Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

ΠΕΡΙ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ ΛΟΓΟΣ και ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ

Υποθέτω πως η Μούνια - η πρώην πόρνη που προτιμούσε ο Στρος-Καν θα ήταν αρίστη στο είδος της όπως άριστοι (και αριστούχοι) είναι οι γιάπηδες που κάνουν κουμάντο στη ζωή μας. [Γιώργος Βέλτσος] Στόχος της επόμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί να είναι άλλος από τον αέναο εκδημοκρατισμό μιας παιδείας που όλο και περισσότερο απειλείται όχι μόνον από την ιδιωτικοποίηση και την τεχνοποίηση, αλλά και από την κοντόφθαλμη εξιδανίκευση μιας ουδέτερης και αντικειμενικής «αποτελεσματικότητας»… Μια σύγχρονη παιδεία οφείλει να υπακούει σε μια σειρά αφετηριακών αξιακών κανόνων. Πρέπει να είναι δημόσια, δημοκρατική, αξιακά αυτοτελής και οργανωτικά αυτόνομη. [Κωνσταντίνος Τσουκαλάς] Μα πάλι τόσος δρόμος γιατί; Αφού ταυτό τε ζώον και τεθνηκός και νέον και γηραιόν και γνώση και άγνοια. Τι μας κρατάει σ’ αγωνία και δεν τελειώνουμε μες τα σαγόνια ενός αμφίσημου χρησμού σπαράζοντας με κίβδηλους λυγμούς;  [Αντώνης Φωστιέρης, Τοπία του Τίποτα]

Σαν ρετσινιά κόλλησαν σε διάφορους σχολιαστές, της «ημετέρας παιδείας μετέχοντες», τα όσα είπε ο υπ. Παιδείας περί αριστείας, που τραυματίζει τις παιδικές ψυχές. Μίλησαν περί κομμουνιστικής εξίσωσης προς τα κάτω και περί μετριοκρατίας. Και όμως, η μετριότητα προκύπτει σχεδόν αβίαστη είτε από την βαθμοθηρία και το παπαγαλίζειν, προϊόντα του άγχους της διαρκούς επιβράβευσης, είτε από την παραίτηση και την ήσσονα προσπάθεια, προϊόντα του διαρκούς άγχους μήπως επαναληφθεί η πρώτη αποτυχία. Σύνδρομα ανάρμοστα στην ψυχοσύνθεση των ανηλίκων, καθώς και στην πραγματοποίηση του εκπαιδευτικού έργου που αποστολή έχει να κοιτάζει όλη την τάξη και όχι να ξεχωρίζει πρόωρα τα 20άρια και τα 19άρια. Η ενήλικη ζωή, μοιραία, βρίθει εξετάσεων, αξιολογήσεων και διακρίσεων. Οι ισορροπημένοι και φιλομαθείς έφηβοι διαθέτουν πολύ περισσότερα εφόδια για μετέπειτα διακρίσεις από ότι τρυφερά πανικόβλητα μυαλά πρόωρα διακεκριμένα στο κυνήγι του βαθμού μάλλον παρά της γνώσης

ΕΠΙΠΕΔΑ ΚΑΙ ΦΡΑΓΜΑΤΑ. ΠΕΡΙ ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ, ΑΜΙΛΛΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ:


Όπως γνωρίζουμε από την «Αλίκη» του Λιούις Κάρολ, οι σημασίες των λέξεων δεν είναι ούτε αντικειμενικές ούτε αθώες. Ορίζονται πάντα από εκείνον που κάνει κουμάντο. Και αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν σε ό,τι αφορά το «καλό» και το «κακό», το «σωστό» και το «λάθος». Με αυτή την έννοια, ο υπερθετικός βαθμός εκφράζει πάντα κάτι το «υπερθετικά αναμφισβήτητο» για το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει καν συζήτηση. Υπό τους όρους αυτούς, εξ υποθέσεως, όσοι αντιτίθενται στο αυτονόητο είναι παράλογοι, ανόητοι, σκοταδιστές ή, ακόμα χειρότερο, αντιμεταρρυθμιστές! Αν το καλό «είναι» καλό εξ ορισμού, κατά μείζονα λόγο το άριστο «είναι» πάντα και από τη φύση του το καλύτερο δυνατό.

