Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

ΑΡΑΓΕ ΔΙΧΩΣ ΤΗ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ, ΠΟΣΟΥΣ ΟΝΤΩΣ ΕΡΩΤΕΥΣΙΝΟΥΣ ΘΑ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΑΜΕ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ;

Γιατί οι άνθρωποι, ακόμα και οι πιο έξυπνοι, παντρεύονται ή γενικά ζευγαρώνουν τόσο συχνά με πρόσωπα εντελώς ακατάλληλα; Ποιος είναι ο λόγος που επιλέγεις να αποτύχεις στον έρωτα με κάποιον όταν όλοι οι τρίτοι γύρω σου προέβλεπαν εξαρχής την αποτυχία σας; Η πρώτη εύκολη απάντηση που μας έρχεται στα χείλη είναι πως ο έρωτας είναι τυφλός. Ο έρωτας λένε, δεν έχει να κάνει με τη λογική. Ερωτευμένοι βαριά – ιδίως κατά τη νιότη – με τον ίδιο τον έρωτα, αφήνουμε τον ποθητό άνθρωπο, ως ορισμένο μοναδικό πρόσωπο, σε δεύτερο πλάνο. Πρώτα  ο έρωτας για τον έρωτα, μετά ο έρωτας για το πρόσωπο, το συγκεκριμένο πρόσωπο. Λαχταρούμε τόσο να βυθιστούμε στην αισθηματική ατμόσφαιρα και στο σενάριο ενός ειδυλλίου, που δε χάνουμε καιρό για να εξετάσουμε προσεχτικά ποιος είναι πράγματι αυτός που αρχίζουμε να ερωτευόμαστε. Αν είναι δηλαδή όντως εκείνος που αγαπάμε. Λίγα ελκυστικά χαρακτηριστικά είναι υπεραρκετά να πυροδοτήσουν καρδιά και σώμα. Για τα υπόλοιπα, τον πρώτο τουλάχιστον καιρό, θα αναλάβει η φλογισμένη φαντασία του πόθου να κάνει τις αναγκαίες προσθήκες, τις αναγκαίες επιδιορθώσεις. Άραγε δίχως τούτη τη φλογισμένη φαντασία του πόθου, πόσους όντως ερωτεύσιμους θα ανακαλύπταμε γύρω μας; [ART by Trane Von Ein Engel]



Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πως τα ψεύδη του έρωτα περνούν στην αρχή απ’ τη μαγεία, τη γοητεία και την ποίηση, την έκσταση κι εκείνη την υπέρβαση των ορίων σου, των ορίων ζωής και θανάτου. Να όμως που οι άνθρωποι συχνά ζευγαρώνουμε με πρόσωπα που, από χέρι, καταδικάζουν τη γοητεία σε απογοήτευση. Οι άνθρωποι διαλέγουν πρόσωπα ακατάλληλα να σχετιστούν και, ακόμα συχνότερα, να παντρευτούν. Είναι όμως πάντα ο τυφλός έρωτας που οργανώνει τη ζημιά;

Πολλοί καταφεύγουν στη επίφαση του έρωτα. Στα κλισαρισμένα επεισόδια και στις ασφαλείς ρυθμίσεις σχέσεων. Ήρεμα και κανονικά θα αγαπούν μέχρι να απομείνουν κι οι ίδιοι ένα ασφαλές κλισέ του εαυτού τους. Φτιάχνουν λοιπόν ερωτική σχέση και γάμο με άνθρωπο που δε συνταράσσει, ώστε να μη διαταράσσει τον κόσμο τους. Το προτιμούν. Όλα μετρημένα και ζυγισμένα με κριτήριο κάποια επίφαση σιγουριάς. Ώστε να μπορούν και να χωρίσουν εύκολα. Ώστε να μπορούν να φύγουν. Για να μην πονέσουν φριχτά αν εγκαταλειφθούν, για να ξεχάσουν κατόπιν εύκολα, και πιο πολύ, για να είναι σε θέση γρήγορα να αναπληρώσουν. Για να μπορούν να είναι πολυγαμικοί και να μη χάνουν ευκαιρίες για νέες μικροπεριπέτειες. Ο γνήσιος έρωτας είναι – θες δε θες – πιστός, ενώ εκείνοι προτιμούν να λένε πως έχουν εμπειρίες. Η φανταχτερή ποσότητα εις βάρος της ακριβής ποιότητας ήταν πάντα για τον κόσμο ένα δίλημμα. Όχι, όχι… δε θα προσφέρουν τον εαυτό τους στον άλλον, γιατί δε θέλουν να χάσουν τον εαυτούλη τους.

Δε φεύγουν όμως πάντα όπως ονειρεύονται. Τις πιο πολλές φορές δένονται για τα καλά σε μέτριες σχέσεις, σε μέτριες συγκινήσεις. Παραμένουν σε μια υποτονική, «λίγη» σχέση, που κατά βάθος περιφρονούν, όπως περιφρονούν και την αδυναμία τους…

Είναι απίστευτο, αλλά οι περισσότεροι, δε ζούμε. Προσπαθούμε μόνο να μην πεθάνουμε.
....Δεν είναι ανεκτός για όλους τους ψυχισμούς ο αλη­θινός έρωτας!.  Η ακραία αυτή κατάσταση της ύπαρξης αξιώνει τη «θρησκευτική» ακρότητα: «Για να κερδίσεις την ψυχή σου πρέπει να τη χάσεις».  Προϋποθέτει λοι­πόν θυσία, χαμό και απώλεια, κι εκείνο το ιλιγγιώδες άγνωστο που έχεις να διαπεράσεις νύχτα, ξυπόλυτος, διακινδυνεύοντας τα πάντα. 

Ακούγονται ποιητικά και ενδιαφέροντα τέ­τοια λόγια, στην πράξη όμως καταντούν αβάσταχτα πρόκληση ζωής αληθινής, μόνο για τους λίγους, τρόμος και, ως εκ τούτου, απώθηση για τους πολλούς. Κι έτσι, οι πολλοί καταφεύγουν στην επίφαση του έρωτα, στα κλισαρισμένα επεισόδια και στις ασφαλείς ρυθμίσεις σχέσεων.  Ήρεμα και κανονικά θα αγαπούν μέχρι να απομείνουν κι οι ίδιοι ένα ασφαλές κλισέ του εαυτού τους.  Έτσι ελπίζουν του­λάχιστον. Έτσι θέλουν να πιστεύουν πως είναι συνετότε­ρο και ακίνδυνο. 

Οργανώνουν το πάθος τους, τις αντιδράσεις τους, τα βήματα τους.  Ακόμα και τη λύπη τους ή τον θυμό τους θέλουν να προσχεδιάσουν, μέχρι πού μπορούν να φτάσουν.  Με ένα εργαλείο διαίσθησης —κάτι σαν ένστικτο επιβίωσης— ξεχωρίζουν το πρόσωπο που θα συνδεθούν, προκειμένου να πορευτούν με ασφάλεια, σχετική έστω ασφάλεια, μαζί του.  Το πρόσωπο το ανώδυνο, το προβλέψιμο, το ελεγχόμενο, εκείνο που πιο πολύ βολεύει παρά παρασέρνει.  Που καθησυχάζει αντί να αναστατώνει. Κι αν αναστατώνει, ας είναι τόσο ώστε να κρατιέται στα υποφερτά μέτρα. Είναι τέχνη να τα εντοπίζεις αυτά.

Η πρόβλεψη και η οσμή του κινδύνου, ο κίνδυνος του γκρεμού είναι από τις πρώτες ικανότητες που αναπτύσσει το σώμα μας από τη βρεφική κούνια. Φτιάχνουν λοιπόν ερωτική σχέση και γάμο με άνθρωπο που δεν συνταράσσει, ώστε να μη διαταράσσει τον κόσμο τους..  Το προτιμούν… Όλα μετρημένα και ζυγισμένα με κριτήριο κάποια επίφαση σιγουριάς. Ώστε να μπορούν και να χωρίσουν εύκολα.  Ώστε να μπορούν να φύγουν. Για να μην πονέσουν φριχτά αν εγκαταλειφθούν, για να ξεχάσουν κατόπιν εύκολα και πιο πολύ, για να είναι σε θέση γρήγορα να αναπληρώσουν.  δίλημμα. Όχι, όχι... δε θα προσφέρουν τον εαυτό τους στον άλλο, γιατί δε θέλουν να χάσουν τον εαυτούλη τους…

