Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΣΕ ΠΛΑΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΚΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Τα ναυάγια στη Μεσόγειο, οι εκατοντάδες πνιγμένοι πρόσφυγες κάτω από τα γαλάζια κύματα, ο συνωστισμός του Τρίτου Κόσμου στα υγρά κράσπεδα των χωρών των Λωτοφάγων, όλα αυτά κατέκλυσαν και πάλι, προσωρινά αλλά επιτακτικά, τη δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη. Τραγικές ιστορίες αναδύθηκαν στα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ, στατιστικά στοιχεία για την πολιορκία του φρουρίου μας από τα στίφη των πενόμενων αναψηλαφήθηκαν, οι ηγέτες της ΕΕ τήρησαν στις Βρυξέλλες ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων...  Εκτός όμως από τη συμβολή της δημοσιογραφίας, της στατιστικής και της πολιτικής στην περιγραφή της νέας, μεγάλης μετανάστευσης των λαών, υπάρχει άραγε άλλη τέχνη που να προσφέρει κάποια άλλη προσέγγιση; Μια τέτοια δυνατότητα προσφέρει η ποίηση, κι ας είναι για τους περισσότερους απροσδόκητη. Ο Γερμανός ποιητής Ντουρς Γκρύνμπαϊν, παρατηρώντας μερικούς Αφρικανούς μετανάστες σ’ ένα πάρκο, έγραψε ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε χωρίς επιτακτική αφορμή πριν από μερικές εβδομάδες στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung. Ας το διαβάσουμε:




ΟΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ

Είδα φαντάσματα στο πάρκο ―
Αφρικανούς. Ήταν ανάκατα ξαπλωμένοι στο γρασίδι
κάτω από απρόσιτα πεύκα, σαν τους χωρικούς του Μπρέγκελ
στη Χώρα της Αφθονίας. Κοιμόντουσαν εκεί έξω
βρέξει-χιονίσει, κρεμούσαν για στέγνωμα υγρές κελεμπίες
και παντελόνια από τα κοντέινερ του ευαγούς ιδρύματος
πάνω στις περιφράξεις, στους θάμνους.
Καθαρίζονταν νωρίς όπως οι γάτες, έπλεναν
τα άσπρα δόντια στα σκούρα πρόσωπά τους
στο σιντριβάνι με το παγωμένο νερό των υδραγωγείων,
που είχαν χτίσει σκλάβοι της ρωμαϊκής εποχής.
Ήταν αθέατοι, για τους περισσότερους τίποτα παραπάνω
από μορφές στο περιθώριο. Σκιές από έναν κάτω κόσμο,
ενδιαφέρουσες μόνο για τα λαγωνικά ― άντρες
με λυκόσκυλα ― έφερναν βόλτες
από το χάραμα μέχρι τη δύση.
Κατά βάση υπερήφανοι άνθρωποι, άχρηστοι όμως
μέσα στη μυστικότητά τους, σημαδεμένοι με δυο μάτια,
που φλέγονταν ώρα πολλή αφότου κανείς τα συναντούσε,
όπως στο όνειρο η θάλασσα, που τους είχε ξεβράσει,
η θάλασσα ανάμεσα σ’ αυτούς και σε μας.




Πέραν του καλού και του κακού


Ο Ντουρς Γκρύνμπαϊν (Durs Grünbein) μιλά για μια δράκα Αφρικανούς που ρεμπελεύουν, συμπαθητικοί και άχρηστοι, σε κάποιο πάρκο, σε κάποια ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. Η υπεραξία της ποίησης στην περίπτωση αυτή έγκειται στην άρση του μανιχαϊσμού. Οι πρόσφυγες δηλαδή δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, είναι κάποιοι που βρίσκονται ανάμεσά μας, επειδή κατάφεραν να νικήσουν τη μεγάλη θάλασσα που μας χωρίζει, και να ’τοι τώρα που καταλύουν, ας πούμε στον Εθνικό Κήπο μας, και εκλαμβάνονται από τη συνείδησή μας σαν σκιώδεις μορφές ενός απροσδιόριστου περιθωρίου. Εκτός κι αν βρεθεί η στιγμή και τους κοιτάξουμε βαθιά μέσα στα σκοτεινά, αλλά φλογερά τους μάτια. Και ποιος να 'χει άραγε διαθέσιμη μια τέτοια στιγμή, μέσα στην τύρβη και την πολυπραγμοσύνη της ηλεκτρισμένης μας καθημερινότητας; Μόνο ο ποιητής την είχε διαθέσιμη, και γι αυτό η ματιά του έχει για μας μια δυσεύρετη υπεραξία: τον κόκκο της αντικειμενικότητας που κρύβεται πάντα στο βάθος της τολμηρής και απόλυτης υποκειμενικότητας. Έναν κόκκο σινάπεως.

[ΠΗΓΗ: Σπύρος Μοσκόβου: Οι Αφρικανοί του Γκρύνμπαϊν -  http://www.dw.de/ ]