Τα πράγματα δεν είναι όμως τόσο απλά. Όπως όλες οι ιδέες, έτσι και ο περί «αριστείας» λόγος εκφέρεται πάντα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο και για ορισμένους λόγους. Έτσι, η ξαφνική έξαρση του ζητήματος της «αριστείας» στην εκπαίδευση υπερβαίνει τον διαχρονικό προβληματισμό για την «ποιότητα» της παιδείας εν γένει. Το αιτούμενο δεν είναι η «καλή παιδεία» αλλά μια εντελώς ιδιαίτερη πρόσληψη της παιδείας. Μιας παιδείας που δεν στοχεύει στην ανύψωση των γνώσεων, των ικανοτήτων, της καλλιέργειας, της αξιακής συγκρότησης και των πνευματικών δεξιοτήτων όλων των νέων ανθρώπων, αλλά αποβλέπει πρωτίστως στο παραγωγικό της αποτέλεσμα. Μιας παιδείας δηλαδή ετερόνομης και αξιακά ετεροπροσδιορισμένης που υπακούει στις αγοραίες αρχές και οργανώνεται ως στίβος ενός αέναου ανταγωνισμού όπου όλοι αγωνίζονται εναντίον όλων των άλλων.

Οι νέοι άνθρωποι θα εθιστούν στην ιδέα πως η ζωή τους ολόκληρη δεν μπορεί παρά να διέπεται από την «ορθολογική» αγοραία ανταγωνιστικότητα, ή κατ’ ευφημισμόν από την ευγενή άμιλλα. Εξ απαλών ονύχων καλούνται να αποδεχθούν πως δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ δυνατόν να είναι ίδιοι και ισότιμοι. Έτσι, η καταξίωση και προώθηση των αρίστων εις βάρος των μετρίων και των αποτυχημένων νοείται σαν αδήριτος νόμος της φύσης. Η μεθόδευση της συστηματικής εκπαιδευτικής επιλογής ακολουθεί κατά γράμμα το δαρβίνειο σχήμα της φυσικής επιλογής. Το μοντέλο αυτό θα μπορούσε ίσως να συζητηθεί αν δεν ήταν εκ προοιμίου υποβολιμαίο και ψευδολόγο. Μολονότι η άνευ άλλου απόρριψη των ανίκανων και των αποτυχημένων στον Καιάδα της εκπαιδευτικής και κοινωνικής υποβάθμισης αντίκειται προφανώς στις στοιχειώδεις αξιακές αρχές του δυτικού πολιτισμού, δεν συνιστά κατ’ ανάγκην κοινωνική «αδικία».

Οι «νόμοι της φύσης» είναι πράγματι αδυσώπητοι. Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική. Η εκπαιδευτική επιλογή δεν είναι φυσική αλλά ταξική. Οι άνθρωποι δεν προσέρχονται στον ανταγωνιστικό στίβο ως εκ φύσεως ίσοι ή έστω ισότιμοι. Η θέση του καθένα επικαθορίζεται από κοινωνικά προεγγεγραμμένες πλεονεξίες και μειονεξίες. Η κοινωνία μας είναι μια κοινωνία κληρονόμων. Και αυτό ισχύει σε όλα τα επίπεδα. Όπως ακριβώς ο ελεύθερος αγοραίος ανταγωνισμός διεξάγεται ανάμεσα σε εκ προοιμίου άνισους «ιδιοκτήτες» και «άκληρους», έτσι και ο εκπαιδευτικός ανταγωνισμός διεξάγεται ανάμεσα σε άνισα προικισμένους με κληρονομικό «πολιτιστικό κεφάλαιο». Όλες ανεξαιρέτως οι εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι οι γόνοι των πλουσίων έχουν στατιστικά πολύ περισσότερες πιθανότητες να ανελιχθούν και να αριστεύσουν εκπαιδευτικά από τους γόνους των φτωχών.

