Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Γιατί, αλήθεια, οι άνθρωποι ποθούν την πολιτική εξουσία και γιατί- όταν την αποκτούν- δυσκολεύονται τόσο πολύ να την εγκαταλείψουν;

Στα είκοσι του χρόνια λέγανε γι’ αυτόν:
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας»
Και τώρα –που πλησιάζει τα πενήντα-
Πάλι το ίδιο λένε
Με μόνη διαφορά
Μιαν ελαφρά παραλλαγή στον τόνο της φωνής
(για να αποδοθεί
το νόημα σωστά
πως κάτι τέτοιους δηλαδή
-όπως κι αυτός-
βγάζει το δόλιο το έθνος μας)
[Ένας στίχος από το ποίημα ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΧΑΪΚΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝΤΕΣ του Κ.Π. Καβάφη αποτελεί τον άξονα του ποιήματος ΜΙΑ ΕΛΑΦΡΑ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ της Τασούλας Καραγεωργίου από τη συλλογή ΤΟ ΑΔΡΑΧΤΙ ΠΟΥ ΜΑΤΩΝΕΙ. Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Β. ΧΑΒΕΛ, Τσέχος συγγραφέας και πολιτικός, καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία για τον ΠΕΙΡΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι ποθούν την πολιτική εξουσία. Είναι το όραμα για μια καλύτερη κοινωνία, είναι η πίστη τους σε ιδανικά και αξίες ή μήπως από προσωπική φιλοδοξία για ανάδειξη δελεάζονται από τα πολλά προνόμια που συνοδεύουν τη ζωή ενός πολιτικού; Με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Χάβελ, όντας κι ο ίδιος πολιτικός όταν γράφει αυτό το άρθρο, δίνει έμφαση στις αυξημένες ικανότητες και στη μεγάλη σεμνότητα που πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν πολιτικό για να μείνει μέχρι τέλους αλώβητος κι απλός. Διαβάστε το άρθρο του, θα παραμένει πάντα επίκαιρο]:  


   
  Κατά πρώτο λόγο, οι άνθρωποι ωθούνται προς την πολιτική από τα οράματά τους και για μια καλύτερη κοινωνική διάταξη, από την πίστη τους σε ορισμένα, καλώς ή κακώς εννοούμενα, ιδανικά και αξίες και από την ανάγκη, ή την ακατάσχετη ορμή, να αγωνιστούν γι' αυτά και να τα κάνουν πραγματικότητα.
     Κατά δεύτερο λόγο, τους οδηγεί πιθανώς μια φυσιολογική σε κάθε άνθρωπο επιθυμία για επιβεβαίωση του εαυτού του. Μπορεί κανείς να φανταστεί ελκυστικότερο τρόπο να επισφραγίσει την ύπαρξή του και να βεβαιωθεί για την αξία της από τον τρόπο που μας προσφέρει η εξουσία;
     Στην Τρίτη κατηγορία λόγων, που κάνουν ίσως πολλούς ανθρώπους να ποθούν την εξουσία και αν είναι τόσο απρόθυμοι να την εγκαταλείψουν, ανήκουν τα ποικίλα προνόμια τα οποία αναγκαστικά συνοδεύουν τη ζωή ενός πολιτικού, ακόμα και στα δημοκρατικότερα καθεστώτα.
