Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Γιατί, αλήθεια, οι άνθρωποι ποθούν την πολιτική εξουσία και γιατί- όταν την αποκτούν- δυσκολεύονται τόσο πολύ να την εγκαταλείψουν;

Στα είκοσι του χρόνια λέγανε γι’ αυτόν:
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας»
Και τώρα –που πλησιάζει τα πενήντα-
Πάλι το ίδιο λένε
Με μόνη διαφορά
Μιαν ελαφρά παραλλαγή στον τόνο της φωνής
(για να αποδοθεί
το νόημα σωστά
πως κάτι τέτοιους δηλαδή
-όπως κι αυτός-
βγάζει το δόλιο το έθνος μας)
[Ένας στίχος από το ποίημα ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΧΑΪΚΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝΤΕΣ του Κ.Π. Καβάφη αποτελεί τον άξονα του ποιήματος ΜΙΑ ΕΛΑΦΡΑ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ της Τασούλας Καραγεωργίου από τη συλλογή ΤΟ ΑΔΡΑΧΤΙ ΠΟΥ ΜΑΤΩΝΕΙ. Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Β. ΧΑΒΕΛ, Τσέχος συγγραφέας και πολιτικός, καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία για τον ΠΕΙΡΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι ποθούν την πολιτική εξουσία. Είναι το όραμα για μια καλύτερη κοινωνία, είναι η πίστη τους σε ιδανικά και αξίες ή μήπως από προσωπική φιλοδοξία για ανάδειξη δελεάζονται από τα πολλά προνόμια που συνοδεύουν τη ζωή ενός πολιτικού; Με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Χάβελ, όντας κι ο ίδιος πολιτικός όταν γράφει αυτό το άρθρο, δίνει έμφαση στις αυξημένες ικανότητες και στη μεγάλη σεμνότητα που πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν πολιτικό για να μείνει μέχρι τέλους αλώβητος κι απλός. Διαβάστε το άρθρο του, θα παραμένει πάντα επίκαιρο]:  


   
  Κατά πρώτο λόγο, οι άνθρωποι ωθούνται προς την πολιτική από τα οράματά τους και για μια καλύτερη κοινωνική διάταξη, από την πίστη τους σε ορισμένα, καλώς ή κακώς εννοούμενα, ιδανικά και αξίες και από την ανάγκη, ή την ακατάσχετη ορμή, να αγωνιστούν γι' αυτά και να τα κάνουν πραγματικότητα.
     Κατά δεύτερο λόγο, τους οδηγεί πιθανώς μια φυσιολογική σε κάθε άνθρωπο επιθυμία για επιβεβαίωση του εαυτού του. Μπορεί κανείς να φανταστεί ελκυστικότερο τρόπο να επισφραγίσει την ύπαρξή του και να βεβαιωθεί για την αξία της από τον τρόπο που μας προσφέρει η εξουσία;
     Στην Τρίτη κατηγορία λόγων, που κάνουν ίσως πολλούς ανθρώπους να ποθούν την εξουσία και αν είναι τόσο απρόθυμοι να την εγκαταλείψουν, ανήκουν τα ποικίλα προνόμια τα οποία αναγκαστικά συνοδεύουν τη ζωή ενός πολιτικού, ακόμα και στα δημοκρατικότερα καθεστώτα.
