Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΡΩΤΗΣΗ: το μυαλό και η καρδιά μπορούν να ζήσουν σαν να ήταν η πρώτη φορά, αμόλυντα, αθώα, ευτυχισμένα, εκστατικά, με βαθιά αγάπη;

Γιατί αποδεχόμαστε το ηθικό, κοινωνικό περιβάλλον όταν γνωρίζουμε πολύ καλά πως είναι τελείως ανήθικο, γνωρίζοντάς τα αυτά – όχι απλά και μόνο συναισθηματικά ή συγκινησιακά, αλλά παρακολουθώντας τον κόσμο και τον εαυτό μας – γιατί ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο; Γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν δημιουργεί αληθινά ανθρώπινα όντα, αλλά μηχανικές οντότητες γυμνασμένες για να αποδέχονται ορισμένες δουλειές και τελικά να πεθαίνουν; Η παιδεία, η επιστήμη και η θρησκεία δεν έχουν λύσει καθόλου τα προβλήματά μας. Κοιτάζοντας όλη αυτή τη σύγχυση, γιατί ο καθένας μας αποδέχεται και συμβιβάζεται, αντί να διαλύει όλη τη διαδικασία μέσα μας; Νομίζω πως θα ’πρεπε να κάνουμε αυτή την ερώτηση, όχι διανοητικά, ούτε με το σκοπό να βρούμε κάποιον θεό, κάποια συνειδητοποίηση, κάποια αλλόκοτη ευτυχία που αναπόφευκτα οδηγεί σε διάφορα είδη φυγής, αλλά κοιτάζοντάς την πολύ ήσυχα, με σταθερό βλέμμα, χωρίς καμία κρίση και αξιολόγηση. Θα ’πρεπε να ρωτήσουμε, σαν ώριμοι άνθρωποι, γιατί ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο – γιατί ζούμε, αγωνιζόμαστε και πεθαίνουμε.

Και όταν κάνουμε πράγματι μια τέτοια ερώτηση, σοβαρά, με απόλυτη διάθεση να την καταλάβουμε, οι φιλοσοφίες, οι θεωρίες, οι κερδοσκοπικοί ιδεασμοί δεν έχουν καμία απολύτως θέση. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι ή αυτό που μπορεί να είναι ή μια αρχή που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε ή η θρησκεία ή ο γκουρού που θα έπρεπε ν’ αναζητήσουμε. Όλες αυτές οι αποκρίσεις είναι ολοφάνερα χωρίς κανένα νόημα όταν αντιμετωπίζετε αυτή τη σύγχυση, τη μιζέρια και τη συνεχή σύγκρουση στην οποία ζούμε. Μετατρέψαμε τη ζωή σ’ ένα πεδίο μάχης, κάθε οικογένεια, κάθε ομάδα, κάθε έθνος εναντίον του άλλου. Βλέποντάς τα όλα αυτά, όχι σαν μια ιδέα, αλλά σαν κάτι που το παρατηρείτε αληθινά, που το αντιμετωπίζετε, θα ρωτήσετε τον εαυτό σας γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Γιατί συνεχίζουμε μ’ αυτόν τον τρόπο, χωρίς να ζούμε και χωρίς ν’ αγαπάμε, αλλά γεμάτοι φόβο και τρόμο μέχρι να πεθάνουμε;
Όταν κάνετε αυτή την ερώτηση, τί θα κάνετε; Δεν μπορούν να την κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που είναι άνετα συμβιβασμένοι με γνωστά ιδανικά, σ’ ένα άνετο σπίτι με λίγα χρήματα και που είναι αντικείμενο μεγάλης εκτίμησης, οι αστοί. Αν κάνουν κάποτε ερωτήσεις, αυτό το είδος των ανθρώπων τις μεταφράζει σύμφωνα με τις ατομικές του απαιτήσεις για ικανοποίηση. Αλλά μια και αυτό είναι ένα πολύ ανθρώπινο, πολύ συνηθισμένο πρόβλημα, που αγγίζει τη ζωή του καθένα μας, πλούσιου και φτωχού, νέου και γέρου, γιατί ζούμε αυτή τη μονότονη, τη χωρίς νόημα ζωή; Πηγαίνοντας στο γραφείο ή δουλεύοντας σ’ ένα εργαστήριο ή σ’ ένα εργοστάσιο για σαράντα χρόνια, κάνοντας λίγα παιδιά, μορφώνοντάς τα με παράλογους τρόπους, και μετά πεθαίνοντας; Νομίζω πως θα ‘πρεπε αυτήν την ερώτηση μ’ όλο σας το είναι, για να μάθετε. Μετά μπορείτε να κάνετε την επόμενη ερώτηση: το αν τα ανθρώπινα όντα μπορούν ν’ αλλάξουν ποτέ ριζικά, βασικά, ώστε να μπορούν να κοιτάζουν τον κόσμο απ’ την αρχή με διαφορετικά μάτια, με διαφορετική καρδιά, που δεν είναι πια γεμάτη μίσος, με ανταγωνισμό, με φυλετικές προκαταλήψεις, αλλά μ’ ένα νου που είναι πολύ καθαρός, που έχει υπερβολική ενέργεια.

