Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΟΠΩΣ ΤΟ ΝΕΡΟ, ΜΕ ΕΝΑ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ ΑΤΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ

Δεν είναι η ποίηση, αλλά η φιλοσοφία το βασίλειο των στοιχειωδών συγκινήσεων που διατρέχουν ψυχή, νόηση και αισθήσεις και, ταυτόχρονα, τις ναρκώνουν. Για να εκπλαγούμε από «το είναι υπάρχει και το δεν είναι δεν υπάρχει», πρέπει να ξεπεράσουμε με τη φαντασία μας την ίδια την παρουσία των πραγμάτων, αγκυροβολώντας στην άλλη όχθη, στη μεριά της ακατανόητης απουσίας τους. Μόνο μια πρωτόγονη φαντασία, που προκαλείται από ένα λεπτό πνεύμα, μπορεί να διανύσει αυτή τη διαδρομή. Μόνο μια άγρια σκέψη, που να κατέχει όμως μια καλή ορθολογική τεχνική, είναι σε θέση να φανταστεί το μηδέν (ακόμη και για να το αρνηθεί) ή το άπειρο (ακόμη και για να το αλείψει πάνω στην ιστορία).


Οι θεμελιώδεις συγκινήσεις διατρέχουν την καρδιά μιας κουλτούρας, μόνο όταν μια παιδαριώδης ψυχή ξαφνικά ανοίγει τα φτερά της στα τεχνάσματα του νου. Στην πραγματικότητα, το φιλοσοφείν ανταποκρίνεται με πρωτογενείς συγκινήσεις (που επιτρέπει η μνήμη που δεν έχει σβηστεί από τη βαρβαρότητα) στις προκλήσεις του εκλεπτυσμένου πολιτισμού, παράγοντας μ’ αυτόν τον τρόπο αποπνικτικές αφαιρέσεις.

Τα υπόλοιπα είναι απλός συλλογισμός, κάτι το καθημερινό, μ’ άλλα λόγια, το απατηλό πήγαινε-έλα ανάμεσα στο «μέσα» και στο «έξω» που αναπτύσσεται ατόφια μέσα στη λογική, εντοιχισμένη στο κρανίο.

Αυτή η «άλλη» φιλοσοφία μάς κάνει ν’ ακούμε τον βόμβο της σκέψης, τη διαρκή ανησυχία εκείνης της σφήκας που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας από παιδιά και που συνέχεια χτυπά στα μάτια μας προσπαθώντας να βρει διέξοδο. Όπως κάνουν οι μύγες, το φθινόπωρο, χτυπώντας με ορμή στα κλειστά παράθυρα αναζητώντας την ελευθερία τους.

Με ψυχολογικούς όρους, η ελευθερία της σκέψης είναι η ιδιότητα που συνδυάζει (χωρίς να τις αναμιγνύει) την ανάγκη και το αντίθετό της ή, αν θέλουμε, το δυνατό με το αδύνατο, το πραγματικό με το εξωπραγματικό.

Αυτή η ιδιότητα έχει κάτι το απροσδιόριστο, και γι’ αυτό συνηθίζουμε να συγκρίνουμε την ελευθερία με την ελαφρότητα του αέρα. Ο Σοπενχάουερ στιγμάτισε τον άνθρωπο που αισθάνεται ελεύθερος όπως ο αέρας και τον προσκάλεσε να αισθάνεται ελεύθερος όπως το νερό.

Σ’ αυτή την άψογη σκέψη θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μόνο μία παρατήρηση. Το νερό δεν έχει ούτε συνείδηση ούτε φαντασία, και άρα δεν έχει μέλλον. Εμείς αντίθετα έχουμε και τη μία και την άλλη, και γι’ αυτό εκείνο το φωτοστέφανο πιθανοτήτων, μάλλον αδύνατων, ή δυνατοτήτων, ίσως απίθανων, που περικυκλώνει τον πυρήνα της αναγκαιότητας, είναι ακριβώς η πεμπτουσία της ίδιας της ζωής μας. Η οποία είναι διπλή σε σχέση με το νερό, γιατί μέσα από τη φαντασία περιέχει συγκεκριμένα την ασάφεια του δυνατού, στο παρόν και στο μέλλον, στον σκοπό και στο αποτέλεσμα.

Αλλά αυτός ο ατμός ψευδαισθήσεων και προγραμμάτων, αυτή η ομίχλη ελευθερίας, δεν διαφεύγει από την έλξη της αναγκαιότητας, δεν χάνεται στο κενό του αφηρημένου. Αντίθετα, καταβρέχει πάλι τη μηχανή, τη λαδώνει, τη γονιμοποιεί, την εμπλουτίζει και, χωρίς να αλλοιώσει τη λειτουργία της, τη μεταλλάσσει. Εμείς είμαστε ελεύθεροι όπως το νερό, με ένα φωτοστέφανο ατμού στην επιφάνεια.

Με τον καθαρό αέρα αντίθετα μοιάζει ο ευαίσθητος ηλίθιος, ο μεταμοντέρνος ήρωας, το προϊόν της κοινωνιολογικής κλινικής, ο άνθρωπος αποσυναρμολογημένος από την ψυχανάλυση και νοσηλευμένος στη μαζική κουλτούρα, έτοιμος να δεχτεί τις αμέτρητες θεραπείες που δικαιωματικά του ανήκουν.


[ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ στην Τρίτη Ματιά του Φοίβου Γκικόπουλου, Ομότιμου καθηγητή Φιλοσοφική Σχολή ΑΠΘ, επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών την Πέμπτη 23 Απριλίου 2015]