ένα μωβ κεντητό μαντήλι στο λαιμό του
Για να πνίξει έναν ακόμα θάνατο, έγραψε:
Και τον είχα κάνει να πιστεύει ότι έχει παιχνίδια.

Η μάνα του, η γυναίκα που έπλενε τις νύχτες, και από τότε είναι ντυμένη στο χακί
Βυζαίνοντας στα κρυφά ένα μικρό ελαφάκι, έγραψε:
Αχ, πέταξαν το μόχθο του γιού μου στα σκουπίδια.

Οι φίλοι της ύφαναν αυτό το ποίημα από πικροδάφνες:
Μη σε νοιάζει, 128! Στα οικοτροφεία των μικρών στρατιωτών, στα σχολεία της αυτοκτονίας,
Μέσα σε κάθε παιδική καρδιά βρίσκεται ένας μεγάλος.
Κάθε χρόνο, όλη η τάξη θα σου στέλνει περιστέρια χωρίς γράμματα,
στη γιορτή των παιδιών.
 
ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ
– Η λέξη διάλειμμα (teneffüs) στα τουρκικά σημαίνει και διάλειμμα και ανάσα.
 – «Πού κυλάει η Υπερωξιανή;» Μια συνηθισμένη λάθος ερώτηση και έκφραση. Η σύνθετη λέξη Υπερωξιανή (Maveraünnehir στα τούρκικα) περιέχει τη λέξη ποτάμι (nehir), αλλά δεν πρόκειται για ποτάμι, δεν «κυλάει»: είναι η εξαιρετικά γόνιμη περιοχή ανάμεσα στον Ώξο (Αμού Ντάρια) και τον Ιαξάρτη (Συρ Ντάρια) στην Κεντρική Ασία.
– Ah ki oğlumun emeğini eline verdiler. Η φράση της μάνας είναι μια παράφραση της σλανγκ αντρικής έκφρασης «eline vermek», η πιστή μετάφραση της οποίας θα ήταν «σου δίνω κάτι [= το αντρικό μόριο] στα χέρια», που σημαίνει σε νίκησα, σε κατατρόπωσα (eline verdim). Η μάνα του δολοφονημένου φοιτητή λέει «Έδωσαν το μόχθο του γιου μου στα χέρια». Το αποδώσαμε πιο ελεύθερα.
– 128: ένα νούμερο μαθητή. Όλοι οι μαθητές στα σχολεία της Τουρκίας έχουν έναν αριθμό. Στη δεκαετία του 1970, οπότε γράφτηκε το ποίημα, ήταν πολύ σύνηθες να τους φωνάζουν μόνο με τον αριθμό τους. 128, συγκεκριμένα ήταν ο αριθμός μιας φίλης του ποιητή που αυτοκτόνησε. Σ’ αυτήν απευθύνεται η τελευταία στροφή του ποιήματος.
– Τα οικοτροφεία, όπου φοιτούσαν τα φτωχά παιδιά, παρομοιάζονται, λόγω των αυστηρών κανόνων, του εγκλεισμού και των κακών συνθηκών διαβίωσης, με στρατόπεδα και οι μαθητές με στρατιώτες, που αναγκάζονται να μεγαλώσουν πριν την ώρα τους για να αντέξουν.
– Η γιορτή των παιδιών (Çocuk Bayramı) ή αλλιώς «Γιορτή της Εθνικής Κυριαρχίας και των Παιδιών» (Ulusal Egemenlik ve Çocuk Bayramı): επίσημη αργία του τουρκικού κράτους καθιερωμένη από τη δεκαετία του 1920, γιορτάζεται στις 23 Απρίλη.
Μετάφραση από τα αγγλικά και τα τουρκικά: Μάνος Αυγερίδης (με τη βοήθεια της Ντενίζ Οζντενίζ)