     Αυτοί οι τρεις λόγοι περιπλέκονται μεταξύ τους με τον πιο πολύπλοκο τρόπο και πολλές φορές είναι σχεδόν αδύνατον να καθορίσουμε ποιος από τους τρεις υπερισχύει. Σχεδόν πάντα πίσω από τους λόγους της πρώτης κατηγορίας κρύβονται οι λόγοι των άλλων δύο. Εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω πολιτικό που να καταδέχεται να ομολογήσει στον κόσμο, ή έστω και στον εαυτό του, ότι επιδιώκει ένα αξίωμα μόνο και μόνο για να δώσει στον εαυτό του την επισφράγιση της σημασίας και της αξίας του ατόμου του ή - ακόμα χειρότερα- ότι το μόνο που επιθυμεί είναι να μπορέσει να γευτεί τα προνόμια που του προσφέρει η εξουσία. Αντίθετα, όλοι επαναλαμβάνουμε, ξανά και ξανά, ότι εκείνο που επιδιώκουμε δεν είναι η εξουσία καθεαυτή παρά μόνον ορισμένες γενικότερες αξίες και ότι η ευθύνη απέναντι στο σύνολο είναι το μοναδικό πρόσταγμα που μας κάνει να επωμισθούμε το βαρύ φορτίο τους αξιώματός μας εν ονόματι των αξιών που υπερασπιζόμαστε…
     Είμαι από εκείνους που βλέπουν την παραμονή τους στο πολιτικό αξίωμα ως έκφραση του αισθήματος ευθύνης, του αισθήματος χρέους, ακόμη και ως ένα είδος θυσίας. Όσο όμως παρατηρώ άλλους πολιτικούς, τους οποίους γνωρίζω καλά και που διατείνονται ακριβώς τα ίδια, νιώθω την ανάγκη να αναλύομαι, ξανά και ξανά, και να θέτω στον εαυτό μου το ερώτημα: μήπως κι εγώ, παρ’ όλα αυτά, αρχίζω να παραπλανώ τον εαυτό μου; Μήπως και στη δική μου περίπτωση πρόκειται περισσότερο για μια ανομολόγητη επιθυμία να βεβαιωθώ πως κάτι σημαίνω, άρα υπάρχω, παρά για αγνή προσφορά για το καλό του συνόλου;
    Ιδιαίτερη προσοχή αξίζουν οι λόγοι της τρίτης κατηγορίας που ανέφερα, δηλαδή η επιδίωξη των προνομίων που συνεπάγεται η κατάκτηση της εξουσίας ή απλά και μόνο ο εθισμός σ’ αυτά τα προνόμια. Είναι άκρως ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς το πόσο διαβολικός είναι ο πειρασμός της εξουσίας σ’ αυτή τη συγκεκριμένη σφαίρα. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο, όταν βρεθούν ξαφνικά στην εξουσία εκείνοι από εμάς που ποτέ δεν είχαν στα χέρια τους καμία εξουσία και πάντοτε με πολύ θάρρος κατήγγελλαν τα προνόμια των ιθυνόντων, διότι αυτά ήταν η αιτία να μεγαλώνει ολοένα το χάσμα ανάμεσα στους ίδιους και όλους τους άλλους.
     Εμείς οι ίδιοι λοιπόν, χωρίς να το θέλουμε φυσικά, αρχίζουμε να μοιάζουμε, πολλές φορές επικίνδυνα, με αυτούς ακριβώς τους κατακριτέους προκατόχους μας. Το γεγονός μας ενοχλεί, μας εξοργίζει, διαπιστώνουμε όμως ότι δεν ξέρουμε πώς – ή απλά δεν είμαστε σε θέση- να αντισταθούμε.
     Τι συμβαίνει λοιπόν; Πηγαίνω σε επιλεγμένο γιατρό, δεν είμαι αναγκασμένος να οδηγώ το αυτοκίνητό μου και ο οδηγός δεν είναι αναγκασμένος να κινείται με βήμα σημειωτόν και έξαλλος μέσα στο κέντρο της Πράγας. Δεν αναγκάζομαι να μαγειρεύω, ούτε να τρέχω να προμηθεύομαι τρόφιμα. Ακόμη και το τηλέφωνο το παίρνουν άλλοι, όταν θέλω να μιλήσω με κάποιον.
     Δηλαδή, βρέθηκα σ’ έναν κόσμο προνομίων, εξαιρέσεων, ευνοιών, σ’ ένα κόσμο όπου οι ευνοούμενοι σε λίγο δεν θα θυμούνται πια πόσο κοστίζει το εισιτήριο του τραμ ή το βούτυρο, πώς ψήνεται ο καφές, πως οδηγούν αυτοκίνητο ή πώς τηλεφωνούν. Βρίσκομαι λοιπόν στο κατώφλι εκείνου ακριβώς του κόσμου της αφρόκρεμας που όλη μου τη ζωή επέκρινα.
     Και το χειρότερο, όλα τούτα έχουν την αλεξίσφαιρη λογική τους. Θα ήμουν γελοίος και αξιοκαταφρόνητος αν έχανα σημαντικότατες για τα συμφέροντα της χώρα μου διαπραγματεύσεις αναλώνοντας τον προεδρικό μου χρόνο στον προθάλαμο του οδοντιάτρου, σε ουρές στο κρεοπωλείο, σε απεγνωσμένες προσπάθειες να νικήσω το σκουριασμένο τηλεφωνικό δίκτυο της Πράγας ή να σταματήσω ένα ταξί χωρίς να είμαι ο τύπος που δείχνει ότι έρχεται από τη Δύση, άρα είμαι γεμάτος δολάρια.
     Πού σταματά όμως η λογική και η αντικειμενική αναγκαιότητα και αρχίζουν οι δικαιολογίες; Πού σταματά το συμφέρον της πατρίδας και αρχίζει η χαρά των καθολικευμένων προνομίων;
     Ξανά, λοιπόν, όντας στην εξουσία, είμαι μόνιμα ύποπτος στον εαυτό μου. Όχι μόνο αυτό: αρχίζω ξαφνικά να έχω αυξημένη κατανόηση για εκείνους που τη μάχη τους με τον πειρασμό της εξουσίας τη χάνουν και, ξεγελώντας τους εαυτούς τους ότι δήθεν ακόμα υπηρετούν αποκλειστικά και μόνο την πατρίδα, όλο και πιο επικίνδυνα κρύβονται πίσω απ’ την πεποίθηση για τη λαμπρότητα του ατόμου τους, συνηθίζοντας τα προνόμια σαν κάτι αυτονόητο.
     Ο πειρασμός της εξουσίας ενέχει κάτι το ύπουλο, κάτι το παραπλανητικό και διφορούμενο: αφενός μεν η πολιτική εξουσία δίνει στον άνθρωπο την καταπληκτική ευκαιρία να επαληθευθεί από το πρωί ως το βράδυ, ότι πραγματικά υπάρχει και ότι έχει μιαν αδιαμφισβήτητη ταυτότητα, που με κάθε λέξη ή πράξη χαράζεται πολύ φανερά στον κόσμο γύρω του. Παράλληλα, όμως, η ίδια αυτή πολιτική εξουσία, μαζί με όλα όσα λογικά την συνοδεύουν, κρύβει έναν φοβερό κίνδυνο: ότι, προφασιζόμενη πως επιβεβαιώνει την ύπαρξη και την ταυτότητα μας, ανεπαίσθητα αλλά ανεπανόρθωτα, θα μας την πάρει.
     Διότι ο άνθρωπος που ξέχασε να οδηγεί αυτοκίνητο, να ψωνίζει, να ψήνει καφέ και να τηλεφωνεί δεν είναι πια ο ίδιος με τον άνθρωπο που ήξερε να τα κάνει όλα αυτά. Ο άνθρωπος που ποτέ στη ζωή του δεν είδε τον εαυτό του με το μάτι της τηλεοπτικής κάμερας και ξαφνικά υποτάσσει την κάθε του κίνηση στο βλέμμα της δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος. Τον εξουσιάζει κάτι άλλο: το αξίωμα του, οι απαιτήσεις του, οι συνέπειες, τα συνοδευτικά φαινόμενα, τα προνόμια.
