Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Δυο μέρες, μια νύχτα: μια συγκλονιστική ταινία για τα παρελκόμενα της οικονομικής κρίσης.

 «Έλα στη θέση μου»:  η φράση επαναλαμβάνεται συνεχώς από την απελπισμένη ηρωίδα της ταινίας ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ, ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ. Ζητάει μέσα στα σπίτια των άλλων το δυσκολότερο πράγμα του κόσμου. Η ενσυναίσθηση, αυτό το είδος της βαθιάς επικοινωνίας με τον άλλον, είναι το διδακτορικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ακόμα και αν έχεις φάει ένα κάρο χαστούκια δεν είναι σίγουρο ότι θα νιώσεις τον πόνο του διπλανού σου. Μάλλον είναι ένα μίγμα βιωμάτων, γνώσης του κόσμου, ευφυΐας και προσωπικής αναζήτησης που σε οδηγεί εκεί. Και πηγαίνουν ελάχιστοι. Υπόβαθρο όλων αυτών είναι οι μεθοδεύσεις της εξουσίας των αφεντικών, που βάζουν τους εργάτες-υπαλλήλους να «σφάζονται» μεταξύ τους, νίπτοντας τας χείρας. Η πράξη δείχνει πως δεν είναι οι μισθοί και οι συντάξεις που καθηλώνουν την ανάπτυξη και οδηγούν στην κρίση. Συνήθως είναι η απληστία και η διαβόητη «αέναη κερδοφορία», ένας μύθος που γεννήθηκε και συντερείται από την παγκοσμιοποίηση των αγορών, οι οποίες στηρίζονται σε καταναλωτικές κοινωνίες. Τo ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ, είναι μία ταινία – σπουδή στην σύγχρονη Ευρωπαϊκή κοινωνία και τους ανθρώπους της. Διέξοδός είναι η απεμπόληση του καταναλωτικού προτύπου και η επιστροφή στο φυσικό άνθρωπο. Φτωχός δεν είναι αυτός που έχει λίγα αλλά αυτός που επιζητά όλο και περισσότερα, που επιθυμεί κι άλλα κι άλλα, δίχως τέλος.


Το story της ταινίας:
Παρασκευή μεσημέρι κι ένα τηλεφώνημα σηκώνει την ξαπλωμένη στον καναπέ Σάντρα, γνωστο­ποιώντας της πως η εργοδοσία του εργοστασίου όπου δουλεύει αποφάσισε να κάνει περικοπές κι έχει θέσει τους 16 συναδέλφους της μπροστά στο εξής δίλημμα: για να μην απολυθεί η Σάντρα, η οποία κάνει χρήση της αναρρωτικής της άδειας λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, θα πρέπει να αποποιηθούν όλοι το ετήσιο μπόνους τους. Όπως την πληροφορεί η φίλη της Ζιλιέτ, σε μια πρώτη ψηφοφορία 14 από τους 16 επέλεξαν να κρατήσουν τα 1.000 ευρώ που αντιστοιχούν στον καθέναν. Υπάρχει όμως η δυνατότητα για μια δεύτερη, τελική και μυστική ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η οποία μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα. 

Αρχικά απρόθυμη και φοβισμένη, η Σαντρά πείθεται τελικά να επισκεφθεί τους συναδέλφους τους μέσα στο σαββατοκύριακο και να τους κάνει να αλλάξουν γνώμη. Σε ένα δεκάλεπτο οι Νταρντέν μας έχουν συστήσει τη βασική ηρωίδα τους, μια καταθλιπτική εργαζόμενη­ μητέρα, και μας έχουν ρίξει κατευθείαν στα βαθιά, σε έναν απελπισμένο αγώνα ενάντια στο χρόνο­. Το βασικό σεναριακό δίλημμα μοιά­ζει σχεδόν απλοϊκό, αλλά το βελγικό σκηνοθετικό δίδυμο το μετατρέπει δεξιοτεχνικά σε δραματικό σημείο εκκίνησης ενός αγωνιώδους θρίλερ, το οποίο δεν ενδίδει ούτε στιγμή στους πειρασμούς του μελοδράματος και του καταγγελτικού διδακτισμού. Αφενός διότι προσεγγίζει το θεμελιακό οικονομικό/ψυχολογικό πρόβλημα με πολιτικό, καθαρά διαλεκτικό τρόπο, τοποθετώντας το στο επίπεδο των κοινωνικών δομών και των ταξικών αντιθέσεων, και αφετέρου διότι δεν αντιμετωπίζει τους εργάτες ως κοινωνιολογικά δείγματα ή δραματουργικά σχήματα, αλλά ως αληθινούς κινηματογραφικούς ήρωες με υπαρκτές ανάγκες, εσωτερικές αντιφάσεις και απρόβλεπτες, διαφορετικές συμπεριφορές.
Η πολιτική ματιά των Νταρντέν στον κόσμο της Σάντρα είναι σαφέστατη και ταυτόχρονα διακριτική. Κάθε νέα συνάντηση της ηρωίδας με έναν συνάδελφο δίνει και μια καινούργια προοπτική στο πρόβλημα, το οποίο από τη μία είναι ξεκάθαρο πως έχει μετατεθεί­ από τους «επάνω» στους «κάτω­» και από την άλλη διογκώνεται και γίνεται αδιέξοδο, διότι οι τελευταίοι, διασπασμένοι και φοβισμένοι, αδυνατούν να το διαχειριστούν συλλογικά. Εξίσου καθαρή και αποκαλυπτική είναι και η κινηματογραφική ματιά των δύο δημιουργών, που περιγράφουν τον αγώνα επιβίωσης της Σάντρα (την οποία πρωτοσυναντάμε κοιμισμένη) ως μια διαδρομή αφύπνισης και σταδιακής ανάκτησης της αξιο­πρέπειάς της. Γι’ αυτό και παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής η αφήγηση ολοένα σφίγγει κι επιταχύνεται, το σασπένς κορυφώνεται και η συγκίνηση αποκτά κατακλυσμιαίες διαστάσεις όταν στο τέλος, και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, η Σάντρα (μια αφοπλιστικά λιτή Μαριόν Κοτιγιάρ ) καταλαβαίνει πως όσο ισχύει το «ο καθένας για τον εαυτό του» θα ισχύει και το «και ο θεός εναντίον όλων». 
Δομημένο σαν ένα θρίλερ, με τις ώρες να μετράνε αντίστροφα για την ηρωίδα και τον θεατή, οι Νταρντέν ακολουθούν τη Σάντρα καθώς αυτή θα πρέπει να συναντήσει έναν - έναν τους συναδέλφους της και να τους πείσει να μην ψηφίσουν υπέρ της απόλυσής της, πριν ξημερώσει η Δευτέρα.
Περισσότερο και από τον κοινωνικό χάρτη μιας χώρας (και μιας Ευρώπης;) όπου άνθρωποι της εργατικής τάξης προσπαθούν να αντέξουν σε ένα χωρίς ηθική πλέον εργασιακό περιβάλλον, το «Δύο Μέρες, Μια Νύχτα» ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς αντιδρά ένας «συνάδελφος» απέναντι στην έκκληση μιας «συναδέλφου» που του ζητάει να αρνηθεί τα έξτρα χρήματα που του προσφέρονται ως μπόνους.
Με αφορμή αυτό το τόσο απλό αλλά ταυτόχρονα επώδυνο για όλους τους εμπλεκόμενους δίλημμα, κάθε συνάντηση της Σάντρα είναι και μια μικρή αποκάλυψη. Άλλοτε αμήχανη, άλλοτε συγκινητική, άλλοτε αστεία, άλλοτε σκληρή καθώς οι έννοιες της αλληλεγγύης, του οίκτου και της επιβίωσης δοκιμάζονται ξανά και ξανά σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή που θυμίζει ένα συναισθηματικό rollercoaster που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα.
Σχεδόν όπως η ίδια η κεντρική ηρωίδα του που, έχοντας μόλις ξεπεράσει ένα βαρύ ιστορικό κατάθλιψης, προσπαθεί να πιστέψει στον εαυτό της και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, την ίδια της την ύπαρξη, βρίσκοντας την ανάσα της κάθε φορά που τη χάνει μπροστά σε έναν κόσμο... χωρίς καρδιά.

Στοχασμοί για τα βασικά θέματα που θέτει η ταινία των αδερφών Νταρντέν «Δυο μέρες, Μια νύχτα»

Το χρήμα σπάει και τους πιο δυνατούς δεσμούς
Τίποτα σαν την σκηνή με τον γιο που πλακώνει στο ξύλο τον πατέρα για μια χούφτα ευρώ. Το χρήμα υπονομεύει και τις πιο δυνατές σχέσεις. Οι αδερφοί Νταρντέν, όπως και στη Ροζέτα, αποτυπώνουν την πραγματικότητα ωμά χωρίς γλυκανάλατους συναισθηματισμούς.  
Μην περιμένεις ότι αυτός που έχει δύο θα καταλάβει εσένα που δεν έχεις κανένα.
Παρατηρήστε την σκληρότητα με την οποία φέρονται αυτοί που και το μπόνους θέλουν να κρατήσουν, και την δεύτερη μαύρη εργασία και δεν δίνουν δεκάρα για το αν θα χάσει την δουλειά της. Οι χοντρόπετσοι είναι αυτοί που έχουν τα περισσότερα.  
Τον πιο ευαίσθητο τον συναντάς σε μέρη που δεν περιμένεις
Η αγαπημένη μου σκηνή είναι εκείνη στο γήπεδο, όπου ο ήρωας σταματά την προπόνηση και ξεσπάει σε κλάματα, όταν καταλαβαίνει το πώς έχει φερθεί. Καμία αντίδραση μέσα στις οικογενειακές εστίες δεν συγκρίνεται με αυτή.
Γινόμαστε καλύτεροι όταν γνωρίσουμε το καλό πρόσωπο των άλλων;

Αισιόδοξο το φινάλε όμως μην το πάρουμε και ως δεδομένο. Η αχαριστία παραμονεύει στην γωνία ακόμα και προς αυτούς από τους οποίους έχει ευεργετηθεί. Ίσως περισσότερο σε αυτούς.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Tι συμβαίνει με τα ταξίδια του μυαλού

Οι βλαβερές συνέπειες του εθισμού στα ναρκωτικά με κινούμενα σχέδια 

Το Κίουι, εκτός από χυμό που μπορεί να το ξέρετε από τα κοκτέιλ που πίνετε, είναι και πουλί. Δεν μπορεί να πετάξει και ζει αποκλειστικά στη Νέα Ζηλανδία. Απειλείται με εξαφάνιση. Αυτά για το Κίουι. Δείτε τώρα το βίντεο που ετοίμασε ο Andreas Hykade για τον εθισμό στα ναρκωτικά, με κινούμενα σχέδια.

