Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

ΝΕΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ: προβλήματα και προκλήσεις από την «εκλαΐκευση» της επιστήμης

Πώς διαμορφώνεται στις μέρες μας –και από ποιους– η δημόσια εικόνα της επιστήμης; Πόσο επαρκώς ενημερωμένοι είναι οι μη ειδικοί σε θέματα επιστήμης πολίτες για τις πρωτοποριακές ανακαλύψεις της βασικής έρευνας και τις τεχνολογικές εφαρμογές της; Αφορμή για να εξετάσουμε πιο συστηματικά αυτά τα ερωτήματα στάθηκε η ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση που δέχτηκε ο γράφων, ως συντάκτης επιστημονικών θεμάτων της «Εφημερίας των Συντακτών», από τον Λευτέρη Ζούρο, ομότιμο καθηγητή Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, να μιλήσει στη «Δαρβινική Δευτέρα», μια επιστημονική εκδήλωση-συζήτηση που απευθύνεται όχι σε ειδικούς, αλλά στο ευρύ κοινό, και πραγματοποιείται μια φορά τον μήνα στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης Έτσι, τη Δεύτερα (30-3-2015) είχαμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε και κυρίως να συζητήσουμε με ένα ενθουσιώδες και πολυπληθές ακροατήριο για τον «Ρόλο της δημοσιογραφίας στον επιστημονικό αναλφαβητισμό: προβλήματα και προκλήσεις στην εκλαΐκευση της επιστήμης». Το σημερινό άρθρο επιχειρεί να συνοψίσει, αναμφίβολα ανεπαρκώς, αφού δεν μπορεί να αναπαραγάγει την τόσο ζωντανή και διεγερτική εμπειρία διαλόγου.


Η διάδοση στο ευρύ κοινό των μεγάλων κατακτήσεων, των πολλαπλών δυνατοτήτων και των ασύλληπτων τεχνολογικών εφαρμογών της επιστημονικής έρευνας αποτελεί σήμερα ζωτική ανάγκη κάθε κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται, αυτάρεσκα, ως «κοινωνία της γνώσης». Όμως, η ζωτική όσο ποτέ ανάγκη των πολιτών για έγκυρη ενημέρωση και κριτική αποτίμηση των επιτευγμάτων της τεχνοεπιστήμης σκοντάφτει σε δύο φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια: αφενός στη δυσκολία κατανόησης από το μη ειδικό κοινό των νέων επιστημονικών-τεχνολογικών κατακτήσεων, και αφετέρου στις ατυχείς ή και σκοπίμως παραπλανητικές «εκλαϊκευτικές» στρατηγικές που τόσο συχνά υιοθετούνται από τους επίδοξους εκλαϊκευτές (ειδικούς δημοσιογράφους ή επιφανείς επιστήμονες).
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο εμπόδιο στη δημοσιοποίηση της επιστημονικής γνώσης να είναι η ίδια η νεωτερική ιδέα και πρακτική της «εκλαΐκευσης». Η «αφ’ υψηλού» δηλαδή και επιλεκτική μεταφορά πληροφοριών από τους λίγους (που γνωρίζουν) στους πολλούς (που αγνοούν), η οποία οδηγεί σε πρωτοφανή επιστημονικό αναλφαβητισμό αλλά και σε νέες, ιδιαίτερα επικίνδυνες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού.
Εκλαΐκευση ή οικειοποίηση του επιστημονικού λόγου
Μήπως όμως η εκλαΐκευση, δηλαδή η «μετάφραση» του επιστημονικού ιδιωματικού λόγου στην καθημερινή γλώσσα, είναι όντως απαραίτητη, όπως πολλοί ισχυρίζονται, για τη διάδοση της «δύσπεπτης» επιστημονικής σκέψης και την οικειοποίησή της από το ευρύ και μη ειδικό κοινό; Περισσότεροι από δύο αιώνες εξέλιξης των εκλαϊκευτικών πρακτικών υποδεικνύουν το αντίθετο: ότι πρόκειται αναμφίβολα για μια ελιτίστικη προσέγγιση, η οποία όχι μόνο υπονομεύει την ίδια την πράξη της επιστημονικής ενημέρωσης, αλλά και αδικεί καταφανώς τις γνωσιακές ικανότητες του μη ειδικού κοινού.