Βλέποντάς τα όλα αυτά – τους πολέμους, τους παράλογους διαχωρισμούς που έχουν προκαλέσει οι θρησκείες, το χωρισμό ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα, την οικογένεια σ’ αντίθεση με όλον τον υπόλοιπο κόσμο, το κάθε ανθρώπινο ον που αρπάζεται από κάποιο αλλόκοτο ιδανικό, χωρίζοντας τον εαυτό του σε «εμένα» και «εσένα», «εμάς» και «αυτούς» – βλέποντάς τα όλα αυτά, και αντικειμενικά και ψυχολογικά, παραμένει μόνο μια ερώτηση, ένα βασικό πρόβλημα και αυτό είναι αν ο ανθρώπινος νους, που έχει προσδιοριστεί τόσο έντονα, μπορεί ν’ αλλάξει. Όχι σε κάποια μελλοντική μετεμψύχωση, όχι στο τέλος της ζωής, αλλά ν’ αλλάξει ριζικά τώρα, ώστε να γίνει ο νους καινούργιος, φρέσκος, νέος, αθώος, ξαλαφρωμένος, ώστε να ξέρουμε τι σημαίνει ν’ αγαπάμε και να ζούμε ειρηνικά. Νομίζω πως αυτό είναι το μόνο πρόβλημα. Όταν λυθεί, κάθε άλλο πρόβλημα – οικονομικό ή κοινωνικό, όλα αυτά τα πράγματα που καταλήγουν σε πολέμους – θα τελειώσουν και θα υπάρχει μια διαφορετική δομή στην κοινωνία. Λοιπόν, η ερώτησή μας είναι, αν ο νους, το μυαλό και η καρδιά μπορούν να ζήσουν σαν να ήταν η πρώτη φορά, αμόλυντα, φρέσκα, αθώα, γνωρίζοντας τι σημαίνει να ζει κανείς ευτυχισμένα, εκστατικά, με βαθιά αγάπη. Ξέρετε, υπάρχει κίνδυνος στο ν’ ακούσετε ρητορικές ερωτήσεις. Αυτή η ερώτηση δεν είναι καθόλου ρητορική – είναι η ζωή μας. Δεν μας απασχολούν οι λέξεις ή οι ιδέες. Οι περισσότεροι από μας παγιδεύονται στις λέξεις χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται ποτέ σε βάθος πως η λέξη δεν είναι ποτέ το πράγμα, πως η περιγραφή δεν είναι ποτέ το πράγμα που περιγράφεται.