Πράγματι, το άνετο οικογενειακό περιβάλλον σφραγίζει πολλαπλά τις προοπτικές, τις αξίες, τις ευχέρειες και τις συμπεριφορές. Ακόμα και η πρόσληψη της «ορθής γλώσσας», που στα πρώτα κυρίως χρόνια επικαθορίζει την (αυτοσωρευόμενη συνήθως) σχολική υστέρηση, διαφοροποιεί τις ευκαιρίες ανάμεσα στους νέους. Η διαδικασία κοινωνικοποίησης είναι πάντα ταξική, και επομένως ριζικά «άδικη». Η προφανής αυτή αναντιστοιχία ανάμεσα στην αφετηριακή ισότητα όλων των πολιτών και στις διαφοροποιημένες εκπαιδευτικές προοπτικές δεν πέρασε βέβαια απαρατήρητη. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ένα νέο ιδεολόγημα εισήλθε στο επίκεντρο των συζητήσεων για την οργάνωση της εκπαίδευσης. Η «ισότητα των ευκαιριών». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, ονομαστικά τουλάχιστον, όλες οι δημοκρατικές φιλελεύθερες πολιτείες υποχρεώθηκαν, από ένα σημείο και πέρα, να σεβαστούν αυτή την αφετηριακή αρχή.
Με την αναγνώριση του οικουμενικού δικαιώματος στην εκπαίδευση, τα Κοινωνικά Κράτη αναλάμβαναν την ηθική ευθύνη μεθόδευσης μιας «εκπαιδευτικής δικαιοσύνης». Ακόμα λοιπόν και αν οι κληρονομημένες προνομίες εξακολουθούσαν να παίζουν τον ανισοποιητικό τους ρόλο, η πολιτεία οφείλει να παρεμβαίνει συνεχώς προς την κατεύθυνση της άμβλυνσής τους. Η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα ανέτρεψε αυτές τις τάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι βαθμιαία, σε όλες τις χώρες, το αίτημα των ίσων ευκαιριών αρχίζει να δίνει τη θέση του στο νεόκοπο σύνθημα της εκπαιδευτικής αξιοκρατίας ή αριστείας. Παντού, επιβάλλονται δίδακτρα, τα εκπαιδευτικά προγράμματα προσαρμόζονται στα κελεύσματα της αγοράς, οι δημόσιες εκπαιδευτικές παροχές μειώνονται θεαματικά και οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες ανισοποιούνται.

Και εδώ ακριβώς εντάσσεται η εξιδανίκευση της αξιοκρατίας και της εκπαιδευτικής «αριστείας» που αποτιμώνται «αντικειμενικά» μέσα από τις διαφορικές «επιδόσεις» που επικυρώνουν τις άνισες ευκαιρίες. Η διαδικασία κοινωνικοποίησης μπορεί πια να εμφανίζεται ως ουδέτερη, ορθολογική, άρα και δικαιωμένη.

Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να νοηθεί η θέσπιση όλο και περισσότερων διαγωνισμών και «κλειστών αριθμών» σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα, με κύριο αποτέλεσμα να οριστικοποιείται η διάκριση ανάμεσα στους επιτυχόντες και στους άλλους. Η επιλογή των μεν συνεπάγεται τον αποκλεισμό των δε. Οι εκπαιδευτικές ιεραρχίες παγιώνονται και παγώνουν. Έτσι, το κοινωνικό σώμα συγκροτείται πλέον και ανανεώνεται με την αναπαραγωγή ενός συνεχούς όπου ο καθένας κατέχει την αρμόζουσα θέση του. Όσο το δυνατόν νωρίτερα, όλοι καλούνται λοιπόν να μάθουν πως οφείλουν να αποδεχθούν τη «φυσική» αυτή μοίρα που τους τάχθηκε. Βέβαια, οποιαδήποτε εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει πάντα να μπορεί να ελέγχεται σε ό,τι αφορά το επίπεδο των κατακτημένων γνώσεων. Οι πειραματισμοί που επιδίωκαν μια απόλυτα αντιαυταρχική εκπαίδευση απέτυχαν.

Άλλο όμως εξετάσεις και άλλο διαγωνισμοί. Ως κατοχυρώνοντας απλώς το «επίπεδο», οι εξετάσεις δεν ματαιώνουν εσαεί την ελπίδα. Ακόμα και αν πρέπει να επανέλθουν, όλοι μπορούν ακόμα να προσδοκούν στην ανέλιξή τους, όλοι μπορούν να ελπίζουν στη βελτίωση της μοίρας τους. Οι διαγωνισμοί είναι όμως κάτι εντελώς διαφορετικό. Οριστικοποιώντας τη διάκριση ανάμεσα στους επιτυχόντες και στους άλλους, δεν κατοχυρώνουν «επίπεδα». Εγείρουν αδιαπέραστα κοινωνικά και ταξικά «φράγματα».

Σε αυτό το πλαίσιο κινείται, νομίζω, ο προβληματισμός του υπουργού Παιδείας, Αριστείδη Μπαλτά. Για πρώτη φορά, όλα τα επί μέρους προβλήματα εντάσσονται σε μια ευρύτερη εκπαιδευτική φιλοσοφία που ξεπερνά τα τεχνικά θέματα της εκπαιδευτικής οργάνωσης. Η συμβολική σημασία της νέας αυτής αντίληψης είναι κεφαλαιώδης. Καθίσταται πλέον σαφές ότι όλα τα επίμαχα ζητήματα της εκπαίδευσης, και ανάμεσά τους οι αιώνιοι φοιτητές, η λειτουργία των πρότυπων λυκείων και ο τρόπος εισαγωγής στα ΑΕΙ δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα διακυβεύματα.

