Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Πώς πέρασα το καλοκαίρι του 2014, του μαθητού Θεοδώρου Μπούντα

Κάθε Σεπτέμβριο, μέχρι και την Δευτέρα Γυμνασίου (τότε, τον προηγούμενο αιώνα) το πρώτο θέμα που μας έβαζαν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές στο μάθημα της Έκθεσης ήταν το «Πώς πέρασα το καλοκαίρι». Δεν έμαθα ποτέ αν ήταν υποχρεωτικό από το Υπουργείο, αν ήταν παράδοση ή αν απλά οι δάσκαλοι ήταν κουτσομπόληδες. Μου έλειψε το θέμα και ιδού τι θα έγραφα αν μου έβαζαν να γράψω την Έκθεση αυτή τώρα.

Το καλοκαίρι του 2014 ήταν σε γενικές γραμμές όπως όλα τα προηγούμενα. Όλη η Θεσσαλονίκη πήγαινε στη Χαλκιδική, έβριζε γιατί έκανε τρεις ώρες στο δρόμο αλλά μετά από μερικές ημέρες ξαναπήγαινε. Όταν οι πολλοί έλειπαν, η πόλη ήταν υπέροχα ήσυχη, έτοιμη να την ανακαλύψεις από την αρχή. Σαν μεγαλοκοπέλα που έφτιαχνε τα μαλλιά της, άλλαζε μακιγιάζ και φορούσε τα καλύτερά της, ελπίζοντας σε νέες κατακτήσεις, μοναχικών καλοκαιρινών επισκεπτών.
Όσοι πήγαιναν στο πρώτο πόδι κορόϊδευαν αυτούς που πήγαιναν στο δεύτερο και το αντίστροφο. Ακόμη και τη Χαλκιδική την έκαναν ΠΑΟΚ- ΑΡΗΣ. «Εμείς έχουμε τα καλύτερα beachbars» οι μεν, «Εμείς έχουμε καλύτερη θάλασσα» οι δε.
Χαλκιδική και Θεσσαλονίκη μύριζαν για ένα ακόμη καλοκαίρι, θάλασσα, αλάτι, αντηλιακό, αλκοόλ. Όλη μέρα παραλία με τους κολλητούς ή τις κολλητές, με καφέδες που οι παραγγελίες τους εκνεύριζαν τους σερβιτόρους αφού θύμιζαν συνταγές της Μπαρμπαρίγου.Το βράδυ αλκοόλ μέχρι τελικής πτώσης ή μέχρι τις ξαπλώστρες των κλειστών beachbars ή την τουαλέτα του club για ένα στα γρήγορα ή στα δύσκολα αφού το αλκοόλ, ο μπάφος, το κοκό ή η μέθη έκαναν την ανύψωση όνειρο θερινής νυκτός…

Μια από τα ίδια δηλαδή. Εκτός… εκτός από μια καινούρια ράτσα ανθρώπων που μας προέκυψε το φετινό καλοκαίρι. Τα μέλη της ράτσας αυτής περνάνε όλη την ημέρα και όλη τη νύχτα βγάζοντας φωτογραφίες τον εαυτό τους (σέλφις) και ανεβάζοντας τις φωτογραφίες αυτές στο Facebook. Δεν τους ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Το χαίρονται, το ζούνε τους γκαβλώνει περισσότερο από την πιο τούμπανο τουρίστρια καταγωγής από την Ανατολική Ευρώπη και τον πιο ωραίο μουσάτο με τατουάζ.

Στο τέλος του καλοκαιριού αυτή η ράτσα βρήκε μια άλλη απασχόληση. Έριχνε πάνω της κουβάδες με νερό και παγάκια νομίζοντας πως είναι μόδα, αγνοώντας πως επρόκειτο για παγκόσμια καμπάνια ευαισθητοποίησης για μια πολύ σπάνια ασθένεια. Το καλοκαίρι του 2014 εμφανίστηκε η ράτσα «Σελφιμπούγελο». Το χειμώνα μάλλον θα βγάζουν σέλφι τα γεννητικά τους όργανα και θα ρίχνουν πάνω τους πετρέλαιο, ή μάλλον οινόπνευμα γιατί το πρώτο είναι ακριβό.
Είναι καινούρια ράτσα ή εγώ απλώς μεγάλωσα; Καλό Φθινόπωρο

[ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Μπούντας – αναρτήθηκε στην ΠΑΡΑΛΛΑΞΗ: http://www.parallaximag.gr/

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Εκπαίδευση είναι ο τρόπος να δημιουργείς έναν ηλίθιο ενήλικα από ένα πανέξυπνο παιδί

Όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με πολύ περισσότερους τρόπους από αυτούς που θεωρούμε ως τους μόνους δυνατούς, αρκεί να επανεξετάσουμε το ερώτημα και να σκεφτούμε κάπως πιο ελεύθερα. Παραδείγματος χάριν:


Σε ένα πανεπιστήμιο των ΗΠΑ ζητήθηκε από τους φοιτητές της φυσικής να λύσουν το εξής πρόβλημα: «Πώς μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα βαρόμετρο για να υπολογίσετε το ύψος ενός ψηλού κτιρίου;» Η «σωστή» απάντηση (και θα καταλάβετε σύντομα προς τι τα εισαγωγικά), η απάντηση που ήθελε ο καθηγητής και έδωσαν όλοι οι φοιτητές πλην ενός, ήταν να μετρηθεί η πίεση του αέρα στην κορυφή και στη βάση του κτιρίου και από τη διαφορά -με τη χρήση του κατάλληλου τύπου- να βρεθεί το ύψος. Όμως κάποιος σπουδαστής είχε μια διαφορετική ιδέα: «Δένω το βαρόμετρο σε ένα σκοινί και το κατεβάζω ως το δρόμο. Το μήκος του σκοινιού είναι προφανώς ίσο με το ύψος του κτιρίου»

Ο καθηγητής βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ο φοιτητής είχε δώσει σωστή απάντηση, αφού στη διατύπωση δεν αναφερόταν τίποτα για την πίεση του αέρα ή για τη μη-χρήση σκοινιών. Ζήτησε τη βοήθεια ενός άλλου καθηγητή και συμφώνησαν ότι ο φοιτητής έπρεπε να απαντήσει ξανά στην ερώτηση, προκειμένου να δείξει ότι έχει γνώσεις φυσικής. Ο φοιτητής δεν είχε καμία αντίρρηση. 