     Αυτοί οι τρεις λόγοι περιπλέκονται μεταξύ τους με τον πιο πολύπλοκο τρόπο και πολλές φορές είναι σχεδόν αδύνατον να καθορίσουμε ποιος από τους τρεις υπερισχύει. Σχεδόν πάντα πίσω από τους λόγους της πρώτης κατηγορίας κρύβονται οι λόγοι των άλλων δύο. Εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω πολιτικό που να καταδέχεται να ομολογήσει στον κόσμο, ή έστω και στον εαυτό του, ότι επιδιώκει ένα αξίωμα μόνο και μόνο για να δώσει στον εαυτό του την επισφράγιση της σημασίας και της αξίας του ατόμου του ή - ακόμα χειρότερα- ότι το μόνο που επιθυμεί είναι να μπορέσει να γευτεί τα προνόμια που του προσφέρει η εξουσία. Αντίθετα, όλοι επαναλαμβάνουμε, ξανά και ξανά, ότι εκείνο που επιδιώκουμε δεν είναι η εξουσία καθεαυτή παρά μόνον ορισμένες γενικότερες αξίες και ότι η ευθύνη απέναντι στο σύνολο είναι το μοναδικό πρόσταγμα που μας κάνει να επωμισθούμε το βαρύ φορτίο τους αξιώματός μας εν ονόματι των αξιών που υπερασπιζόμαστε…
     Είμαι από εκείνους που βλέπουν την παραμονή τους στο πολιτικό αξίωμα ως έκφραση του αισθήματος ευθύνης, του αισθήματος χρέους, ακόμη και ως ένα είδος θυσίας. Όσο όμως παρατηρώ άλλους πολιτικούς, τους οποίους γνωρίζω καλά και που διατείνονται ακριβώς τα ίδια, νιώθω την ανάγκη να αναλύομαι, ξανά και ξανά, και να θέτω στον εαυτό μου το ερώτημα: μήπως κι εγώ, παρ’ όλα αυτά, αρχίζω να παραπλανώ τον εαυτό μου; Μήπως και στη δική μου περίπτωση πρόκειται περισσότερο για μια ανομολόγητη επιθυμία να βεβαιωθώ πως κάτι σημαίνω, άρα υπάρχω, παρά για αγνή προσφορά για το καλό του συνόλου;
    Ιδιαίτερη προσοχή αξίζουν οι λόγοι της τρίτης κατηγορίας που ανέφερα, δηλαδή η επιδίωξη των προνομίων που συνεπάγεται η κατάκτηση της εξουσίας ή απλά και μόνο ο εθισμός σ’ αυτά τα προνόμια. Είναι άκρως ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς το πόσο διαβολικός είναι ο πειρασμός της εξουσίας σ’ αυτή τη συγκεκριμένη σφαίρα. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο, όταν βρεθούν ξαφνικά στην εξουσία εκείνοι από εμάς που ποτέ δεν είχαν στα χέρια τους καμία εξουσία και πάντοτε με πολύ θάρρος κατήγγελλαν τα προνόμια των ιθυνόντων, διότι αυτά ήταν η αιτία να μεγαλώνει ολοένα το χάσμα ανάμεσα στους ίδιους και όλους τους άλλους.
     Εμείς οι ίδιοι λοιπόν, χωρίς να το θέλουμε φυσικά, αρχίζουμε να μοιάζουμε, πολλές φορές επικίνδυνα, με αυτούς ακριβώς τους κατακριτέους προκατόχους μας. Το γεγονός μας ενοχλεί, μας εξοργίζει, διαπιστώνουμε όμως ότι δεν ξέρουμε πώς – ή απλά δεν είμαστε σε θέση- να αντισταθούμε.
     Τι συμβαίνει λοιπόν; Πηγαίνω σε επιλεγμένο γιατρό, δεν είμαι αναγκασμένος να οδηγώ το αυτοκίνητό μου και ο οδηγός δεν είναι αναγκασμένος να κινείται με βήμα σημειωτόν και έξαλλος μέσα στο κέντρο της Πράγας. Δεν αναγκάζομαι να μαγειρεύω, ούτε να τρέχω να προμηθεύομαι τρόφιμα. Ακόμη και το τηλέφωνο το παίρνουν άλλοι, όταν θέλω να μιλήσω με κάποιον.
     Δηλαδή, βρέθηκα σ’ έναν κόσμο προνομίων, εξαιρέσεων, ευνοιών, σ’ ένα κόσμο όπου οι ευνοούμενοι σε λίγο δεν θα θυμούνται πια πόσο κοστίζει το εισιτήριο του τραμ ή το βούτυρο, πώς ψήνεται ο καφές, πως οδηγούν αυτοκίνητο ή πώς τηλεφωνούν. Βρίσκομαι λοιπόν στο κατώφλι εκείνου ακριβώς του κόσμου της αφρόκρεμας που όλη μου τη ζωή επέκρινα.
     Και το χειρότερο, όλα τούτα έχουν την αλεξίσφαιρη λογική τους. Θα ήμουν γελοίος και αξιοκαταφρόνητος αν έχανα σημαντικότατες για τα συμφέροντα της χώρα μου διαπραγματεύσεις αναλώνοντας τον προεδρικό μου χρόνο στον προθάλαμο του οδοντιάτρου, σε ουρές στο κρεοπωλείο, σε απεγνωσμένες προσπάθειες να νικήσω το σκουριασμένο τηλεφωνικό δίκτυο της Πράγας ή να σταματήσω ένα ταξί χωρίς να είμαι ο τύπος που δείχνει ότι έρχεται από τη Δύση, άρα είμαι γεμάτος δολάρια.
