Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

«Όσο κρατάει το Μουντιάλ έχουμε πάντα δυο ομάδες στην καρδιά μας: Τη δική μας και την Ελλάδα» (Γάλλος αθλητικογράφος)

Φρύγανα έτοιμα να πάρουν φωτιά οι λέξεις και να λαμπαδιάσουν στη μεγάλη περιοχή του ποδοσφαίρου, μιλώντας για τη λατρεία στην μπάλα, γι' αυτό το υφήλιο πάθος, για την ανυπέρβλητη χοϊκότητα του παιχνιδιού, για τα εθνόσημα και τον εθνικισμό, για τις αποθεωτικές υπερβολές αλλά και το ξηρό δέρμα των επικρίσεων, για τον διονυσιασμό των μεν και τη δυσανεξία των δε. Είναι τόσες πολλές οι αφορμές... Έτρεχαν να προλάβουν οι λέξεις, να συγκροτήσουν κείμενο προτού αρχίσει ο αγώνας Ολλανδία-Μεξικό και μετά να ημερέψουν, να σωπάσουν και μυσταγωγικά να περιμένουν τον δικό μας μεγάλο αγώνα με την υπέροχη Κόστα Ρίκα, τη θαυμαστή κουκκίδα που έλαμψε, όπως και εμείς, και πάει για θαύματα. Τότε μπήκε αναπάντεχα στο κάδρο ένας Γάλλος αθλητικογράφος, ο Thibaud Leplat, μ' ένα συγκλονιστικό σημείωμα σε γαλλική ιστοσελίδα (Γιάννης Τριάντης, Αντί-παρά-Θέσεις, Ελευθεροτυπία 30/06/2014)



Τίτλος: «Η Ελλάδα ή η αίσθηση του τραγικού».
 «Σε κάθε μεγάλη διοργάνωση παίζεται το ίδιο έργο, οι Έλληνες δεν είναι ποτέ ανάμεσα στα φαβορί. Ωστόσο είναι από τους λίγους Ευρωπαίους που κατάφεραν να φτάσουν στις τελικές δύο οχτάδες. Τότε λοιπόν γιατί; Γιατί κανείς δεν αγαπά την Ελλάδα;

Τώρα πρέπει να ζητήσουμε από τον αναγνώστη να περιπλανηθεί στη χώρα των ονείρων. Φανταστείτε ότι γνωρίζετε το αλφάβητό τους και τη γλώσσα τους που είναι οικείο το άκουσμά της -έχει τους συριγμούς των πορτογαλικών, τις αιχμηρότητες των γαλλικών, την ακρίβεια των γερμανικών. Κοιτάξτε τώρα τον κόσμο σαν να είχατε γεννηθεί σ' ένα νησάκι της Μεσογείου. Ζείτε απέναντι στη Λιβύη και στην Τουρκία, αλλά είσαστε η καρδιά της Ευρώπης, το συγκινησιακό της κέντρο. Έχετε επινοήσει όλα εκείνα τα πράγματα που αφήνουν αδιάφορους τους εμπόρους τής παγκοσμιοποίησης, αλλά αποτελούν τα θεμέλια της ανθρώπινης κοινότητας: το θέατρο, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, τους αγώνες.

Κάποιοι τα βλέπουν αυτά αφ' υψηλού, όπως βλέπουν αφ' υψηλού και τη μικρή, φτωχή ομαδούλα σας. Λένε και ξαναλένε ότι το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου τα τελευταία είκοσι χρόνια, το δικό σας κατόρθωμα στο Euro του 2004, ήταν ένα από τα περίεργα θλιβερά φαινόμενα της ιστορίας και ότι το κοντέρ πρέπει να ξεκινήσει απ' το μηδέν. Σίγουρα πήρατε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά, νικήσατε τους καλύτερους, επιδείξατε μια μοναδική και απαράμιλλη ψυχραιμία. Σίγουρα. Αλλά θα προτιμούσαν να αρχειοθετήσουν αυτό το συμβάν κάτω από μια στοίβα αναμνήσεων, ώστε να λησμονηθεί με την πιο συνειδητή μέθοδο αποσιώπησης.
Ωστόσο να που το βράδυ της Τρίτης μάς δώσατε ένα μάθημα από κείνα που δεν ξεχνιούνται τόσο εύκολα. Σ' αυτό το Μουντιάλ, όπου οι αμυντικές πεντάδες είχαν αποκλείσει κάθε πιθανότητα θεαματικής ανδραγαθίας, είχαμε ξεχάσει ότι ο ενθουσιασμός και η αυταπάρνηση μπορούν να κάνουν θαύματα. Τα ευρωπαϊκά έθνη πάτωσαν το ένα μετά το άλλο. Εκτός από την Ελλάδα. Και η Ελλάδα είμαστε εμείς.