Στόχος της επόμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης δεν μπορεί λοιπόν να είναι άλλος από τον αέναο εκδημοκρατισμό μιας παιδείας που όλο και περισσότερο απειλείται όχι μόνον από την ιδιωτικοποίηση και την τεχνοποίηση, αλλά και από την κοντόφθαλμη εξιδανίκευση μιας ουδέτερης και αντικειμενικής «αποτελεσματικότητας». Δεν είναι βέβαια δυνατόν να λυθούν αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Ούτε η εκπαίδευση μπορεί να απεξαρτηθεί εντελώς από τις ανάγκες της παραγωγής, ούτε μπορεί να εξαφανισθεί από προσώπου γης ο εκπαιδευτικός ανταγωνισμός. Μια σύγχρονη παιδεία οφείλει όμως να υπακούει σε μια σειρά αφετηριακών αξιακών κανόνων. Πρέπει να είναι δημόσια, δημοκρατική, αξιακά αυτοτελής και οργανωτικά αυτόνομη. Έτσι και μόνο μπορούμε να ελπίζουμε πως τα παιδιά μας θα ζήσουν και θα σκέφτονται καλύτερα από μας. Αυτή είναι η πραγματική αριστεία.

[ΠΗΓΗ: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στην Εφημερίδα των Συντακτών 24-02-2015]

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ  του ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΙΒΔΗΛΗ ΑΡΙΣΤΕΙΑ:
Δεν είμαι βέβαιος αν η, πάντα ευρηματική, μαθητιώσα αργκό χρησιμοποιεί σήμερα κάποιον όρο «υψηλότερης τεχνολογίας», αλλά υποθέτω ότι είναι γνωστή η συνομοταξία μαθητών ή φοιτητών που ονοματίζεται «φυτά» (και σε μεγέθυνση φυτούκλες) ή σπασίκλες (και σε σμίκρυνση σπασικλάκια).
Άκουγα συχνά τους δύο γιους μου, στα χρόνια που φοιτούσαν στο γυμνάσιο και το λύκειο, να χρησιμοποιούν αυτόν τον ταξινομητικό όρο, και σύντομα διαπίστωσα ότι η πλειονότητα των συμμαθητών τους αποτελούσε αρραγές μέτωπο απέναντι στη «φυτική» μειονότητα. Ήταν άραγε φθόνος για τις κατά κανόνα άριστες επιδόσεις της τελευταίας; 
Όχι, επέμεναν να μου διευκρινίζουν με την εφηβικής τους ζέση, δεν ήταν φθόνος, παρά απλώς και μόνο η πραγματικότητα ενός συστήματος, όπου η αρίστευση σπανίως σήμαινε κάτι περισσότερο από την ηρωική, μαρτυρική ή ψυχαναγκαστική δεξιότητα της αποστήθισης. 
Αν ο νέος υπουργός Παιδείας είχε φροντίσει να προβάλει σε αυτό το φόντο τις απόψεις του περί αριστείας, θα είχε θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον ενός γνωστού και πραγματικού προβλήματος και σίγουρα δεν θα είχε πυροδοτήσει τόση έκπληξη, απορία και δυσφορία.
Και μάλιστα, αν είχε σκεφτεί να συνδέσει το όλο ζήτημα με τον φροντιστηριακό τσελεμεντέ που μαγειρεύει συχνά (ασφαλώς όχι πάντα) τις αριστείες των πανελλαδικών εξετάσεων, θα είχε εκπέμψει ένα ευκρινές σήμα εγρήγορσης σχετικά με ένα άλλο, όχι τόσο προφανές αλλά πάντως πραγματικό, ζήτημα της σχολικής και εκπαιδευτικής μας πραγματικότητας.
Και τότε, προσωπικά θα συμφωνούσα μαζί του ότι ένα τόσο επίζηλο εύσημο, όπως η αριστεία, ελάχιστο νόημα αποδίδει όταν απονέμεται κυρίως σε πειθαρχημένες και φιλόπονες μετριότητες που, έξω από την τροχιοδεικτική ασφάλεια του τσελεμεντέ, μπορεί να παραπαίουν από ασυνταξία σε ασυνταξία και από ακυρολεξία σε ακυρολεξία χωρίς να καταφέρνουν να αρθρώσουν ούτε ένα συγκροτημένο συλλογισμό που είναι γνήσια δικός τους....
Πλην, η ετυμηγορία του υπουργού δεν αφορμάται από τη διαπίστωση αυτής της κίβδηλης αριστείας...»


[ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Παπαγγελής, ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ]