Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Το καφέ των εκλεκτών ψυχών: σε μια χώρα που ψάχνει για λύσεις στο παρελθόν, μια ιδέα από το μέλλον

Άνθρωποι που η κοινωνία έβαλε στο περιθώριο, επειδή ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, έστησαν το «Μύρτιλλο» και το βλέπουν να... ανθίζει, δίνοντας μαθήματα επιχειρηματικότητας, αλλά κυρίως ανθρωπιάς... Μια καθηγήτρια, η Γεωργία Βαμβουνάκη, πήρε το ρίσκο κι έκανε πράξη μια ιδέα από το μέλλον. Βρήκε ένα χώρο, εγκαταλειμμένο για χρόνια, απέναντι από το σταθμό στο Νέο Ηράκλειο, τον ανακαίνισε και τον μεταμόρφωσε σε πρωτοπόρο και δυναμικό καφέ.  



Η 30χρονη Όλγα μέχρι τον Νοέμβριο ήταν στα αζήτητα. Εγώ της μιλάω κανονικά και εκείνη διαβάζει τα χείλη μου. Με τα χέρια της μού ζωγραφίζει το παράπονό της: «Κανένας εργοδότης μέχρι τώρα δεν με προσέλαβε». Σερβίρει, κρατάει τον μπουφέ, κάνει ταμείο και επιτέλους πληρώνεται και έχει ένσημα Δέκα παραγγελίες και ο Άρης δεν βγάζει μπλοκάκι, δεν το χρειάζεται. «Τα θυμάμαι όλα», λέει. Σε λίγα λεπτά επιστρέφει με το δίσκο και σερβίρει τους πελάτες. «Έχουμε αυτή την καλή μνήμη, λόγω του συνδρόμου Ασπεργκερ», σχολιάζει η Νάνσυ. Η ίδια θυμάται απ' έξω τα υλικά από όλες τις συνταγές που παρασκευάζονται στην κουζίνα. Πίσω από τον μπουφέ, η Όλγα φτιάχνει τους καφέδες. Δεν χρειάζεται να της πεις δεύτερη φορά πώς τον πίνεις. Είναι κωφή, αλλά αστέρι στη χειλαναγνωσία. Βρισκόμαστε στο «Μύρτιλλο», στο «καφέ των εκλεκτών ψυχών» -έτσι το αποκαλεί η νόμιμη εκπρόσωπος της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης (ΚΟΙΝ.Σ.ΕΠ.) που λειτουργεί το καφέ.

Εδώ απασχολούνται μόνο άνθρωποι από ευπαθείς ομάδες. Οι «μη κανονικοί», αυτοί που δεν θεωρούνται ανταγωνιστικοί στην αγορά και συνήθως είναι αόρατοι, όταν ψάχνουν δουλειά. Η δική τους κρίση ξεκίνησε πολύ πριν από την οικονομική κρίση της χώρας. Ξεκίνησε την ημέρα που ο γιατρός διέγνωσε την ιδιαιτερότητά τους. Οι περισσότεροι υπέγραψαν τότε, χωρίς να το ξέρουν, σύμβαση αορίστου χρόνου με την ανεργία.

Ρίσκαρε και κέρδισε
Σε μια χώρα που ψάχνει για λύσεις στο παρελθόν, μια καθηγήτρια, η Γεωργία Βαμβουνάκη, πήρε το ρίσκο και έκανε πράξη μια ιδέα από το μέλλον. Βρήκε ένα χώρο, εγκαταλειμμένο για χρόνια, απέναντι από το σταθμό του τρένου στο Νέο Ηράκλειο, τον ανακαίνισε και τον μεταμόρφωσε σε πρωτοπόρο και δυναμικό καφέ.
Για την Όλγα, τον Αρη, τη Σοφία, τον Δαμιανό, τη Νάνσυ, τον Νίκο, την Αιμιλία και τα υπόλοιπα μέλη του «Μύρτιλλου», το κατώφλι της εισόδου είναι κάτι περισσότερο από χώρος εργασίας και εκπαίδευσης. «Είναι έξοδος προς τη ζωή», λέει η κ. Βαμβουνάκη.
Όταν ο Άρης Μπέζος παίρνει παραγγελίες δεν κρατάει ποτέ σημειώσεις. Δεν χρειάζεται. Εχει εξαιρετική μνήμη, λόγω του συνδρόμου Ασπεργκερ, γεγονός που αξιοποιήθηκε στο «Μύρτιλλο» «Δεν είμαι επιχειρηματίας, δεν είμαι οικονομολόγος», διευκρινίζει η ίδια. «Συνήθως τα κάνω θάλασσα στα οικονομικά. Τα πάγια μηνιαία έξοδα είναι 12.000 ευρώ, αλλά πρώτα θα πληρώσω τους εργαζόμενους. Τα έφερε η ζωή έτσι, κι έχω ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες, το οποίο μεγάλωσε στη Σκοτία και ευτυχώς δεν πήγε ποτέ σε ελληνικό σχολείο. Και δεν το λέω για να υποτιμήσω τα σχολεία της πατρίδας μας. Άλλωστε κι εγώ είμαι φιλόλογος, έχω δουλέψει σε δημόσια σχολεία».
Εμπνεύστηκε την ιδέα όταν διέμενε στη Σκοτία. «Ο γιος μου παρακολούθησε ένα τμήμα catering και στη συνέχεια έκανε την πρακτική του σε ένα καφέ. Αυτό το διάστημα είδα πώς μεταχειρίζονται οι άλλες κουλτούρες τους ανθρώπους με διαφορετικότητα. Και είπα ότι αυτό χρειάζεται στην Ελλάδα». «Δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί η ιδέα αυτή, αν δεν μας είχαν βοηθήσει οικονομικά κάποιοι ιδιώτες (βασικός δωρητής που έδωσε τα χρήματα για την ανακαίνιση του χώρου είναι το κοινωφελές ίδρυμα "ΤΙΜΑ"). Μου ζήτησαν να μην αναφέρω τα ονόματά τους»...
Ο Δαμιανός Ράφαν, μισός Σκοτσέζος, είναι γιος της νόμιμης εκπροσώπου της Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης που λειτουργεί το καφέ. «Το όνειρό μου είναι μόλις μάθω καλά τη δουλειά εδώ, να πάω να δουλέψω σε άλλη καφετέρια, ως υπάλληλος. Τα αφεντικά έχουν πολλά στο κεφάλι τους» Βουλιάζω στον καναπέ, θέα στην ανοιχτή κουζίνα. Όλα τα εδέσματα που σερβίρονται είναι χειροποίητα. Οι μαθητευόμενοι «μάγειρες» ζυμώνουν σήμερα ψωμί. Ανάμεσά τους τριγυρίζει και η Αιμιλία Καρδάρα, η «οικολόγος» της παρέας. «Τους κλείνω συνεχώς τη βρύση. Δεν μπορείς να αφήνεις το νερό να τρέχει, να σπαταλάς έτσι το νερό», λέει η ίδια. «Εδώ σε προσέχουν καλύτερα. Εγώ έχω κατάθλιψη, αλλά ακολουθώ αγωγή και είμαι μια χαρά. Εγώ έχω Ασπεργκερ. Κι αυτό φέρνει πολλά άσχημα. Μου φέρνει αυτή την πολυλογία, βρε παιδί μου, και τις εμμονές και τον ψυχαναγκασμό. Αλλά εμείς με το Ασπεργκερ αν βάλουμε ένα στόχο να μάθουμε κάτι, το μαθαίνουμε καλύτερα κι από ειδικό». Στα 34 της, κι ενώ δουλεύει σχεδόν μια δεκαετία, «πρώτη φορά μου κολλάνε ένσημα. Παλιά δούλευα στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, έκανα δύο χρόνια πρακτική. Μόνο ως διανομέας φυλλαδίων έχω πληρωθεί, έστω και μαύρα», λέει η Αιμιλία.