Ο έρωτας αρχίζει να φθείρεται απ' τη στιγμή που κοινοποιείται, γράφει ο Νίτσε.  Όμως ο μέ­σος άνθρωπος είναι ολάκερος μια κοινοποίηση, ζει για τον κύκλο του κι όχι για το κέντρο του. Όχι, δε θέλουν να συναντήσουν το πρόσωπο του γνή­σιου, του μεγάλου έρωτα τους. Το πρόσωπο που θα τους συγκλονίσει.  Δεν έχουν τα κότσια για τόσο κίνδυνο, για τόση οδύνη. Και να το συναντήσουν, θα κάνουν πως δεν το κατάλαβαν.  Και να το καταλάβουν, θα προσπαθήσουν να το υποτιμήσουν.  Θα το στολίσουν με ελαττώματα για να το αποφύγουν.  Για να δικαιολογηθούν που δεν τολ­μούν.  Ίσως και να μην πιστεύουν πως το αξίζουν.  Έχουν πολύ ψυχικό και πνευματικό μόχθο όλα τούτα. Θέλουν να αυτοπροστατεύονται από την πρόγευση παραδείσου που λέγεται ότι χαρίζει ο αληθινός ερα­στής, γιατί δεν είναι απροϋπόθετος ο παράδεισος, γιατί έξω απ' τον παράδεισο καραδοκεί και η τιμωρία, η εξο­ρία.  Για να μην τρέμουν μήπως τους εγκαταλείψει μια μέρα το αγαπημένο πρόσωπο, για να μην τρέμουν την έκθεση, τη στέρηση και την καταδίκη σε μοναξιά και σε αντιπαράθεση με τον ανυπόφορο εαυτό τους μετά. 

Δεν αντέχεται απ' όλους ο συναρπαστικός έρωτας.  Δε βο­λεύει.  Έχει αγωνία, έχει τρόμο, εξευτελισμούς, ζημιές και διαφυγόντα κέρδη. Δεν είναι πως δεν καταλαβαίνουν τη δύναμη του, πως δεν ελκύονται.  Ποιος μπορεί να αποφύγει μια τέ­τοια αίσθηση, μια τέτοια γνώση, αφού είναι ριζωμένη στη φύση μας; Κάτι βαθύ, παλιό, αρχαίο εντός τους το έχει παράδοξα κάποτε βιώσει.  Γι' αυτό και μοιάζει με νοσταλγία αυτό που αισθάνονται όταν παρακολουθούν ταινίες ερωτικές, όταν διαβάζουν μυθιστορήματα για μεγάλες αγάπες, όταν ακούν μουσικές που διεγείρουν την πρωτογενή λαχτάρα. 

Εκ του ασφαλούς έστω. Στον καναπέ.  Παίρνουν όμως ένα ύφος ονειροπόλο.  Τους ξεφεύγει για λίγο μια ρέμβη. Γρήγορα όμως επιστρέφουν στην επίφαση σχέσης που κατάντησαν τη σχέση τους.  Με όσα συμπτώματα και πα­ρενέργειες φέρνει σιγά σιγά και σταθερά η στέρηση του ουσιώδους. Θα αναζητούν όσο μεγαλώνουν φυγές.  Εκ του ασφαλούς φυγές.  Ομπρέλες στις καταιγίδες, στις εσωτερικές θύελλες, ακόμα και στις μικρές μπόρες.
Θυμάμαι που διάβασα παλιότερα σε εφημερίδα πως, μια νύχτα, η νοσοκόμα του Γιάννη Τσαρούχη τον μάλωνε επειδή εκείνος ετοιμαζόταν να βγει και να πάει σε μια γιορτή.  Ήταν ήδη πολύ άρρωστος, έξω είχε πα­λιόκαιρο και η νοσοκόμα τού έβαλε τις φωνές. 
«Κύριε Τσαρούχη, πού πάτε; 
Θα πεθάνετε!»
«Για να μην πεθάνω, να μη ζήσω;» τη ρώτησε εκείνος.
Είναι απίστευτο, αλλά οι περισσότεροι έτσι περίπου ζούμε τις ζωές μας. 
Δε ζούμε.  Προσπαθούμε μόνο να μην πεθάνουμε.


[Πηγή: ΖΕΥΓΑΡΩΝΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ, Αποσπάσματα από το βιβλίο «Ο παλιάτσος και η Άνιμα» της Μάρως Βαμβουνάκη – εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ]