Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Απ’ όλα τα αγαθά που παρέχει η Σοφία για έναν ευτυχισμένο βίο το μεγαλύτερο είναι η απόκτηση της φιλίας

Η φιλοσοφία, κατά τον Επίκουρο, δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο και βοήθημα στην επίτευξη του σκοπού του ανθρώπινου βίου, που είναι η ευδαιμονία. Γι αυτό το λόγο ο Επίκουρος δεν έδινε σχεδόν καμιά σημασία στις εκτεταμένες θεωρητικές, γραμματικές, ιστορικές και μαθηματικές έρευνες, εφόσον δεν εξυπηρετούσαν το να ζει ο άνθρωπος ευτυχισμένος. Από την άλλη όμως επειδή θεωρούσε ότι η κακοδαιμονία των ανθρώπων προέρχεται από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία, τις προλήψεις, τους φόβους και τις ελπίδες που γεννούν όλα αυτά στους ανθρώπους και επειδή θεωρούσε πως αιτία όλων αυτών είναι η άγνοια των φυσικών νόμων, πίστευε ότι μόνο μέσο θεραπείας είναι η ορθή γνώση των νόμων που διέπουν τη φύση και τον άνθρωπο… Επίσης, ο Επίκουρος συμβούλευε τους μαθητές του να απέχουν από τη δημόσια ζωή (να μείνουν στην αφάνεια) και κατ’ επέκταση την πολιτική (Λάθε βιώσας), γιατί η συμμετοχή με τα κοινά, θα προκαλέσει συμβιβασμούς και αντιπαλότητα, με αποτέλεσμα να τους πληγώσει και κατά συνέπεια να χάσουν την ηρεμία τους και την αταραξία τους. Βέβαια ο δάσκαλος είπε ότι αν κάποιος καίγεται από την επιθυμία ν’ ασχοληθεί με τα πολιτικά δρώμενα, τότε να το κάνει, γιατί ο πόνος της στέρησης θα είναι μεγαλύτερος από αυτόν της ενασχόλησης.

Η ερωτική πράξη από μόνη της δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο, όμως πολύ πιο σημαντική από το σεξ ή τον έρωτα είναι η φιλία, που «χορεύει ολόγυρα στην οικουμένη καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας». Επίκουρος

Ούτε αυτός που ζητά συνέχεια βοήθεια είναι φίλος, ούτε εκείνος που δε σχετίζει ποτέ το όφελος με την φιλία.

Απ’ όλα τα αγαθά που παρέχει η Σοφία για έναν ευτυχισμένο βίο το μεγαλύτερο είναι η απόκτηση της φιλίας, έλεγε ο Επίκουρος. Αρετή σημαίνει να έχεις την ικανότητα να αρμόζεις, να ωφελείς, να συνδέεις, να αρέσεις, να είσαι ανώτερος και όσο πιο ηθικός μπορείς.

«Κάθε φιλία από μόνη της είναι αρετή, αρχικό της κίνητρο όμως είναι η ωφέλεια»

-Δεν έχουμε τόσο ανάγκη από τη βοήθεια των φίλων, όσο από την ελπίδα, ότι θα μας προσφέρουν τη βοήθειά τους όταν την έχουμε ανάγκη. Φίλος, έλεγε ο Επίκουρος, δεν είναι ούτε αυτός που επιδιώκει διαρκώς το όφελος από μία φιλία, ούτε εκείνος που ποτέ δεν συνδέει το όφελος με τη φιλία. Κι αυτό γιατί ο ένας καπηλεύεται με αντάλλαγμα τη φιλία και ο άλλος ξεκόβει κάθε ελπίδα για το μέλλον. Οι Επικούρειοι μάλιστα διακήρυτταν ότι είναι προτιμότερο και πιο ηδονικό να κάνεις το καλό από το να δέχεσαι τις ευεργεσίες των άλλων.

-Ούτε πρέπει να μας απασχολεί τι τρώμε και τι πίνουμε, αλλά με ποιους τρώμε και με ποιους πίνουμε.

Η κομβική σημασία της φιλίας στην επικούρεια φιλοσοφία, είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στα   παραπάνω παραθέματα από τις Επικούρειες Δόξες, που μας διέσωσε ο Διογένης ο Λαέρτιος και την Επικούρου προσφώνηση. Ο μακάριος βίος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την απόκτηση φίλων γιατί αυτό πάνω από όλα εξασφαλίζει το  αγαθό της ασφάλειας, συμβάλλει στην αταραξία της ψυχής εξασφαλίζοντας διαρκή και σταθερή ηδονή ενώ προσφέρει στήριγμα και παρηγοριά στις δυσκολίες της ζωής, την αρρώστια και τον πόνο καθιστώντας το δεινό ευεκκαρτέριτον.

Η φιλία κατά τον Επίκουρο έχει σαφώς ανταποδοτικά ωφέλιμο υπόβαθρο. Το όφελος για τους φίλους, δεν έχει κανένα στοιχείο εκμετάλλευσης του άλλου και είναι απόλυτα ανταποδοτικός.

Άλλωστε η Φιλία πέρα από το όφελος αλλήλων κίνητρο, για τους επικούρειους αποτελεί από μόνη της Αρετή και σκοπό της ζωής και θεμελιώδες συστατικό της φιλοσοφίας τους. Οι επικούρειοι  προβιβάζουν την φιλία σε Αρετή ισάξια των τεσσάρων λοιπών παραδοσιακών αρχαιοελληνικών Αρετών δηλαδή της φρόνησης, της εγκράτειας, της ανδρείας και της δικαιοσύνης.
Βέβαια ο Επίκουρος συνιστά και στην επιδίωξη της φιλίας, την επιβολή της φρόνησης. Δεν προκρίνει ούτε αυτούς που ρέπουν στην επιφανειακή χωρίς προϋποθέσεις  φιλία, ούτε τους πολύ δύσκολους και καχύποπτους. Αξίζει όμως κανείς να τολμά να διακινδυνεύει πράγματα, προκειμένου να αποκτήσει φίλους.  Θα πρέπει εκείνος πρώτος να τείνει το χέρι και εκείνος πρώτος να προσφέρει την φιλία και την βοήθειά του προκειμένου να κερδίσει την φιλία του άλλου.
Ο Επίκουρος μας συμβουλεύει να προσέχουμε, να μην εκμεταλλευόμαστε τους φίλους μας, να μην επιτρέπουμε αν μας εκμεταλλεύονται, αλλά και να προσβλέπουμε στην βοήθειά τους όταν χρειαστεί δίνοντάς τους την χαρά της προσφοράς και την αίσθηση ότι αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ζωής μας. Εάν δεν καταφέρουμε να κρατήσουμε το μέτρο, την τόσο πολύτιμη «μέση οδό» τότε δεν υπάρχει φιλία και διαστρέφεται σε κάτι χυδαία ωφελιμιστική σχέση.
Το μεγαλύτερο άλλωστε κέρδος στην επικούρεια φιλία και βασικό στοιχείο της νέας κοινωνικής συνοχής που ο Επίκουρος προσπαθεί να οικοδομήσει σε μια εποχή κοινωνικής αποσάθρωσης, τόσο όμοιας με την δική μας, είναι το αίσθημα της δύναμης, που μας δίνει η θεώρηση, ότι οι φίλοι μας θα προστρέξουν στα δύσκολα και όχι τόσο αυτή καθ’ αυτή η βοήθεια που θα μας προσφέρουν. Είναι επίσης το αίσθημα ότι και εμείς αποτελούμε σημαντικά πρόσωπα στην ζωή άλλων ανθρώπων. Ο επικούρειος του διαλόγου στο έργο De finibus του Κικέρωνα Τορκουάτος, αφού αναφερθεί στην σπουδαιότητα της φιλίας στην Επικουρική Σχολή συνεχίζει ως εξής:

«Όπως η αρετή έτσι και η φιλία δεν μπορεί να χωριστεί από την ηδονή. Επειδή η μοναξιά και η ζωή χωρίς φίλους είναι γεμάτη επιβουλές και κινδύνους, η ίδια η λογική υπαγορεύει να εφοδιαστούμε με φιλίες. Εάν τις αποχτήσουμε, ο νους αισθάνεται ασφάλεια. Κι όπως η εχθρότητα, ο φθόνος και η περιφρόνηση αντιμάχονται την ηδονή, έτσι και οι φιλίες  είναι η πιο πιστές εγγυήτριες και γεννήτρες ηδονής τόσο για εμάς τους ίδιους όσο και για τους φίλους»

Ο επικούρειος όμως στοχασμός επεκτείνεται πέρα από το άτομο και γίνεται ανταποδοτικός αλτρουισμός, γιατί είναι προς όφελος όλων, να εκτιμούμε ο ένας τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου και να συνεργαζόμαστε στο κοινό ταξίδι στην ευδαιμονία. Για τους επικούρειους λοιπόν ο αλτρουισμός είναι προέκταση του ατομισμού και όχι αντίθετη έννοια όπως έχει επικρατήσει σήμερα να θεωρείται.
Η φιλία έτσι γίνεται όχημα που οδηγεί από την επιδίωξη της  ατομικής  στην επιδίωξη της συλλογικής μακαριότητας και ευδαιμονίας.

Ο Επίκουρος θεωρούσε την Ηδονή σαν αρχή και σκοπό της ευδαιμονίας. Την θεωρούσε σαν πρωταρχικό και συγγενικό αγαθό με τη φύση μας, γιατί μας απαλλάσσει από τον πόνο, την αγωνία, τις λύπες και τους φόβους. Θέτοντας όμως την ηδονή σαν σκοπό της ζωής, δεν εννοούσε τις ηδονές των ασώτων και τις συνηθισμένες απολαύσεις που αναζητούν οι περισσότεροι με τα μεθύσια και τα ξεφαντώματα. Αυτό είναι Ελευθεριότητα δεν είναι ηδονή. Κυρίως εννοούσε την αποφυγή του πόνου –χάσιμο ενέργειας-, συνέπεια της νηφάλιας λογικής, διώχνοντας κάθε φόβο και διαλύοντας φαντασιώσεις που του φέρνουν ταραχή και τον απομακρύνουν από την ευδαιμονία της ζωής – πρόσθεση ενέργειας.

Όταν ο άνθρωπος απαλλάσσεται από αυτά τα δεινά τότε είναι πραγματικά ευτυχισμένος. Τόνιζε δε ότι πραγματικός πλούτος είναι να αρκούμαστε στα λίγα, γιατί αυτά ποτέ δε λείπουν από κανέναν, ενώ τα πολλά είναι και δυσκολοαπόκτητα και δημιουργούν προβλήματα και πόνο -απώλεια ενέργειας.

«Φέρτε μου λίγο νερό και λίγο ψωμί και συναγωνίζομαι και τον Δία σε ευδαιμονία»

Έλεγε και ξανάλεγε ο μεγάλος φιλόσοφος, που όσοι τον γνώρισαν στη συνείδησή τους, τον αγάπησαν και δεν τον αποχωρίστηκαν ποτέ!
Στην εξάπλωση της Επικούρειας διδασκαλίας από τη μια συνετέλεσε η αγάπη του Επίκουρου προς τους μαθητές του και ο μειλίχιος χαρακτήρας του, και από την άλλη το πρακτικό πνεύμα της ηθικής του διδασκαλίας, που αποτελούσε όαση στη γεμάτη φαινόμενα διαφθοράς ταραγμένη ελληνική κοινωνία, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα και τις πολεμικές διαμάχες των διαδόχων του.
Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στον Κήπο επιτρέπονταν να εισέλθουν και να παρακολουθήσουν μαθήματα οι πάντες, δηλαδή άνθρωποι κάθε ηλικίας, οποιασδήποτε κοινωνικής θέσης (ακόμα και δούλοι), κάθε οικονομικής κατάστασης ή μόρφωσης, και ανεξαρτήτως φύλου.

Τη γυναίκα παρ’ όλη τη χαμηλή της θέση στην αθηναϊκή κοινωνία, ο Επίκουρος την τίμησε μέσα στον Κήπο. Μαζί με άνδρες φιλοσοφούσαν και αρκετές γυναίκες. Αυτό μάλιστα αποτελεί αποκλειστική πρωτοτυπία του Κήπου. Ο Επίκουρος ήταν ο πρώτος που είδε ισότιμα με τον άνδρα την γυναίκα. Ο Επίκουρος Αθηναίος φιλόσοφος είναι γνωστός στις πλατιές μάζες για την ισότητα των δύο φύλων, καθώς και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για την στάση του αυτή όμως, όπως ήταν φυσικό κατηγορήθηκε και διώχθηκε.

Το ύψιστο αγαθό για τον Επίκουρο είναι ίδια η ζωή, η ζωή πάνω στη γη, γιατί άλλη δεν υπάρχει. Η ευτυχισμένη ζωή θεμέλιο της οποίας είναι η γαλήνη της ψυχής, η αταραξία, όπως έλεγε, και η μετρημένη απόλαυση των αγαθών. Ο Επίκουρος στήριξε τη Φυσική του θεωρία στον Δημόκριτο «ατομική Θεωρία». Θεμελιώδεις αρχές της επικούρειας φυσικής είναι ότι τίποτε δεν δημιουργείται από το τίποτα (Ουδέν γίγνεται εκ του μη όντος), καθώς και ότι κανένα πράγμα κατά τη διάλυσή του δεν καταλήγει στην πλήρη ανυπαρξία (αρχή της διατήρησης της ύλης).
Στόχος της διδασκαλίας του Επίκουρου ήταν να χαρίσει στους ανθρώπους μια καινούργια ελευθερία, όχι πολιτική ή κοινωνική, αλλά ατομική ελευθερία. Δηλαδή, να τους απελευθερώσει από τους φόβους και τις ανησυχίες τους να τους κάνει αυτάρκεις και ικανούς να κατακτήσουν την ψυχική γαλήνη.

Σκοπός του Βίου είναι η «Ηδονή», καθώς και η αποφυγή των σωματικών παθών. Κύριο μέσο για την επίτευξή της θεωρείται η Φρόνηση, η οποία εγγυάται ότι δεν θα υπάρχει κατακυρίευση της απόλαυσης. Ο Επίκουρος θεωρούσε την πνευματική ηδονή πολύ πιο σημαντική από τη σωματική. Ο νους όχι μόνο μοιράζεται τις ηδονικές αισθήσεις του σώματος τη στιγμή που τις βιώνει, αλλά αντλεί ευχαρίστηση από την ανάμνηση περασμένων ηδονών και την προσδοκία μελλοντικών. Η πνευματική ηδονή μπορεί να υπερκεράσει τον σωματικό πόνο. Ο νους μπορεί να προσβληθεί από μη αναγκαίες επιθυμίες, κυρίως την επιθυμία για πλούτη (φιλαργυρία), και την επιθυμία για δύναμη ή για εξουσία και δόξα (φιλοδοξία). Και οι δύο δεν έχουν όριο. Είναι αδύνατον να ικανοποιηθούν, άρα συνεπάγονται πόνο και επομένως πρέπει να εξαλειφθούν. Εξ ου και η δήλωση του Επίκουρου


Ευδαίμων ζωή δεν είναι η θεωρητικά ενάρετη ζωή αλλά εκείνη που συνεπάγεται μείωση του πόνου, κατασίγαση της ανησυχίας και της ταραχής και γαλήνευση της ψυχής.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Η σκέψη λεν πως τρέχει πιο γρήγορα απ’ το φως… μα αν είναι να βρεις την αγάπη σου καλύτερα ξεκίνα με τα πόδια

Όταν συναντιόμαστε με τους ανθρώπους που επιλέγουμε στις αναζητήσεις μας, εκείνο που αρχικά μας ελκύει και μας γοητεύει, είναι εκείνο που κρυφά ποθούμε από τον εαυτό μας, αλλά διστάζουμε να προχωρήσουμε στην πραγμάτωσή του μόνοι μας, γιατί δεν έχουμε μια σφαιρική εικόνα για τον εαυτό μας. Εναποθέτουμε λοιπόν σε εκείνους την προσδοκία μας, πως μέσα από εκείνους, χάρη στην συμβολή τους στην ζωή μας, θα έρθει η πολυπόθητη λύτρωση που θα μας χαρίσει τον εαυτό μας ολάκερο. Αγκιστρωνόμαστε από την ελπίδα μας, την οποία την μεταθέτουμε στο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει και αγωνιζόμαστε ώστε να τελεσφορήσει η σχέση, η οποία φαντασιώνουμε πως θα μας φέρει τα μαγικά δώρα, ώστε να πειστούμε πως αξίζουμε την χαρά, την ευτυχία, την ολοκλήρωση.

Οι προσδοκίες μας από τις σχέσεις μας με τους άλλους
Επειδή δεν πιστεύουμε αρκετά στον εαυτό μας ή επειδή έχουμε παραμείνει παιδιά, όπου καρτερικά περιμένουμε τη μαμά ή τον μπαμπά να επιβεβαιώσουν τις ικανότητές μας, να μας επιτρέψουν το δικαίωμα στο όνειρο, να σμιλέψουν την αξία μας, περιμένουμε τον «από μηχανής Θεό» να μας φέρει μια έτοιμη λύση, την οποία υπηρετούμε ως δούλοι των προσώπων στα οποία παρατηρούμε την αντανάκλασή μας. Συνδεόμαστε εξαρτητικά μαζί τους προσμένοντας από εκείνους την σωτηρία, ενώ στην πραγματικότητα αναβάλουμε την υλοποίηση των ονείρων μας, γιατί όλη μας η ενασχόληση στρέφεται στην εξυπηρέτηση εκείνων οι οποίοι φανταζόμαστε πως θα μας φέρουν το όνειρο στο χρυσοφόρο άρμα και δεν εστιάζεται στην ανοικοδόμηση της εικόνας μας, ώστε η θέαση της να μας πείσει πως μπορούμε να τα καταφέρουμε και να προχωρήσουμε στο μονοπάτι της ζωής μας ως νικητές και όχι ως ακόλουθοι.
Αυτό συχνά το αποκαλούμε αγάπη, έρωτα, φιλία, ενώ η αλήθεια είναι πιο πολύπλοκη και για αυτό ό,τι διαδραματίζεται ανάμεσα μας, μας προκαλεί σύγχυση και δεν μας απελευθερώνει.

Οι σχέσεις αγάπης αφορούν δυο ανθρώπους, οι οποίοι ενώ αρχικά ελκύονται ο ένας από τον άλλον, κυρίως λόγω των προσδοκιών που τρέφει ο ένας για τον άλλον, σταδιακά επέρχονται ζυμώσεις στη σχέση τους, όπου εκείνο που υπερισχύει είναι το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον, που εκδηλώνεται με την μορφή συχνών αλληλεπιδράσεων που προκαλούν τρυφερότητα και καθησυχαστικά συναισθήματα. Ακόμα και όταν υπάρχουν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, στο τέλος εκείνο που επικρατεί είναι η νηνεμία και η γαλήνια αίσθηση της σιγουριάς και της ασφάλειας που εδραιώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ μας.

Στις σχέσεις που επικρατεί η προσδοκία, ενώ αρχικά οι συναισθηματικές αντιδράσεις συνοδεύονται από μια θύελλα συναισθημάτων που τα διακρίνει η υπερβολή, σταδιακά επέρχεται η εξασθένιση των θετικών συναισθημάτων και η απομυθοποίηση συνοδεύεται από πάταγο, όπου τα πάντα εξαφανίζονται λες και ήταν ατμός που διαλύθηκε. Και αυτό γιατί κάθε φορά που η προσδοκία υπερισχύει, το πρόσωπο που την αισθάνεται νιώθει τόσο έντονη την ανάγκη να μεταθέσει στο άλλο πρόσωπο την επιθυμία του για την κάλυψη των ελλείψεων του, οπότε εξαρτάται από αυτό, και η σύνδεση δεν γίνεται σύνθεση όπου υπερισχύει η αμοιβαιότητα, αλλά μεταλλάσσεται σε γάντζωμα, όπου εκείνο που επικρατεί είναι η εμμονή, το πάθος που το μεγιστοποιεί η προσμονή της λύτρωσης. Στην σκέψη λοιπόν πως μπορεί να το χάσει, οι ανασφάλειες του θεριεύουν, αισθάνεται μετέωρος και οι αντιδράσεις του γίνονται παρορμητικά απαιτητικές, προκειμένου να κρατηθεί από την σχέση, όχι γιατί αγαπάει, αλλά γιατί θεωρεί το άλλο πρόσωπο ως σανίδα σωτηρίας του, όπου χωρίς αυτήν φαντάζεται πως θα επέλθει ο αφανισμός του. Στις σχέσεις προσδοκίας κάθε αυτόνομη κίνηση του άλλου ή κάθε έκφραση αγάπης που εκφράζεται σε άλλα πρόσωπα προκαλεί αναταραχή στον ψυχισμό στην σκέψη της απώλειας όχι της αγάπης αλλά του υποστυλώματος, οπότε η επερχόμενη κατεδάφιση προκαλεί δυσφορία, θυελλώδη συναισθήματα και παρορμητικές αντιδράσεις. Όσο λοιπόν γίνεται αντιληπτό, ότι κανείς δεν μπορεί να γιατρέψει τις πληγές του ή να του αποκαταστήσει τον ερειπωμένο του κόσμο, θυμώνει και απευθύνεται ληστρικά οπουδήποτε, προκειμένου να διατηρήσει αλώβητη την ψευδαίσθηση, πως κάποια στιγμή θα επέλθει η ολοκλήρωση όχι με δική του προσπάθεια, αλλά μέσω κάποιου άλλου. 

Στις σχέσεις αγάπης αυτό που αγαπάμε στο άλλο πρόσωπο, είναι όλες εκείνες οι ιδιαίτερες εκδηλώσεις που ενισχύουν την αγάπη ανάμεσά μας, όπως η έγνοια του ενός για τον άλλον, ο θαυμασμός για κάθε αυτόνομη έκφραση που κάνει τον εαυτό του καθενός μας να αναδεικνύεται και η χαρά του που μας ευφραίνει, γιατί το καθετί το μοιραζόμαστε μεταξύ μας. Η σκέψη του και μόνο μας καθησυχάζει και μας προκαλεί ένα αίσθημα γαλήνης και απελευθέρωσης, ενώ η δημιουργικότητά μας γίνεται όλο και πιο ακμαία και πιο παραγωγική στη σκέψη ενός αμοιβαίου «μαζί». Για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε σχέσεις αγάπης, χρειάζεται να έχουμε συμβιβαστεί με την ιδέα πως παρότι δεν είμαστε τέλειοι, παρόλο που το παρελθόν μας δεν ήταν ρόδινο, παραμένουμε άρτιοι και δεν αποζητάμε στο άλλο πρόσωπο να μας συμπληρώσει με τεχνητό τρόπο, αλλά να μας αγαπήσει και να το αγαπήσουμε. Το αίτημα που απευθύνουμε είναι αίτημα αγάπης και όχι χρησιμοποίησης του άλλου προσώπου, για να αποκτήσουμε ένα δικό μας προσωπείο.

Είναι πολύ εύκολο μια σχέση προσδοκίας να μας ξεγελάσει και να την παρερμηνεύσουμε ως σχέση αγάπης νανουρίζοντας το όνειρό μας, το οποίο σταδιακά μπορεί να αποδειχτεί εφιάλτης.

Όσο όμως παρατηρούμε τα συναισθήματά μας, όσο είμαστε σε επαφή με αυτά και με τον σεβασμό προς τον εαυτό μας, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να τοποθετούμε στο συρτάρι της μνήμης οτιδήποτε δεν μπορεί να διαρκέσει, παίρνοντας τις αποφάσεις μας και να αφοσιωθούμε με ενδιαφέρον σε εκείνους, όπου η στοργή, το ενδιαφέρον, η τρυφερότητα, η έμπρακτη αφοσίωση, η αμοιβαία εξέλιξη, η συναισθηματική αλληλεπίδραση, πυκνώνουν τον ψυχισμό μας και κάνουν την αγάπη ανθεκτική και πηγαία.

[ΠΗΓΗ: Αγγελική Μπολουδάκη, ειδικός
ψυχικής υγείας-συγγραφέας]

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Σήμερα η παγκοσμιοποίηση υπαγορεύει τους δικούς της κανόνες συμπεριφοράς σε μια πλουραλιστική ανθρωπότητα.

Μετράμε φέτος εκατό χρόνια από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Όπως σημειώνει ο Βρετανός ιστορικός Κρίστοφερ Κλαρκ, οι Ευρωπαίοι έπειτα από μισό περίπου αιώνα ειρήνης στην ήπειρο, βιάζονταν να ξαναζήσουν τις ηρωικές συγκινήσεις του παρελθόντος. Όμως μέσα στο διάστημα που μεσολάβησε από την τελευταία μεγάλη σύγκρουση, η τεχνολογία του πολέμου είχε αλλάξει το σκηνικό στα πεδία των μαχών. Έτσι οι Ευρωπαίοι προχωρούσαν σαν υπνοβάτες στον δρόμο που οδηγούσε κατευθείαν στην κόλαση. Η δεύτερη μεγάλη παρεξήγηση των μελλοντικών αντιπάλων ήταν η εντύπωση ότι τα οικονομικά τους συμφέροντα ήταν ισχυρότερος παράγοντας στη χάραξη της ιστορίας από ό,τι οι πολιτικές τους διαφορές. Και εδώ η πρόβλεψη αποδείχτηκε εσφαλμένη. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, η Ευρώπη είχε ήδη χάσει την οικονομική της πρωτοκαθεδρία στον κόσμο και ήταν καταχρεωμένη στον μεγάλο της πιστωτή, τις ΗΠΑ. Η παγκοσμιοποίηση που τώρα διέρχεται η ανθρωπότητα είναι λιγότερο προβλέψιμη από την προηγούμενη του 1914.


Στη Μέση Ανατολή η ενδοϊσλαμική σύγκρουση ανάμεσα σε σιίτες και σούνι αποκτά νέες διαστάσεις και αλλάζει το προηγούμενο σκηνικό όταν οι δυτικές δυνάμεις συγκέντρωναν τη μήνιν τους εναντίον του δικτάτορα της Συρίας, Ασαντ. Το ισλαμικό χαλιφάτο των σούνι μισεί τις μειονότητες, συμπεριλαμβανομένων και των μουσουλμανικών. Οι Ιρανοί προβάλλουν πλέον ως το προσιτό στους δυτικούς κέντρο κατεύθυνσης των σιιτών, και οι Κούρδοι Πεσμεργκά ως η μόνη δύναμη εδάφους που μπορεί να αντιμετωπίσει τους πολεμιστές του ISIS. Η Τουρκία εξακολουθεί να επιδεικνύει την αναποφασιστικότητα και την έλλειψη κρίσης που την περιθωριοποίησαν στις πολλαπλές συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.

Η νέα μας παγκοσμιοποίηση αλλάζει πρωταγωνιστές. Απέναντι στις δυτικές δυνάμεις υπάρχουν πλέον δύο αυταρχικές, ημικαπιταλιστικές και εθνικιστικές οντότητες, η Κίνα και η Ρωσία. Πρώην υπουργός των ΗΠΑ αποκαλεί την οικονομική τους πολιτική «αυταρχικό μερκαντιλισμό». Πρόκειται για σύστημα που ασπάζεται τους κανόνες της αγοράς αλλά μοιράζει τις απολαβές με κριτήρια κομματικά και πελατειακά. Η σύγκλιση των δύο δυνάμεων θα αποτελέσει μελλοντικά πονοκέφαλο για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Οι Ασιάτες γείτονες της Κίνας αναρωτιούνται με ανησυχία πότε η Κίνα θα εκδηλώσει την αλληλεγγύη της προς την ασιατική της διασπορά.

Η Ρωσία έχει ενσωματώσει τους Ρώσους της Κριμαίας και αποβλέπει σε ένα είδος χαλαρής ομοσπονδίας για τους Ουκρανούς. Τόσο η δυτική όσο και η ανατολική Ουκρανία είναι η κάθε μια εφοδιασμένη με το δικό της ιστορικό αφήγημα. Οι ανατολικοί ως πιστοί στη Ρωσία κατηγορούν τους δυτικούς ομοεθνείς τους ότι εξακολουθούν να προσβλέπουν στον ναζισμό, όπως υπήρξαν συνεργάτες των Γερμανών όταν εκείνοι εισέβαλαν στην Ουκρανία. Οι δυτικοί από τη δικιά τους πλευρά θυμούνται τον λιμό που τους επέβαλε η Σοβιετική Ενωση το 1932-38 και τον ρωσικό ζυγό ανά τους αιώνες. Ο Πούτιν αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς έναν νέο Στάλιν.
Η Ευρώπη αναρωτιέται πώς έμπλεξε στις ρωσο-ουκρανικές διαμάχες, ενώ ο Πούτιν αντιμετωπίζει τις δυτικές αναμείξεις και την ενδεχόμενη είσοδο του ΝΑΤΟ στην περιοχή, ως αρχή διείσδυσης σε ρωσικά εδάφη. Το αμοιβαίο οικονομικό συμφέρον που προσφέρει η παγκοσμιοποίηση κινδυνεύει να ακυρωθεί από μια κρίση που ελάχιστα αγγίζει τους δυτικούς.

Καθώς η παγκοσμιοποίηση ευνοεί και τη φιλελεύθερη Δύση αλλά και τους αυταρχικούς καπιταλιστές, το πιθανότερο είναι ότι στο κοντινό μέλλον οι δύο κόσμοι θα μάθουν να συμβιώνουν σε ένα πλουραλιστικό διεθνές σύστημα. Ετσι, το ουκρανικό επεισόδιο ίσως υποχωρήσει μπροστά στα αμοιβαία συμφέροντα Ανατολής και Δύσης.

Πώς όμως να χαρακτηρίσει κανείς τον θρησκευτικό φανατισμό που επιμένει να ξαναγυρίζει με τη μορφή ιερού πολέμου στις χώρες του Ισλάμ; Εφόσον η Μέση Ανατολή παραμείνει ο αποσυνάγωγος και των δύο μεγάλων στρατοπέδων που αναφέραμε, είναι πιθανό ότι η παρατεταμένη αλληλοσφαγή και μάλιστα με μειωμένη δυτική επέμβαση, θα καταδικάσει τον κόσμο αυτό σε απομόνωση και μαρασμό. Στο μεταξύ η παγκοσμιοποίηση θα υπαγορεύει τους δικούς της κανόνες συμπεριφοράς σε μια πλουραλιστική ανθρωπότητα.

[ΠΗΓΗ: Θάνος Βερέμης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών – δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με τίτλο: Παγκοσμιοποίηση και νέοι κανόνες Διεθνών Σχέσεων]

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Εθνικισμός, σύμπλεγμα στερεοτύπων, πατριωτισμός, βίωμα παιδικής ηλικίας, γλώσσα στην οποία ψέλλισες τις πρώτες λέξεις

Ο Εθνικισμός είναι η αναγκαστική συνύπαρξη με τα κατακάθια της πατρίδας σου. Αν δεν κάνω λάθος ο αφορισμός ανήκει στον Καρλ Κράους. Ο εθνικισμός απέχει από τον πατριωτισμό όσο απέχουν τα στερεότυπα από τα βιώματα. Ο εθνικισμός στηρίζεται σε ένα σύμπλεγμα στερεοτύπων. Αν είσαι Έλληνας πρέπει να μισείς τους Τούρκους, να περιφρονείς τους Σκοπιανούς, να είσαι αντισημίτης και να πιστεύεις ότι η μετανάστευση είναι ένα διεθνές σχέδιο του τραπεζικού κεφαλαίου για να μολύνουν τη γνησιότητα των Ελλήνων με πακιστανικό αίμα. Αν δεν τα πιστεύεις όλα αυτά, αν δεν πιστεύεις ότι οι Αμερικανοί υπάρχουν για να βομβαρδίζουν τον κοσμάκη και τη Σερβία, οι Γερμανοί για να δανείζουν, να καταχρεώνουν τον κόσμο και να ταπεινώνουν τη Βραζιλία στο ποδόσφαιρο –γιατί ναζί γεννήθηκαν ναζί θε να πεθάνουν– αν δεν είσαι βέβαιος ότι υπάρχει μια εβραιομασονική συνωμοσία που καταστρέφει την ωραιότερη και πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου –λες και δεν φτάνει ο ηλίθιος συμπατριώτης σου που την κακοποιεί– τότε δεν δικαιούσαι να λες ότι ανήκεις στον σοφό αυτό λαό που επινόησε ακόμη και τον μουσακά, όπως λέει ο Πλάτων στην Πολιτεία του. Εννοείται πως δεν το λέει αλλά είναι σαν να το έχει πει. Ο πατριωτισμός στηρίζεται σε βιώματα. Είναι η παιδική σου ηλικία, οι γονείς σου, το τοπίο που έκανες τα πρώτα σου βήματα, η γλώσσα στην οποία ψέλλισες τις πρώτες σου λέξεις. Ο εθνικιστής εξιδανικεύει την πατρίδα του για να υπηρετήσει τον δικό του ναρκισσισμό, για να εξιδανικεύσει τον εαυτό του. Ο πατριώτης την αγαπάει, ακόμη κι αν αισθάνεται ξένος σ’ αυτήν, κι αν θέλει να την διορθώσει, ακόμη κι αν την σαρκάζει ή την ειρωνεύεται το κάνει επειδή την αγαπάει. 

Ο εθνικισμός, ως εμμονή και ιδεολογική αγκύλωση, καλύπτει πολύ ευρύτερο φάσμα κοινωνικών συμπεριφορών από όσο καλύπτει η πολιτική του έκφραση. Στην Ελλάδα του 2014 το μόνο κόμμα που αυτοαποκαλείται εθνικιστικό είναι η Χρυσή Αυγή. Όμως το λεγόμενο αντιμνημονιακό μέτωπο ενεργοποιεί τα εθνικιστικά συμπλέγματα, υποδόρια, αν και όχι πάντα υποδόρια. Ο αντιγερμανισμός ίσως είναι το δημοφιλέστερο… Ο αντιευρωπαϊσμός είναι χαρακτηριστικό επίσης του σημερινού εθνικισμού. Για την αριστερά στηρίζεται στο γεγονός ότι η Ευρώπη είναι το κάστρο του καπιταλισμού και το ορμητήριο του φιλελευθερισμού. Για τη Χρυσή Αυγή η Ευρώπη πήρε λάθος δρόμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ηττήθηκαν οι υγιείς δυνάμεις του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Κάνουν τατουάζ με αγκυλωτούς σταυρούς αριστερόστροφους, σαν αυτούς που έβρισκε ο Σλίμαν χαραγμένους στα ερείπια της Τροίας, και παίζουν με τις λέξεις ότι δήθεν δεν έχουν σχέση με τους δεξιόστροφους των ναζί γιατί τώρα έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται πως ο εθνικισμός τους, αν απαλλαγεί από τα ξυρισμένα τους κεφάλια και τη ναζιστική βλακεία, μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη απήχηση. Ίσως όμως να είναι αργά. Μπορεί και ναι μπορεί και όχι.

Υπάρχει μία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον ελληνικό εθνικισμό, για παράδειγμα, και τον γαλλικό εθνικισμό. Ο Γάλλος εθνικιστής, οπαδός του Εθνικού Μετώπου, μπορεί να είναι αντιγερμανός, λόγω ιστορικού παρελθόντος, μπορεί να είναι ευρωσκεπτικιστής και να είναι εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως αν και Γάλλος εθνικιστής δεν παύει να είναι Ευρωπαίος. Δεν αρνείται βασικά κεκτημένα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το Εθνικό Μέτωπο αποδέχεται την κληρονομιά των «ανθρωπιστικών παραδόσεων» και γι’ αυτό έχει αποκοπεί προ πολλού από κάθε αναφορά και σχέση με τον νεοφασισμό ή με το παρελθόν των συνεργατών των Γερμανών, των λεγομένων «collabos», παράδοση που μέσω του OAS αποτέλεσε και τον πρώτο του πυρήνα. Ο Έλληνας εθνικιστής όμως, όταν αμφισβητεί την ευρωπαϊκή ένταξη της Ελλάδας στην πραγματικότητα αμφισβητεί την ευρωπαϊκή υπόσταση της χώρας. Μιλούν, σε πείσμα της παιδείας μας, για μια Ελλάδα που γυρίζει την πλάτη της στη Δύση για να βρει τον εαυτό της, αυτόν τον φαντασιακό ανατολίτη που πάντα κυκλοφορούσε σαν φάντασμα ανάμεσά μας, στην πραγματικότητα όμως, ακόμη και οι Έλληνες της Σμύρνης ή της Πόλης ήθελαν να του γυρίσουν την πλάτη. Όλη η πνευματική ελληνική παράδοση, από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, είναι μια συνεχής συνομιλία με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Είναι και η διαφορά της Χρυσής Αυγής από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, οι οποίοι ποτέ δεν αμφισβήτησαν την ένταξη της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο.


[ΠΗΓΗ: «Δεξιός και αριστερός εθνικισμός» αποσπάσματα από άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13-07-2014]

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Να τον φοβάστε τον εκπαιδευτικό, γιατί μπορεί και να μυήσει τα παιδιά στη συνωμοσία της γνώσης…

και τότε μπορεί να κάνουν αυτό που τρέμετε περισσότερο, να αποφασίσουν να αλλάξουν τον κόσμο.
Αυτός έχει διάφορα ονόματα: «καθηγητής, δάσκαλος, νηπιαγωγός». Αυτά, για κείνον, έχουν πάντα το ίδιο όνομα: «παιδιά». Είναι αυτός που εύχεται «καλή χρονιά» δυο εποχές το χρόνο, που όταν τον ρωτούν αν έχει παιδιά απαντάει «εκατοντάδες», που ακούει με λαχτάρα το «γεια σας κύριε» αμέτρητες φορές τη μέρα, που τον ενδιαφέρουν πιο πολύ οι μαθητές του από το μάθημα, που έχει για κίνητρο την αγάπη του για τα παιδιά και όχι την αγάπη των παιδιών για κείνον, που ανάβει φωτιές στο μυαλό των παιδιών ενώ τον προορίζουν για πυροσβέστη, που θέλει να είναι πάντα ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει για να το ερωτεύονται και οι μαθητές του. Είναι αυτός ο ενοχλητικός συναγερμός, αυτό το ξυπνητήρι που θέλεις να σπάσεις, η βόμβα παιδείας που θέλουν να απενεργοποιήσουν πριν εκραγεί σε ανεξέλεγκτο φως, που πασχίζουν να τον αποδυναμώσουν γιατί φοβούνται το αυτονόητο που ρόλος του απαιτεί: να επηρεάζει!!! Που θέλουν να τον ελέγχουν γιατί φοβούνται ότι δια-μορφώνει το αύριο…


Είναι εκείνος που προσπαθεί να είναι σεμνός υπηρέτης της μάθησης και όχι φωτεινός παντογνώστης, που θέλει να εντυπωσιάζεται παρά να εντυπωσιάζει.

Είναι εκείνος που του απαγορεύουν να ζητάει οικονομική αξιοπρέπεια γιατί κάνει λειτούργημα! Που οι γονείς τον βλέπουν ως ανταγωνιστή και συγκρίνονται μαζί του. Που θέλει να διδάσκει και όχι να δασκαλεύει, που θεωρεί ότι το σχολείο πρέπει να φροντίζει αλλά όχι να φροντιστηριοποιεί… Που δυναμώνει τις διαφορετικότητες ενώ έχει λάβει εντολή να κόβει ότι προεξέχει. Που ομαδοποιεί αλλά δεν εξομοιώνει.

Που δεν ξεχνάει εκείνον τον μικρό που κάθεται μόνος του στο τελευταίο θρανίο. Που χαίρεται άμα τον στριμώχνουν οι ερωτήσεις των μαθητών του. Που βλέπει τους βαθμούς και τις εξετάσεις ως αναγκαίο κακό και όχι ως αυτοσκοπό, που κατσουφιάζει με τις λέξεις επίδοση και απόδοση και χαμογελάει με τη λέξη προσπάθεια!!!

Είναι ο εκπαιδευτικός που ξεκινά σαν ρόλος και γίνεται ταυτότητα. Όχι κάτι σαν δεύτερη φύση μα σαν πρώτη. Που δεν θέλει τίποτα άλλο να κάνει, δεν νιώθει ότι τίποτα άλλο έχει τόση αξία. Που αν και λαχταρά και ξέρει ότι δικαιούται λίγη αναγνώριση παραπάνω λέει δεν πειράζει αφού κάνει αυτό που αγαπά.

Είναι η σήραγγα που ενώνει δύο παράλληλα σύμπαντα, των μεγάλων και των μικρών. Που με χαρά γίνεται ο κυματοθραύστης για τα παιδιά αλλά απεχθάνεται να γίνεται ο σάκος του μποξ ή ο αποδιοπομπαίος τράγος για τους μεγάλους. Που η καρδιά του μένει παιδική και που πληγώνεται στη γενίκευση μεμονωμένων πράξεων κάποιων που ψευδεπίγραφα φέρουν τον ίδιο τίτλο.

Που όταν αντιδρά σε νόμους και διατάγματα είναι γιατί νιώθει ευθύνη και όχι γιατί είναι αντιδραστικός. Που είναι ο πιο σκληρός αξιολογητής του εαυτού του και που ποτέ δεν του βάζει άριστα. Που δεν θέλει να είναι πρότυπο για τους μαθητές του αφού λαχταράει να γίνουν καλύτεροι από αυτόν.

Που δεν μπορεί να γιορτάσει την «ημέρα του εκπαιδευτικού» όσο η εκπαίδευση υποφέρει!

Να τον φοβάστε τον εκπαιδευτικό, γιατί μπορεί και να μυήσει τα παιδιά στη συνωμοσία της γνώσης και τότε μπορεί να κάνουν αυτό που τρέμετε περισσότερο, να αποφασίσουν να αλλάξουν τον κόσμο.

[ΠΗΓΗ: Δημήτρης Τσιριγώτης. Φυσικός]

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

«Ο άνθρωπος που δεν παίζει, έχει χάσει για πάντα το παιδί που ζούσε μέσα του και που θα του λείψει τρομερά.» Pablo Neruda

Καθόμαστε σε μια γωνιά και παρακολουθούμε τον αυθορμητισμό και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας με νοσταλγία. Γυρνάμε στο χθες, θυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια, απορούμε πώς γινόταν να είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. «Αποκλείεται να ήμασταν τόσο χαρούμενοι.» λέμε συνήθως από μέσα μας. «Έχουμε ωραιοποιήσει το παρελθόν. Δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα» Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν. Αλλά σίγουρα ήταν πιο όμορφα, πιο ξέγνοιαστα, πιο ζωντανά. Και ποιος μας είπε ότι πρέπει να ζούμε μια ζωή άχρωμη; Κανείς δεν μας το είπε άμεσα, παρόλο που η κοινωνία βιάζεται να μας βάλει σε καλούπια και να μας δέσει με τα λεπτά της σκοινιά, να μας κουνά κατά πώς πάνε τα κέφια της, κι εμείς να χορεύουμε σαν μαριονέτες για να την διασκεδάζουμε… Ας κόψουμε τα σκοινιά που μας καθιστούν μαριονέτες, ας σπάσουμε τις μάσκες μας, ας ντύσουμε την καθημερινότητα με χρώματα. Και τότε, ίσως, ο κόσμος να γίνει ένα πιο όμορφο μέρος για να ζούμε. Ίσως, γυρίσουν πίσω σε μας όλα όσα χάσαμε με το πέρασμα του χρόνου: η χαρά, ο ενθουσιασμός, η ελπίδα… Η ζωή.


Μεγαλώνοντας, χάνουμε όσα μας χαρακτήριζαν σαν παιδιά. Αφοσιωνόμαστε τόσο στις εργασίες μας, στα προβλήματα της καθημερινότητας, που ξεχνάμε πώς να γελάμε, να χαιρόμαστε, να ζούμε. Καταλήγουμε άχρωμοι, άγευστοι, άδειοι, σαν τις ζωές που υποτίθεται πως επιβάλλεται να ζούμε. Ακολουθούμε τους άγραφους κανόνες που οι ίδιοι έχουμε επιβάλλει στους εαυτούς μας, απλά για να είμαστε «φυσιολογικοί», να ανακατευτούμε με το πλήθος, να μην ξεχωρίσουμε.

Μα η αλήθεια είναι πως όσο κι αν προσπαθήσουμε να κρυφτούμε από το παιδί μέσα μας, εκείνο θα συνεχίσει να φωνάζει για να τραβήξει την προσοχή μας. Πάντα θα υπάρχουν στιγμές που θα βρει ένα άνοιγμα, μια ελάχιστη χαραμάδα, για να βγει κι αυτό λίγο στο φως, να μας θυμίσει την ύπαρξή του. Αυτές οι λίγες στιγμές, είναι που μπαίνει ξανά το χρώμα στις ζωές μας.

 Ο Paulo Coelho λέει το εξής: «Ένα παιδί μπορεί να διδάξει τρία πράγματα σε έναν ενήλικα: να είναι χαρούμενος χωρίς λόγο, να είναι πάντα απασχολημένος με κάτι, και να διεκδικεί αυτό που επιθυμεί με όλη του την θέληση». Διακρίνει λοιπόν κανείς στα παιδιά μία σοφία καθαρή και ακατέργαστη, που σπάνια συναντά σε κάποιον ενήλικα. Είναι στα αλήθεια δάσκαλοι, αν βέβαια δώσει κανείς πραγματική σημασία στα διδάγματά τους.
 Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν αφήναμε το εσωτερικό μας παιδί να εκφραστεί; Να βγει από την κρυψώνα του, να παίξει, να γελάσει, να είναι αυθόρμητο, να κάνει αυτό που επιθυμεί με όλη του την καρδιά, να είναι ο εαυτός του.
 Ας το παραδεχτούμε, και θα νιώσουμε καλύτερα: όλοι μας θελήσαμε να σκαρφαλώσουμε στο μεγάλο δέντρο στο κέντρο του πάρκου, να διασχίσουμε τρέχοντας την αμμουδιά και να βουτήξουμε με φόρα στη θάλασσα ένα καλοκαίρι, να τραγουδήσουμε δυνατά, έστω και παράφωνα, το αγαπημένο μας τραγούδι, αγνοώντας εκείνους που θα μας στραβοκοιτάξουν, πίσω από τις ψεύτικες και ασφαλείς μάσκες της σοβαροφάνειάς τους.

 Αρκετά με τους κανόνες. Ας σταματήσουμε να είμαστε δάσκαλοι κι ας πάρουμε τον ρόλο του μαθητή. Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα που μας δίνουν τα παιδιά: Ας είμαστε για μια φορά αληθινοί.
 Ας κόψουμε τα σκοινιά που μας καθιστούν μαριονέτες, ας σπάσουμε τις μάσκες μας, ας ντύσουμε την καθημερινότητα με χρώματα. Και τότε, ίσως, ο κόσμος να γίνει ένα πιο όμορφο μέρος για να ζούμε. Ίσως, γυρίσουν πίσω σε μας όλα όσα χάσαμε με το πέρασμα του χρόνου: η χαρά, ο ενθουσιασμός, η ελπίδα… Η ζωή.


Κατερίνα Γώγου, Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών
Δέντρο ήμουνα κι έσπασα
Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά
Γιατί εκεί τρέχανε τα ξεστρατισμένα παιδιά
Να παίξουνε τους κρεμασμένους

Ρίζα με λένε τώρα.

[Πηγή: simplylife.gr, Κρατώντας το παιδί μέσα μας ζωντανό Τσιάκαλου Ιωάννα, φιλόλογος – συγγραφέας]

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Σκεφτείτε οι γονείς των μαθητών να ψιθύριζαν στο αυτί των δασκάλων: «Δεν μας νοιάζει η στείρα γνώση. Θέλουμε να μαθαίνετε στα παιδιά να είναι Γενναία και Ευγενικά»

Το κείμενο που ακολουθεί είναι πραγματικός δυναμίτης. Όλοι μας, γονείς, εκπαιδευτικοί (ειδικά αυτοί), παππούδες, γιαγιάδες, έχουμε ανάγκη να το  διαβάσουμε ξανά και  ξανά. Για να νιώσουμε πιο δυνατοί,  για να αντιληφθούμε πώς μπορούμε να βάλουμε το δικό μας λιθαράκι στην προσπάθεια για ένα καλύτερο μέλλον που ν’ αγκαλιάζει όλα τα παιδιά. Για να πιστέψουμε πως από τη δική μας μικρή γωνίτσα αληθινά μπορούμε να συνεισφέρουμε ώστε να γίνει ο  κόσμος αυτός πιο αληθινός και φιλόξενος:


Μια υπέροχη δασκάλα που σώζει ζωές παιδιών. Ιδού η συνταγή:
Πριν από μερικές βδομάδες, πήγα στην τάξη του Τσέις για ενισχυτική διδασκαλία.  Είχα στείλει ένα μέιλ στην δασκάλα του Τσέις ένα βράδυ όπου έγραφα «Ο Τσέις επιμένει πως αυτές οι ασκήσεις που έχει για το σπίτι είναι μαθηματικά – αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι τον πιστεύω. Βοήθεια, παρακαλώ». Μου απάντησε αμέσως λέγοντας: «Κανένα πρόβλημα, μπορώ να καθίσω μαζί του μετά το σχολείο οποιαδήποτε στιγμή». Κι εγώ της λέω «Όχι, όχι αυτόν. Αυτός το καταλαβαίνει. Εμένα βοηθήστε». Κι έτσι κάπως κατέληξα μπροστά σ’ έναν μαυροπίνακα σε μια άδεια αίθουσα της πέμπτης δημοτικού κοιτάζοντας επίμονα σειρές σχημάτων που για την δασκάλα του Τσέις ήταν «αριθμοί».

Στάθηκα λίγο μπροστά στον πίνακα ενώ η δασκάλα του Τσέις κάθισε πίσω μου, βυθισμένη στο γραφείο της και με ήρεμη φωνή προσπαθούσε να με κάνει να καταλάβω τον «νέο τρόπο που διδάσκουμε τη διαίρεση». Ευτυχώς για μένα, δεν χρειάστηκε να ξεμάθω πολλά γιατί ποτέ μου δεν κατάλαβα τον «παλιό τρόπο που διδάσκαμε τη διαίρεση». Μου πήρε μία ολόκληρη ώρα να λύσω ένα πρόβλημα, αλλά καταλάβαινα πως η δασκάλα του Τσέις με συμπάθησε έτσι κι αλλιώς. Συνεργάστηκε παλιότερα με την ΝΑΣΑ, κι έτσι προφανώς έχουμε πολλά κοινά.

Έπειτα, καθίσαμε για λίγα λεπτά και συζητήσαμε για την διδασκαλία των παιδιών και τι ιερό καθήκον   και ευθύνη που είναι. Συμφωνήσαμε πως μαθήματα όπως η ανάγνωση και τα μαθηματικά είναι τα λιγότερο σημαντικά που διδάσκονται σε μια τάξη. Μιλήσαμε για την διαμόρφωση μικρών ψυχών που θα συνεισφέρουν σε μια μεγαλύτερη κοινότητα -και μιλήσαμε για το κοινό μας όνειρο να αποτελούνται αυτές οι κοινότητες από άτομα που είναι Ευγενικά και Γενναία πάνω απ’ όλα.

Κι έπειτα μου είπε το εξής: Κάθε Παρασκευή απόγευμα, η δασκάλα του Τσέις ζητά από τους μαθητές της να βγάλουν ένα κομμάτι χαρτί και να γράψουν τα ονόματα τεσσάρων παιδιών με τα οποία θα ήθελαν να κάτσουν μαζί την επόμενη εβδομάδα. Τα παιδιά ξέρουν ότι αυτές τους οι επιθυμίες μπορεί να πραγματοποιηθούν μπορεί όμως και όχι. Ζητάει επίσης από τα παιδιά να ονομάσουν έναν μαθητή που πιστεύουν ότι ήταν εξαιρετικός «πολίτης» της τάξης. Οι ψήφοι τους παραδίδονται σε αυτήν κατ’ ιδίαν.
Και κάθε Παρασκευή απόγευμα, αφού οι μαθητές πάνε σπίτι, η δασκάλα του Τσέις βγάζει αυτά τα χαρτιά, τα τοποθετεί μπροστά της και τα μελετά. Ψάχνει για μοτίβα.

Ποιον δεν θέλει κανείς να έχει διπλανό;
Ποιος δεν ξέρει καν ποιον να ζητήσει για διπλανό;
Ποιος περνάει απαρατήρητος και δεν προτείνεται ποτέ;
Ποιος είχε ένα εκατομμύριο φίλους την προηγούμενη βδομάδα και κανέναν αυτή τη βδομάδα;

 Βλέπετε, η δασκάλα του Τσέις δεν ψάχνει καινούργιο διάγραμμα θέσεων ή «εξαιρετικούς πολίτες». Η δασκάλα του Τσέις ψάχνει για μοναχικά παιδιά. Ψάχνει για παιδιά που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με άλλα παιδιά. Εντοπίζει τα μικρά εκείνα που περνούν απαρατήρητα στην κοινωνική ζωή της τάξης. Ανακαλύπτει ποιων τα προτερήματα περνούν απαρατήρητα από τους συμμαθητές τους. Και εντοπίζει -αμέσως- ποιος διαπράττει και ποιος υφίσταται τη σχολική βία (bullying).

Ως δασκάλα, γονιός και άνθρωπος που αγαπάει όλα τα παιδιά – θεωρώ ότι αυτό είναι η πιο έξυπνη στρατηγική Νίντζα της αγάπης που έχω δει ποτέ μου. Είναι σαν να παίρνεις την ακτινογραφία της τάξης και να κοιτάς κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και μέσα στις καρδιές των παιδιών. Είναι σαν να βγάζεις χρυσό απ’ το χρυσορυχείο-ο χρυσός είναι αυτά τα μικρά που χρειάζονται λίγη βοήθεια – που χρειάζονται τους ενήλικες να επέμβουν και να τα ΔΙΔΑΞΟΥΝ πώς να κάνουν φίλους, πώς να ζητήσουν από τους άλλους να παίξουν, πώς να συμμετέχουν σε μία ομάδα και πώς να μοιραστούν τα χαρίσματα τους με τους άλλους. Και αυτό αποθαρρύνει τη σχολική βία( bullying) γιατί ο κάθε δάσκαλος γνωρίζει πως το bullying συμβαίνει όταν δεν κοιτάει -και τα παιδιά που το υφίστανται φοβούνται να το μαρτυρήσουν. Μα, όπως είπε -η αλήθεια αποκαλύπτεται σε αυτά τα προσωπικά μικρά χαρτιά.

Ενώ η δασκάλα του Τσεις εξηγούσε αυτή την απλή, πανέξυπνη ιδέα -την κοιτούσα με ορθάνοιχτο το στόμα. «Πόσο καιρό χρησιμοποιείς το σύστημα αυτό;» ρώτησα.
Από τη σφαγή στο λύκειο Κολουμπάιν, είπε. Κάθε Παρασκευή μετά το Κολουμπάιν.
Θεέ και Κύριε.