Λοιπόν, δεν πρέπει να υπάρχει μόνο λεκτική επικοινωνία, αλλά και μια βαθιά συνεννόηση όπου δεν υπάρχει θέμα συμφωνίας ή διαφωνίας. Η συμφωνία και η διαφωνία δεν θα έπρεπε να παρουσιαστούν ποτέ, επειδή δεν έχουμε να κάνουμε ιδέες, γνώμες, έννοιες ή ιδανικά – μας απασχολεί το πρόβλημα της ανθρώπινης αλλαγής. Και ούτε η δικιά σας γνώμη, ούτε η δικιά μου έχει καμία αξία. Αν πείτε πως είναι αδύνατο ν’ αλλάξετε τ’ ανθρώπινα όντα, που είναι έτσι εδώ και χιλιάδες χρόνια, έχετε ήδη αποκλείσει τον εαυτό σας, δεν θα συνεχίσετε, δεν θα αρχίσετε να εξετάζετε ή εξερευνάτε. Ή αν πείτε απλά και μόνο πως είναι δυνατό, τότε ζείτε σ’ ένα κόσμο από δυνατότητες και όχι από πραγματικότητες. […]
[Πηγή: Κρισναμούρτι, ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ, Εκδόσεις Καστανιώτη – αναρτήθηκε στο ιστολόγιο ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ κι ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ]

Οψόμεθα
Χρησιμοποιώ τα μάτια μου για να βλέπω, να παρατηρώ, να απολαμβάνω την ομορφιά των χρωμάτων, των σχημάτων, των αντικειμένων γύρω μου... Επιλέγω να τα κλείσω ερμητικά όταν θέλω να αποφύγω την αποτύπωση μιας αποκρουστικής εικόνας στη μνήμη μου, τα σφραγίζω αντανακλαστικά όταν πονάω, χαμηλώνω σιγά τα βλέφαρα κατά την αναπόληση μιας στιγμής...
Κι όμως πολλές φορές ενώ τα κρατάμε ορθάνοιχτα, είμαστε ανήμποροι να δούμε την αλήθεια μπροστά μας
Δεν είναι τυχαίο ότι τα μάτια έχουν χαρακτηριστεί ως καθρέφτης της ψυχής. Πιστεύω πως δύσκολα μπορεί κάποιος να κρύψει την έκπληξη, τον φόβο, τον πανικό, τη χαρά μέσα σε αυτά... Το κλάμα πολλές φορές είναι η πρώτη ακούσια αντίδρασή μας σε κάτι δυσάρεστο ή ευχάριστο... Είναι οι οδηγοί της φαντασίας μας κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου, καθώς οι λέξεις ρέουν από τα μάτια προς τον εγκέφαλο... είναι ακόμα οι προάγγελοι του έρωτα όπως αναφέρεται και στο γνωστό τραγούδι... «από τα μάτια πιάνεται»...
Παρ όλα αυτά πολλές φορές αρνούμαστε αυτή την άφθονη προσφορά των υπηρεσιών αυτών κι επιλέγουμε να εθελοτυφλούμε. Αρνούμαστε να δούμε τα όσα αληθή συμβαίνουν μπροστά μας, αποποιούμενοι έτσι τις ευθύνες της αλήθειας. Είμαστε τυφλοί μπροστά σε αδυναμίες, σε αγαπημένα πρόσωπα, σε συναισθήματα… Και η τύφλωση αυτή ενώ είναι από μόνη της σφάλμα, μας οδηγεί σε άκριτες αποφάσεις, σε λάθος συμπεράσματα, σε εσφαλμένες κρίσεις…
Είναι η εθελοτυφλία μια μορφή προσωπικής κάθαρσης. Αφήνουμε τις νεφέλες να εμποδίζουν την ορατότητα φοβούμενη την πτώση από την Νεφελοκοκκυγία μας. Την διατάραξη της ησυχίας μας, την αμφισβήτηση των αποφάσεών μας..Έτσι γινόμαστε θύματα νεποτισμού αλλά και χειραγώγησης.