Τους έδωσε πέντε καινούριες απαντήσεις:
1) Ρίχνεις το βαρόμετρο από την κορυφή του κτιρίου και χρονομετράς την πτώση. Έπειτα με τη χρήση του τύπου S=1/2at² υπολογίζεις το ύψος του κτιρίου.
2) Μια ηλιόλουστη μέρα βγάζεις το χρονόμετρο έξω και μετράς το ύψος του, το μήκος της σκιάς του και το μήκος της σκιάς του κτιρίου, και μετά, με τη χρήση απλής αναλογίας υπολογίζεις το ύψος του.
3) Παίρνεις το βαρόμετρο και αρχίζεις να ανεβαίνεις τις σκάλες. Χρησιμοποιείς το βαρόμετρο ως μονάδα μέτρησης για να μετρήσεις το ύψος κάθε σκαλοπατιού. Πολλαπλασιάζεις τα σκαλιά με το ύψος του βαρόμετρου και έχεις το ύψος του κτιρίου.
4) Στερεώνεις το βαρόμετρο στην άκρη μιας χορδής το κουνάς σαν εκκρεμές και καθορίζεις την τιμή του g (επιτάχυνση της βαρύτητας) στο επίπεδο του δρόμου και στην κορυφή του κτιρίου. Από τη διαφορά των δύο τιμών του g μπορείς να υπολογίσεις το ύψος του κτιρίου.
5) (το καλύτερο!) Πηγαίνεις στον επιστάτη του κτιρίου και του λες:  «Αν μου πείτε το ύψος του κτιρίου θα σας δώσω αυτό το πολύ ωραίο βαρόμετρο»

Ο φοιτητής πήρε άριστα. Ο τρόπος που σκέφτηκε ο φοιτητής, στη θεωρία της νοημοσύνης καλείται «αποκλίνουσα ενόραση». Τις περισσότερες φορές (και οι περισσότεροι άνθρωποι) όταν αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα ψάχνουμε μια λύση που μας παγιδεύει στην αρχική του διατύπωση.

Για παράδειγμα στην ερώτηση:  «Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την οικονομική κρίση στην Ελλάδα;», οι απαντήσεις μπορούν να είναι πολύ περισσότερες απ' όσες φανταζόμαστε, αρκεί πρώτα να κατανοήσουμε τη φύση της ερώτησης (τη φύση της κρίσης μάλλον). Όπως το βαρόμετρο σε παγιδεύει στη λύση μέσω της μέτρησης της πίεσης, έτσι και η «οικονομική κρίση» σε παγιδεύει στη λύση μέσω της οικονομίας.

Συμπερασματικά: Όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με πολύ περισσότερους τρόπους από αυτούς που θεωρούμε ως τους μόνους δυνατούς, αρκεί να επανεξετάσουμε το ερώτημα και να σκεφτούμε κάπως πιο ελεύθερα.


ΠΗΓΗ: Το αληθές αυτό περιστατικό με το βαρόμετρο υπάρχει στο βιβλίο του David Perkins, «Το φαινόμενο Εύρηκα»). Τo όνομα του φοιτητή: Niels Bohr, ο θεμελιωτής της Κβαντομηχανικής

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Κραυγές για τη σημερινή βαρβαρότητα στου κουφού την πόρτα



«Δε μ’ ενδιαφέρει ο επίσημος όρος της δουλοπρέπειας. Μ’ ενδιαφέρει η ουσία. Κι εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε σε κάτι που θα μου επιτρέψετε να ονομάσω «Ψευδοφάνεια». Έχουμε δηλαδή την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη γνησιότητας. Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο απ’ έξω και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως-όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής. Και δεν πρόκειται βέβαια για προγονοπληξία. Τα λέω άλλωστε αυτά εγώ, που σ’ έναν τομέα όπως ο δικός μου, κήρυξα με φανατισμό την ανάγκη της επικοινωνίας μας με το διεθνές πνεύμα, και που σήμερα με εμπιστοσύνη αποβλέπω στη διαμόρφωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σχήματος, όπου να έχει τη θέση της η Ελλάδα.  Με τη διαφορά ότι ο μηχανισμός της αφομοιώσεως των στοιχείων της προόδου πρέπει να λειτουργεί σωστά, και να βασίζεται σε μια γερή και φυσιολογικά ανεπτυγμένη παιδεία. Ενώ σε μας, όχι μόνο δε λειτουργεί σωστά, αλλά δεν υπάρχει καν ο μηχανισμός αυτός για να λειτουργήσει! Και με τη διαφορά ακόμη ότι, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ηγετικά μας τάξη, στο κεφάλαιο της ελληνικής παιδείας, έχει μαύρα μεσάνυχτα!  Κοιτάξτε με προσοχή τα έντυπα που εκδίδει η ίδια ή που προτιμά να διαβάζει, τα διαμερίσματα όπου κατοικεί, τις διασκεδάσεις που κάνει, τη στάση της απέναντι στη ζωή. Ούτε μια σταγόνα γνησιότητας. Πως λοιπόν να αναθρέψει σωστά τη νέα γενεά; Από τα πρώτα διαβάσματα που θα κάνει ένα παιδί ως τα διάφορα στοιχεία που θα συναντήσει στο καθημερινό του περιβάλλον, και που θα διαμορφώσουν το γούστο του, μια συνεχής και αδιάκοπη πλαστογραφία και τίποτε άλλο! Θα μου πείτε: είσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, και βλέπεις τα πράγματα από τη μεριά που σε πονάνε. Όχι, καθόλου! Και να μου επιτρέψετε να επιμείνω. Όλα τα άλλα κακά που θα μπορούσα να καταγγείλω – η έλλειψη ουσιαστικής αποκεντρώσεως, η έλλειψη προγραμματισμού για την πλουτοπαραγωγική ανάπτυξη της χώρας, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η εξωτερική μας πολιτική – είναι ζητήματα βαθύτερης ελληνικής παιδείας! Από την άποψη ότι μόνον αυτή μπορεί να προικίσει ένα ηγέτη με την απαραίτητη ευαισθησία που χρειάζεται για να ενστερνισθεί, και αντιστοίχως να αποδώσει, το ήθος του λαού.  Γιατί αυτός ο λαός, που την έννοιά του την έχουμε παραμορφώσει σε σημείο να μην την αναγνωρίζουμε, αυτός έχει φτιάξει ό, τι καλό υπάρχει –αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτόν τον τόπο! Και αυτός, στις ώρες του κινδύνου, και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρις σ’ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα! Όσο λοιπόν και αν είναι λυπηρό, πρέπει να το πω: ο Ελληνισμός, για την ώρα, επέτυχε ως Γένος, αλλ’ απέτυχε ως Κράτος! Και παρακαλάω νύχτα-μέρα το Θεό, και το μέλλον να με διαψεύσουν» [Μια παλιά συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στον αείμνηστο Ρένο Αποστολίδη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθερία» στις 15 Ιουνίου του 1958, όπως τουλάχιστον είχε πει ο αξέχαστος Έλληνας ποιητής, δείχνει ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Τα ακούει άραγε ο -για το θεαθήναι- θαυμαστής του Αντώνης Σαμαράς;]

 

-Ζητείται η γνώμη σας κύριε Ελύτη, η εντελώς ανεπιφύλακτη και αδέσμευτη, επάνω σε ό,τι θεωρείτε ως κακοδαιμονία του τόπου. Από τι κυρίως πάσχουμε, τι πρωτίστως μας λείπει;
«Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας πω αμέσως: Ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του “ήθους” που χαρακτηρίζει το βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού, στο σύνολό του».
Αυτή η ασυμφωνία δεν είναι μια συγκεκριμένη κακοδαιμονία. Είναι όμως μια αιτία που εξηγεί όλες τις κακοδαιμονίες, μικρές και μεγάλες του τόπου αυτού. Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος, έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις θα έλεγε κανείς ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του. Η φωνή του Μακρυγιάννη δεν έχει χάσει, ούτε σήμερα ακόμη, την επικαιρότητά της.
Σημειώστε ότι δεν βλέπω το πρόβλημα από την αποκλειστική κοινωνική του πλευρά, ούτε κάμω δημοκοπία».

-Δημοκοπία ασφαλώς όχι. Πολιτική όμως ναι. Το εντοπίζετε δηλαδή κυρίως μέσα στο χώρο της πολιτικής ή κάνω λάθος; Στο κέντρο μάλιστα του δικού της χώρου. Εκεί μας πάει το πρόβλημα που θέσατε, των σχέσεων μεταξύ λαού και ηγεσίας.
«Μα ναι. Γιατί είναι βασικό, είναι “πρώτο” – κι ας είμαι ποιητής, εγώ που το λέω, μακριά πάντα από την “πολιτική”. Κοιτάξτε. Ο λαός αυτός, κατά κανόνα εκλέγει την ηγεσία του. Και όμως, όταν αυτή αναλάβει την ευθύνη της εξουσίας – είτε την αριστοκρατία εκπροσωπεί, είτε την αστική τάξη – κατά ένα μυστηριώδη τρόπο αποξενώνεται από τη βάση που την ανέδειξε, και ενεργεί σαν να βρισκόταν στο Τέξας ή στο Ουζμπεκιστάν!»

-Στο Τέξας και στο Ουζμπεκιστάν; Ή μήπως θέλετε να πείτε: «…Σα να βρισκόταν στη χώρα του εκάστοτε ρυθμιστικού «ξένου παράγοντα»; Του εκάστοτε «προστάτη» μας; Μήπως εκεί ακριβώς βρίσκεται το κακό;
«Το είπα με τρόπο αλλά βλέπω ότι το θέλετε γυμνό. Και δεν έχω αντίρρηση να το πω φανερά και πιο έντονα: Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των «παρεκκλίσεων» της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας, είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος «παράδοση». Αντιλαμβάνομαι ότι στην εποχή μας η αλληλεξάρτηση των εθνοτήτων είναι τόση που η πολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει, ως ένα βαθμό, αυτό που θα λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην «προσαρμοστική πολιτική» και στη δουλοπρέπεια. Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού λαού., το «τιμιώτατόν» του! Και αυτό του καταπατούν συνεχώς, κατά τον εξοργιστικότερο τρόπο οι εκπρόσωποί του στην επίσημη διεθνή σκηνή!».

-Κι ο «επίσημος» όρος της δουλοπρέπειας αυτής, κύριε Ελύτη; Μήπως είναι υποκριτικότερος από το «προσαρμοστική πολιτική»; Εξοργιστικότερος;
«Δε μ’ ενδιαφέρει ο επίσημος όρος της δουλοπρέπειας. Μ’ ενδιαφέρει η ουσία. Κι εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε σε κάτι που θα μου επιτρέψετε να ονομάσω «Ψευδοφάνεια». Έχουμε δηλαδή την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη γνησιότητας. Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο απ’ έξω και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως-όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής».
«Και δεν πρόκειται βέβαια για προγονοπληξία. Τα λέω άλλωστε αυτά εγώ, που σ’ έναν τομέα όπως ο δικός μου, κήρυξα με φανατισμό την ανάγκη της επικοινωνίας μας με το διεθνές πνεύμα, και που σήμερα με εμπιστοσύνη αποβλέπω στη διαμόρφωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σχήματος, όπου να έχει τη θέση της η Ελλάδα.  Με τη διαφορά ότι ο μηχανισμός της αφομοιώσεως των στοιχείων της προόδου πρέπει να λειτουργεί σωστά, και να βασίζεται σε μια γερή και φυσιολογικά ανεπτυγμένη παιδεία. Ενώ σε μας, όχι μόνο δε λειτουργεί σωστά, αλλά δεν υπάρχει καν ο μηχανισμός αυτός για να λειτουργήσει! Και με τη διαφορά ακόμη ότι, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ηγετικά μας τάξη, στο κεφάλαιο της ελληνικής παιδείας, έχει μαύρα μεσάνυχτα!  Κοιτάξτε με προσοχή τα έντυπα που εκδίδει η ίδια ή που προτιμά να διαβάζει, τα διαμερίσματα όπου κατοικεί, τις διασκεδάσεις που κάνει, τη στάση της απέναντι στη ζωή. Ούτε μια σταγόνα γνησιότητας. Πως λοιπόν να αναθρέψει σωστά τη νέα γενεά; Από τα πρώτα διαβάσματα που θα κάνει ένα παιδί ως τα διάφορα στοιχεία που θα συναντήσει στο καθημερινό του περιβάλλον, και που θα διαμορφώσουν το γούστο του, μια συνεχής και αδιάκοπη πλαστογραφία και τίποτε άλλο! Θα μου πείτε: είσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, και βλέπεις τα πράγματα από τη μεριά που σε πονάνε. Όχι, καθόλου! Και να μου επιτρέψετε να επιμείνω. Όλα τα άλλα κακά που θα μπορούσα να καταγγείλω – η έλλειψη ουσιαστικής αποκεντρώσεως, η έλλειψη προγραμματισμού για την πλουτοπαραγωγική ανάπτυξη της χώρας, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η εξωτερική μας πολιτική – είναι ζητήματα βαθύτερης ελληνικής παιδείας! Από την άποψη ότι μόνον αυτή μπορεί να προικίσει ένα ηγέτη με την απαραίτητη ευαισθησία που χρειάζεται για να ενστερνισθεί, και αντιστοίχως να αποδώσει, το ήθος του λαού.  Γιατί αυτός ο λαός, που την έννοιά του την έχουμε παραμορφώσει σε σημείο να μην την αναγνωρίζουμε, αυτός έχει φτιάξει ό, τι καλό υπάρχει –αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτόν τον τόπο! Και αυτός, στις ώρες του κινδύνου, και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρις σ’ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα! Όσο λοιπόν και αν είναι λυπηρό, πρέπει να το πω: ο Ελληνισμός, για την ώρα, επέτυχε ως Γένος, αλλ’ απέτυχε ως Κράτος! Και παρακαλάω νύχτα-μέρα το Θεό, και το μέλλον να με διαψεύσουν»
[ΠΗΓΗ: ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ, ένα ιστολόγιο αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη: http://tomonogramma.blogspot.gr/ ]

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Μηχανή Αναζήτησης ελληνικής γλώσσας: μια επιστημονική μελέτη που μας δείχνει πώς χρησιμοποιούμε τη γλώσσα



Το Σώμα Ελληνικών Κειμένων που δημιούργησαν οι ερευνητές των Πανεπιστημίων Κύπρου και Αθηνών περιέχει 30 εκατομμύρια λέξεις και μάς ανοίγει τα μάτια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο. Ποια λέξη χρησιμοποιούμε πιο συχνά στον προφορικό λόγο μας και ποια στον γραπτό; Ποια λέξη είναι πιο «δημοφιλής», το Διαδίκτυο ή το Ιντερνετ, το κομπιούτερ ή ο υπολογιστής; Τι λέμε συχνότερα, τη λέξη άνδρας ή τη λέξη γυναίκα; Τι λέμε και γράφουμε πιο συχνά, «ο ασκός του Αιόλου» ή «οι ασκοί του Αιόλου»; Την απάντηση σε όλα αυτά τα άκρως ενδιαφέροντα ερωτήματα, τα οποία ουσιαστικώς σκιαγραφούν το πώς χειριζόμαστε το σημαντικότερο εργαλείο επικοινωνίας μας, την ελληνική γλώσσα, δίνει το Σώμα Ελληνικών Κειμένων, ένα μεγάλο έργο που περιλαμβάνει 30 εκατομμύρια λέξεις σε 26.000 κείμενα. Πρόκειται για ένα επιστημονικώς δομημένο «ψαχτήρι» στο οποίο ο καθένας μας μπορεί να... ψαχουλέψει για να ανακαλύψει τις χρήσεις πλήθους λέξεων. Ένα εργαλείο χρήσιμο σε μεταφραστές, διερμηνείς, διδάσκοντες, μαθητές και όχι μόνο. Ένα εργαλείο χρήσιμο σε οποιονδήποτε μιλά τα ελληνικά. Γνωρίστε το και μαζί γνωρίστε το πώς χρησιμοποιούμε τη ζωντανή, εξελισσόμενη Ελληνική. Διότι η γλώσσα μας σε αντίθεση με εμάς είναι ένας οργανισμός που... ποτέ δεν πεθαίνει.


Ποια είναι η λέξη που χρησιμοποιούμε συχνότερα στα ελληνικά όταν γράφουμε; Και όταν μιλάμε; Εντάξει, μπορεί να μην είχατε ασχοληθεί έως σήμερα με τέτοια ερωτήματα καθώς λίγο-πολύ θεωρούμε την ελληνική γλώσσα, το «εργαλείο» επικοινωνίας μας, δεδομένη. Ο τρόπος όμως που τη χρησιμοποιούμε σε κάθε λογής κείμενα αλλά και στον προφορικό λόγο δεν είναι διόλου δεδομένος αλλά δυναμικός και ρευστός αποκαλύπτοντας πολλές χρήσιμες πληροφορίες για την εξέλιξη της κοινωνίας και αποτελώντας παράλληλα μια σημαντική «πυξίδα» διδασκαλίας για τους εκπαιδευτικούς. Ένα τέτοιο «ανθολόγιο» της γλώσσας μας που ονομάζεται Corpus (Σώμα Ελληνικών Κειμένων, ΣΕΚ), το πιο ολοκληρωμένο που έχει δημιουργηθεί έως σήμερα περιλαμβάνοντας 30 εκατομμύρια λέξεις οι οποίες προέρχονται από πολλές και διαφορετικές κειμενικές πηγές (από λογοτεχνία και δοκίμια έως εφημερίδες και περιοδικά αλλά και προφορικά κείμενα), έχουν δημιουργήσει ερευνητές των Πανεπιστημίων Αθηνών και Κύπρου, προσφέροντας μάλιστα τη δυνατότητα στον καθένα να «ψαχουλέψει» τη χρήση των ελληνικών λέξεων μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης
www.sek.edu.gr. «To Βήμα» ανοίγει σήμερα το... σεντούκι που κρύβει τον πλούτο της γλώσσας μας με οδηγό του τον υπεύθυνο αυτού του σημαντικού προγράμματος, αναπληρωτή καθηγητή του Τομέα Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Διονύση Γούτσο.
 
Όπως θα διαβάσετε, το περιεχόμενο του «σεντουκιού» που είναι γεμάτο γράμματα αποδεικνύεται άκρως διαφωτιστικό για το πώς μιλάμε και γράφουμε. Προκειμένου να πάρετε μια μικρή γεύση, να σας πληροφορήσουμε ότι οι μόνες δύο λέξεις που είναι υπογραμμισμένες στην αρχή της προηγούμενης παραγράφου αποτελούν και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέσαμε στην αρχή του κειμένου. Λοιπόν, πώς ομιλείτε και γράφετε (εσείς, εμείς και όλοι μας) ελληνικά;

«Το Σώμα Ελληνικών Κειμένων δημιουργήθηκε με στόχο τη γλωσσολογική έρευνα της ελληνικής γλώσσας και είναι το πρώτο ηλεκτρονικό σώμα κειμένων που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα προφορικών και γραπτών κειμενικών ειδών της σύγχρονης γλώσσας» μας πληροφορεί ο κ. Γούτσος. Όπως εξηγεί, έχουν υπάρξει και άλλες αντίστοιχες προσπάθειες όπως ο Εθνικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας, που αποτελεί «τέκνο» του Ινστιτούτου Επεξεργασίας Λόγου - μάλιστα ο Θησαυρός είναι ένας μεγαλύτερος λεκτικός... θησαυρός αφού περιέχει πάνω από 40 εκατομμύρια λέξεις. Ωστόσο, σύμφωνα με τον καθηγητή, «το βασικό πλεονέκτημα του ΣΕΚ σε σύγκριση με τα υπόλοιπα Σώματα Κειμένων τα οποία κατά κύριο λόγο βασίζονται σε κείμενα εφημερίδων είναι η ποικιλία των κειμενικών ειδών που περιέχει - μιλούμε πάντα για ελληνικά κείμενα και όχι μεταφρασμένα από άλλες γλώσσες. Έχουμε περιλάβει λογοτεχνικά κείμενα (διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα), ακαδημαϊκά κείμενα (δοκίμια, επιστημονικά συγγράμματα, μελέτες), κείμενα εφημερίδων (ειδήσεις, άρθρα γνώμης, ακόμη και αγγελίες), αλλά και κείμενα από διάφορα είδη περιοδικών. Παράλληλα έχουμε περιλάβει προφορικά δεδομένα - εκπομπές από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ομιλίες από τη Βουλή - αλλά και αυθεντικές συνομιλίες μεταξύ φίλων. Με τον τρόπο αυτόν αποκτούμε μια κατά το δυνατόν ολοκληρωμένη εικόνα για τη χρήση της γλώσσας μας». Συνολικά στο ΣΕΚ περιλαμβάνονται περί τα 26.000 κείμενα, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων (90%) είναι γραπτά.

Το Διαχρονικό Σώμα Κειμένων

Το υπάρχον Σώμα Κειμένων, που χρηματοδοτήθηκε από την Επιτροπή Ερευνητικών Προγραμμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου και το πρόγραμμα «Πυθαγόρας» (με χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και εθνικών πόρων), περιέχει δεδομένα που καλύπτουν μια εικοσαετία, από το 1990 έως το 2010, ωστόσο οι ερευνητές βρίσκονται ήδη σε διαδικασία διεξαγωγής ενός πολύ μεγαλύτερου έργου που θα πηγαίνει πίσω στον χρόνο και θα καλύπτει κείμενα ολόκληρου του 20ού αιώνα. Πρόκειται για το Διαχρονικό Σώμα Ελληνικών Κειμένων του 20ού αιώνα (πληροφορίες σχετικά με αυτό το μεγάλο πρόγραμμα μπορεί κάποιος να βρει στην ηλεκτρονική διεύθυνση greekcorpus20.phil.uoa.gr) το οποίο ξεκίνησε στα τέλη του 2012 και αναμένεται να ολοκληρωθεί το ερχόμενο έτος. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα  χρηματοδοτείται με 208.000 ευρώ στο πλαίσιο της πράξης «Αριστεία» από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και από εθνικούς πόρους (Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας) και αναμένεται να συμπληρώσει με 20 εκατομμύρια λέξεις το μικρότερο «αδελφάκι» του, για την ακρίβεια... εγγονάκι του, το οποίο καλύπτει, όπως αναφέραμε, τα τελευταία 20 έτη, συνθέτοντας έτσι ένα λεκτικό παζλ ενός ολόκληρου αιώνα (και βάλε).
Όπως τονίζει ο κ. Γούτσος, «η ελληνική, σε αντίθεση με άλλες γλώσσες, δεν έχει επωφεληθεί επαρκώς έως τώρα από τις τεράστιες προόδους στο ευρύτερο ερευνητικό πεδίο της ανάπτυξης και αξιοποίησης γλωσσικών σωμάτων κειμένων. Το πρόγραμμα στοχεύει να καλύψει αυτό το κενό καθώς το Διαχρονικό Σώμα Κειμένων θα ενσωματωθεί στο ήδη υπάρχον». Ο επικεφαλής του φιλόδοξου προγράμματος μάς εξηγεί ότι και το καινούργιο, μεγάλο Σώμα θα περιλαμβάνει όλα τα είδη κειμένων (ακαδημαϊκά, λογοτεχνικά, εφημερίδες, περιοδικά), ενώ σε ό,τι αφορά τον προφορικό λόγο «μαγιά» θα αποτελέσουν τα κινηματογραφικά επίκαιρα, εκπομπές από το αρχείο της ΕΡΤ, ταινίες από το 1930 και μετά κ.ά. - έργο όχι πάντα εύκολο, όπως φαντάζεστε. Οι επιστήμονες βρίσκονται σε φάση συλλογής του υλικού συναντώντας βέβαια σκοπέλους - ένας τέτοιος είναι το πολυτονικό σύστημα, για το οποίο δημιουργούνται αυτή τη στιγμή από το πρόγραμμα ολοκληρωμένα εργαλεία που θα επιτρέψουν την επεξεργασία πολυτονικών κειμένων και την αναζήτηση σε αυτά. Κατά τον επιστήμονα, η νέα προσπάθεια αναμένεται να ρίξει φως στη διαχρονική χρήση της γλώσσας αποκαλύπτοντας πολλά από τα πώς και τα γιατί γράφουμε ό,τι γράφουμε και λέμε ό,τι λέμε.

Πώς να παίξετε με το «Σώμα»

Πώς λειτουργεί όμως το Corpus; Ο καθένας μπορεί να επισκεφθεί την ιστοσελίδα www.sek.edu.gr και να εισαγάγει σε αυτήν μία λέξη που τον ενδιαφέρει. Ένα ειδικό λογισμικό επεξεργασίας θα του δείξει εντός ολίγου πόσο συχνά εμφανίζεται η συγκεκριμένη λέξη αναζήτησης - γεγονός άκρως σημαντικό αφού μαρτυρεί πολλά για το ποιες λέξεις χρησιμοποιούμε περισσότερο στην ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα, σημειώνει ο κ. Γούτσος, έχετε σκεφθεί ποια είναι η «βασίλισσα» του γραπτού λόγου (αλλά σε μεγάλο βαθμό και του προφορικού;). Μόλις τη συναντήσατε στην προηγούμενη πρόταση, είναι το συνδετικό και. Ακολουθεί η αναφορική αντωνυμία ο «οποίος», η «οποία» αλλά και το αόριστο άρθρο «ένας».

Ποιες λέξεις λέμε συχνότερα

Στον προφορικό λόγο πάλι πολύ συχνά συναντούμε το «ξέρω 'γώ», το «ντάξει», το «εντάξει» και το «δηλαδή», ενώ από ρήματα σε συχνότητα υπερισχύουν τα «ξέρω», «λέω», «ήταν/ήτανε». Βέβαια ο καθηγητής παραδέχεται ότι ο προφορικός λόγος είναι ελαφρώς... ριγμένος μέσα στο ΣΕΚ - καθώς είναι πιο δύσκολο να γίνει συλλογή στοιχείων προφορικών κειμένων, κυρίως σε ό,τι αφορά τις συνομιλίες της καθημερινότητας. «Σε κάθε περίπτωση, για πρώτη φορά "σκιαγραφούμε" τη χρήση της γλώσσας μας στον προφορικό λόγο, έστω και ως έναν βαθμό, και ευελπιστούμε ότι μελλοντικά με το Διαχρονικό Corpus θα καταφέρουμε να κάνουμε και συγκρίσεις σχετικά με το πώς έχει αλλάξει αυτός ο ζωντανός οργανισμός τον τελευταίο αιώνα». Μάλιστα μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση σχετικά με τον προφορικό λόγο γίνεται στο «φρέσκο» ηλεκτρονικό βιβλίο «Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά» το οποίο επιμελήθηκε ο κ. Γούτσος και περιέχει κείμενα νέων συνεργατών (εκδόσεις Σαΐτα). Μια βασική εισαγωγή στη Γλωσσολογία, που περιλαμβάνει και τη ματιά των Σωμάτων Κειμένων, προσφέρει και το πρόσφατο βιβλίο του ίδιου «Γλώσσα: Κείμενο, ποικιλία, σύστημα» (εκδόσεις Κριτική, 2012).

Μια δεύτερη πολύτιμη χρήση του ΣΕΚ αφορά το ότι επιτρέπει με ένα... κλικ του ποντικιού να βλέπουμε την κάθε λέξη μέσα στα συμφραζόμενά της εξάγοντας έτσι συμπεράσματα για τις διαφορετικές χρήσεις της. Ιδού ένα διαφωτιστικό παράδειγμα: εισάγουμε στο Corpus τη λέξη «αμφιβολία» και το λογισμικό γρήγορα μας την εμφανίζει μέσα σε διάφορες προτάσεις. «Σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη λέξη, βλέπουμε ότι όταν χρησιμοποιείται στον ενικό εμφανίζεται συνήθως με αρνήσεις σε φράσεις όπως "δεν υπάρχει αμφιβολία". Όταν χρησιμοποιείται στον πληθυντικό, η χρήση είναι θετική: "υπάρχουν αμφιβολίες"» σημειώνει ο κ. Γούτσος.
Όσο πιο πολύ αναζητούμε τόσο πιο ενδιαφέροντα είναι τα συμπεράσματα που βγάζουμε. Για παράδειγμα, μέσω του ΣΕΚ ανακαλύπτουμε ότι κάποιες εκφράσεις όπως «ο ασκός του Αιόλου» χρησιμοποιούνται ακόμη και στον γραπτό λόγο λανθασμένα - συνήθως γίνεται χρήση στον πληθυντικό: «οι ασκοί του Αιόλου». Ανακαλύπτουμε επίσης ότι η προσωπική αντωνυμία «εγώ» στον προφορικό λόγο χρησιμοποιείται κυρίως όταν κάποιος θέλει να πάρει τον λόγο, ενώ το... δημοφιλές «εντάξει» δεν δηλώνει συναίνεση αλλά κυρίως διαφωνία (π.χ., «Πήγα στην Κω και ήταν πολύ όμορφη» - «Εντάξει, και εγώ πήγα αλλά δεν ενθουσιάστηκα»). Μαθαίνουμε και πολλά σχετικά με το πώς χρησιμοποιούμε «δάνεια» τα οποία δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει γράψει ή πει έστω και μία φορά. Για παράδειγμα, έχετε ποτέ αναρωτηθεί τι χρησιμοποιούμε περισσότερο: το ξενόφερτο Internet, τη μεταγραφή του στα ελληνικά Ιντερνετ ή την ελληνική λέξη Διαδίκτυο; Το Corpus σάς έχει την απάντηση: η ελληνική... εκδοχή κονταροχτυπιέται με την ξένη αλλά φαίνεται να παίρνει τα πρωτεία στα γραπτά και όχι μόνο στα ακαδημαϊκά κείμενα αλλά και στα εκλαϊκευτικά. Ελληνικά πρωτεία αποδεικνύεται ότι κατέχει και άλλος ένας σχετικά πρόσφατος όρος: οι Έλληνες πιο πολύ χρησιμοποιούν τη λέξη «υπολογιστής» παρά το αγγλικό «computer» ή το δάνειο σε μεταγραφή «κομπιούτερ».

Η μάχη των φύλων μέσα από τις λέξεις

Η αναζήτηση στο Corpus μπορεί να αποκαλύψει πολλά και για την ίδια την κοινωνία μας. Τι εννοούμε; Ας ρίξουμε λίγο «λάδι στη φωτιά» στην προαιώνια «μάχη» μεταξύ των δύο φύλων - για την ακρίβεια, δεν το ρίχνουμε εμείς, αφού η χρήση των λέξεων «άνδρας» και «γυναίκα» τόσο σε γραπτά όσο και σε προφορικά κείμενα... μιλά από μόνη της. Ο καθηγητής εξηγεί πως, αν αναζητήσουμε τις χρήσεις της λέξης «γυναίκα» στο ΣΕΚ, θα δούμε ότι αυτές περιλαμβάνουν συγκριτικά αρκετές υποτιμητικές χρήσεις, π.χ. «γυναίκα για τις δουλειές», «διακίνηση γυναικών». Σε ό,τι αφορά τη λέξη «άνδρας» όμως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά αφού η χρήση της μαρτυρεί γενικώς κύρος.

Για παράδειγμα, «οι δύο άνδρες της κυβέρνησης συναντήθηκαν», «ισχυρός άνδρας της οικονομίας». Βέβαια σε συχνότητα εμφάνισης η λέξη γυναίκα - όπως και η λέξη κορίτσι ή κοπέλα σε σύγκριση με τη λέξη αγόρι - φαίνεται να παίρνει το... επάνω χέρι, αλλά μη βιαστείτε να νομίσετε ότι αυτό συμβαίνει για καλό. «Η λέξη γυναίκα χρησιμοποιείται συχνότερα καθώς συνηθίζουμε μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον να προσδιορίζουμε ότι κάποια είναι… γυναίκα πολιτικός, γυναίκα βουλευτής, γυναίκα επιστήμονας. Πρέπει να μπει ο χαρακτηρισμός γυναίκα δίπλα σε ένα επάγγελμα που θεωρείται κατ' εξοχήν ανδρικό. Όσο για τη λέξη κορίτσι, που και αυτή χρησιμοποιείται συχνά, μπορεί να "ντύνεται" με έναν σεξιστικό μανδύα. "Τι να σου κάνει το κορίτσι" λέμε ή "κορίτσι για σπίτι". Γενικώς αποδεικνύεται μέσα από τη χρήση της γλώσσας ότι η γυναίκα αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος αλλά συγχρόνως θεωρείται υποδεέστερη του άνδρα» διευκρινίζει ο καθηγητής.
Όπως συμπληρώνει, από μια έως τώρα προσεκτική ματιά στο Corpus της ελληνικής γλώσσας εξάγονται κάποια άκρως χρήσιμα συμπεράσματα: «Κατ' αρχάς φωτίζονται κοινωνικά ζητήματα όπως αυτό που αφορά το φύλο και την αντιμετώπισή του στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Κατά δεύτερον, παρότι μέσω του ΣΕΚ έχουμε "ψαρέψει" αρκετά γλωσσικά λάθη, μπορούμε να πούμε ότι αυτά συμβαίνουν σχετικώς σπάνια, τόσο στον γραπτό λόγο όσο και στον προφορικό - παρότι, επαναλαμβάνω, το δείγμα που έχουμε στα χέρια μας και αφορά τον προφορικό λόγο δεν είναι μεγάλο ώστε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα».

«Θησαυρός» για μεταφραστές - διδάσκοντες

Θα αναρωτιόταν κάποιος τι μπορεί να προσφέρει αυτό το «ψαχτήρι» (να μία από τις άλλες λέξεις της σύγχρονης εποχής μας που χρησιμοποιούμε πια συχνά στα ελληνικά), εκτός από τη διασκέδαση του να αναζητείς τη συχνότητα εμφάνισης και τη χρήση λέξεων στη γλώσσα μας. Ο κ. Γούτσος απαντά ότι «αυτοί οι κατάλογοι συχνότητας που μας προσφέρουν τα Σώματα Κειμένων είναι πολύ σημαντικοί τόσο για τους μεταφραστές όσο και για όσους διδάσκουν τη γλώσσα σε Έλληνες αλλά κατά κύριο λόγο σε ξένους μαθητές. Είναι άκρως χρήσιμο να ξέρουμε τι ακριβώς θα διδάξουμε, ποιες λέξεις ενδείκνυται να χρησιμοποιεί περισσότερο ένας ξένος μαθητής που θέλει να μάθει την ελληνική, με δεδομένο μάλιστα ότι αν κάποιος κατακτήσει 5.000-6.000 λέξεις μιας γλώσσας έχει στο... τσεπάκι του ένα καλό επίπεδο συνεννόησης». Ο καθηγητής μάς πληροφορεί ότι οι χρήστες του ΣΕΚ είναι πλέον χιλιάδες. «Πρόκειται κυρίως για μεταφραστές, διερμηνείς, ανθρώπους που διδάσκουν και βοηθούνται σημαντικά στο έργο τους».
Και μια και αναφερθήκαμε στο ψαχτήρι, ένα άλλο εύλογο ερώτημα θα αφορούσε το γιατί κάποιος να ανατρέξει στο ΣΕΚ και να μην μπει απλώς στη μηχανή αναζήτησης του Google ώστε να κάνει την ίδια δουλειά. «Το Διαδίκτυο αποτελεί ένα είδος Σώματος Κειμένων στο οποίο μας προσφέρει πρόσβαση η μηχανή αναζήτησης του Google. Ωστόσο σε αυτό δεν μπορούμε να ξέρουμε τι κείμενα περιλαμβάνονται, ενώ το ΣΕΚ περιέχει κείμενα που έχουν επιλεγεί με συγκεκριμένα κριτήρια» απαντά ο «πατέρας» του Corpus της ελληνικής γλώσσας.
Ένα Σώμα λοιπόν που κλείνει μέσα του όσα ο δικός μας, κλεισμένος στο σώμα μας, νους μετατρέπει σε λέξεις για να επικοινωνεί με τους γύρω του, για να εκφράζει τα στερεότυπα της κοινωνίας του αλλά και για να δημιουργεί ώστε να εξελίσσεται ο ίδιος και μαζί του η ολοζώντανη γλώσσα μας. Και όταν αυτό το Σώμα ολοκληρωθεί και γίνει... 100 και πλέον ετών, θα κουβαλά εντός του όλη τη σοφία της χρήσης της ελληνικής, δείχνοντας όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το μέλλον της.
[ΠΗΓΗ: Τσώλη Θεοδώρα, To "Ψαχτήρι" της ελληνικής γλώσσας, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ Science]

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας: προβληματισμοί για την αξιολόγησή του στις πανελλαδικές εξετάσεις

Κάθε χρόνο οι μαθητές της Γ΄ Λυκείου και οι γονείς τους ζουν με την αγωνία της βαθμολογίας που θα κατακτήσουν και της Σχολής στην οποία θα ενταχθούν - μέσα από ένα σύστημα που περισσότερο μοιάζει με μπιλιάρδο παρά με εξεταστικό ή εισαγωγικό σύστημα. Κεντρική θέση σε τούτο το εξεταστικό σύστημα κατέχει το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας. Ένα κείμενο που υπέγραψαν δεκάδες εκπαιδευτικοί για την αξιολόγηση του  μαθήματος της έκθεσης, μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε ένα ευρύτερο διάλογο σχετικά με μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας (έκθεση)...


Ένα αναμφισβήτητο γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από διεθνείς συγκριτικές μελέτες όσο και στην καθημερινή εκπαιδευτική πράξη εμπειρικά είναι η αδυναμία των μαθητών μας να αντιληφθούν κείμενα διαφορετικής σκοπιμότητας και ύφους, να τα αποδώσουν περιληπτικά, να τα αξιολογήσουν και να τα αναπαραγάγουν στις κεντρικές τους ιδέες. Επίσης εμφανής είναι η αδυναμία των μαθητών να καταγράψουν σε κείμενο τις δικές τους ιδέες και να πείσουν μέσω του κειμένου τους.
Κάθε συζήτηση όμως για την αδυναμία αυτή όταν στέκεται μακριά από τη φύση του σχολείου απλά συντελεί σε μία βαθμοθηρική συζήτηση ή και σε μία ρατσιστική αντιμετώπιση των “νέων που δεν ξέρουν ελληνικά, που καταστρέφουν τη γλώσσας μας κλπ”...
Οι μαθητές μας δε γράφουν όσα γραπτά κείμενα χρειάζονται ώστε να φτάσουμε στο απαιτούμενο επίπεδο των πανελλαδικών εξετάσεων. Ο ανταγωνισμός των Πανελλαδικών σε συνδυασμό με την εξαντλητική φροντιστηριακή εκπαίδευση δημιουργούν ένα αβυσσαλέο κενό μεταξύ των πέντε τάξεων της Μέσης Εκπαίδευσης και της Γ΄ Λυκείου. Δεν είναι τυχαίο ότι ουσιαστικά οι μαθητές γράφουν δύο ή τρεις εκθέσεις (άρθρα άλλα κείμενα) στις έξι σχολικές τάξεις (ενώ στα φροντιστήρια μία κάθε εβδομάδα σχεδόν). Κι όμως έχει αποδειχθεί ότι όσο περισσότερο γράφει κάποιος, τόσο βελτιώνεται στην έκφραση και την έκθεση επιχειρημάτων και ιδεών.
Τούτο δε έρχεται να συμπληρώσει έναν βασικό παράγοντα που συνήθως οι εκπαιδευτικοί της πράξης παραβλέπουν: την κοινωνική προέλευση της γλωσσικής αρτιότητας ή αδυναμίας ενός μαθητή. Η γλώσσα που μεταχειρίζονται οι γονείς μεταξύ τους είτε στα τέκνα τους ή σε τρίτους και η βιωματική σχέση με το βιβλίο κινητοποιούν ή αδρανοποιούν αναλόγως τις γλωσσικές ικανότητες των μαθητών. Και καθώς τούτο είναι αντικειμενικό, καλείται το σχολείο να μειώσει το κοινωνικό - γλωσσικό - χάσμα των νέων.
Το γλωσσικό μάθημα είναι άμεσα συνυφασμένο, λοιπόν, με την κοινωνική προέλευση, την οικογενειακή μόρφωση και την οικογενειακή σχέση με το βιβλίο και το γραπτό λόγο. Δεν είναι απλά ένα διδακτικό αντικείμενο στο οποίο η εκμάθηση κανόνων και αρχών θα οδηγήσει σε θετική αξιολόγηση (όπως τα αρχαία ελληνικά και μαθήματα όγκου ή θετικών επιστημών). Είναι ένα αντικείμενο που απαιτεί χρόνια εκπαίδευση, βιωματική σχέση, ένα μάθημα στο οποίο η βαθμολογική βελτίωση απαιτεί καιρό για να φανεί, αφού πρέπει πρώτα ο μαθητής να κατακτήσει το αντικείμενο.

Τούτα τα δεδομένα όμως σε ένα εξετασιοκεντρικό σύστημα που στέκει με απάθεια απέναντι στις κοινωνικές κι εκπαιδευτικές ανισότητες - και τελευταία στοχεύει στην όξυνσή τους - δημιουργούν προβλήματα όχι μόνο στην παιδευτική διαδικασία, αλλά και στην ψυχολογία των μαθητών (όρα παλαιότερα άρθρα μας «Σπάζοντας τα δεσμά των εξετάσεων», «Κωπηλατώντας στην τρικυμία της γνώσης» και «Υπουργείο εξετάσεων, ανεργίας, σκλάβων και Θρησκευμάτων»).
Κάθε απόπειρα να συζητήσουμε για τις Πανελλαδικές (για το συγκεκριμένο διδακτικό αντικείμενο) χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη βασικούς παράγοντες, ακούσια υπηρετεί ένα εξετασιοκεντρικό και βαθμοθηρικό σύστημα που βιάζει την αξιοπρέπεια των μαθητών και εντείνει τις μαθησιακές ανισότητες. Αντίθετα, είναι ανάγκη να κατατεθούν προτάσεις που να καλλιεργούν τη γλωσσική ικανότητα των παιδιών από τάξεις μακριά ακόμα από τις εξετάσεις...

Είναι αναγκαίο οι μαθητές μας να μάθουν από μικρή ηλικία να διαβάζουν κείμενα διαφορετικής σκοπιμότητας και ύφους (άρθρα, δοκίμια, ταξιδιωτικά κείμενα), να παίρνουν ιδέες και τούτες να συζητούνται/αναπτύσσονται στην τάξη.

Είναι αναγκαίο οι νέοι από την εφηβική ηλικία να παρατηρούν την κοινωνία και να μπορούν να εντοπίσουν τα προβλήματά της και να υποστηρίξουν σχετικές ιδέες τους.

Και τούτο δε θα γίνεται απλά με μία έκθεση. Καθώς στόχος είναι η βιωματική σχέση με την γραπτή αναπαραγωγή της γλώσσας, το σχολείο οφείλει να αναπτύξει δράσεις εκτός αίθουσας (σχολική εφημερίδα, εκθέσεις επισκέψεων, λογοτεχνικές δράσεις μαθητών μέσα στο σχολείο, εισηγήσεις μαθητών σε συνέδρια ή σχολικές δράσεις κλπ). Είναι χαρακτηριστικό ότι το παλαιότερο καλλιτεχνικό μάθημα του σχολείου, Η Νεοελληνική Λογοτεχνία, διδάσκεται όπως τα μαθήματα προς αποστήθιση κι όχι ως μία μορφή Τέχνης προκαλώντας τους μαθητές να δημιουργήσουν κι εκείνοι έργα λόγου.


Έχουμε ανάγκη από την πλήρη ανασχηματισμό της γλωσσικής εκπαίδευσης. Όχι απλά αλλαγή βιβλίων, αλλά αύξηση των γραπτών κειμένων (κατά τον γράφοντα χωρίς αξιολόγηση, ώστε να μην ενισχύσουν τον εξετασιοκεντρισμό και τη βαθμοθηρία) κάθε είδους και με κάθε αφορμή. Και για τούτο πρέπει να αλλάξει άρδην η λογική που διέπει τη διδακτική προσέγγιση της γλώσσας. Curriculum - αντί του υπάρχοντος αναλυτικού -, υποστήριξη ενισχυτική των αδύναμων βαθμολογικά μαθητών, παρακίνηση των μαθητών να συγγράψουν, να εμπνευστούν από την κοινωνία και τα προβλήματά της... Και σαφώς τούτη η γλωσσική διδακτική προσέγγιση, ενισχύει και την κριτική αντίληψη.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Το τέρας μέσα μας: ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.

Το 1961, ο Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων.  Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του. Μελετήστε την… Ίσως, έτσι, να σκεφτείτε  το πόσο εύκολα  οι «άνθρωποι» μαθαίνουν να δέχονται και να εκτελούν παράλογες κι ακραίες εντολές, αρκεί να ξέρουν ότι «προστατεύονται» από την εκάστοτε εξουσία.  



Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.
Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.
Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.
Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.
Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%... Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!
Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό»
Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.
Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.
Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα. 
Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.

Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.


Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009 - Πηγή: sanejoker.blogspot.gr ]