Η ποιητική τού ρόστερ
«Ο μεγαλύτερος κίνδυνος θέλει άντρες με καρδιά», έψαλε ο Πίνδαρος στους Ολυμπιόνικους. Και θέλει άντρες με ασυνήθιστα ονόματα. Η ομορφιά αυτής της ομάδας ξεκινάει από την ποιητική τού ρόστερ (...). Φοράνε λοιπόν την ίδια άσπρη στολή με το γαλάζιο σταυρό στο στέρνο και ο Γιώργος Καραγκούνης είναι ακόμα εκεί για να κρατάει άσβηστη τη φλόγα των ηρώων του 2004.

Δέκα χρόνια πέρασαν κι όμως, όπως τότε μισούσαν τον καταραμένο τον Χαριστέα και το προδοτικό του πρόσωπο, έτσι τώρα σε κανέναν δεν αρέσει ο Γιώργος Σαμαράς, αυτή η διαλυμένη φυσιογνωμία κι αυτό το στιλ να παίρνει την μπάλα με ατσαλοσύνη και να την ξαποστέλνει πάντα με τη χάρη μιας κίνησης όχι πολύ όμορφης, αλλά που ήταν στη δεδομένη στιγμή η μόνη σωστή κίνηση για να αιφνιδιαστεί ο αντίπαλος. Στον Σαμαρά δεν ξέρεις αν πρέπει να επαινέσεις τον μεγάλο τεχνίτη που κατεβάζει μια μπάλα απ' τον ουρανό ή τον μεγάλο κομπογιαννίτη που έχει για ταλέντο την τύχη και την ευκαιρία.
Μαζί με τους Πίπο Ιντσάγκι, Νταβόρ Σούκερ ή Μίροσλαβ Κλόζε αποτελούν μια μυστική αδελφότητα παικτών που είναι θύματα της μορφής τους, της φυσιογνωμίας τους. Αν είχε λίγη φινέτσα παραπάνω, θα μπορούσες να τον θεωρήσεις τον Ελληνα Ζλάταν ή ένα είδος μελαχρινού γενειοφόρου Εντιν Τζέκο. (...)

Αδιαλλαξία και θυσία
Υπάρχουν όμως ομάδες και παίκτες που η προσωπική τους δυναμική υπερβαίνει κατά πολύ τις ικανότητές τους στο παιχνίδι και το ταλέντο τους. Ακριβώς τότε, όταν λείπει το μπρίο, όταν υφίστασαι αγόγγυστα τις κόκκινες κάρτες, όταν σκοντάφτεις στα τείχη της άμυνας και στα μαρκαρίσματα από αντιπάλους με φονικά πρόσωπα, τότε ακριβώς βρίσκεις το ποδόσφαιρο που έπαιζες στη γειτονιά σου, πάνω στην άσφαλτο, που δεν σταμάταγες παρά μόνο όταν έπεφτε το σκοτάδι, εκείνο το ποδόσφαιρο όπου πρέπει να μείνεις όρθιος, κινδυνεύοντας να σε καταπατήσει ο πιο ψηλός ή ο πιο μεγάλος.

Γιατί λοιπόν αφού μοιάζουμε τόσο πολύ με τους Έλληνες δεν αγαπάμε καθόλου τους Έλληνες στο ποδόσφαιρο; Ίσως γιατί μέσα στις λευκές τους στολές και σ' αυτό τον τρόπο που νικάνε μόνο και μόνο γιατί δεν θέλουν να πεθάνουν, σε αυτό το πείσμα να μην υποκύπτουν στη μόδα και να ζουν πάντα σε καθεστώς καθυστέρησης, βλέπουμε τον πιο αληθινό μας εαυτό, εμείς οι σωστοί. Η ελληνική ομάδα δεν θα μας παρουσιάσει κάτι άξιο ζωηρού θαυμασμού ή επευφημίας. Και μόνο η παρουσία της εκφράζει για μας ένα είδος απειλής για τις άψογες διοργανώσεις μας.

Αν κάποιες στιγμές οι άλλες ομάδες με τη χάρη μιας κίνησης, ενός γκολ ή μιας σφοδρής συγκίνησης μας κερνάνε ψίχουλα του απόλυτου ή σπίθες ιδιοφυΐας, η Ελλάδα από τη μεριά της δίνει πάντα αυτό μονάχα που υπόσχεται: την αδιαλλαξία και τη θυσία. Ποτέ δεν είχε άλλες φιλοδοξίες από μια μάχη δίχως έλεος. Δίχως κανένα έλεος για τους άλλους ούτε για τον εαυτό της.

Όπως στις ραψωδίες
Δύο τραυματισμοί στα είκοσι λεπτά, δύο δοκάρια οριζόντια, ένα κάθετο, η ισοφάριση από την Ακτή Ελεφαντοστού μέσα σε δέκα λεπτά από τη λήξη του αγώνα, μέσος όρος ηλικίας πάνω από 30 χρόνια: η Ελλάδα πήγαινε στα ίσα για αποκλεισμό. Επιτέλους, τι ανακούφιση. Όμως στο βάθος όλοι ξέραμε. Αυτό το παιχνίδι ήταν δικό τους, η Ελλάδα θα κέρδιζε. Επρεπε να φτάσουμε στο τέλος, να ακουστεί το «ο κύβος ερρίφθη»! Ενορατικά είχαμε μαντέψει ότι οι συνθήκες αυτής της αναμέτρησης οδηγούσαν στην εποποιία και στην κάθαρση.

Όπως στις ραψωδίες του Ομήρου οι θεοί συνεδρίαζαν εκτάκτως και ο Δίας απαιτούσε να μείνουν ουδέτεροι, αλλά αυτοί τελικά δεν κατάφερναν να συγκρατηθούν και να μη λάβουν μέρος στη μεγαλειώδη σύρραξη ευνοώντας τους εκλεκτούς τους. Οι Έλληνες θα κέρδιζαν στο τέλος, το ξέραμε. Ένας από μηχανής θεός θα τους λυπόταν στο τέλος αυτής της σκληρής δοκιμασίας και θα κατέβαινε στο γήπεδο στο πλευρό τους. Ήταν ο Δίας. Έλαβε τη μορφή ενός σφυρίγματος. Τότε στο 93ο λεπτό ο Γιώργος Σαμαράς πήρε την μπάλα, την απίθωσε στο σημείο του πέναλτι και ακούμπησε τις παλάμες του στους γοφούς πριν εκτοξεύσει τη χαριστική βολή δίχως ίχνος δισταγμού. Ύστερα σχεδίασε με τα δάχτυλά του το σχήμα μιας καρδιάς για να υπενθυμίσει στο κοινό ότι οι άνθρωποι κερδίζουν τις νίκες κι όχι οι θεοί.

Όσο κρατάει το Μουντιάλ έχουμε πάντα δυο ομάδες στην καρδιά μας. Τη μία γιατί είναι η δική μας. Την άλλη γιατί είναι η Ελλάδα».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Γιάννη Τριάντη στη στήλη του ΑΝΤΙ-ΠΑΡΑ-ΘΕΣΕΙΣ, στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: Οι δικές μας λέξεις έβγαλαν το καπέλο τους στον Γάλλο και αποσύρθηκαν. Ζήλεψαν λίγο, αλλά υποκλίθηκαν. Όχι επειδή υμνεί την Ελλάδα και την Εθνική της. Αυτό είναι το λιγότερο. Αλλά γιατί ο ξένος αυτός καταλαβαίνει περισσότερα από κάποιους δικούς μας. Για τη νοοτροπία, τις αρετές, τα κουσούρια, το πάθος και το «είναι» ενός λαού. Ανατέμνει, ανιχνεύει, φωταγωγεί τα «ήσσονα» και υποτιμημένα. «Κεντάει» ο Γάλλος και φωνάζει από την εξέδρα της γνώμης του: «Οσο κρατάει το Μουντιάλ έχουμε πάντα δυο ομάδες στην καρδιά μας. Τη μία γιατί είναι η δική μας. Την άλλη γιατί είναι η Ελλάδα»... Και αυτό, όπως λέει, γιατί «Η Ελλάδα είμαστε εμείς»..
.

[ΠΗΓΗ: Thibaud Leplat, Γάλλος αθλητικογράφος, Η ΕΛΛΑΔΑ ή Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ όπως αναδημοσιεύτηκε στην ελληνική ιστοσελίδα http://www.zappit.gr από τη γαλλική ιστοσελίδα: http://www.sofoot.com ]

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Το παλιό μοντέλο των ΜΜΕ φθίνει ενώ το διαδίκτυο όλο και περισσότερο γοητεύει με την ταχύτητα και την αμεσότητα του

Νομίζω ότι συμφωνούμε όλοι. Οι εφημερίδες θα πουλάνε όλο και λιγότερα φύλλα και θα εξασφαλίζουν όλο και μικρότερη μερίδα διαφήμισης.  Βέβαια η κρίση του Τύπου δεν συνδέεται μόνο με την οικονομική κρίση ή με το γεγονός ότι οι νέοι δεν διαβάζουν πλέον εφημερίδες και ασχολούνται όλο και λιγότερο με την πολιτική. Αυτοί οι παράγοντες απλώς επιτάχυναν μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει εδώ και καιρό.



Προσωπικά, θα έλεγα ότι για την κατάσταση δεν ευθύνεται το γεγονός ότι το Διαδίκτυο σήμερα εξασφαλίζει δωρεάν έναν τεράστιο όγκο ειδήσεων και πληροφοριών. Θα έλεγα, επίσης, ότι δεν παίζει ρόλο ούτε η ποιότητα των εφημερίδων. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι πολλοί, εξ αιτίας της κρίσης, περιέκοψαν τις δαπάνες τους και αυτό επηρέασε την ποιότητα του προϊόντος τους και συνέβαλε στο να χάσουν κάποιες εφημερίδες φύλλα, με αποτέλεσμα ορισμένες να κλείσουν και άλλες να συρρικνωθούν.
Ωστόσο η πλειονότητα των εκδοτών και των δημοσιογράφων εξακολουθεί να προσφέρει ένα προϊόν υψηλής ποιότητας. Έτσι, αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι ο αναγνώστης, εξ αιτίας τις κρίσης και της μεγάλης διαθεσιμότητας υλικού στο Διαδίκτυο, ανέβασε τον πήχυ και έχει μεγαλύτερες προσδοκίες... Με λίγα λόγια, σήμερα θέλει περισσότερα. Κι εμείς δεν είμαστε πάντα σε θέση να του τα προσφέρουμε. Το αποτέλεσμα είναι το παλιό μοντέλο των εφημερίδων να μην αντέχει πλέον και σταδιακά να χάνουμε την επαφή με τους αναγνώστες...

Στενή σχέση
Επίσης, αυτό που δεν κατανοήσαμε είναι ότι η γοητεία του Διαδικτύου δεν απορρέει από τη δωρεάν παροχή όσων εμείς προσφέρουμε επί πληρωμή, αλλά από τη στενή σχέση που δημιουργεί με τους χρήστες. Και το χαρτί δεν κατόρθωσε να βρει έναν τρόπο να απαντήσει σε αυτήν την ανάγκη και να χρησιμοποιήσει τα sites και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να πλησιάσει έναν πλέον απαιτητικό αναγνώστη που έχει ανάγκη από απαντήσεις και προσοχή.
Υπάρχουν, έτσι, εκατομμύρια ιστορίες που μπορούμε να διηγηθούμε, αλλά αυτό δεν αρκεί. Οι αναγνώστες θέλουν να τους λαμβάνουμε υπόψη. Και εμείς δεν έχουμε μάθει ακόμη να ανοίγουμε ένα διάλογο με το κοινό μας, που γι' αυτό το λόγο απογοητευμένο μας εγκαταλείπει...
Είμαστε, επίσης, σίγουροι ότι δεν προδίδουμε καθημερινά τους εναπομείναντες αναγνώστες μας; Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του ιταλικού ινστιτούτου Censis, οι Ιταλοί αναγνώστες δυσανασχετούν με το γεγονός ότι οι εφημερίδες προσπαθούν να επιβάλουν τις απόψεις τους και ότι είναι υπερβολικά επιεικείς με τους ισχυρούς... Και προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι μια ανάλογη έρευνα στις ΗΠΑ έδωσε παρόμοια αποτελέσματα. Φυσικά, αυτό δεν ισχύει για όλους. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, αν μια εφημερίδα προδίδει τους αναγνώστες της, οι αρνητικές συνέπειες επηρεάζουν και τις υπόλοιπες, ακόμη και τα έντυπα μέσα που εξακολουθούν να σέβονται το κοινό τους. Με λίγα λόγια, το θέμα είναι να κτίσουμε μια εφημερίδα που να μην απογοητεύει τους αναγνώστες...
Τώρα, πολλοί ισχυρίζονται ότι μπορεί κάποιος να φτιάξει μια πολύ καλή ηλεκτρονική εφημερίδα. Και πράγματι, σήμερα το Διαδίκτυο επιτρέπει μια μεγάλη ευελιξία έκφρασης. Υπάρχουν, επίσης, οι εφαρμογές που μπορούν να προωθηθούν μέσω των social media. Αυτό επιτρέπει την εξοικονόμηση πόρων από το χαρτί και την τυπογραφία.

Μικρό κέρδος
Εκείνο όμως που δεν λειτουργεί και είναι περιορισμένο στις ηλεκτρονικές εκδόσεις, είναι το κέρδος. Και σήμερα, ακόμη και πολύ εξελιγμένοι εκδοτικοί οίκοι δεν κατορθώνουν να εξασφαλίσουν από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις περισσότερο από το 20% των εσόδων τους.
Έτσι, πώληση στα περίπτερα, συνδρομές και διαφήμιση παραμένουν ακόμη τα συστατικά μιας πιο ασφαλούς συνταγής. Και κάπως έτσι θα πορευτούμε για αρκετά χρόνια. Και όμως, δεν είναι λάθος να σκεπτόμαστε την ψηφιακή έκδοση.
Είναι, όμως, ένα στοίχημα στα επόμενα τρία με πέντε χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων θα χάνουμε χρήματα, προτού εξασφαλίσουμε βιώσιμα αποτελέσματα. Και με αυτά τα δεδομένα το πρόβλημα παραμένει: Τι θα κάνουμε τώρα που οι ψηφιακές εκδόσεις είναι ακόμα στα σπάργανα και το χαρτί καταποντίζεται;
Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι κανείς δεν έχει εφεύρει ακόμη ένα λογικό μοντέλο. Και η μόνη εφικτή ανταλλαγή με τους αναγνώστες είναι το να τους προσφέρεις αυτήν την υψηλή ποιότητα που οι ίδιοι αποζητούν από τα μίντια. Είναι ίσως η μόνη λύση και μπορεί να σώσει τον Τύπο, αφού όπως αποδεικνύει η εμπειρία ορισμένων εφημερίδων, όπως οι «New York Times», «Time», «Guardian», «Independent», η πώληση των έντυπων εκδόσεων μειώνεται, το ίδιο και η διαφήμιση, ενώ τα σάιτ τα επισκέπτονται εκατομμύρια αναγνώστες. Ωστόσο το εναπομένον κοινό των έντυπων εκδόσεων είναι διατεθειμένο να πληρώσει περισσότερα.
Έχουμε, δηλαδή, λιγότερους αναγνώστες, αλλά πιο πιστούς. Πιστεύω, έτσι, ότι η αύξηση της τιμής των εφημερίδων, πάντα σε συνδυασμό με τον απόλυτο σεβασμό του αναγνώστη, θα είναι όλο και πιο αναγκαία, αφού η διαφήμιση συμβάλλει όλο και λιγότερο στον προϋπολογισμό τους: πριν από 10 χρόνια η διαφήμιση αποτελούσε στις ΗΠΑ το 70% των εσόδων των εφημερίδων και στην Ιταλία το 60%. Τώρα στην Ιταλία έχει περιοριστεί στο 50%, ενώ σε άλλες χώρες τα ποσοστά αυτά έχουν μειωθεί περαιτέρω.
Υπάρχει δηλαδή πολύς δρόμος να διανύσουμε και οφείλουμε να αναθεωρήσουμε τα σχέδιά μας.
Προσωπικά, απευθύνω έκκληση σε όλους μας να μιλάμε περισσότερο μεταξύ μας, διότι όταν είσαι λιγότερο μόνος, πηγαίνεις σαφώς πιο μπροστά


[ΠΗΓΗ: Emanuele Bevi-lacqua, διευθυντής της ιταλικής εφημερίδας «Pagina 99» και πρώην διευθυντής του «Il Manifesto», γράφει στην «Ε» για την κρίση στον Τύπο και προτείνει εφικτές λύσεις – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ελιζαμπέττα Καζαλόττι, Μόνη λύση για τον τύπο, να ανεβάσει την ποιότητα του- σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28-06-2014]

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τον δικό σου νου!

Σε ένα διάσημο δοκίμιο του 1784 ο Καντ γράφει: «Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία φταίει ο ίδιος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία του ανθρώπου να μεταχειρίζεται τον νου του χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Φταίει γι' αυτήν την ανωριμότητα ο άνθρωπος όταν η αιτία της έγκειται όχι σε ανεπάρκεια του νου, αλλά στην έλλειψη της απόφασης και του θάρρους να μεταχειριστεί τον νου του χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Sapere aude! Να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τον δικό σου νου! Αυτή είναι η εμβληματική φράση του Διαφωτισμού»


Διαφωτισμός: Να τολμούμε να σκεφτόμαστε για δικό μας λογαριασμό. Να έχουμε το θάρρος να μεταχειριζόμαστε τον δικό μας νου χωρίς να τον υποτάσσουμε στην καθοδήγηση του «ειδικού», του «επώνυμου», του «ανώτερου», του προπαγανδιστή, του ηγέτη.

Ο Διαφωτισμός ξεκίνησε από την ύβρη του Καρτέσιου να θεμελιώσει τη βεβαιότητα στην ισχύ του γυμνού ανθρώπινου νου. Όχι στον Θεό. Ύβρις ακατονόμαστη, που τάραξε βίαια τα πνεύματα κι απλώθηκε παντού στην Ευρώπη. Ακολουθώντας τα μονοπάτια που χάραξαν γενναίες πρωτοβουλίες και ξεχωριστά πρόσωπα, το κίνημα του Διαφωτισμού σάρωσε τις ευρωπαϊκές χώρες προικίζοντας με απελευθερωτική δύναμη μια ήπειρο ολόκληρη. Κάτι ανάλογο φαίνεται να ζητούν και πάλι οι καιροί. Μόνον που τη θέση του Θεού καταλαμβάνουν σήμερα «οι αγορές».

Ήταν το «τολμήστε να σκεφτείτε» του Διαφωτισμού που οδήγησε στο «τολμήστε να πράξετε» των μεγάλων επαναστάσεων. Στην Αγγλία του Κρόμγουελ, στην Αμερική του Τζέφερσον και βεβαίως στη Γαλλία των «ξεβράκωτων». Στις επαναστάσεις που προετοίμασαν και το δικό μας 1821.
Ο Διαφωτισμός δεν αναπτύχθηκε χωρίς εντάσεις και διφορούμενα. Ή χωρίς διακριτές πτέρυγες, άλλες πιο συντηρητικές, άλλες πιο ριζοσπαστικές. Στα διφορούμενα αυτά άσκησε κριτική ο Μαρξ και οι επίγονοί του. Το «τολμήστε να σκεφτείτε» και το συνακόλουθο «τολμήστε να πράξετε» απευθύνθηκε σε συλλογικό σώμα, στην τελευταία τάξη της «προϊστορίας» του ανθρώπου, σε εκείνη που για μοναδικό πλούτο έχει τη δύναμη των χεριών της. Σε εκείνη που πήρε πάνω της τη μεγάλη επανάσταση του 20ού αιώνα που ακόμη καθορίζει υπόκωφα τις μοίρες μας.
Με αυτά δεδομένα, πιο κοντά στις μέρες μας, ο Φουκώ ξαναδιαβάζει το δοκίμιο του Καντ και διευκρινίζει: «Ο Διαφωτισμός πρέπει να θεωρείται τόσο ως μια διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι μετέχουν συλλογικά όσο και ως μια πράξη θάρρους την οποία πρέπει κανείς να επιτελέσει προσωπικά»
Κι ακριβώς εδώ, καθένας και η καθεμιά βρισκόμαστε σήμερα. Που τούτες τις ώρες συμπυκνώνονται όλες σε μια πράξη θάρρους. Την οποία ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να επιτελέσει μόνον προσωπικά. Πράξη απλή, αλλά πράξη βαριά, φορτωμένη με μέλλον, φορτωμένη με ευθύνη…