Ένα Κίουι αρχικά δεν δίνει σημασία σε αυτά που βρίσκει μπροστά του. Στη συνέχεια δοκιμάζει και εθίζεται μέχρι που όλη αυτή η διαδικασία του γίνεται συνήθεια. Συνήθεια γίνεται και η απότομη πτώση, αλλά και η μικρότερη σε διάρκεια... διαδρομή στα ταξίδια.

Δείτε το. Πανέξυπνο κι απολαυστικό. Για να καταλάβουμε μέσα από τα κινούμενα σχέδια το τι ακριβώς συμβαίνει με τα faux ταξίδια του μυαλού:

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Πόσο ελεύθεροι μπορούμε να είμαστε σήμερα;

Ο κίνδυνος της σύγχρονης πολιτικής είναι ότι προκαλεί απολιτικοποίηση… Οι άνθρωποι που χάνουν το ενδιαφέρον τους για την πολιτική δεν παραιτούνται οριστικά από αυτή. Αντιθέτως, εξοργίζονται, τρέφουν φαντασιώσεις εκδίκησης και γίνονται λεία δημαγωγών και προβοκατόρων που πουλάνε ιστορίες πολιτικών μετασχηματισμών, επαναστάσεων, αναγεννήσεων.



H πολιτική συμπεριφορά, η «ελευθερία» και οι «ελευθερίες» –τόσο των εκλεγμένων πολιτικών, όσο και των πολιτών– όπως διαμορφώθηκαν από την κοινωνική σταθερότητα στις προηγμένες χώρες είναι ένα φαινόμενο που ανέλυσε ο Benjamin Constant ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Σήμερα, οι πολιτικοί έχουν υπευθυνότητες όχι μόνον ως προς τους πολίτες τους αλλά επίσης ως προς το Σύνταγμα, τη διεθνή νομοθεσία και την παγκόσμια κοινή γνώμη. Όλα αυτά τους επιβάλλουν περιορισμούς που, ωστόσο, πολύ συχνά αγνοούν βάζοντας σε κίνδυνο τον εαυτό τους και τους πολίτες. Δεν πρόκειται για ζήτημα συνείδησης: οι πολιτικοί δεν δίνουν λόγο μόνο σε αντιστοιχία με το τι είναι Καλό ή Κακό – το να νιώθει κάποιος άσχημα, λόγου χάρη, για την κατάχρηση κρατικής βίας ή για τον βομβαρδισμό αμάχων δεν αλλάζει τίποτα. Σε ό,τι αφορά τους πολίτες, τα ζητήματα της πολιτικής ηθικής –συμμετοχή, δικαιώματα, υποχρεώσεις– είναι ακόμα πιο περίπλοκα. 

Η σταθερή πολιτική εγείρει μια ηθική πρόκληση για τους πολίτες και τους πολιτικούς. Εμείς οι πολίτες μπορούμε να αδιαφορήσουμε για τις καταχρήσεις εξουσίας εφόσον κάποιος έχει αναλάβει την άσκηση της εξουσίας και, κατά κάποιον τρόπο, κατέχει το μονοπώλιο της νόμιμης, κρατικής βίας. Μπορούμε να επικεντρωθούμε στη ζωή μας και στις υλικές μας ανέσεις αποστρέφοντας το βλέμμα από τα δυσάρεστα πράγματα – αλλά, θα συμφωνήσουμε όλοι ότι όταν αυτό το βλέμμα γίνεται εντελώς απλανές, οι πολιτικοί εκμεταλλεύονται την ελευθερία που τους παραχωρούμε για να κάνουν ό,τι τους βολεύει.

Ο κίνδυνος της σύγχρονης πολιτικής είναι ότι προκαλεί απολιτικοποίηση. Οι πολίτες που προστατεύονται από τις πιο αποσταθεροποιητικές απειλές βίας χάνουν το ενδιαφέρον τους για την πολιτική: η πολιτική γίνεται ένας μακρινός θόρυβος για τη ζωή τους. Η βία όμως δεν λείπει ποτέ εντελώς. Αντιθέτως, οι κρατικοί φορείς  επωφελούνται από την απροσεξία μας και καταχρώνται την εξουσία τους. Το κάνουν επειδή μπορούν: δεν χρειάζεται να είναι κανείς «μακιαβελικός» ή η λαίδη Μακμπέθ για να επιδείξει αήθη δίψα για εξουσία και χρήμα: οποιοσδήποτε μπορεί να το κάνει αν του δοθεί η ευκαιρία. Έτσι, η ακούσια συνέπεια του ελέγχου της βίας είναι ότι επιτρέπει στη βία για να ξεφύγει από τον έλεγχό μας: αυτό το παράδοξο χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής ζωής περιγράφει, μεταξύ άλλων, ο Μπενζαμέν Κονστάν.

Ο Κονστάν έζησε στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης και της Τρομοκρατίας (αν και, όπως ο Hobbes στη διάρκεια του αγγλικού εμφυλίου πολέμου, απέφυγε τις κακοτοπιές: προτίμησε να πάει στη Γερμανία) και έγινε μάρτυρας της ανόδου και της πτώσης του Ναπολέοντα καθώς και της παλινόρθωσης της γαλλικής μοναρχίας. Είδε δηλαδή τα δυσάρεστα επακόλουθα της πρώιμης σύγχρονης πολιτικής: τη δυνατότητά της να σπέρνει τον όλεθρο όταν τα πράγματα πήγαιναν στραβά. Πίστευε, κι αυτό τον έκανε μάλλον ασυνήθιστο για την εποχή του, πως οι χαρές της νεωτερικότητας ενείχαν κινδύνους. Οι άνθρωποι που επικεντρώνονται στην ιδιωτική τους ευημερία γίνονται ευάλωτοι σε σπασμωδικές εκρήξεις ανεξέλεγκτης βίας: αν ο καθένας από μας είναι απασχολημένος να ικανοποιεί τις δικές του συναισθηματικές ανάγκες, κανείς δεν παρακολουθεί όσα κάνουν οι πολιτικοί.

Το 1819, ο Κονστάντ έδωσε μια περίφημη διάλεξη όπου συνέκρινε την αρχαία με τη σύγχρονη πολιτική ελευθερία. Στον αρχαίο κόσμο οι πολίτες καλούνταν να συμμετάσχουν στην πολιτική ζωή κι αυτή η συμμετοχή ήταν κεντρικό σημείο της ύπαρξής τους και θεμέλιο της ελευθερίας τους. Δύσκολα μπορούσαν να αγνοήσουν την απειλή της βίας: η βία βρισκόταν παντού – οι κοινωνίες είχαν κτιστεί πάνω στη δουλεία και είχαν οργανωθεί έτσι ώστε να κάνουν αδιάκοπα πολέμους. Η ειρήνη ήταν η σπάνια εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Οι σύγχρονοι πολίτες, αν είναι τυχεροί, μπορούν να ξεχάσουν τη βία και να υποβαθμίσουν τη σημασία της πολιτικής. Ο Κονστάν αναγνώρισε ότι η ιδέα του Hobbes περί αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης βρίσκεται στη ρίζα αυτής της μετάβασης. Αλλά πίστευε ότι ο Hobbes είχε δίκιο μόνο κατά το ήμισυ. Ο Hobbes είχε κατανοήσει την ανάγκη της ανάθεσης της λήψης πολιτικών αποφάσεων, αλλά είχε παραμελήσει τους κινδύνους αυτής της εξουσίας στα χέρια μιας και μοναδικής αρχής. O Κονστάν πίστευε στη συνταγματική διάκριση των εξουσιών. Το κλειδί για σταθερή πολιτική ήταν να παραχωρείται στους διαφορετικούς κλάδους της κυβέρνησης – εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής– το δικαίωμα να εκπροσωπούν το κράτος μέσω των ιδιοτήτων τους. Με τον τρόπο αυτό οι πολιτικοί θα μπορούσαν να ελέγχουν ο ένας τον άλλον. Αυτή ήταν η ιδέα που βρίσκεται στη βάση της νεαρής αμερικανικής δημοκρατίας που είχε μόλις γεννηθεί, στο τέλος του 18ου αιώνα. Ο Κονστάν επιθυμούσε κάτι παρόμοιο για τη Γαλλία: εκείνη την εποχή το αμερικανικό πείραμα προκαλούσε έντονο ενδιαφέρον.

Παρ’ όλ’ αυτά, δεν μπορούσε να είναι αυτή ολόκληρη η απάντηση. Αν οι πολιτικοί επιτηρούσαν ο ένας τον άλλον, ποιος θα επιτηρούσε τους πολιτικούς; Ένα μετριασμένο κράτος κατά Hobbes, οργανωμένο γύρω από ένα καλοσχεδιασμένο Σύνταγμα, ήταν επικίνδυνο διότι επέτρεπε στους ανθρώπους να ξεχνούν τι υπονομεύει την ασφάλειά τους. (Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο Hobbes θα ήταν δύσπιστος, νομίζω, έναντι ενός τέτοιου κράτους). Όταν η ειρήνη γίνεται ο κανόνας και ο πόλεμος η σπάνια εξαίρεση, είναι εύκολο να παρασυρθεί κανείς στην ιδέα ότι η πολιτική δεν έχει βαρύτητα στην καθημερινή ζωή. Ο Κονστάν προέβλεψε δύο κινδύνους – ο πρώτος ήταν ότι οι πολιτικοί θα δημιουργούσαν μυστικά δίκτυα δυνάμεων καταστολής που θα χρησιμοποιούσαν για τους δικούς τους σκοπούς. Το ατομικό τους συμφέρον να ελέγχουν ο ένας τον άλλον θα υποχωρούσε μπροστά στο κοινό τους συμφέρον να κρατούν τον λαό στο σκοτάδι. Έτσι θα εμφανίζονταν ξεχωριστά κράτη μέσα στα κράτη: θύλακες πλούτου και προνομίων  – και το καθένα από αυτά θα ενίσχυε το άλλο. Ο δεύτερος κίνδυνος ήταν ότι το κοινό μπορούσε αίφνης να ξυπνήσει και να αποχαλινωθεί. Οι άνθρωποι που χάνουν το ενδιαφέρον τους για την πολιτική δεν παραιτούνται οριστικά από αυτή. Αντιθέτως, εξοργίζονται, τρέφουν φαντασιώσεις εκδίκησης και γίνονται λεία δημαγωγών και προβοκατόρων που πουλάνε ιστορίες πολιτικών μετασχηματισμών, επαναστάσεων, αναγεννήσεων. Ο Κονστάν πίστευε ότι πριν από τη γαλλική επανάσταση είχε επικρατήσει μια τέτοια φαντασιωτική αφήγηση: το ιδεώδες της αρχαίας πολιτικής όπου οι πολίτες μπορούσαν, δήθεν, να ελέγχουν την τύχη τους. Υπό τον όρο φυσικά να μην είναι δούλοι, γυναίκες ή ρηξικέλευθοι φιλόσοφοι. Οι φαντασιώσεις αναγέννησης μιας αγνής πολιτικής ελευθερίας οδήγησαν στην ανεξέλεγκτη βία της επανάστασης, στο χάος.

Η σύγχρονη πολιτική ήταν μια πράξη εξισορρόπησης. Η προσδοκία υπερβολικής συμμετοχής δεν ήταν τελικά βιώσιμη σε ευρείες, ποικίλες, εμπορικές κοινωνίες όπως η Γαλλία του 19ου αιώνα (πόσο μάλλον σήμερα). Απλούστατα, οι άνθρωποι δεν είχαν τον χρόνο, την ενέργεια και τη διάθεση για να εμπλακούν, πράγμα που σήμαινε ότι αν δεν ήθελαν να συμμετάσχουν έπρεπε να εξαναγκαστούν με την απειλή της βίας. Οι λαιμητόμοι όμως και οι κρεμάλες δεν κάνουν καλούς πολίτες: κάνουν τρομαγμένους και νεκρούς πολίτες. Aπό την άλλη πλευρά, η υπερβολικά μικρή συμμετοχή ανοίγει ένα επικίνδυνο χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και τις κυβερνήσεις τους. Η κακή διακυβέρνηση είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της έλλειψης προσοχής του κοινού. Η απάντηση του Κονστάν ήταν η επαγρύπνηση χωρίς ολοκληρωτική απορρόφηση στην πολιτική. Πρότεινε να πληροφορούνται οι πολίτες για την πολιτική, να διαβάζουν φερ’ ειπείν εφημερίδες και να συζητούν τα διάφορα προβλήματα, να γίνονται μέλη σε λέσχες και πολιτικά κόμματα, να απευθύνονται στους εκπροσώπους τους ελέγχοντας την πολιτεία τους. Κι όλα αυτά χωρίς να καταναλώνουν πολύ χρόνο, χωρίς να κλέβουν από τον χρόνο των προσωπικών απολαύσεων: ίσως δηλαδή μια «μερική» πολιτική ζωή να λύνει το πρόβλημα. H αποφυγή της πολιτικής κάνει τους πάντες ευάλωτους στο να τους καταπιεί η πολιτική και μάλιστα απροειδοποίητα. Υπάρχει και τρίτο ενδεχόμενο: η κουλτούρα των επαγγελματικών στελεχών που διαχέεται σε ευρύτερο αριθμό κομματικών μελών στα δογματικά κόμματα, όπως τα φασιστικά και τα κομμουνιστικά. Αυτά τα κόμματα είναι, εκ φύσεως, κατασταλτικοί μηχανισμοί οι οποίοι κατατρώγουν την ιδιωτική ζωή των στελεχών τους με αποτέλεσμα νευρωτικά και ιδρυματοποιημένα άτομα, αποκομμένα από τις ανθρώπινες απολαύσεις. 

Μια ισορροπημένη, «μερική» πολιτική ζωή δεν είναι εύκολη υπόθεση. Υπάρχουν πολλοί περισπασμοί: οι εφημερίδες δεν αναφέρουν απλώς τι κάνουν οι πολιτικοί· σχολιάζουν τον αθλητισμό, την τέχνη, το χρήμα, τα ταξίδια, τις διασημότητες, το σεξ. Το Διαδίκτυο χειροτερεύει τα πράγματα: ακόμα κι αν δεν θέλεις να μάθεις τίποτα για την πολιτική, σίγουρα πέφτεις πάνω σε πληροφορίες και ίσως δεν μπορείς να σταματήσεις. Υπάρχει υπερβολικός αριθμός πληροφοριών –πολλές από τις οποίες είναι άχρηστες– και πολύ λίγος χρόνος. Ο Κονστάν είχε συλλάβει το πρόβλημα. Τα πολιτικά κόμματα πεθαίνουν, οι εφημερίδες εξαφανίζονται και η προσοχή μας στην πολιτική είναι σπασμωδική και τυχάρπαστη. Επιτρέπουμε στις κυβερνήσεις να απομακρυνθούν από μας κι όταν ανακαλύπτουμε ανεξέλεγκτους θύλακες πλούτου, εξουσίας και προνομίων γινόμαστε έξαλλοι. Βγαίνουμε στον δρόμο και καίμε ό,τι μπορεί να καεί.

Η φαντασίωση της αρχαίας πολιτικής δεν είναι πια τόσο ελκυστική. Την έχουν αντικαταστήσει καινούργιες φαντασιώσεις, όπως ήταν ο χιππισμός στη δεκαετία του 1960, οι αναρχικές της Occupy Wall Street ή οι φαντασιώσεις του κινήματος Tea Party[2] περί αυθεντικής, «καταγωγικής» (originalist) ερμηνείας του αμερικανικού Συντάγματος. Η προοπτική μιας επανάστασης οποιουδήποτε τύπου είναι πολύ μακρινή αλλά, κατά καιρούς, σημειώνονται εκρήξεις βίας με την αυταπάτη των μειοψηφιών ότι εκπροσωπούν μεγάλες πλειοψηφίες, τον «λαό». Οι ταραχές του καλοκαιριού 2011 στη Βρετανία δεν ήταν ένδειξη μιας διαλυμένης κοινωνίας όπως έσπευσαν να δηλώσουν οι καταστροφολόγοι. Ήταν ένδειξη μιας απρόσεκτης κοινωνίας: δίπλα στους θύλακες προνομίων υπήρχαν θύλακες στέρησης και μεταξύ των δύο υπήρχαν πλήθη ανθρώπων που δεν είχαν δώσει προσοχή ούτε στους μεν ούτε στους δε. Ο τυχαίος χαρακτήρας της βίας, η έλλειψη συγκεκριμένων αιτημάτων και η ταχύτητα με την οποία πήρε διαστάσεις (και στη συνέχεια έσβησε) είναι ενδεικτικός μιας κοινωνίας όπου οι περισσότεροι άνθρωποι αποτυγχάνουν να ζήσουν ακόμα και μια «μερική» πολιτική ζωή. Η πολιτική δεν σημαίνει σχεδόν τίποτα για μεγάλα χρονικά διαστήματα (δεν βλέπουμε, δεν ακούμε) και ύστερα, σε μια στιγμή, σημαίνει ξαφνικά πάρα πολλά. Μακρές περίοδοι αδιαφορίας που διακόπτονται από σύντομα ξεσπάσματα οργής δεν είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος να συμμετέχουμε στην πολιτική: για να ζούμε ως σύγχρονοι πολίτες στο εσωτερικό σύγχρονων κρατών είναι απαραίτητο να λαμβάνουμε υπόψη το δίλημμα των βρόμικων χεριών – όταν οι πολιτικοί λερώνουν τα χέρια τους σημαίνει ότι, κατά κάποιον τρόπο, τους το επιτρέψαμε.


[ΠΗΓΗ:  ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, ιστορικός και συγγραφέας, άρθρο με αφορμή το έργο Περί ελευθερίας και ελευθεριών του Γάλλου φιλοσόφου Benjamin Constant που αναρτήθηκε στο BOOKPRESS: http://www.bookpress.gr/

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Μα ποιος πόλεμος που έγινε ποτέ ήταν άδικος, εκτός βέβαια από αυτόν που κάνει ο εχθρός

Η διαμάχη δεν είναι καινούργια. Σε όλη την Ιστορία, οι εξουσίες πρόσθεταν ηθικές αρχές και αξίες στις δολοφονικές τους εκστρατείες. Από τις αθηναϊκές αγριότητες στη Μήλο και τη Μυτιλήνη μέχρι τις σταυροφορίες, το Κόσοβο και το Ιράκ, βασιλιάδες και στρατηγοί παρουσιάζουν τους πολέμους ηθικά δικαιολογημένους. Όπως έγραφε ο ποιητής Γουίνταμ Λιούις: «Μα ποιος πόλεμος που έγινε ποτέ ήταν άδικος, εκτός βέβαια από αυτόν που κάνει ο εχθρός;».


[λεζάντα]:  Μια θάλασσα από 888.236 κεραμικές παπαρούνες, όσοι και οι Βρετανοί πεσόντες, φτιάχτηκε στην τάφρο του Πύργου του Λονδίνου

Την περασμένη βδομάδα η Ευρώπη γιόρτασε τα εκατό χρόνια από την αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια θάλασσα από 888.236 κεραμικές παπαρούνες, όσοι και οι Βρετανοί πεσόντες, φτιάχτηκε στην τάφρο του Πύργου του Λονδίνου. Η εφημερίδα «Guardian» κατηγόρησε το μνημείο γιατί δεν θυμίζει τη «φρίκη του πολέμου» και προωθεί την «εσωστρέφεια που επιτρέπει στο (ακροδεξιό) κόμμα της Ανεξαρτησίας να ευδοκιμεί». Για τον πρωθυπουργό Κάμερον, αντίθετα, το μνημείο είναι «εντυπωσιακό» και αρμόζει στον «ευγενή αυτό πόλεμο» όπου τόσοι σκοτώθηκαν για «τις ελευθερίες μας».
Ήταν ακόμη ένα επεισόδιο στον μόνιμο πόλεμο ιστορικών και πολιτικών που επιστρέφει κάθε φορά που ένας λαός εξετάζει τα υπαρξιακά του θεμέλια. Για την κυβέρνηση, οι ιστορικοί που επικρίνουν την ανάμειξη της Βρετανίας είναι «αριστεροί» και υποτιμούν τον πατριωτισμό και την ανδρεία.
Ο ιστορικός Ρίτσαρντ Εβανς απάντησε ότι είναι αστείο να λέμε ότι υπερασπιστήκαμε τις Δυτικές αξίες. «Ο σύμμαχός μας, τσάρος Νικόλαος Β’, ήταν πολύ πιο απολυταρχικός από τον Κάιζερ και η Γερμανία πιο δημοκρατική από τη Βρετανία». Οι Βρετανοί στρατιώτες ήταν «λιοντάρια που τα διοικούσαν γάιδαροι». Όπως έλεγε η κωμική σειρά «Μαύρη Οχιά», χιλιάδες σκοτώθηκαν για να μετακινήσουν το ντουλαπάκι των ποτών του στρατάρχη Χέιγκ «δέκα πόντους πιο κοντά στο Βερολίνο».

Μια σύντομη ιστορία
Η διαμάχη δεν είναι καινούργια. Σε όλη την Ιστορία, οι εξουσίες πρόσθεταν ηθικές αρχές και αξίες στις δολοφονικές τους εκστρατείες. Από τις αθηναϊκές αγριότητες στη Μήλο και τη Μυτιλήνη μέχρι τις σταυροφορίες, το Κόσοβο και το Ιράκ, βασιλιάδες και στρατηγοί παρουσιάζουν τους πολέμους ηθικά δικαιολογημένους. Οπως έγραφε ο ποιητής Γουίνταμ Λιούις: «Μα ποιος πόλεμος που έγινε ποτέ ήταν άδικος, εκτός βέβαια από αυτόν που κάνει ο εχθρός;».
Η θεωρία του «δίκαιου πολέμου» δημιουργήθηκε από την Καθολική Εκκλησία στην προσπάθειά της να υπηρετήσει τον Καίσαρα, χωρίς να εγκαταλείψει εντελώς τις υποχρεώσεις της στον Θεό. Ο δίκαιος πόλεμος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της παραβιασμένης ηθικής τάξης. Πρέπει να είναι το ύστατο μέσο, να κηρύσσεται από νόμιμη εξουσία και να έχει δίκαιο σκοπό. Είναι δίκαιος ένας πόλεμος αμυντικός ή προς αποκατάσταση αδικίας ή εχθρικής κατάκτησης.
Η μεσαιωνική πολιτική θεολογία ασχολήθηκε με τη δικαιοσύνη του πολέμου (jus ad bello) χωρίς να νοιάζεται για τα μέσα. Το ιερό καθήκον τιμωρίας των άπιστων και των αμαρτωλών δικαιολόγησε την άμετρη βία των σταυροφοριών, τις γενοκτονίες των Ινδιάνων και των ιθαγενών και, αργότερα, τις αγριότητες των θρησκευτικών πολέμων, στους οποίους και οι δύο πλευρές μάχονταν στο όνομα της «αληθινής» πίστης.
Η κατάρρευση της φεουδαρχίας και η εμφάνιση του Ευρωπαϊκού Δημόσιου Δικαίου, τον 17ο αιώνα, έκαναν τον πόλεμο αντικείμενο νομικής ρύθμισης. Οι θεολόγοι όριζαν το δίκαιο του σκοπού από τη σκοπιά του παντεπόπτη Θεού. Οι νομικοί φαντάζονται τον εαυτό τους συχνά σαν ένα ιερατείο, αλλά οι περισσότεροι δεν ισχυρίζονται ότι διαθέτουν θεϊκή παντογνωσία – υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, όπως είδαμε πρόσφατα στην Ελλάδα.
Το δίκαιο του πολέμου εγκατέλειψε τους δίκαιους σκοπούς. Μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, ο πόλεμος ανάμεσα σε δύο Ευρωπαίους βασιλιάδες ήταν αυτόματα δίκαιος επειδή οι αντιμαχόμενοι ήταν τυπικά ισότιμοι ηγεμόνες.
Οι νομικοί επιδόθηκαν στη δημιουργία ενός δικαίου του πολέμου (jus in bello), δηλαδή νομικών κανόνων που ρυθμίζουν τη διεξαγωγή του -τα όπλα, τους στόχους, την αντιμετώπιση των αμάχων και των ομήρων-, χωρίς να επιβαρύνουν υπερβολικά τους εμπόλεμους. Η ρύθμιση του πολέμου μεταξύ των χριστιανών ηγεμόνων στηρίχτηκε σε δύο εξαιρέσεις. Στον πόλεμο εναντίον των «αγρίων» έξω από την Ευρώπη το jus in bello δεν ίσχυε. Ετσι ο Νέος Κόσμος έγινε πεδίο άσκησης της ευρωπαϊκής βαρβαρότητας.
Ταυτόχρονα, εμφανίστηκε η έννοια του «εσωτερικού εχθρού», πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που αμφισβητούν την κοινωνικο-πολιτική τάξη. Αυτοί δεν διαθέτουν κρατική υπόσταση και δεν μπορούν να επικαλεστούν το διεθνές δίκαιο. Αντιμετωπίζονται ως ληστές, συμμορίτες, υπάνθρωποι. Η αντιμετώπιση του εσωτερικού «εχθρού» είναι πιο βάναυση από εκείνην του εξωτερικού. Στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, βέβαια, όλοι οι εχθροί είναι εσωτερικοί.
Οι νεωτερικοί πόλεμοι οδήγησαν στην αναγνώριση της κυριαρχίας και αποτελούν την ανώτατη έκφρασή της. Ο πόλεμος είναι πατέρας κρατών και νόμων· η στιγμή που ο κυρίαρχος δείχνει τη μεγαλοπρέπεια και παντοδυναμία του. Η βία είναι θαμμένη στα θεμέλια του δίκαιου σαν ένα φάντασμα που περιοδικά απαιτεί το αίμα του.

Η «ευθύνη προστασίας»
Η δίκη της Νυρεμβέργης εισήγαγε την αρχή ότι ο επιθετικός πόλεμος αποτελεί έγκλημα. Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών επιτρέπει τον αμυντικό πόλεμο και εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο Ασφαλείας να επιβάλλει στρατιωτικές κυρώσεις για τη διατήρηση της ειρήνης. Τα επιχειρήματα περί δίκαιου πολέμου πέρασαν από τους ιερείς στους νομικούς. Ο ΟΗΕ ενσωμάτωσε ένα νέο είδος ηθικής στο δίκαιο: τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ηταν όμως γάμος με το ζόρι. Η μεταπολεμική τάξη διακήρυττε την πίστη της στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά σχιζοφρενικά ενίσχυσε και το απαραβίαστο της κυριαρχίας με την αρχή τής μη επέμβασης στα εσωτερικά των κρατών.
Η προσπάθεια δημιουργίας νομικού ορισμού του δίκαιου πολέμου απέτυχε. Μετά την πτώση του κομμουνισμού όμως, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο ανθρωπισμός έγιναν κυρίαρχη ιδεολογία ηθικο-θρησκευτικής μορφής. Έτσι εμφανίστηκε η καινοτόμος ιδέα του «ανθρωπιστικού πολέμου».
Η Βοσνία και το Κόσοβο ήταν τα πρώτα παραδείγματα του στρατιωτικού ανθρωπισμού. Μετά το Κόσοβο, οι περισσότεροι νομικοί συμφώνησαν ότι ο πόλεμος ήταν «παράνομος αλλά ηθικά αναγκαίος» και πρέπει να νομιμοποιηθεί. Ο ΟΗΕ υιοθέτησε το 2005 την αρχή της «ευθύνης προστασίας» πληθυσμών από τα εγκλήματα των κυβερνήσεών τους.
Η «ανθρωπιστική» επέμβαση στη Λιβύη ήταν η πρώτη χρήση του νέου θεσμού. Παρά τις αντίθετες εντολές του Συμβουλίου Ασφαλείας όμως, η επέμβαση αντί να σώσει τους αμάχους βοήθησε την ανατροπή του καθεστώτος και το σημερινό χάος. Μετά απ’ αυτό, το Συμβούλιο Ασφαλείας απέρριψε πανηγυρικά το αίτημα των Δυτικών για «ανθρωπιστική» επέμβαση στη Συρία. Η μεταμοντέρνα εκδοχή του δίκαιου πολέμου έληξε πριν καλά καλά αρχίσει.
Ήταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος «δίκαιος»; Οι διαφωνίες του 1914 παραμένουν το 2014. Σίγουρα, όμως, ήταν βάρβαρος, δολοφονικός, αποτρόπαιος. Η έννοια του «ανθρωπιστικού πόλεμου» είναι βαθιά αντιφατική. Οι βομβαρδισμοί, οι καταστροφές, οι σκοτωμοί δεν είναι «ανθρωπιστικοί». Το δίκαιο δεν έχει απαντήσεις στα δύσκολα ηθικά και πολιτικά διλήμματα. Σε συνθήκες κοινωνικής σύγκρουσης, η συμφωνία για το δίκαιο ενός πολέμου είναι αδύνατη. Θεός και Σατανάς, το καλύτερο και το χειρότερο βρίσκονται και τα δύο μέσα μας.