Δεν είναι, λοιπόν, διόλου περίεργο το ότι η ευρύτερη δυνατή διάδοση του επιστημονικού πολιτισμού αναδεικνύεται σε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά-παιδαγωγικά στοιχήματα του εικοστού πρώτου αιώνα. Μόνο αν κερδηθεί αυτό το στοίχημα θα μπορέσει ίσως να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην επιστήμη και την κοινωνία, που είναι καταστροφικό και για τις δύο.
Γιατί όμως στην εποχή μας, που αυτοχαρακτηρίζεται «εποχή του επιστημονικού πολιτισμού», εξακολουθεί να πρυτανεύει ο επιστημονικός αναλφαβητισμός και ο φόβος απέναντι στις εξελίξεις και τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης; Μια εύλογη εξήγηση είναι ότι οι νέες κοινωνικές σχέσεις και ανισότητες οικοδομούνται πάνω σ’ αυτόν ακριβώς τον κοινωνικά επιβεβλημένο επιστημονικό αναλφαβητισμό. Διότι, βέβαια, ακόμη και οι πλέον δύσπιστοι οφείλουν να παραδεχτούν ότι η σύγχρονη βιοπολιτική ασκείται και, κυρίως, εξαρτάται από εκείνους που κατέχουν, διαχειρίζονται και ελέγχουν την εντυπωσιακή παραγωγή επιστημονικής γνώσης.
Πάντως, ο τεράστιος όγκος γνώσης που έχει συσσωρευθεί από τις λεγόμενες «θετικές» επιστήμες, και κυρίως οι ασύλληπτες τεχνολογικές εφαρμογές αυτής της γνώσης δεν φαίνεται να είναι πλέον σε θέση ούτε να δικαιολογήσουν την, μέχρι πρόσφατα, αυταπόδεικτη αξία της επιστήμης, ούτε να νομιμοποιούν αυτομάτως τις τεχνολογικές εφαρμογές της.
Πράγματι, οι καταστροφικές για το περιβάλλον συνέπειες της ανεξέλεγκτης τεχνολογικής ανάπτυξης, οι γεωπολιτικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας, οι καταχρήσεις της βιοτεχνολογίας και της βιοϊατρικής, τείνουν σταδιακά να αμαυρώσουν την κυρίαρχη και ωραιοποιημένη δημόσια εικόνα της επιστήμης, το νεωτερικό όνειρο της έλευσης ενός επίγειου τεχνοεπιστημονικού «παραδείσου».
Γεγονός που, με τη σειρά του, θα έπρεπε να επιβάλει μια εντελώς διαφορετική γνωστική-παιδαγωγική προσέγγιση από την ψευδεπίγραφα «δημοκρατική» κοινωνική πρακτική της εκλαΐκευσης της επιστήμης. Κυρίως όμως, απαιτείται σήμερα μια νέα ηθικο-πολιτική αξιολόγηση και διαύγαση των περίπλοκων σχέσεων της επιστήμης με την κοινωνία και τον πολιτισμό.
Αντ’ αυτού, λόγω της ανεπαρκούς, υπερβολικά ωραιοποιημένης και τελικά κακής επιστημονικής ενημέρωσης του κοινού από τα ΜΜΕ (αλλά και τα ειδικά περιοδικά) δημιουργείται μια μάλλον ουτοπιστική και συχνά παραπλανητική δημόσια εικόνα της τεχνοεπιστήμης.
Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι, σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης, η μοναδική στρατηγική άμυνας που υιοθετούν οι «αγορές» είναι ο κοντόφθαλμος βιοπολιτικός «επιστημονισμός»: ο μύθος δηλαδή ότι η επιστήμη ή η τεχνολογία, αργά ή γρήγορα, θα δώσουν τη «λύση» για τη γενικευμένη κοινωνική και παραγωγική κατάρρευση. Μια λύση, ωστόσο, που επιβάλλει την ιδιωτικοποίηση και τη συστηματική υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα της επιστημονικής έρευνας.
Η επιστημονική σκέψη ως αντίδοτο στον σκοταδισμό
Αν, τώρα, προσθέσει κανείς στη διάψευση των ουτοπιστικών μύθων της τεχνοεπιστήμης και τη συστηματική υπονόμευση των αρχών της νεωτερικής επιστήμης από ό,τι συνήθως περιγράφεται ως «επιστημολογία», από τις θεμελιώδεις δηλαδή ανακαλύψεις που προέκυψαν από τη μελέτη της ιστορίας και της μεθοδολογίας των επιστημών, διαπιστώνουμε ότι, στις μέρες μας, η κατάρρευση του κοινωνικού μύθου της επιστήμης είναι πλήρης.
Πράγματι, αυτές οι νέες επιστημολογικές ανακαλύψεις, στα τέλη του εικοστού αιώνα, οδήγησαν σταδιακά σε μια ριζική κριτική του επιστημονικού εγχειρήματος συνολικά, και τροφοδότησαν με επιχειρήματα τις πιο ακραίες μεταμοντέρνες, σκεπτικιστικές και αποδομιστικές απόψεις που επιθυμούν προγραμματικά να συσκοτίσουν την αποφασιστική σημασία της επιστημονικής προσέγγισης για την ανθρώπινη ιστορία.
Παραβλέποντας (σκοπίμως!) τον ιδιαίτερα γόνιμο και κοινωνικά επωφελή διάλογο της επιστήμης με τη φυσική πραγματικότητα, οι μεταμοντέρνες «επιστημολογικές» αντιλήψεις που είναι σήμερα στη μόδα, ενώ αναβάθμισαν τον ρόλο της Κοινωνίας υποβάθμισαν συστηματικά τον ρόλο της Φύσης, μέχρι του σημείου να την εξαλείψουν εντελώς ως αιτία ή, έστω, ως την κινητήρια δύναμη για την παραγωγή της επιστημονικής γνώσης και πρακτικής (τεχνολογία).
Έτσι όμως, ορισμένοι επιφανείς κοινωνιολόγοι της επιστήμης κατέληξαν να εισαγάγουν λαθραία στην ανθρώπινη γνωστική περιπέτεια –χωρίς ποτέ να τη δικαιολογήσουν επαρκώς– μια πολύ πιο σκοτεινή κοινωνικοπολιτική αιτιότητα, η οποία θεωρείται σχεδόν «υπερ-φυσική». Η συγκεκριμένη επιστημολογική άποψη ενίσχυσε, παρά τις προθέσεις των δημιουργών της, μια νεοφιλελεύθερη «πραγματιστική» προσέγγιση της γνώσης, θύματα της όποιας είναι τελικά και οι ίδιοι οι αποδομιστές!
Στις μέρες μας, η ταχύτατη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης έχει δημιουργήσει ένα βαθύτατο κοινωνικό χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που γνωρίζουν και αυτούς που αγνοούν τις επιστημονικές εξελίξεις. Η διάκριση αυτή, ανάμεσα στους λίγους μυημένους και τους πολλούς αμύητους, γεννά εκ των πραγμάτων έναν ιδιότυπο «επιστημονικό σκοταδισμό», ο οποίος ενδέχεται, αν δεν προνοήσουμε εγκαίρως, να οδηγήσει τις υπερεπιστημονικές και υπερτεχνολογικές κοινωνίες μας σ’ έναν νέο «γνωσιακό Μεσαίωνα».
Άραγε, η διάδοση της επιστημονικής παιδείας μέσω της αξιόπιστης και υπεύθυνης δημόσιας ενημέρωσης των πολιτών, θα μπορούσε να γεφυρώσει το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην επιστήμη και την κοινωνία, αντιστρέφοντας τη σημερινή αυτοκαταστροφική τους πορεία; Και η υπεύθυνη επιστημονική δημοσιογραφία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής στον πενιχρό διάλογο επιστήμης-κοινωνίας;
Ο,τι διαφοροποιεί την «εκλαΐκευση» των επιστημονικών πληροφοριών και ειδήσεων από τη «διάδοση» του επιστημονικού τρόπου σκέψης και πολιτισμού δεν είναι μόνο το τι επιλέγουμε να γνωστοποιήσουμε αλλά και το πώς το παρουσιάζουμε στην κοινωνία. Επομένως, πρέπει να επενδύσουμε όχι στην εκλαΐκευση αλλά στην ευρύτερη δυνατή διάδοση και οικειοποίηση του επιστημονικού τρόπου σκέψης.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να υπερβούμε τα επικοινωνιακά ή τα γνωσιακά αδιέξοδα του παρελθόντος, κυρίως όμως τον νέο επιστημονικό σκοταδισμό που συνεπάγεται η υποκριτικά δημοκρατική –αλλά στην πραγματικότητα ελιτίστικη– πρακτική της «εκλαΐκευσης» της επιστήμης.