«Είναι δύσκολο να βρεις δουλειά, και αν είσαι σαν εμάς, με ειδικές ανάγκες, είναι ακόμα πιο δύσκολο. Είναι σημαντικό να αποκτήσεις εμπειρία και αυτοπεποίθηση. Μετά από δω θα ανοίξω τα φτερά μου», λέει η 23χρονη Σοφία Παππά. Είναι γραμματέας της καφετέριας και χαρούμενη που επιτέλους «οι γνώσεις μου δεν πάνε χαμένες. Σπούδασα διοίκηση επιχειρήσεων σε ΙΕΚ».

Παρακολουθώ την Όλγα. Την 30χρονη κοπέλα, με το tattoo στην πλάτη, που «θα μπορούσε να κρατάει μόνη της όλο το μαγαζί», όπως λέει η κ. Ράφαν. Παίρνει παραγγελίες, φτιάχνει καφέδες, σερβίρει, κρατάει το ταμείο. Κι όμως μέχρι τον Νοέμβριο ήταν στα αζήτητα. Εγώ της μιλάω κανονικά και εκείνη διαβάζει τα χείλη μου. Με τα χέρια της μου ζωγραφίζει το παράπονό της: «Κανένας εργοδότης μέχρι τώρα δεν με προσέλαβε».
Η δική της κώφωση τύφλωσε προφανώς αυτούς που αποφασίζουν ποιος θα πάρει τη δουλειά. Η Όλγα σπούδασε διακοσμητική στο ΤΕΙ Αθηνών, μιλάει ξένες γλώσσες, ενώ παράλληλα είναι πρωταθλήτρια στο γυναικείο ποδόσφαιρο. «Στον ελεύθερο χρόνο σου τι κάνεις;» τη ρωτάω. «Πάω για bungee jumping» απαντάει. «Αυτό το περιβάλλον μού δίνει δύναμη να συνεχίσω. Εδώ αποκτάς αυτοπεποίθηση και εμπειρία. Αυτό που γίνεται εδώ είναι πολύ σημαντικό». Όνειρό της, να ανοίξει κάποτε δικό της μαγαζί με κοσμήματα. Το βλέμμα της ελέγχει συνεχώς το χώρο. «Κοιτάζω μήπως ξεχαστεί κανένας και πιάσει κουβέντα με τους πελάτες» λέει.
Όταν ο Δαμιανός Ράφαν απουσιάζει από το πόστο του, το πιθανότερο είναι πως μιλάει με τους πελάτες ή έχει πάει βόλτα στις διπλανές καφετέριες. «Όλοι τον έχουν μάθει. Είναι πολύ κοινωνικός», λέει γελώντας η μητέρα του. Ο ίδιος λέει «είμαι απλώς λίγο ζωηρός». Άθελά του έχει αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις στη γειτονιά. Γνωρίζει ονομαστικά ακόμα και τους πλανόδιους μικροπωλητές. Ψάχνω να βρω σε τι είναι διαφορετικός. Και το βρίσκω: είναι ίσως ο μοναδικός Έλληνας που δεν θέλει να γίνει αφεντικό. «Το όνειρό μου είναι μόλις αποκτήσω εμπειρία, να πάω να δουλέψω σε άλλη καφετέρια, ως υπάλληλος. Τα αφεντικά έχουν πολλά στο κεφάλι τους. Εγώ θέλω να τελειώνω και να είμαι ελεύθερος».

Φορτιστές αισιοδοξίας
Ένα εγκαταλειμμένο κτήριο σάπιζε όρθιο για πολλά χρόνια. Μέχρι που η Γεωργία Βαμβουνάκη ανέλαβε να φτιάξει το καφέ... των εκλεκτών. «Εδώ δουλεύουν επί πληρωμή 10 άτομα και οι υπόλοιποι εκπαιδεύονται» λέει η ίδια Οι καρέκλες σ' αυτό το μαγαζί λειτουργούν σαν φορτιστές αισιοδοξίας. Φεύγοντας, οι υπάλληλοι σε ραντίζουν με ευχές. Και ζητάνε υποσχέσεις, ότι δεν θα τους ξεχάσεις. «Στο καλό, καλή όρεξη αν πας για φαγητό», «Να έρθεις το απόγευμα που θα είναι έτοιμο το ψωμί», «Αν σου άρεσε, μπορείς να υποσχεθείς εδώ και τώρα ότι θα ξανάρθεις;», «Αν δεν κρατήσεις την υπόσχεσή σου, δεν ξέρεις τι σε περιμένει!». Ποτέ ξανά δεν απέκτησα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα τόσο πολλούς φίλους.

Διδάσκουν και αυτοαξιολόγηση
Η βασική διαφορά αυτής της καφετέριας με τις υπόλοιπες δεν είναι μόνο στο ποιος σε σερβίρει, αλλά και στο τι σε σερβίρει. Τα πάντα εδώ είναι χειροποίητα. Ακόμα και το ψωμί για τα σάντουιτς «Στόχος μας είναι να αντιληφθούν όσοι ανήκουν στην ομάδα, ότι δεν είναι αντικείμενα περίθαλψης. Γι' αυτό και παραπέμπουμε στην ατομική ευθύνη», τονίζει η Γεωργία Βαμβουνάκη. Εδώ όλοι περνούν από διαδικασία αυτοαξιολόγησης, η οποία περιλαμβάνει ένα ερωτηματολόγιο του τύπου «ποιες είναι οι ευθύνες σας;», «τις αναλάβατε;».
Από τους γονείς, λέει η ίδια, «δεν ζητάμε παρά μόνο κάποια πιστοποιητικά. Δεν τους αφήνουμε να μιλάνε πολύ. Γιατί οι Έλληνες γονείς έχουν την τάση του "i know better". Συνεργαζόμαστε με μια ειδική επιστήμονα, ψυχοθεραπεύτρια και δασκάλα, την Ειρήνη Διαλεχτή Κουρομιχελάκη, η οποία κάνει παράλληλα τη δική της αξιολόγηση. Ξέρετε, εδώ απαγορεύεται να φταίει ο άλλος. Όποιος βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης και μεταθέσει την ευθύνη σε κάποιον άλλον, θα υποστεί την ποινή».
Μέρος της εκπαίδευσης, εκτός από τη δουλειά που κάνουν, είναι το πρόγραμμα εξωτερικής δράσης. «Ξεκινάμε τώρα μια δράση στα ΚΑΠΗ και σε παιδικά ιδρύματα στα οποία οι εργαζόμενοι εδώ θα κάνουν εθελοντική εργασία: θα φτιάχνουν τσάι στους παππούδες, θα διαβάζουν παραμύθια, θα τους πηγαίνουν βόλτα», λέει η κ. Βαμβουνάκη.
Στο άκουσμα της νέας δράσης, ο 28χρονος Άρης Μπέζος, εκπαιδευόμενος σερβιτόρος, ενθουσιάζεται. Στο παρελθόν έχει δουλέψει σε βιβλιοθήκη στο Χαλάνδρι. Ανυπομονεί να μπει στη λίστα των 10 ατόμων που εργάζονται με αμοιβή. Το ίδιο και ο 26χρονος Νίκος Σανιδάς. Στην παρέα τον φωνάζουν «Βερόπουλο» επειδή είναι υπεύθυνος για τον ανεφοδιασμό του μαγαζιού. Εδώ, ανέλαβε πρώτη φορά την ευθύνη να κάνει συναλλαγή με τράπεζα. «Μέχρι να έρθω στο Μύρτιλλο, έκανα μόνο δουλειές του ποδαριού», λέει ο ίδιος. «Τώρα με έχει μάθει όλη η γειτονιά. Όταν πηγαίνω για ψώνια, ξέρουν ότι εμένα θα μου κόψουν τιμολόγιο».

Μόνη της στο τρένο...
Το «Μύρτιλλο» ήταν για τη Νάνσυ Χήρα το πρώτο βήμα στην ανεξαρτησία. «Είμαι πιο υπεύθυνη, σίγουρο αυτό» λέει. Στα 23 της, πρώτη φορά, εκλήθη να χρησιμοποιήσει μόνη της τα μέσα μαζικής μεταφοράς. «Μένω στον Υμηττό, είναι μακριά. Μέχρι τώρα ερχόμουν με τη μητέρα μου. Τώρα, που γνώρισα καλύτερα τη διαδρομή, έρχομαι μόνη μου. Παίρνω και τον ηλεκτρικό, που μου αρέσει».
«Τώρα νιώθω υπεύθυνη», λέει η Νάνσυ Χήρα. Δίπλα της, η Σοφία Παππά εκτελεί χρέη... γραμματέα της καφετέριας «Δεν περίμενα ότι θα βρεθεί το Μύρτιλλο», συνεχίζει η ίδια. «Ελεγα σιγά μη βρω δουλειά. Μέχρι που ο Άρης, τον οποίο γνωρίζω από τον ελληνικό σύλλογο για το σύνδρομο Ασπεργκερ, έκανε εδώ τα γενέθλιά του και με κάλεσε. Εγώ μέχρι τότε, έφτιαχνα χειροποίητα κεριά αλλά δεν προλάβαινα να κάνω πολλές εκθέσεις. Στεναχωριόμουν που δεν μπόρεσα να έχω μεγάλη παραγωγή. Έφτιαξα περίπου 100». Τώρα η Νάνσυ οργανώνει την ομάδα της μαγειρικής. «Εχω σπουδάσει μαγειρική και ζαχαροπλαστική σε ΙΕΚ και τώρα εκπαιδεύομαι στο παρασκευαστήριο. Είμαι καλή στο ψωμί. Έχω εξασκηθεί στο ζύμωμα. Φτιάχνουμε γλυκά, διάφορα. Σου αρέσουν τα cupcakes; Να έρθεις να φας», λέει.

«Εχω Ασπεργκερ, αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα εφόσον κρατιέμαι ήρεμη», μου είπε κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας. «Υπάρχουν διάφορες τεχνικές που διώχνουν το άγχος. Πάντα κάτι σκέφτομαι από μέσα μου. Το έχω αγαπήσει το Ασπεργκερ, δεν το έχω μισήσει. Θεωρώ ότι είναι λάθος να μην αγαπάς κάτι που έχεις εσύ και είναι κομμάτι της ζωής σου. Αν το έχεις κάτι από μικρός δεν μπορείς να πεις το μισώ, όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι' αυτό. Προσπαθούμε να μη μας κρύψουνε τα σύννεφα βρε...».


[ΠΗΓΗ: Αλεξάνδρα Τζαβέλλα, κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 10-03-2014]

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Αν είσαι Δάσκαλος πορεύεσαι μαζί με τα παιδιά και δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις

«… Η τάξη είναι το θέατρο ενός συγκλονιστικού δράματος. Ποτέ δεν θα μάθεις τι καλό ή τι κακό έχει κάνει στα εκατοντάδες παιδιά που έρχονται και φεύγουν. Τα βλέπεις να βγαίνουν από την τάξη: ονειροπόλα, αδιάφορα, σαρκαστικά, εκστατικά, χαμογελαστά, προβληματισμένα.

Ύστερα από μερικά χρόνια, αναπτύσσεις κεραίες. Μπορείς να καταλάβεις πότε τους έχεις αγγίξει ή τους έχεις αποξενώσει. Είναι χημεία. Είναι ψυχολογία. Είναι ζωικό ένστικτο. Πορεύεσαι μαζί με τα παιδιά και, όσο θέλεις να είσαι δάσκαλος, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις. Μην περιμένεις βοήθεια απ’ τους ανθρώπους που ξέφυγαν από την τάξη, τους υψηλότερα ιστάμενους. Είναι απασχολημένοι να παρευρίσκονται σε γεύματα και να κάνουν υψηλότερες σκέψεις. Είσαι εσύ και τα παιδιά. Οπότε, το κουδούνι χτύπησε. Τα λέμε αργότερα. Βρες τι αγαπάς και κάν’ το…» (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο Δάσκαλος: Μια αυτοβιογραφία» του Φρανκ ΜακΚόρτ, εκδόσεις SCRIPTA, Αθήνα 2006). Ένα βιβλίο, φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου)


Δυστυχώς η κρίση ούτε αθώα είναι , ούτε ανιδιοτελής. Αντί να αποτελεί ευκαιρία για ανασυγκρότηση, φαίνεται πως γίνεται όπλο κατά της κοινωνίας, ευκαιρία για διάλυση της κοινωνίας. Χρόνια ακούμε πως ο χώρος της Παιδείας χρειάζεται έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό, υπερκομματικό, μακριά από εφήμερες και μικρόνοες σκοπιμότητες ή και όμορφα συνθήματα όπως: «πρώτα ο μαθητής», «να μαθαίνει, πώς να μαθαίνει». Και έρχεται η εφαρμογή των διακηρύξεων στην πράξη για να φανερώσει τι πραγματικά έχουν στο νου τους όταν δημοσιοποιούν τις ωραίες εξαγγελίες τους.

Το θέμα είναι η αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων. Την αξιολόγηση τη χρειαζόμαστε, το θέμα είναι ποιος θα την κάνει, με ποια κριτήρια και ποιο σκοπό; Αντικειμενικά, λόγω κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, κάποια παιδιά θα είναι πιο πίσω. Τι μπορεί να μετρηθεί σε μια τάξη όπου οι μισοί μαθητές είναι παιδιά μεταναστών και δεν μιλάνε καν ελληνικά; Όλα αυτά θα συγκλίνουν στο να δημιουργήσουν σχολεία πολλών ταχυτήτων. Αν το δάσκαλο τον καθοδηγούν από το υπουργείο να μετράει τις επιδόσεις των μαθητών του, δεν θα είναι σαν να τον σπρώχνουν να μετράει πολύ συγκεκριμένα πράγματα, κατευθύνοντας τη διδασκαλία και χάνοντας την εκπαιδευτική ελευθερία του;

Έχω την αίσθηση πως με προχειρότητα και ιδιοτέλεια στήνουν μια διαδικασία, σ΄ έναν ευαίσθητο χώρο προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις. Η αυτοαξιολόγηση από την πρώτη ανάγνωση φαίνεται μια γραφειοκρατική διαδικασία αφερέγγυα και υποκριτική. Αφερέγγυα γιατί ενώ περιγράφονται λεπτομερώς οι ενέργειες που οφείλει να κάνει σε κάθε σχολείο ο σύλλογος καθηγητών, δεν αναφέρεται το πιο σημαντικό: ποια θα είναι η κατάληξη; Τις εκθέσεις που θα συντάξει και θα υποβάλλει κάθε σχολείο, στο τέλος του έτους με τις επισημάνσεις και τα συμπεράσματα για κάποιους δείκτες (που θα έχουν αξιολογηθεί) ποιος θα τα διαχειριστεί; Πώς θα αξιοποιηθούν; Υποκριτική γιατί τα περισσότερα στοιχεία (δείκτες) που θα πρέπει να εξεταστούν και να υποβληθούν σχετικές εκθέσεις είναι γνωστά στο Υπουργείο Παιδείας. Αφού χρόνια τώρα κατατίθενται.

Επί πλέον αναρωτιέται κανείς: αποτελεί η αυτοαξιολόγηση κεντρική επιλογή της κυβέρνησης; Είναι ένας νέος θεσμός που σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τη δημόσια εκπαίδευση της χώρας μας; Ψιθυρίζεται, ότι η αυτοαξιολόγηση είναι απλά η υλοποίηση ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται με 3,5 εκατομμύρια ευρώ! Ότι υπάρχει μια ομάδα έργου –δεν γνωρίζουμε από ποια άτομα και πόσα- που θα αμειφθεί. Αν η αυτοαξιολόγηση είναι πραγματικά ένα τέτοιο πρόγραμμα τότε πρόκειται για μια ενέργεια «ανήθικη»- νόμιμη ίσως αλλά ανήθικη-. Γιατί κάποιοι θα αυξήσουν το εισόδημά τους χρησιμοποιώντας δομές του Δημοσίου και ανθρώπους αμισθί στο όνομα αφερρέγγυων αρχών και αμφίβολης χρησιμότητας ενεργειών. Αν σκεφτούμε συγχρόνως και τη χρονική συγκυρία που υλοποιείται ένα τέτοιο πρόγραμμα- με τη χώρα στα πρόθυρα της χρεωκοπίας και την κρίση ανελέητη- τότε η πίκρα και η οργή δικαιολογούνται απόλυτα.

Κάποιοι συνεχίζουν την παλιά δοκιμασμένη και επιτυχή δράση, να κερδίσουν χρήματα μέσω προγραμμάτων…
Η απορία όμως είναι εύλογη: δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί διαφορετικά αυτό το πρόγραμμα; Αφού η αυτοαξιολόγηση ήδη δημιουργεί ένα συγκρουσιακό περιβάλλον καθώς προστίθεται στα άλλα εκρηκτικά προβλήματα της κοινωνίας μας και εξωθεί σε απεργίες…
Εκτός από τον αξιολογητή, ο δάσκαλος έχει συχνά απέναντί του και το γονιό. Οι γονείς έχουν αλλάξει συμπεριφορά. Είναι υπερπροστατευτικοί και ανασφαλείς σε σχέση με το μέλλον των παιδιών. Παρ’ όλα αυτά η σχέση των γονιών μ’ έναν εκπαιδευτικό στο Δημόσιο ίσως να μην είναι στο καλύτερο της σημείο, μιας και υπάρχει ευρύτερα μια υποβάθμιση και απαξίωση, άδικη και ισοπεδωτική απέναντι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ταυτόχρονα, ο δάσκαλος δεν έχει το κύρος παλαιότερων εποχών, μιας και επικρατεί ένα καθαρά μαθητοκεντρικό μοντέλο εκπαίδευσης που άφησε πίσω του οριστικά τη δασκαλοκεντρική πατερναλιστική μέθοδο μάθησης. Παρατηρώ ότι τα παιδιά κάθε νεότερης γενιάς ωριμάζουν όλο και πιο γρήγορα όπως και η αντίληψή τους. Ίσως οφείλεται στη μεγάλη εξοικείωση με την τεχνολογία και το Διαδίκτυο, το οποίο εισβάλλει στη ζωή τους από τις αρχές του δημοτικού.

Τα σημερινά παιδιά είναι πιο έξυπνα και πιο ενημερωμένα, όμως κουβαλούν το αρνητικό φορτίο των εννοιών που εμπεριέχονται στο σύστημα του σύγχρονου πολιτισμού: ανταγωνισμός, επιθετικότητα, εξειδίκευση, μοναξιά. Το δέλεαρ του εκπαιδευτικού είναι να καλλιεργήσει τα ιδανικά και τις ανθρωπιστικές αξίες στον μαθητή, να τον εκπαιδεύσει στη συνύπαρξη και τον συναγωνισμό και όχι στη μάχη της κατάκτησης της πιο ψηλής κορυφής. Ένα λάθος που κάνουν οι γονείς είναι να περιμένουν από το σχολείο να καλύψει τη δική τους απουσία ή ανεπάρκεια –τα οποία έχουν συχνά να κάνουν με τον φόρτο εργασίας ή τα προβλήματα που τους δημιούργησε η κρίση– ενώ η αλήθεια είναι ότι το σχολείο θα έπρεπε να λειτουργεί επικουρικά σε σχέση με την οικογένεια. Τελικά, το ελληνικό σχολείο είναι αποτελεσματικό όχι τόσο από τις δομές του, αλλά από το φιλότιμο και την αυτοθυσία του προσωπικού του, και την αρμονική συνεργασία των ανθρώπων που το υπηρετούν.

Όσο για την αξιολόγηση, το ζήτημα είναι αν η αξιολόγηση έχει στόχο την ανάπτυξη και την πρόοδο και όχι το ξεφόρτωμα του Δημοσίου από ανθρώπινο δυναμικό. Το Υπουργείο Παιδείας φάνηκε να αναδιπλώνεται σε πολλά σημεία. Και ένας από τους βασικούς λόγους που μετατέθηκε η εφαρμογή της αξιολόγησης για το Σεπτέμβρη, ήταν να υπάρξει προσπάθεια να «στρογγυλέψει» το θέμα της αξιολόγησης και να χρυσώσουν το χάπι στους εκπαιδευτικούς, τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο εφαρμογής του μέτρου!
Ο εκπαιδευτικός δεν αντιτίθεται στην αξιολόγηση, η οποία άλλωστε αποτελεί μέρος της επαγγελματικής του ενασχόλησης με την εκπαίδευση, καθώς ο ίδιος αξιολογεί τους μαθητές του. Με τις νέες, όμως, συγχωνεύσεις σχολείων, τις περικοπές προσωπικού, τη διαθεσιμότητα, και με την αξιολόγηση που μοιάζει να «τιμωρεί», αντί να αναβαθμίζει, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το ηθικό και την ψυχολογία του εκπαιδευτικού που διδάσκει στην τάξη και συνιστά το πρότυπο του φοβισμένου και όχι του εμπνευσμένου δασκάλου. O εμπνευσμένος δάσκαλος βρίσκεται μακριά από τη νοοτροπία του υπαλλήλου που εκτελεί το έργο του χωρίς ψυχή, που κουράζει και κουράζεται. Είναι εκείνος που αντιμετωπίζει τη διδασκαλία του ως τέχνη και αρνιέται να τη δει ως μια τεχνική με σίγουρα αποτελέσματα. Αντίθετα, ο φοβισμένος δάσκαλος δεν μπορεί να εμπνεύσει τους μαθητές του να ολοκληρωθούν ως προσωπικότητες και να μάχονται για τα όνειρά τους.
Φοβισμένος δάσκαλος σημαίνει φοβισμένα παιδιά και έφηβοι, καθώς εκείνος παραμένει πάντα ένα ισχυρό πρότυπο προς μίμηση και ταύτιση. Αν σε αυτά, προσθέσουμε στην ψυχή του παιδιού και του εφήβου τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής και τη ζοφερή πραγματικότητα της ενδοσχολικής βίας, είναι προφανές ότι απαιτούνται δραστικές πρακτικές στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, προκειμένου αυτή να αποβεί σε όφελος των μαθητών, των εκπαιδευτικών και τελικά, της κοινωνίας.

[ΠΗΓΗ: Ντάλης Βαγγέλης, Μην πυροβολείτε το δάσκαλο, http://www.paideianews.gr/ ]

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Τι είναι η νιότη; Μια πενταήμερη που –πέρασες, δεν πέρασες καλά– θα θυμάσαι.



Τι είναι η νιότη; Είναι ασυγκράτητη φωτιά; Είναι ορμή και τρέλα; Είναι καύλα και έκρηξη; Είναι πυροτέχνημα που σκάει και θείο δώρο; Είναι αθώα ή πλάνη, σκληρή και επικίνδυνη; Γιατί δεν την χορταίνεις ποτέ και δεν την εκτιμάς όταν την έχεις; Η Γλυκερία Μπασδέκη απαντάει σύντομα και δωρικά σαν σε εφηβικό λεύκωμα και επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει το μυστήριο της νιότης. Ποιήτρια, καθηγήτρια σε λύκειο και με μία πολύ ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις, υπερασπίζεται τη νέα γενιά που προσπαθεί να φτιάξει τις δικές της άμυνες μέσα σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω της και αποδεικνύει ότι δεν είναι τελικά καθόλου «χαμένη».


Τι είναι η νιότη;
Μια πενταήμερη που –πέρασες, δεν πέρασες καλά– θα θυμάσαι.
Και γιατί δεν την εκτιμάς ποτέ όταν την έχεις; Γιατί την αναζητάς όταν μαραίνεται και τρέχεις πίσω της όταν την έχεις χάσει;
Γιατί όλοι ρέπουμε στο μελόδραμα. Έτσι γίνονται τα δάκρυα λουλούδια και οι λαβύρινθοι χλόη.
Τι είναι αυτό που σε κρατάει νέο κόντρα στη φθορά του χρόνου και τι είναι αυτό που διατηρεί την δροσιά κάποιων ανθρώπων για πάντα;
Η σκανταλιά, η σκανταλιά και η σκανταλιά.

Τι σε συγκινεί στη νιότη;
Η απαλή της σκληρότητα. Το φιλί με γλώσσα πριν την κλωτσιά στον γκρεμό.
Έχεις πέσει ποτέ στον γκρεμό; Πώς ήταν;
Έχω ειδικευθεί στις πτώσεις. Αξέχαστα ήταν.
Τι θυμάσαι από τη νιότη σου;
Οι ντισκομπάλες ήταν ντισκομπάλες. Τα παντελόνια σωλήνες ήταν παντελόνια σωλήνες. Η Καίτη Φίνου ήταν Καίτη Φίνου. Κι εγώ ερωτευόμουν βαθιά, αληθινά και απελπισμένα κάθε τρία λεπτά.
Τι έχει αλλάξει από τότε;
Έχει ξεκαθαριστεί ποιος παίζει το λύκο και ποιος την Κοκκινοσκουφίτσα.
Δεν υπάρχουν και νέοι λύκοι;
Ο παλιός ο λύκος έχει την ουλή.
Πόσο επικίνδυνη είναι η νιότη;
Όσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει κι  ο πολιτισμός.
Και ποια είναι η πλάνη της;
Περιμένει να μεγαλώσει για να κάνει κουμάντο. Δε γνωρίζει ότι το κάνει ήδη.
Μπορείς να είσαι για πάντα νέος;
Όχι, ευτυχώς. Το γαρ πολύ (του οτιδήποτε) γεννά παραφροσύνη.
Είναι οι νέοι αθώοι;
Οι νέοι είναι σκληρότατοι.  Η αθωότητα είναι χαρακτηριστικό του γήρατος.
Τι σε έκανε να χάσεις την αθωότητά σου;
Πλέω μέσα στην αθωότητά μου. Είμαι μια ολοστρόγγυλη μεσήλιξ χωρίς γωνίες -ο καθείς μπορεί άφοβα να παίξει μαζί μου.
Πιστεύεις ότι με τα χρόνια ωριμάζουμε, ή απλώς διαρκούμε;
Διαρκούμε εξαίσια μέσα στα συντηρητικά μας. Οι κονσέρβες έσωσαν ζωές, κάποτε.
Αυτό που ονομάζουν «χάσμα των γενεών» το βλέπεις;
Είμαι πρεσβύωψ, δεν το βλέπω. Το ακούω όμως. Ενίοτε εκκωφαντικά.
Τι πιστεύεις ότι θέλουν οι νέοι σήμερα;
Την ησυχία τους και μίαν καλύβην. Ό,τι ήθελε κι ο Δάφνις με τη Χλόη, κάτι χρόνια πριν.
Αν ήσουν πάλι νέα τι θα έκανες; Τι θα απέφευγες;
Πάλι θα ξεροστάλιαζα, πάλι θα ανέβαζα δέκατα για πολλά υπέροχα τίποτα.
Τι θες να ξεχάσεις από τη δική σου εφηβεία;
Την Clearasil.
Τι σε έμαθε η νιότη;
Τo ποιος πυροβόλησε τον Τζέι Αρ.
Και τι δεν σε έμαθε;
Πολλαπλασιασμό. Με καταδίκασε στη διαίρεση.
Όταν ήσουν πολύ νέα, τι στην έσπαγε από τον κόσμο των μεγάλων;
Το ότι (σχεδόν) πάντα είχαν δίκιο. Ήταν ιδιαίτερα  εκνευριστικό.
Έγινες στη ζωή σου αυτό που θα ήθελες να γίνεις τότε;
Ήθελα να γίνω μαύρη τραγουδίστρια της σόουλ. Όχι, δεν έγινα.
Αν έδινες στον εαυτό σου τώρα μια συμβουλή ποια θα ήταν;
Την ίδια που μου έδινε η γιαγιά μου: «όπου δεις φαί κάτσε, όπου δεις ξύλο φύγε».
Γιατί κάποιοι λένε αυτή τη γενιά χαμένη; Είναι πραγματικά;
Αυτός που το λέει, αυτός είναι. Μια χαρά παιδιά είναι, λάμπουν μέσα σ’ αυτό το γούπατο.
Λάμπουν, αλλά δεν το βλέπουν και πολύ αισιόδοξα το μέλλον…
Το αντίθετο θα ήταν το ανησυχητικό.
Είσαι καθηγήτρια σε σχολείο, πώς είναι τώρα τα νέα παιδιά;
Διδάσκω σε Εσπερινό Λύκειο. Τα παιδιά είναι πάνω κάτω στην ηλικία μου και είναι υπέροχα. Συχνά αναπολούμε μαζί το πολυτονικό.
Πιστεύεις ότι παίζουν πολύ αρνητικό ρόλο η τηλεόραση, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τα νέα μέσα στη διαμόρφωση των νέων;
Όχι, όπως ούτε, άλλωστε, το γραμμόφωνο, το ηλεκτρικό σίδερο και η ανακάλυψη του τροχού.

Βλέπεις τους νέους πιο συντηρητικούς από παλιά; Πού μπορεί αν οφείλεται αυτός ο συντηρητισμός; Ισχύει ότι γίνονται όλο και πιο ηθικολόγοι;
Οφθαλμαπάτη και τρυκ είναι ο συντηρητισμός τους. Κάπως έπρεπε να αντιδράσουν στον υποχρεωτικό εμβολιασμό  μεταμοντερνισμού και  νεωτερικότητας.

Ποια συμβουλή θα έδινες σε ένα νέο φίλο σου;
Σφάξε τη μια την ομορφιά να πιεί το αίμα η άλλη. Του θείου Νίκου Καρούζου, είναι. Σοφός θείος.

Ο γιατρός Ινεότης του Χειμωνά τι θα μας έλεγε σήμερα;
I beg your pardon, I never promised you a rose garden –αυτό θα μας έλεγε. Χωρίς να βγάλει τα μεγάλα μαύρα γυαλιά του.
Ποιο είναι το αγαπημένο σου βιβλίο γραμμένο για τη νιότη;
O φύλακας στη σίκαλη. Εγώ είμαι το Φοιβάκι.
Πώς βλέπεις σήμερα τα πρώτα ποιήματα που έγραψες στα είκοσί σου;
Στίχοι όπως «έχω γραμμένους σημειολογία και ντελέζ» εξακολουθούν να με συγκινούν .
Ο έρωτας πάει μαζί με τη νιότη;
Ο έρωτας πάει όπου του καπνίσει και σου τρώει τα σωθικά.
E.E. Cummings Poem LVI

[ΠΗΓΗ: Τζούλη Αγοράκη, M.Hulot]

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Καλή Ανάσταση, καλή δύναμη, καλή επιτυχία



Ευχές στους μαθητές της Γ΄ Λυκείου, που τις φετινές γιορτές τις περνούν διαβάζοντας για τις εξετάσεις τους. Καλή ανάσταση ευχόμαστε και στους γονείς τους. Ας είναι θετικοί συνοδοιπόροι στον αγώνα των παιδιών τους. Ας είναι δίπλα τους υπομονετικά και στωικά. Ας βλέπουν στο πρόσωπο των παιδιών τους αυτό που 'ναι το πολυτιμότερο... το ίδιο το παιδί και όχι το μαθητή. Ας διαβάσουν το παρακάτω ποίημα και ας υπερβούν εαυτόν με τη σκέψη τους ν' ακουμπά στο παιδί και όχι στον επιτυχημένο μαθητή...


Αν είχα το παιδί μου να το μεγαλώσω ξανά από την αρχή...
Θα ζωγράφιζα με τα δάχτυλα περισσότερο
και θα έδειχνα με το δάχτυλο λιγότερο.
Θα διόρθωνα λιγότερο
και θα συνδεόμουν περισσότερο.
Θα σταματούσα να έχω τα μάτια στο ρολόι
και θ' άρχιζα να βλέπω με τα μάτια μου.
Θα νοιαζόμουν να ξέρω λιγότερα
και θα ήξερα να νοιάζομαι περισσότερο.
Θα έκανα περισσότερες πεζοπορίες
και θα πετούσα περισσότερους χαρταετούς.
Θα σταματούσα να το παίζω σοβαρός
και θα έπαιζα στα σοβαρά.
Θα διέσχιζα τρέχοντας περισσότερα λιβάδια
και θα κοίταζα περισσότερα αστέρια.
Θα αγκάλιαζα περισσότερο
και θα τραβολογούσα λιγότερο.
Θα ήμουν άκαμπτος λιγότερο συχνά
και θα επιβεβαίωνα πολύ περισσότερο.
Θα έχτιζα πρώτα αυτο-εκτίμηση
και αργότερα το σπίτι.
Θα δίδασκα λιγότερο για την αγάπη της δύναμης
και περισσότερο για τη δύναμη της αγάπης.
Δεν έχει σημασία αν το παιδί μου είναι μεγάλο ή μικρό
από σήμερα και στο εξής θα τα εκτιμώ όλα περισσότερο.
[ΠΗΓΗ: ποίημα της Diana Leomans - δημοσιεύτηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 17-04-2014]

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

«Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι»

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ. Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβεις τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ’ αγαπώ· δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.
Στο χώρο της ψυχικής υγείας συναντάμε πολλές φορές άτομα που έμαθαν –λανθασμένα και χωρίς να καταλάβουν πώς–, ότι αγάπη είναι να χτυπάς, και καταλήγουν να παντρεύονται κάποιους που τους χτυπούν προκειμένου να αισθανθούν ότι τους αγαπούν (πολλές κακοποιημένες γυναίκες υπήρξαν κακοποιημένες θυγατέρες).
Για αιώνες κακοποιούσαν ή πλήγωναν οι γονείς τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κάνουν για το καλό τους: «Εμένα με πονάει περισσότερο που πρέπει να σε δείρω», λένε συχνά οι γονείς. Και στα πέντε σου, δεν είσαι σε θέση να κρίνεις αν είναι ή δεν είναι πράγματι έτσι. Και προσαρμόζεσαι· αλλάζεις συμπεριφορά. Και εξακολουθείς, πολλές φορές, να τρως ξύλο και να το θεωρείς ωφέλιμο.


Όταν δούλευα με εξαρτημένους, την εποχή που έκανα ειδικότητα στην ψυχιατρική, παρακολουθούσα μια γυναίκα που είχε πατέρα αλκοολικά και παντρεύτηκε με τη σειρά της έναν αλκοολικό άντρα. Τη γνώρισα στην κλινική όπου ο άντρας της ήταν εσωτερικός ασθενής. Επί χρόνια συνόδευε τον σύζυγό της στις ομάδες Ανώνυμων Αλκοολικών στην προσπάθεια να ξεπεράσει τον εθισμό του, από τον οποίο έπασχε για πάνω από δώδεκα χρόνια. Τελικά, εκείνος κατάφερε να απέχει από το αλκοόλ επί είκοσι τέσσερις μήνες. Τότε ήρθε η γυναίκα του για να μου πει ότι, μετά από δεκαέξι χρόνια γάμου, ένιωθε ότι η αποστολή της είχε λήξει η υγεία του συζύγου της είχε αποκατασταθεί…

Εγώ, τότε που ήμουν είκοσι επτά χρόνων και νεοδιορισμένος γιατρός, ερμήνευσα ότι, στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελε ήταν να θεραπεύσει τον πατέρα της αντικαθιστώντας τη θεραπεία του πατέρα με αυτή του συζύγου. Εκείνη είπε: «Μπορεί, τώρα πάντως δεν με συνδέει τίποτα με τον σύζυγό μου. Υπέφερα πολύ από τον αλκοολισμό του, αλλά έμεινα κοντά του για να μην τον εγκαταλείψω στη μέση της θεραπείας τώρα όμως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια γι’ αυτόν». Πράγματι, χώρισαν. Ένα χρόνο αργότερα, τελείως τυχαία, κάπου αλλού συναντηθήκαμε με τη γυναίκα αυτή που είχε κάνει μια καινούργια σχέση. Είχε ξαναπαντρευτεί… έναν άντρα επίσης αλκοολικό.
Οι ιστορίες αυτές, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε με τη λογική, έχουν να κάνουν με τον τρόπο που κουβαλάει κανείς μέσα του δικά του άλυτα θέματα· με το πώς αντιλαμβάνεται την αγάπη.

Το Σ’ ΑΓΑΠΩ και ΣΟΥ ΔΕΙΧΝΩ ΟΤΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ μπορεί να είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά για μένα και για σένα. Και εδώ, όπως και σε όλα τα θέματα, μπορεί να διαφωνήσουμε ριζικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ένας από τους δύο κάνει αναγκαστικά λάθος.

Παραδείγματος χάριν: ξέρω πως η μαμά μου μπορεί να σου δείχνει ότι σ’ αγαπάει με διάφορους τρόπους, όπως όταν είσαι σε καλεί στο σπίτι και φτιάχνει τα φαγητά που σου αρέσουν. Αν λοιπόν, για τη μέρα που σ’ έχει καλέσει, έχει ετοιμάσει δύο ή και τρία από εκείνα τα υπέροχα αραβικά φαγητά που για να τα φτιάξει χρειάστηκε να περάσουν πεντ’-έξι μέρες στην κουζίνα ζυμώνοντας, ξεφλουδίζοντας, τεμαχίζοντας και βράζοντας τα υλικά, αυτό για τη μαμά μου σημαίνει ότι σ’ αγαπάει. Και αν δεν έχεις μάθει να ερμηνεύεις αυτόν τον τρόπο έκφρασης, μπορεί να μην καταλάβεις ότι γι’ αυτήν είναι το ίδιο σαν να λέει σ’ αγαπώ. Αυτό σημαίνει ότι είναι εκδηλωτική; Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, είναι ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ τρόπος να λέει σ’ αγαπώ. Αν δεν μάθω να διαβάζω το μήνυμα που εκφράζουν έμμεσα αυτές οι κινήσεις, δεν θα μπορέσω ποτέ να αποκωδικοποιήσω το μήνυμα που εκφράζει ο άλλος. (Μια φορά την εβδομάδα, ΟΤΑΝ ΖΥΓΙΖΟΜΑΙ, επιβεβαιώνω πόσο πολύ μ’ αγαπούσε η μαμά μου, και πόσο καλά αποκωδικοποίησα το μήνυμά της!)

Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, σου αφιερώνει ένα μέρος της ζωής, του χρόνου και του ενδιαφέροντός του.
Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, οι πράξεις του σου λένε καθαρά πόσο πολύ νοιάζεται για σένα.

Μπορεί ν’ αποφασίσω να κάνω κάτι που θέλεις, με τη φαντασίωση ότι θα καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ. Κάποια φορά μπορεί να το κάνω, άλλοτε μπορεί και όχι. Αν και δεν μου αρέσει, μπορεί να σηκωθώ από τα χαράματα της 13ης Δεκεμβρίου, να στολίσω το σπίτι και να ετοιμάσω το πρωινό γεμίζοντας τους τοίχους με αφίσες και το κρεβάτι με δώρα, και για το βράδυ να έχω καλέσει ένα σωρό κόσμο… Ξέροντας πόσο σε συγκινεί, είναι πιθανό κάποια φορά να το δεις να γίνεται, αν έχω διάθεση. Αν, όμως, επιβάλλεται να κάνω το ίδιο κάθε χρόνο, κι εγώ το επαναλαμβάνω μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσω… μην έχεις και την απαίτηση να το απολαμβάνω. Γιατί, αν δεν είναι κάτι που κι εγώ θέλω από μόνος μου, ίσως είναι καλύτερο και για τους δυο μας να μη το κάνω καθόλου.
Βέβαια, αν εγώ δεν έχω ποτέ διάθεση να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε και τίποτ’ απ’ αυτά που ξέρω ότι σου αρέσουν, τότε κάτι συμβαίνει.
Με τη συμβίωση, θα μπορούσα να μάθω να χαίρομαι με την ψυχική ικανοποίηση που σου προσφέρω, έτσι όπως εσύ το προτιμάς. Και πράγματι, έτσι γίνεται. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με ορισμένες απόψεις που λίγο-πολύ δέχονται όλοι, απόψεις που φαίνονται να είναι αντίθετες με αυτό που μόλις είπα, και με τις οποίες, ασφαλώς, δεν συμφωνώ.

Μιλάω συγκεκριμένα για τις θυσίες στην αγάπη.
Μερικές φορές ο κόσμος θέλει να με πείσει ότι πέρα από την ιδέα τού να είναι κανείς ευτυχισμένος, σημαντικές σχέσεις είναι εκείνες όπου ο ένας είναι ικανός να θυσιάζεται για τον άλλον. Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν πιστεύω ότι η αγάπη είναι χώρος θυσίας. Δεν πιστεύω ότι όταν θυσιάζεται κανείς για τον άλλον, αυτό αποτελεί εγγύηση αγάπης, και ακόμη λιγότερο, ότι η θυσία αποδεικνύει την αγάπη μου για τον άλλο. 

Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που εγγυάται την ικανότητα να χαιρόμαστε πράγματα μαζί, κι όχι ένα μέτρο για το πόσο είμαι διατεθειμένος να υποφέρω για σένα, ή πόσο είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό.
Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο της αγάπης μας δεν το καθορίζει ο πόνος που μπορεί να μοιραστούμε – έστω κι αν αυτό αποτελεί μέρος της ζωής. Η αγάπη μας μετριέται και δυναμώνει ανάλογα με το πόσο ικανοί είμαστε να περπατάμε μαζί σ’ αυτόν τον δρόμο, να απολαμβάνουμε κάθε βήμα όσο γίνεται περισσότερο, και να αυξάνουμε την ικανότητα μας να χαιρόμαστε ακριβώς αυτό: το ότι είμαστε μαζί.

…Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σου λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μία από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής. «Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος. «Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη. «Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…» «Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…» «Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί». «Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου». «Σε παρακαλόυμε» ικετεύουν, «πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…» Ο μάγος τούς κοιτάζει και συγκινείται που βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη. «Υπάρχει κάτι…» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά  δεν ξέρω… είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες» «Δεν μας πειράζει» λένε κι οι δύο. «Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος. «Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;» Η νεαρή κοπέλα συγγατανεύει σιωπηλά. «Κι εσύ, Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή να βρεις τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να το τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο… Πηγαίνετε τώρα»

Οι δύο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο… Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δύο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα που περιέχει το πουλί που τους ζητήθηκε. Ο μάγος τούς λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στον γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα· χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
«Πετούσαν ψηλά;» ρωτάει ο μάγος. «Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε… Και τώρα;» ρωτάει ο νέος. «Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;» «Όχι» λέει ο γέρος. «Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;» προτείνει η νεαρή. «Όχι» ξαναλέει ο γέρος. «Κάντε ό,τι σας λέω: 

Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν· να πετάξουν ελεύθερα»! Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά. Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου μέχρι που πληγώνονται. «Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα.

Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.


[ΠΗΓΗ: Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο δρόμος της συνάντησης», ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ, του Χόρχε Μπουκάι, εκδόσεις opera/animus]