[ΠΗΓΗ: Κώστας Δουζίνας, Καθηγητής της Νομικής, αντιπρύτανης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Ερευνών στο Κολέγιο Μπίρκμπεκ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου – το άρθρο με τίτλο ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών την Τρίτη 18-11-2014]

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Το παρελθόν της «επικίνδυνης νεολαίας»

Τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, η μεταπολιτευτική ριζοσπαστικοποίηση, το πανκ και η κουλτούρα των γηπέδων. Εισηγήσεις από το συνέδριο της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας και του Κέντρου Έρευνας Νεότερης Ιστορίας



Η εφετινή επέτειος του Πολυτεχνείου εορτάζεται πάλι με συγκρούσεις φοιτητών και Αστυνομίας και «δρακόντεια μέτρα» ασφαλείας. Ποιον κίνδυνο αντιπροσωπεύουν άραγε οι άοπλοι φοιτητές της Νομικής; Από ποια απειλή χρειάζεται να προστατευθούν το Πανεπιστήμιο και η κοινωνία; Ποιος φόβος κρύβεται πίσω από την παράταξη των αστυνομικών δυνάμεων;

Στην πραγματικότητα, η εικόνα αυτή είναι πλέον κοινότοπη. Σχολεία υπό κατάληψη, διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες φοιτητών, αναρχικοί στα Εξάρχεια, χούλιγκαν στα γήπεδα συγκροτούν τη βασική ειδησεογραφία περί νεολαίας σήμερα. Η εικόνα μιας νεολαίας σε συνεχή εξέγερση, συχνά βίαιης, διακινείται με ρητή ή υπόρρητη υποσημείωση για την επικινδυνότητά της. Αυτή η νεολαία θεωρείται «επικίνδυνη» για την υπόλοιπη κοινωνία και τις αξίες της, όπως αυτές προβάλλονται από την πλειονότητα των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων, αλλά και για τους υπόλοιπους νέους, εκείνους που ακολουθούν την «ορθή πορεία», που δεν αμφισβητούν. Από την άλλη πλευρά, στα lifestyle έντυπα κάποιοι άλλοι νέοι προβάλλουν τον «ακίνδυνο» καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό μιας κοινωνίας σε κρίση. Αλλά αυτοί δεν αποτελούν «είδηση».

Ο φόβος για την ανατρεπτική δράση των νέων αφενός και για τη διαφθορά και το ηθικό τους παραστράτημα αφετέρου δεν αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα η νεότητα είχε συνδεθεί με ριζοσπαστικά συμφραζόμενα, με την αναγέννηση και την επανάσταση. Οι ιδιότητες αυτές ακολουθούν στερεοτυπικά τη νεανική δράση και προκαλούν συντηρητικά ανακλαστικά εκ μέρους των ηλικιακά γηραιότερων γενεών, ακόμη κι όταν δεν πρόκειται για πολιτική δράση αλλά για πολιτισμικές συμπεριφορές, όπως η μουσική, το ντύσιμο και το κούρεμα.  

Η δυναμική εμφάνιση της νεολαίας μεταπολεμικά και κυρίως από τη δεκαετία του '60 ως πρωταγωνιστή των κοινωνικών κινημάτων και της πολιτικής διαμαρτυρίας, σε συνδυασμό με μια νεανική κουλτούρα σεξουαλικής απελευθέρωσης και ηδονισμού, ενίσχυσε την εικόνα της «ατίθασης» και «παραστρατημένης» νεολαίας και οδήγησε στον λεγόμενο «ηθικό πανικό». Στην Ελλάδα σημείο καμπής για τον ορισμό της νεολαίας, που έχουμε κληρονομήσει μέχρι σήμερα, υπήρξε αναμφίβολα το Πολυτεχνείο, που ανέδειξε σε ηγετικό ρόλο μέσα στη νεολαία τους φοιτητές. Λόγω και της μαζικοποίησης της φοιτητικής ιδιότητας από τη δεκαετία του 1980, οι φοιτητές όχι μόνο ταυτίζονται με τη νεολαία αλλά σχεδόν την απορροφούν ως έννοια.

Η ιστορική έρευνα για τους νέους στη μεταπολεμική Ελλάδα έχει αρχίσει να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια με στόχο την κατανόηση της κοινωνικής σύνθεσης, της πολιτικής δράσης και της κουλτούρας της νεολαίας μέσα στο συνολικό πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας. Οπωσδήποτε έχει δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις πολιτικές εκφράσεις του νεανικού ριζοσπαστισμού μέσα από το φοιτητικό κίνημα και τις πολιτικές νεολαίες. Το συνέδριο με τίτλο «Νεανικές κουλτούρες αμφισβήτησης στη μεταπολεμική Ελλάδα» που οργανώθηκε από την Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) και το Κέντρο Ερευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) στο Πάντειο στις 12 Νοεμβρίου ασχολήθηκε με τη νεανική «δυσφορία» που δεν εκφράστηκε μέσα από πολιτική δράση αλλά μέσα από την πανκ ή τη ροκ μουσική, τον χιπισμό, τα ναρκωτικά, τον χουλιγκανισμό και παραβατικές συμπεριφορές. Στο σημερινό αφιέρωμα (στο ΒΗΜΑ) δημοσιεύονται συντομευμένες τέσσερις από τις ανακοινώσεις του συνεδρίου:

1] Γιάννης Κολοβός (δρ. Ιστορίας), Η «άγρια νεολαία» και το κίνημα των πανκ:  

2] Δημήτρης Σλαβενίτης (υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου πελοποννήσου), Καταλήψεις σχολείων: μια νέα μορφή κινητοποίησης:

3] Γιάννης Ζαϊμάκης (αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πολιτισμού και των τοπικών κοινωνιών στο πανεπιστήμιο της Κρήτης), Κουλτούρες των σπορ και οπαδισμός στη νεώτερη Ελλάδα:


[ΠΗΓΗ: Χριστίνα Κουλούρη, καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου – ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014]

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

«Με κυνηγούν οι μέλισσες κι εσύ που δεν με θέλησες»… κι άλλα μελισσοκαμώματα από τον διαχρονικό εραστή μελισσών Χρήστο Σαμαντά

ΜΕΛΙΣΣΟΚΑΜΩΜΑΤΑ
Θα ήταν λάθος να μελετήσουμε μεμονωμένα το βίο και την πολιτεία μιας μέλισσας, διότι μόνη της δεν μπορεί να ζήσει και να ευδοκιμήσει. Η Φύση την «καταδίκασε» να έχει αξία και λόγο ύπαρξης, όταν συνυπάρχει με το αδελφό σμήνος. Άρα το σμήνος είναι το «σώμα» και κάθε μέλισσα είναι αναλογικά ένα κύτταρο το οποίο ανανεώνεται, πολλαπλασιάζεται, ακμάζει, παράγει και παρακμάζει, αποβάλλεται σχετικά γρήγορα, αλλά δε ζημιώνει ποτέ το σμήνος. Κι όταν αναφερόμαστε αόριστα στις μέλισσες δεν παραβλέπουμε τη βασίλισσα – τη μητέρα και ηγουμένη όλων- ούτε τους κηφήνες, τους αρσενικούς επιβήτορες και παρεξηγημένους «τεμπέληδες». Βέβαια, σύμφωνα με τα χρησιμοθηρικά κριτήρια των ανθρώπων το αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει και το λόγο τώρα έχουν οι άοκνες εργάτριες. Παράγουν πολλά και εξόχως εκλεκτά προϊόντα για το κοινωνικό τους σύνολο με τον ίδιο ζήλο, ίδια μέθοδο, ίδια σύσταση εδώ και πολλά εκατομμύρια χρόνια.


Το μέλι, μάλιστα, η τέλεια τροφή, είναι το μοναδικό φυσικό προϊόν που δεν έχει ημερομηνία λήξης!!! Έθρεψε Θεούς, προφήτες, βασιλιάδες, επώνυμους κι ανώνυμους. Παραμένει αμανάτι στα δάχτυλα των ανθρώπων για τη γευστική και παροιμιώδη μικροηδονή. Είναι το μέτρον γλυκύτητας όλων των άλλων προϊόντων. Είναι η έκφραση της αρμονίας πάμπολλων παραμέτρων σε γλυκοσύμπραξη. Είναι η γέφυρα ανίχνευσης πολλών μυστικών της Φύσης. Είναι προϊόν παράξενης συναλλαγής των συμβατικά ανέραστων μελισσών με τα άνθη του κόσμου. Είναι, λοιπόν, άξιον παρατήρησης το πώς αλληλοποθούνται και επιδίδονται σε μια πραγματικά ερωτική πράξη καθώς και η ευγενική βουλιμία που ρουφάνε το νέκταρ (αλήθεια τι όμορφη λέξη!!!) από το στολίδι ενός φυτού! Δεν λεηλατούν τα άνθη, ούτε τα περιφρονούν, απεναντίας τα φροντίζουν ανταποδοτικά. Ναι, βοηθούν αποτελεσματικά στην γονιμοποίησή τους. Ο πολύς Αϊνστάιν με τη σπάνια διορατικότητα και απίθανο φυσικό ένστικτο διατεινόταν ότι χωρίς μέλισσες η ανθρωπότητα δεν έχει ζωή. Από κοντά έρχονται και τα άλλα μελισσοκομικά προϊόντα, η γύρη, η εξειδικευμένη τροφή των ανήλικων μελισσών, ο βασιλικός πολτός, το ελιξίριο μακροβιότητας και διαφορετικότητας της βασίλισσας, η πρόπολη, η αχτύπητη αντιμικροβιακή και αντισηπτική ουσία, το κερί, το τέλειο οικοδομικό υλικό κατασκευής αποθηκευτικών χώρων του μελισσοκαταλύματος. 
Χρ. Σαμαντάς - εραστής μελισσών (και ουχί μόνον)
www.youtube.com/watch?v=MlcTsQky_58

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Ανοιχτή επιστολή αριστούχου μαθητή ΠΡΟΣ… κατεστημένα ώτα «μη ακουόντων» πολιτικών και δημοσιογράφων

Αριστούχος μαθητής Λυκείου σε σχολείο της Δραπετσώνας, γιος βιοπαλαιστών ο 16χρονος Κωνσταντίνος Μανίκας, έγραψε και δημοσίευσε μια ανοιχτή επιστολή κόλαφο για το πολιτικό σύστημα, που μας οδήγησε σ’ αυτό το τέλμα:  Λέγομαι Κωνσταντίνος Μανίκας και είμαι μαθητής της πρώτης Λυκείου στο 10 Λύκειο Δραπετσώνας Αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο, θέλοντας να εκφράσω τον αποτροπιασμό και την αγανάκτησή μου για το θράσος και την υποκρισία και αυτών που μας κυβερνούν καθώς και όλων αυτών των δημοσιογράφων και ΜΜΕ που τους βοηθάνε για να επιβάλλουν τα άνομα και ανήθικα σχέδια τους σε βάρος των μαθητών και της νέας γενιάς. Αφορμή για την ανοιχτή επιστολή ήταν η περυσινή απεργία των καθηγητών, μέσα στην εξεταστική περίοδο, και κυρίως τα κροκοδείλια δάκρυα πολιτικών και δημοσιογράφων για το μέλλον των μαθητών, που «βρέθηκε στον έσχατο κίνδυνο εξαιτίας της συγκεκριμένης απεργίας Άκουσον, άκουσον!!!.


Γράφει ο αριστούχος μαθητής για το μέλλον του και για τους πραγματικούς υπονομευτές του:
Τι λέτε;
Τι μέλλον έχω , -εξαιτίας σας – κι από ποιους πραγματικά κινδυνεύει;
Ας δούμε πρώτα, ποιος διαμόρφωσε το μέλλον και την ζωή όλων, από παλιά.
- Ποιος έφτιαξε το μέλλον του παππού μου και το έντυσε με τα αποφόρια της ΟΥΝΤΡΑ, στέλνοντας τον μετανάστη στη Γερμανία;
- Ποιος κακοδιαχειρίστηκε και κατάκλεψε αυτόν τον τόπο;
- Ποιος ανάγκασε την μητέρα μου να δουλεύει απ το πρωί ως το βράδυ για 530 ευρώ, που αφού πληρώσει λογαριασμούς και φαγητό , δεν περισσεύουν –όχι για να μου πάρει παπούτσια- αλλά ούτε ένα βιβλίο που θέλω απ τον πάγκο του παζαριού;;;;;
- Ποιος μείωσε στο μισό τον μισθό του πατέρα μου;
- Ποιος τον κατασυκοφάντησε, τον απείλησε με επιστράτευση, απόλυση -αυτόν και όλους τους συναδέλφους του στις μεταφορές- όταν κατέβηκαν σε απεργίες μόνο και μόνο γιατί ήθελαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια;
- Ποιος θέλει να κλείσει την σχολή που διάλεξε ο αδερφός μου για να πραγματοποιήσει τα όνειρα του, στο Πανεπιστήμιο;
- Ποιος μου έδωσε φωτοτυπίες αντί για βιβλία;
- Ποιος με άφησε να παγώνω χωρίς θέρμανση στην τάξη μου;
- Ποιος φταίει που μαθητές λιποθυμάνε από την πείνα;
- Ποιος άφησε τόσους άνεργους;
- Ποιος οδήγησε 4000 ανθρώπους στην αυτοκτονία;
- Ποιος άφησε τους παππούδες μας χωρίς περίθαλψη και φάρμακα;

Οι καθηγητές μου ή ΕΣΕΙΣ τα κάνατε όλα αυτά;;;;

Λέτε επίσης ότι οι καθηγητές μου, με την απεργία, θα καταστρέψουν τα όνειρα μου.
Ποιος σας είπε ότι όνειρο μου είναι να είμαι ένας ακόμα άνεργος στο 67% των νέων ανέργων;
Ποιος σας είπε ότι όνειρο μου είναι να δουλεύω ανασφάλιστος και χωρίς ωράρια για 350 ευρώ το μήνα –όπως ψηφίσατε στην τελευταία σας τροπολογία-;
Ποιος σας είπε ότι όνειρο μου είναι να γίνω οικονομικός μετανάστης ;
Ποιος σας είπε ότι όνειρό μου είναι να γίνω delivery boy;

Δυο λόγια θέλω να πω και στους δασκάλους μου , σ όλη τη χώρα.
Δάσκαλοι μου , έχετε υποχρέωση απέναντι σ όλους τους μαθητές ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ .
Αν υποχωρήσετε στον δίκαιο αγώνα σας τότε πραγματικά θα έχετε παίξει με το μέλλον μου και θα το χετε υποθηκεύσει.
Όποια υποχώρηση και να κάνετε, όποια νίκη της κυβέρνησης , θα μου στερήσει το δικαίωμα να χαμογελάω, να ονειρεύομαι, να ελπίζω, να αγωνίζομαι για καλύτερη ζωή για μια ανθρώπινη κοινωνία.
Στους γονείς, τους συμμαθητές μου και σ όλη την κοινωνία έχω να πω τα εξής:

Θέλετε αυτοί που μας διδάσκουν να ζουν μες στην εξαθλίωση;
Θέλετε να μας στοιβάξουν σαν εμπορεύματα στις αίθουσες;
Θέλετε να κλείσουν τα σχολεία και να χτίσουν φυλακές;
Θα αφήσετε τους δασκάλους μας μόνους τους σε αυτόν τον αγώνα ;
Έτσι θα μας μάθετε να φωνάζουμε αλληλεγγύη;
Θέλετε ο δάσκαλος να είναι παράδειγμα σε μας, αυτοσεβασμού , αξιοπρέπειας μαχητικότητας η παράδειγμα υποδούλωσης;
Θέλετε τελικά να ζήσουμε σαν δούλοι;

Από αύριο κιόλας, καταλήψεις σε όλα τα σχολεία από μαθητές και γονείς για να στηρίξουμε τους δασκάλους μας μ’ ένα τραγούδι, ένα σύνθημα : «εμπρός να τσακίσουμε τυράννους φασίστες». Όλοι μαζί για να αγωνιστούμε για δημόσια δωρεάν και ποιοτική παιδεία. Όλοι μαζί για να ανατρέψουμε αυτούς που κλέβουν το γέλιο μας,το γέλιο των παιδιών σας.

ΥΓ. όχι από ματαιοδοξία αλλά για να στερήσω από κάποιους το γελοίο επιχείρημα πως «απλά θέλω να χάσω μαθήματα» , παραθέτω τους βαθμούς μου…
**Το κείμενο αλιεύθηκε από το facebook

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΜΑΝΙΚΑ
Πώς προέκυψε η ιδέα να γράψεις αυτό το κείμενο;
Καταρχάς βλέποντας την πολιτική κατάσταση και την εξαθλίωση στην οποία μας έχουν οδηγήσει, και με αφορμή το γεγονός ότι οι καθηγητές αποφάσισαν να κάνουν απεργία καθώς επίσης και οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι που κατέκριναν τη συγκεκριμένη κίνηση, λέγοντας ότι παίζουν με το μέλλον των μαθητών που δίνουν πανελλήνιες , αποφάσισα να γράψω τη συγκεκριμένη επιστολή.

Σε σχέση με την απεργία των καθηγητών ποια είναι η άποψή σου;
Πιστεύω ότι είναι απαραίτητη η απεργία, ώστε να έχουμε μέλλον. Γιατί αν δεν γίνει η απεργία σήμερα, τότε τι νόημα έχει να δώσουν τα παιδιά εξετάσεις, αφού δεν θα μπορούν αργότερα να βρουν δουλειά;

Θεωρείς ότι δεν έχει νόημα να δώσει κανείς εξετάσεις γιατί το μέλλον του είναι προδιαγεγραμμένο;
Ναι.

Τι απαντάς στους ανθρώπους που σε κατέκριναν λέγοντας ότι χρεώνεις στο σύστημα κάτι που πιθανώς φοβάσαι ή δεν θέλεις να διεκδικήσεις;
Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Αυτό που λέω είναι ότι η πολιτική και το πολιτικό σύστημα, προκάλεσε το πρόβλημα. Θα είναι δύσκολο να βρω κάποια δουλειά. Θα ανήκω στο 67% των άνεργων νέων. Κι αν βρω δουλειά θα είναι με ελάχιστα χρήματα. ‘Η διαφορετικά πρέπει να γίνω οικονομικός μετανάστης. Λέω ουσιαστικά, ότι οι πολιτικοί και το πολιτικό σύστημα μας οδήγησαν εδώ. Γι’ αυτό προτρέπω μαθητές, γονείς και καθηγητές να αγωνιστούμε όλοι μαζί για το μέλλον μας.

Πώς αντιλαμβάνεσαι αυτόν τον αγώνα; Τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει για να αλλάξει η κατάσταση στην Ελλάδα;
Πρέπει να κάνουμε πράξη την αλληλεγγύη. Η κοινωνία πρέπει να είναι υπέρ των καθηγητών και των μαθητών, οι οποίοι αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους. Μέσα από αγώνες θα καταφέρουμε να ανατρέψουμε αυτή την κατάσταση.

Τι θέλεις να σπουδάσεις; Με τι θέλεις να ασχοληθείς;
Θέλω να περάσω στο Πολυτεχνείο. Η σχολή που με ενδιαφέρει είναι των Ηλεκτρολόγων Μηχανικών ή των Χημικών Μηχανικών. .

Στο κείμενο σου γράφεις ότι ο παππούς σου βρέθηκε κάποτε μετανάστης στη Γερμανία. Φοβάσαι μήπως κι εσύ έχεις το ίδιο μέλλον;
Υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Θα προσπαθήσω να μην συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να βρω δουλειά πάνω στο αντικείμενό που θέλω να σπουδάσω.

Η αντίδραση των συμμαθητών και των καθηγητών σου όταν είδαν το κείμενο ποια ήταν;
Οι περισσότεροι το είδαν θετικά και συμφώνησαν στα περισσότερα απ’ όσα έγραφα.

Υποθέτω ότι μετά τη δημοσίευση του κειμένου σου σε πήραν από κανάλια, εφημερίδες… Γιατί επέλεξες να μην μιλήσεις;
Με πήραν από ορισμένα μεγάλα κανάλια. Με πήραν από τον ΑΝΤ1, από το ΣΚΑΪ και από τον ALPHA. Επέλεξα να μην μιλήσω στα συγκεκριμένα κανάλια για τον εξής λόγο: Στην επιστολή μου κατηγορώ τους δημοσιογράφους. Λέω ότι είναι συνυπεύθυνοι για αυτή την κατάσταση. Ουσιαστικά οι δημοσιογράφοι των μεγάλων καναλιών είναι τα “παπαγαλάκια” των πολιτικών. Από τη στιγμή που τους κατηγορώ, γιατί να πάω να μιλήσω;

Φαίνεσαι πολιτικοποιημένος. Η γενιά σου, οι συμμαθητές σου, οι φίλοι σου, είναι το ίδιο πολιτικοποιημένοι;
Υπάρχουν άτομα τα οποία έχουν πολιτική άποψη, υπάρχουν κι εκείνοι που δεν έχουν εικόνα της κατάστασης.

Οι νέοι έχετε ιδέες για να βγάλετε την Ελλάδα από τη δύνη της κρίσης;
Υπάρχουν ιδέες. Κατά τη γνώμη μου για να αντιμετωπιστεί όλη αυτή η κατάσταση πρέπει να γίνει ανατροπή του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος.

Η δική σου η γενιά θα συμβιβαστεί ή θα αντιδράσει; Και πώς θα το κάνει αν το κάνει;
Καταρχάς όποια κινητοποίηση κι αν κάνουν οι καθηγητές, εμείς θα είμαστε μαζί τους και πάντοτε θα αγωνιζόμαστε ώστε να αλλάξουμε το μέλλον αυτής της χώρας.

Ποια είναι η άποψη σου για την πολιτική της κυβέρνησης να επιστρατεύει ομάδες ανθρώπων;
Προσπαθεί να καταστείλει τον αγώνα που κάνουν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να αντιτεθούν στο πολιτικό σύστημα. Και το καταφέρνει.

Φαντάζομαι ότι η επιστολή σου έφθασε στα χέρια των ανθρώπων εκείνων που εσύ κατηγορείς ότι μας οδήγησαν εδώ. Τι νομίζεις ότι μπορεί να σκέφτηκαν;
Αρκετούς δεν τους ενδιαφέρει. Σκέφτονται πως θα βγάλουν περισσότερα χρήματα. Μπορεί να σκέφτηκαν ότι αυτός αποτελεί απειλή.

Θεωρείς ότι το συνδικαλιστικό κίνημα συνέβαλε στη σημερινή κατάσταση;
Είναι προφανές ότι πολλοί συνδικαλιστές είναι πουλημένοι. Είναι με το μέρος των κυβερνήσεων και του πολιτικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα, πολλές φορές όταν οι εργαζόμενοι διεκδικούν αυτά που τους ανήκουν, το συνδικαλιστικό κίνημα προσπαθεί να καταστείλει τον αγώνα, να τον λασπολογήσει.

Στην περίπτωση των καθηγητών έγινε αυτό;
Έγινε. Ενώ η πλειοψηφία των καθηγητών είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε απεργία, ορισμένοι αποφάσισαν να μην γίνει απεργία. Είναι ξεκάθαρο ότι είναι ξεπουλημένοι.

Στο σχολείο σου, σε μια λαϊκή γειτονία, υπάρχουν παιδιά μεταναστών;
Ναι. Κυρίως Αλβανοί, Πολωνοί και Ρώσοι.

Μιλάς στο κείμενό σου για αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη που θέλει να δείχνει η ΧΑ μοιράζοντας τρόφιμα μόνο σε Έλληνες, δίνοντας αίμα μόνο για Έλληνες, είναι πράγματι αλληλεγγύη;

Δεν είναι αυτό αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη απευθύνεται σε όλο τον κόσμο. Δεν έχει καμία σημασία τι εθνικότητας είναι κάποιος, σημασία έχει ότι είναι άνθρωπος.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Κεντρικό θέμα όλων των βιβλίων να μας μαθαίνουν να διαβάζουμε

Δεν υπάρχει ένας συγγραφέας ο οποίος, τη μια στιγμή ή την άλλη, να μη μας μιλάει για την ανάγνωση. Και δικαιολογημένα. Ίσως το κεντρικό θέμα όλων των αληθινών βιβλίων βρίσκεται εδώ. Είναι ο Ρεμπό αυτός που επινόησε το χρώμα των φωνηέντων και αυτό πού αυτός αποκαλεί «λανθάνουσες εμφανίσεις τους». Είναι ο Μαλαρμέ αυτός που όρισε την ανάγνωση όπως κανείς δεν την είχε ορίσει πριν από αυτόν, ως μια πρακτική και μάλιστα μια μαντική ή μαγική πρακτική. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα στη Βαλβέν, με όλα τα παραθυρόφυλλα κλειστά, ανοίγει ένα χειρόγραφο που μόλις το είχε ολοκληρώσει και μπροστά σε έναν έκπληκτο Βαλερί αρχίζει να διαβάζει τη «Ζαριά», με χαμηλή σταθερή φωνή, χωρίς την παραμικρή «επιτήδευση», σχεδόν σαν να διαβαζόταν από μόνο του.
Η ανάγνωση ζήτημα μεταφυσικό, επειδή είναι εξ ολοκλήρου φυσικό; Μα ναι. Εν αρχή ην ο λόγος, η φωνή κραυγάζει στην έρημο, το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι. Αλλά το σκοτάδι, αυτό δεν επιθυμεί το φως.


Είναι ο Κλοντέλ αυτός στον οποίο ανήκει αυτή η λαμπρή διατύπωση: «Ο στόχος της λογοτεχνίας είναι να μας μαθαίνει να διαβάζουμε». Είναι ο Προυστ αυτός που συγκρίνει την εργασία του μυθιστοριογράφου με εκείνη ενός μεταφραστή. Είναι ο Τζόις ή ο Αρτό αυτοί που δίνουν στα γραφτά τους μια φυσική και φωνητική εμβέλεια, την ύπαρξης της οποίας κανείς δεν είχε υποψιαστεί πριν από αυτούς.

Η ανάγνωση θέτει σε κίνηση ολόκληρο το σώμα. Για να πείσουμε κάποιον γι’ αυτό, αρκεί να του ζητήσουμε απλώς να απαγγείλει ένα ποίημα. Έπειτα να τον ρωτήσουμε γιατί απαγγέλλει κάτι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι άμεσο, φοβερό.

Και καθώς το έφερε ο λόγος, είναι ξανά καιρός για να μάθουμε να αποστηθίζουμε ορισμένα κείμενα. Σε τελευταία ανάλυση, δεν υπάρχουν παρά η Βίβλος και το Κοράνι και είναι κεφαλαιώδες να ακούμε να λέγεται αυτό που λέμε.
Η ανάγνωση είναι πρώτα απ’ όλα μια φωνή, έστω και σιωπηλή. Και η γραφή, το ξεχνάμε πολύ συχνά, είναι επίσης μια φωνή. «Ένας συγγραφέας χωρίς αυτί», έλεγε ο Χέμινγουεϊ, «είναι σαν ένα πυγμάχο χωρίς αριστερό χέρι». Ένας αναγνώστης χωρίς φωνή είναι σαν μια δύναμη ταχείας επέμβασης, που παραμένει ακίνητη στα δυο βήματα από μια δολοφονία.

Η εμφάνιση ή η εξαφάνιση σωμάτων ικανών να διαβάζουν είναι απρόβλεπτη. Δεν γίνεται ποτέ όταν, όπου και από όποιους νομίζουμε. Όταν ιδρύθηκε η Nouvelle Revue Francaise στις αρχές του αιώνα, όλα φαίνονταν ναρκωμένα και χαμένα και ωστόσο όλα επρόκειτο να αναγεννηθούν. Όταν ο Μπρετόν και ο Αραγκόν διαβάζουν με ένα ορισμένο τρόπο τον Ρεμπό ή τον Λοτρεαμόν, οι συνέπειες είναι πολύ συγκεκριμένες και δύσκολα μπορούν να εκτιμηθούν.
Αυτοί που μιλούν για το τέλος του βιβλίου και της ανάγνωσης εκφράζουν συχνά έναν κρυφό πόθο μάλλον παρά ένα φόβο. Καθένας νιώθει ότι μέσα σ’ ένα βιβλίο μπορεί να βρει μια προτροπή. «Πάρε και διάβασε»: έτσι είναι που ο άγιος Αυγουστίνος προσχωρεί σε μιαν επανάσταση, για την οποία μιλούν ακόμη.
Κάθε εποχή έχει τη δική της τυραννική τάση που προσπαθεί να υποβαθμίσει τη γλώσσα, να την κατευθύνει, να τη χειραγωγήσει, να την επιτηρήσει. Άλλοτε απαγορεύουν ή ρίχνουν στην πυρά. Άλλοτε πνίγουν μέσα στη μάζα. Μπορούμε ακόμη και να φανταστούμε μια κοινωνία (αλλά είναι η δική μας κοινωνία) που θα ανέπτυσσε υπέρμετρα τις πηγές πληροφόρησης, ενθαρρύνοντας από την άλλη μεριά τη γενική σύγχυση, τη δημοσίευση των πάντων, ό,τι κι αν είναι, όλων των παραλλαγών ψυχώσεων, μελαγχολιών, νευρώσεων. Μια κοινωνία υπερβολικά επιτηδευμένη και πρακτικά απαίδευτη.

Ο Ζαν Μπορντριγιάρ, στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Το τέλειο έγκλημα, γράφει: «Η ιδεολογική και ηθικολογική κριτική, καθώς κατέχεται από τη μανία του νοήματος και του περιεχομένου, από τη μανία της πολιτικής σκοπιμότητας του λόγου, δεν λαμβάνει ποτέ υπόψη της τη γραφή, την ενέργεια της γραφής, την ποιητική, ειρωνική, υπαινικτική δύναμη της γλώσσας, του παιχνιδιού του νοήματος. Δεν βλέπει ότι η κατάλυση του νοήματος βρίσκεται εκεί, μέσα στην ίδια τη μορφή, μέσα στην υλικότητα της έκφρασης» (Galilée, 1995).

Με άλλα λόγια, η ιδεολογική και ηθικολογική κριτική (και ο Θεός γνωρίζει πόσο αυτή θα διαρκέσει) δεν διαβάζει, οσφραίνεται, επισημαίνει. Ένας συγγραφέας σήμερα γνωρίζει καλά ότι θα κριθεί όλο και περισσότερο με βάση την ηθική και πολιτική του «ορθότητα», δηλαδή σαν να μην υπήρχε. Με δυο λόγια: αυτό που του ζητούν είναι να ξεχάσει τα βιβλία του. Πείτε τις γνώμες σας, απαγγέλετε μαζί με μας τη σύντομη κατήχηση των κενών αξιών. Να είστε συλλογικός. Καθώς και η ανάγνωση είναι από την πλευρά της η πιο ατομική πράξη που υπάρχει (περισσότερο ακόμη και από τη σεξουαλική πράξη) κατανοούμε ότι αυτή είναι ένας «τρομερός κίνδυνος» για κάθε πραγματική ή εικονική Ιερά Εξέταση.

Και πάλι ο Βολτέρος: «Ακόμη και αν υπήρχαν πολλά βιβλία, πιστέψτε με, λίγοι άνθρωποι διαβάζουν. Και μεταξύ αυτών που διαβάζουν, υπάρχουν πολλοί που δεν χρησιμοποιούν παρά μόνο τα μάτια τους».

Ο Σελίν, όπως θα ήταν αναμενόμενο, είναι πιο φαρμακερός. Αδιάκοπα επανέρχεται σε αυτό, επιμένει: «Έχετε κεφάλια υπερβολικά μικρά… μικρά μέτωπα υπερβολικά χαμηλά… καταρχάς είναι ο απαίσιος τρόπος με τον οποίο διαβάζετε… δεν συγκρατείτε ούτε μια λέξη στις είκοσι… κοιτάζετε μακριά, κουρασμένοι… δεν είστε καλλιτέχνες…» Και ακόμη: «Ανακεφαλαιώνω… συνοψίζω… είναι το στυλ Digest… και οι άνθρωποι δεν έχουν το χρόνο παρά μόνο για να διαβάσουν τριάντα σελίδες… φαίνεται! Το πολύ!… Αυτό απαιτείται! Σαχλαμαρίζουν δεκαέξι ώρες το εικοσιτετράψρο, κοιμούνται, συνουσιάζονται στο υπόλοιπο, πώς να βρουν το χρόνο να διαβάσουν εκατό σελίδες; Και επιπλέον, το ξέχασα, έχουν να κάνουν και κακά τους! Και ο καρκίνος καθώς ψάχνονται στην τρύπα τους, με τα κεφάλια ανάποδα, ακροβάτες». (Féerie pour une autre fois, “Folio 2337, Gallimard).

Όπως ζεις, διαβάζεις. «Για να μάθουμε να γράφουμε», είπε κάποτε ο Ντεμπόρ, «χρειάζεται να έχουμε διαβάσει και για να μάθουμε να διαβάζουμε χρειάζεται να μάθουμε να ζούμε». Αυτό δεν έχει φυσικά καμία σχέση με το να έχουμε «διαβάσει πολύ» (δηλαδή να έχουμε ξεχάσει πολύ). Κάθε άλλο. Να μάθουμε να ζούμε δεν σημαίνει να κινούμαστε για να αποδείξουμε ότι υπάρχουμε. Είναι απλώς ένα ζήτημα παρουσίας καθεαυτής, την οποία η κοινωνία σας ζητάει διαρκώς να απαρνηθείτε (να διαβάζεις σημαίνει να συγκεντρώνεις, να συλλέγεις, εσάς σας προσκαλούν να διαλυθείτε μετά από τις μεγάλες λειτουργίες της υπνωτικής ευχαριστίας).
Ο Νίτσε, αυτό το μεγαλοφυές αυτί, παρατηρούσε ήδη ότι η πλέον οξυδερκής τέχνη ήταν «χαραμισμένη σαν να απευθυνόταν σε κουφούς». «Να λαθεύεις για το τέμπο μιας φράσης, έλεγε, «ισοδυναμεί με το να λαθεύεις για το νόημά της». Τέμπο, τύμπανο: να μάθουμε να ζούμε, να μάθουμε να ακούμε, να μάθουμε να μιλάμε, να μάθουμε να διαβάζουμε. Τίποτα δεν είναι πιο αφόρητο από το ότι η μηχανή καταστροφής της σκέψης γίνεται χρέος που πρέπει να διαδοθεί ως πίστη: όλος ο κόσμος θα μπορούσε να γράφει. Αλλά βλέπουμε το αποτέλεσμα.

Ένας ήρωας της ανάγνωσης; Ναι, ο Λονί Λαμπέρ, αυτή η ελαφρώς παραλλαγμένη αυτοπροσωπογραφία του Μπαλζάκ: «Συχνά, επιβιβαζόμενος πάνω σε μια λέξη, πραγματοποίησα απολαυστικά ταξίδια μέσα στις αβύσσους του παρελθόντος, όπως το έντομο που καθισμένο πάνω σε ένα χορταράκι, πλέει όπου το πηγαίνει ένα ποτάμι. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, έφτανα στη Ρώμη και διέσχιζα την έκταση της σύγχρονης εποχής. Τι ωραίο βιβλίο θα συνέθετε κανείς, αφηγούμενος τη ζωή και τις περιπέτειες μιας λέξης;

Αναμφίβολα, η λέξη αυτή δέχτηκε διάφορες εντυπώσεις των γεγονότων τα οποία υπηρέτησε. Ανάλογα με τους τόπους ζωντάνεψε διαφορετικές ιδέες. Αλλά δεν είναι εξίσου σπουδαία, αν την εξετάσουμε από την τριπλή σκοπιά της ψυχής, του σώματος και της κίνησης; Εξετάζοντάς την, κάνοντας αφαίρεση από τις λειτουργίες της, τα αποτελέσματά της και τις πράξεις της, δε βρίσκουμε κάτι που μας ρίχνει σε ένα ωκεανό σκέψεων; Οι περισσότερες σκέψεις δεν χρωματίζονται από την ιδέα που εξωτερικεύουν; Σε ποια μεγαλοφυΐα της χρωστάμε; Αν χρειάζεται μεγάλη ευφυΐα για να δημιουργήσει κανείς μια λέξη, ποια ηλικία έχει λοιπόν ο ανθρώπινος λόγος; Η σύνδεση των γραμμάτων, οι μορφές τους, η φυσιογνωμία που αυτά δίνουν σε μια λέξη, σχεδιάζουν ακριβώς, ανάλογα με το χαρακτήρα κάθε λαού, άγνωστες υπάρξεις, των οποίων η ανάμνηση βρίσκεται μέσα μας». Και αυτό: «Όταν αφιέρωνε έτσι όλες του τις δυνάμεις σε μιαν ανάγνωση, έχανε κατά κάποιον τρόπο τη συνείδηση της φυσικής του ζωής και δεν υπήρχε πλέον παρά μέσα από το παντοδύναμο παιχνίδι των εσωτερικών του οργάνων, των οποίων η δυνατότητα επεκτεινόταν υπέρμετρα: σύμφωνα με την έκφραση του, άφηνε πίσω του το διάστημα».

Η ανάγνωση ζήτημα μεταφυσικό, επειδή είναι εξ ολοκλήρου φυσικό; Μα ναι. Εν αρχή ην ο λόγος, η φωνή κραυγάζει στην έρημο, το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι. Αλλά το σκοτάδι, αυτό δεν επιθυμεί το φως.


[ΠΗΓΗ: Φιλίπ Σολέρς - Δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Monde στις 21 Ιουλίου 1995. Ο Φιλίπ Σολέρς είναι λογοτέχνης και δοκιμιογράφος. Το 1960 δημιούργησε και διηύθυνε την περιοδική επιθεώρηση Tel Quel. Από το 1963 διευθύνει την περιοδική επιθεώρηση L’ infini. Μεταφράστηκε από τον Θανάση Γιαλκέτση και εκδόθηκε από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Η ανάγνωση και η φωνή της]