Αυτή η υπέροχη γυναίκα παρακολούθησε τι έγινε στο Κολουμπάιν γνωρίζοντας πως ΟΛΗ Η ΒΙΑ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. Όλη η εξωτερική βία ξεκινά ως εσωτερική μοναξιά. Παρακολουθούσε την τραγωδία αυτή ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ πως τα παιδιά που δεν τα προσέχει κανείς κάποια στιγμή θα κάνουν οτιδήποτε μόνο και μόνο για να τα προσέξουν.
Κι έτσι αποφάσισε να αρχίσει να πολεμάει την βία από νωρίς και συχνά, και με τον κόσμο που είναι κοντά της. Αυτό που κάνει η δασκάλα του Τσέις όταν κάθεται στην άδεια αίθουσα και μελετά αυτές τις λίστες που είναι γραμμένες από τρεμάμενα 11χρονα χέρια είναι να ΣΩΖΕΙ ΖΩΕΣ. Είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Σώζει ζωές.

Κι αυτό που έμαθε αυτή η μαθηματικός χρησιμοποιώντας αυτό το σύστημα είναι κάτι που ήδη γνώριζε: πως τα πάντα -ακόμα κι η αγάπη και η αίσθηση του να ανήκεις κάπου-έχουν ένα μοτίβο. Και βρίσκει αυτά τα μοτίβα μέσα από αυτές τις λίστες -σπάει τους κώδικες της προβληματικής επικοινωνίας. Και δίνει στα μοναχικά παιδιά την βοήθεια που χρειάζονται. Γι’ αυτήν, είναι μαθηματικά. Είναι ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ.

Όλα είναι αγάπη -ακόμα και τα μαθηματικά. Εκπληκτικό.
Η δασκάλα του Τσέις παίρνει σύνταξη φέτος -μετά από δεκαετίες που έσωζε ζωές. Τι ωραίος τρόπος να περάσεις την ζωή σου: ψάχνοντας μοτίβα αγάπης και μοναξιάς, να παρεμβαίνεις κάθε μέρα -και να αλλάζεις την τροχιά του κόσμου μας.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΕ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ. Είστε οι πρώτοι που δέχεστε τα πυρά, η πρώτη γραμμή, οι ανιχνευτές προβληματικής επικοινωνίας και η μεγαλύτερη και μοναδική ελπίδα που έχουμε για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτό που κάνετε στις τάξεις όταν κανείς δεν παρακολουθεί – είναι η μεγαλύτερη ελπίδα μας.

Δάσκαλοι -δασκάλες- έχετε ένα εκατομμύριο γονείς πίσω σας που ψιθυρίζουν όλοι μαζί: «Δεν μας νοιάζουν τα τυποποιημένα τεστ. Μας νοιάζει που μαθαίνετε στα παιδιά μας να είναι Γενναία και Ευγενικά. Και σας ευχαριστούμε. Σας ευχαριστούμε που σώζετε ζωές».

[ΠΗΓΗ: Η συνταγή που σώζει ζωές παιδιών – αναρτήθηκε http://newagemama.com/ ]

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Φιλολογικά μαθήματα και εξετάσεις: ένα ετοιμόρροπο γιοφύρι που χτίζεται και γκρεμίζεται με εξιλαστήρια θύματα τους μαθητές

Μνημείο παλινωδιών ό,τι συμβαίνει στα φιλολογικά μαθήματα, και δη στη Νέα Ελληνική Γλώσσα και στη Νεοελληνική Λογοτεχνία: οδηγίες διδασκαλίας (αναφέρομαι στις περσινές) που εν μέρει ξηλώθηκαν από εγκυκλίους και προεδρικά διατάγματα και νέες οδηγίες διδασκαλίας (αναφέρομαι στις φετινές) που εν μέρει ξηλώνονται από τις οδηγίες για την εξεταστέα ύλη… Ό,τι συμβαίνει στο εκπαιδευτικό φιλολογικό αντικείμενο μοιάζει αντανάκλαση όσων συμβαίνουν στη χώρα: ένα ετοιμόρροπο γιοφύρι που χτίζεται και γκρεμίζεται μέχρι να βρεθούν τα εξιλαστήρια θύματα που θα θυσιαστούν για να στεριώσουν οι νέοι συσχετισμοί εξουσίας – αν στεριώσουν. 



Εξηγούμαι:
- Στη γλώσσα (α) από το μετασχηματισμό κειμένου ως βασική άσκηση της παραγωγής λόγου, (β) από το δεύτερο κείμενο αναφοράς που θα μπορούσε να είναι εικόνα, φωτογραφία ή σκίτσο και (γ) από την ανοιχτή ύλη που θα εναπόκειτο στην επιλογή του διδάσκοντα και θα αντλούνταν από ποικίλους πόρους οδηγούμαστε σε μια παραλλαγή του προηγούμενου συστήματος με κάποιες τροποποιήσεις. Που σημαίνει ότι μετατίθεται στις καλένδες ο μετασχηματισμός κειμένου, ότι ένα, κατά κανόνα, και όχι πολυτροπικό είναι το αφετηριακό κείμενο και ότι η ύλη συνδέεται πάλι στενά με τις σελίδες του σχολικού βιβλίου.
- Στη λογοτεχνία (α) ορισμένες από τις ερωτήσεις (π.χ. ομοιοκαταληξία, μέτρο κλπ.) της Τράπεζας Θεμάτων απομακρύνονται από τη νέα φιλοσοφία του προγράμματος διδασκαλίας και (β) από τις τρεις διδακτικές ενότητες με την ανοιχτή ύλη της πρώτης λυκείου επανερχόμαστε στη δευτέρα λυκείου στη γνωστή συνταγή των δεκαέξι τουλάχιστον ποιητικών και πεζών κειμένων. Που σημαίνει ότι η Τράπεζα Θεμάτων και οι νέες οδηγίες για την εξέταση του μαθήματος ξανακλείνουν συνωμοτικά το μάτι στην καθιερωμένη σχολιογραφική και ερμηνευτική μέθοδο ανάλυσης του λογοτεχνικού κειμένου, υπονομεύοντας τη δυνατότητα ερευνητικής μάθησης και το μοντέλο των πρότζεκτ στη διδασκαλία του μαθήματος.
Εν πάση περιπτώσει, ό,τι συμβαίνει στο εκπαιδευτικό φιλολογικό αντικείμενο μοιάζει αντανάκλαση όσων συμβαίνουν στη χώρα: ένα ετοιμόρροπο γιοφύρι που χτίζεται και γκρεμίζεται μέχρι να βρεθούν τα εξιλαστήρια θύματα που θα θυσιαστούν για να στεριώσουν οι νέοι συσχετισμοί εξουσίας – αν στεριώσουν. 

Αναφέρομαι στην έλλειψη επιστημονικής θεμελίωσης, εκπαιδευτικής συνέπειας και πολιτικής βούλησης στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση των αλλαγών διδασκαλίας και εξέτασης των μαθημάτων, ειδικά των φιλολογικών, με αποτέλεσμα η όποια προσπάθεια διαφοροποίησης να ανακοινώνεται με μεγαλόστομες διακηρύξεις και ακολούθως να παραδίδεται αμαχητί σε μεγάλες διαψεύσεις, απ’ όπου μόνη αλώβητη βγαίνει τελικά η λογική της ποσοτικοποίησης, που υποβιβάζει τη γνώση σε πληροφορία και τη μάθηση σε εκπαίδευση.

Ό,τι μένει πέρα από τη διάψευση είναι το αίσθημα της γενικευμένης ανασφάλειας, που επιδεινώνεται και από την Τράπεζα Θεμάτων, καθώς εκπαιδευτικοί και μαθητές πλέουν σε πελάγη ασάφειας όσον αφορά το τι και το πώς θα το διδάξουν ή θα το διδαχτούν με χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, που αλλιώς διδάχτηκε και αλλιώς εξετάστηκε από την Τράπεζα θεμάτων την περσινή χρονιά, και της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που αλλιώς διδάχτηκε την περσινή χρονιά και αλλιώς θα διδαχτεί τη φετινή – εκτός και αν επίκεινται νέοι δυσάρεστοι αιφνιδιασμοί. 

Γιατί τίποτα πλέον δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, πέρα από την ηχηρή σιωπή του εκπαιδευτικού (και όχι μόνο) κόσμου

[ΠΗΓΗ: Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης, Η διδασκαλία και εξέταση των φιλολογικών μαθημάτων – αναρτήθηκε στο Εκπαιδευτικό Ενημερωτικό Δίκτυο ΑΛΦΑΒΗΤΑ]