     Πού σταματά όμως η λογική και η αντικειμενική αναγκαιότητα και αρχίζουν οι δικαιολογίες; Πού σταματά το συμφέρον της πατρίδας και αρχίζει η χαρά των καθολικευμένων προνομίων;
     Ξανά, λοιπόν, όντας στην εξουσία, είμαι μόνιμα ύποπτος στον εαυτό μου. Όχι μόνο αυτό: αρχίζω ξαφνικά να έχω αυξημένη κατανόηση για εκείνους που τη μάχη τους με τον πειρασμό της εξουσίας τη χάνουν και, ξεγελώντας τους εαυτούς τους ότι δήθεν ακόμα υπηρετούν αποκλειστικά και μόνο την πατρίδα, όλο και πιο επικίνδυνα κρύβονται πίσω απ’ την πεποίθηση για τη λαμπρότητα του ατόμου τους, συνηθίζοντας τα προνόμια σαν κάτι αυτονόητο.
     Ο πειρασμός της εξουσίας ενέχει κάτι το ύπουλο, κάτι το παραπλανητικό και διφορούμενο: αφενός μεν η πολιτική εξουσία δίνει στον άνθρωπο την καταπληκτική ευκαιρία να επαληθευθεί από το πρωί ως το βράδυ, ότι πραγματικά υπάρχει και ότι έχει μιαν αδιαμφισβήτητη ταυτότητα, που με κάθε λέξη ή πράξη χαράζεται πολύ φανερά στον κόσμο γύρω του. Παράλληλα, όμως, η ίδια αυτή πολιτική εξουσία, μαζί με όλα όσα λογικά την συνοδεύουν, κρύβει έναν φοβερό κίνδυνο: ότι, προφασιζόμενη πως επιβεβαιώνει την ύπαρξη και την ταυτότητα μας, ανεπαίσθητα αλλά ανεπανόρθωτα, θα μας την πάρει.
     Διότι ο άνθρωπος που ξέχασε να οδηγεί αυτοκίνητο, να ψωνίζει, να ψήνει καφέ και να τηλεφωνεί δεν είναι πια ο ίδιος με τον άνθρωπο που ήξερε να τα κάνει όλα αυτά. Ο άνθρωπος που ποτέ στη ζωή του δεν είδε τον εαυτό του με το μάτι της τηλεοπτικής κάμερας και ξαφνικά υποτάσσει την κάθε του κίνηση στο βλέμμα της δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος. Τον εξουσιάζει κάτι άλλο: το αξίωμα του, οι απαιτήσεις του, οι συνέπειες, τα συνοδευτικά φαινόμενα, τα προνόμια.
     Ο πειρασμός αυτός έχει κάτι το θανατηφόρο. Κάτω από τη φαινομενική υπαρξιακή επιβεβαίωση συντελείται απαλλοτρίωση, αποξένωση, νέκρωση της ύπαρξης. Ο άνθρωπος απολιθώνεται σε προτομή. Η προτομή βέβαια τονίζει την αιώνια δόξα και σημασία του ατόμου του, ταυτόχρονα όμως είναι μόνο ένα κομμάτι νεκρής πέτρας.
     Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
     Το συμπέρασμα οπωσδήποτε δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει ν’ ασχολείται με την πολιτική, επειδή η πολιτική είναι εξ ορισμού ανήθικη.
     Το συμπέρασμα είναι άλλο: η πολιτική είναι ένα πεδίο ανθρώπινης δράσης που απαιτεί αυξημένες ικανότητες ως προς το αίσθημα του ήθους, τη δυνατότητα κριτικής αυτοσυλλογής, την πραγματική ευθύνη, την καλαισθησία και τη διακριτικότητα, την ικανότητα διείσδυσης στην ψυχή του συνανθρώπου, το αίσθημα του μέτρου, την ταπεινότητα. Είναι ένα επάγγελμα για εξαιρετικά σεμνούς ανθρώπους, για τους απαραπλάνητους.


[ΠΗΓΗ: Βάτσλαβ Χάβελ, Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, από τον ημερήσιο τύπο – Vaclav Havel, Τσέχος συγγραφέας, που αγωνιστηκε εναντίον του ολοκληρωτικού καθεστώτος της χώρας του, πριν την πτώση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη. Αργότερα, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα του έγινε ο εκλεγμένος Πρόεδρός της]