Ένα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας άξιο της Μεγαλονήσου
 Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης (ΜΦΙΚ) βρίσκεται στο Ηράκλειο και λειτουργεί στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων του Πανεπιστημίου Κρήτης. Ιδρύθηκε με Προεδρικό Διάταγμα τον Δεκέμβριο του 1980 και στη μέχρι σήμερα πορεία του μπορεί να διακρίνει κανείς δύο φάσεις: την πρώτη, από την ίδρυσή του μέχρι το 1993, κατά την οποία το ΜΦΙΚ είχε μικρή ανάπτυξη, και τη δεύτερη από το 1993 έως σήμερα, όπου η ανάπτυξή του είναι κυριολεκτικά εκρηκτική.
Σήμερα είναι σε θέση να καλύπτει όλες τις τυπικές δραστηριότητες ενός πλήρους και σύγχρονου μουσείου: διατηρεί και αναπτύσσει μοναδικές συλλογές, πραγματοποιεί έρευνες για το φυσικό περιβάλλον, συνεισφέρει στην εκπαιδευτική διαδικασία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης και προβάλλει στους εκθεσιακούς του χώρους τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος της Κρήτης και της ανατολικής Μεσογείου. Ειδικότερα, οι επιστημονικές συλλογές του αριθμούν περισσότερα από 2.000.000 δείγματα και αρκετές από αυτές θεωρούνται από τις πλέον σημαντικές παγκοσμίως για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Η εντυπωσιακή του ανάπτυξη κατά την τελευταία δεκαετία οφείλεται στον επαγγελματισμό των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτό, οι οποίοι με συγκινητική αυταπάρνηση ικανοποιούν καθημερινά τη μεγάλη ανάγκη της Κρήτης για σωστή περιβαλλοντική και επιστημονική παιδεία. Διότι, εκτός από εκθεσιακός χώρος που φιλοξενεί μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις, το μουσείο λειτουργεί και ως κέντρο έρευνας για πολλούς φοιτητές, προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς, για να μην αναφερθούμε στους αμέτρητους μαθητές που το επισκέπτονται καθημερινά.
Μια άλλη σημαντική δραστηριότητα του μουσείου είναι οι επιστημονικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στο Αμφιθέατρο, όπως π.χ. η «Δαρβινική Δευτέρα».
Επιπλέον, το ΜΦΙΚ έχει συμβάλει στην ανάπτυξη της βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας για το φυσικό περιβάλλον και έχει πραγματοποιήσει πολλές συστηματικές παλαιοντολογικές ανασκαφές σε διάφορες θέσεις της Κρήτης, με σημαντικότερη αυτή του Δεινοθήριου Γιγάντιου στη Σητεία, του μεγαλύτερου χερσαίου θηλαστικού που έζησε ποτέ στο νησί.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος που έχει επιλεγεί για την παράθεση των πολυάριθμων ευρημάτων στις εκθέσεις του. Δικαιολογημένα λοιπόν θεωρείται διεθνώς το μεγαλύτερο μουσείο του είδους του στη Μεσόγειο.

Ένα μεγάλο επιστημονικό και πολιτισμικό επίτευγμα (λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους πενιχρούς οικονομικούς πόρους που διαθέτει!), ένα όνειρο που υλοποιήθηκε χάρη στο όραμα και το πάθος του διευθυντή του, καθηγητή Οικολογίας Μωυσή Μυλωνά, και των συνεργατών του.