[ΠΗΓΗ: Αριστείδης Μπαλτάς, Συλλογική πράξη και προσωπική ευθύνη - Αυγή On line 24-05-2014]

Μεσσιανισμός (πίστη στο μελλοντικό ερχομό ενός σωτήρα, που θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα λυτρώσει το λαό από τα προβλήματά του) ó Διαφωτισμός (ορθολογισμός): (πίστη στη λογική δύναμη του ανθρώπου που είναι αρκετή για να νικήσει τα σκοτάδια του)   
[Μεσσιανικές  αντιλήψεις αναπτύχθηκαν κυρίως σε υπόδουλους λαούς και συνδέθηκαν δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα με τον πόθο απελευθέρωσης, η οποία όμως επαφίεται εξ ολοκλήρου στην έλευση ενός Μεσσία. Πρόκειται δηλαδή για συντηρητικές, μεσαιωνικές αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν τον ανελεύθερο άνθρωπο που εναποθέτει μοιρολατρικά την τύχη του στους άλλους διαιωνίζοντας την εξουσία των κρατούντων. Είναι, επομένως, μια βαθύτατα συντηρητική αντίληψη, η οποία έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό το ότι κάθε πολίτης δεν μπορεί να επωμιστεί τις ευθύνες που απορρέουν από την κοινωνική του ένταξη, είτε γιατί δεν είναι ικανός να το επιτύχει, είτε επειδή έχει να αντιπαλέψει με υπέρτερες δυνάμεις που εύκολα θα τον συντρίψουν, είτε επειδή δεν αξίζει τον κόπο αυτή η πάλη, αφού η σωτηρία θα έρθει από μόνη της. Ενώ, όπως είναι φυσικό, παρόμοιες αντιλήψεις σχετίζονται ιστορικά με περιόδους που έχουν τα χαρακτηριστικά του Μεσαίωνα, δυστυχώς  και σήμερα που οι επιστήμες και οι τέχνες αναπτύσσονται ελεύθερα, διατηρούνται παρόμοιες μεσσιανικές ιδέες περί της έλευσης ενός μελλοντικού αναμορφωτή της ανθρωπότητας με διάφορες προεκτάσεις, άλλοτε διάσωσης και άλλοτε καταστροφολογίας, που πηγάζουν κυρίως από τον πόθο μιας καλύτερης και δίκαιης ζωής των λαών της γης.


ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ (ιστορικά): Ιδεολογικό και πολιτιστικό κίνημα του 18ου αι., που επεκτάθηκε σχεδόν σε όλους του κύκλους των πνευματικών ανθρώπων της Ευρώπης, αλλά είχε τα κέντρα ακτινοβολίας του και τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αρχικά στην Αγγλία και αργότερα κυρίως στη Γαλλία. Σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό του Καντ, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί από πολλές απόψεις ο τελευταίος εκπρόσωπός του, «ο διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την παιδικότητα, η οποία οφείλεται σε δικό του φταίξιμο. Sapere Aude! Τόλμησε να χρησιμοποιήσεις τη διάνοιά σου! Αυτό είναι το σύνθημα του διαφωτισμού». Το κυρίαρχο θέμα συνεπώς είναι να ελευθερωθεί ο νους από την κατάσταση της νηπιακής του εξάρτησης. Οι αυθεντίες από τις οποίες η ανθρώπινη διάνοια οφείλει να απαλλαγεί, ανακτώντας την ανεξαρτησία της, είναι προπάντων η θρησκευτική πρόληψη και η μισαλλοδοξία των Εκκλησιών, η απεριόριστη και αυθαίρετη εξουσία των απόλυτων μοναρχιών, το καταθλιπτικό βάρος του σκοταδισμού και της υποδούλωσης στην παράδοση. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά, σε γενικές γραμμές, του διαφωτισμού, ο οποίος τοποθετείται, όχι συμπτωματικά, στο χρονικό πλαίσιο δύο πολιτικών επαναστάσεων, της φιλελεύθερης Αγγλικής επανάστασης του 1688 και της Γαλλικής επανάστασης του 1789]