     Ο πειρασμός αυτός έχει κάτι το θανατηφόρο. Κάτω από τη φαινομενική υπαρξιακή επιβεβαίωση συντελείται απαλλοτρίωση, αποξένωση, νέκρωση της ύπαρξης. Ο άνθρωπος απολιθώνεται σε προτομή. Η προτομή βέβαια τονίζει την αιώνια δόξα και σημασία του ατόμου του, ταυτόχρονα όμως είναι μόνο ένα κομμάτι νεκρής πέτρας.
     Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
     Το συμπέρασμα οπωσδήποτε δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει ν’ ασχολείται με την πολιτική, επειδή η πολιτική είναι εξ ορισμού ανήθικη.
     Το συμπέρασμα είναι άλλο: η πολιτική είναι ένα πεδίο ανθρώπινης δράσης που απαιτεί αυξημένες ικανότητες ως προς το αίσθημα του ήθους, τη δυνατότητα κριτικής αυτοσυλλογής, την πραγματική ευθύνη, την καλαισθησία και τη διακριτικότητα, την ικανότητα διείσδυσης στην ψυχή του συνανθρώπου, το αίσθημα του μέτρου, την ταπεινότητα. Είναι ένα επάγγελμα για εξαιρετικά σεμνούς ανθρώπους, για τους απαραπλάνητους.


[ΠΗΓΗ: Βάτσλαβ Χάβελ, Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, από τον ημερήσιο τύπο – Vaclav Havel, Τσέχος συγγραφέας, που αγωνιστηκε εναντίον του ολοκληρωτικού καθεστώτος της χώρας του, πριν την πτώση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη. Αργότερα, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα του έγινε ο εκλεγμένος Πρόεδρός της]  

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ε. Α. Ράουτερ – Η κατασκευή υπηκόων

Στο σχολείο κατασκευάζονται άνθρωποι, μέσω μιας διαδικασίας που λέγεται εκπαίδευση. Η οικογένεια, τα μέσα ενημέρωσης, ο κινηματογράφος, το θέατρο, τα βιβλία, οι αφίσες, είναι σχολεία με την ευρύτερη έννοια. (Όλα τα κέντρα που μεταδίδουν πληροφορίες είναι σχολεία). Το εργαλείο με το οποίο κατασκευάζεται ο άνθρωπος είναι η πληροφορία. Η φύση του εργαλείου εξαρτάται από το σκοπό για τον οποίο προορίζεται. Οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ανθρώπων είναι ανάλογες με το είδος ανθρώπου που θέλει να κατασκευάσει κάποιος. Αν θέλει να φτιάξει έναν άνθρωπο που να περνά εθελοντικά όλη τη ζωή του στο στρατό, πρέπει να τον επεξεργαστεί με διαφορετικές πληροφορίες από κείνες που κάνουν κάποιον να λατρεύει τις αγελάδες.


Οι κρίσεις και οι πεποιθήσεις μας εξαρτώνται άμεσα από τις πληροφορίες που δεχόμαστε, είναι μέρη του μηχανισμού που κατευθύνει τις πράξεις μας. Ένα από τα γρανάζια του μηχανισμού αυτού είναι η πεποίθηση ότι, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, είμαστε κύριοι των πράξεών μας. Το ότι κάποιος ξέρει τι κάνει, σημαίνει ότι καταλαβαίνει τους λόγους των πράξεών του και προβλέπει τα αποτελέσματά τους (των πράξεών του). (Αν εξετάσουμε τις πράξεις μας από αυτή τη σκοπιά, θα διαπιστώσουμε ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις ξέρουμε τι κάνουμε). Τις περισσότερες πράξεις μας (σημαντικές και μη) τις εκτελούμε χωρίς να καταλαβαίνουμε τους λόγους ή τα αποτελέσματά τους ή και τα δυο μαζί.
Βέβαια δεν είναι απαραίτητο να ξέρουμε λεπτομέρειες για τη διαδικασία της καύσης που γίνεται στον κινητήρα του οχήματος που οδηγούμε. Αυτό δεν θα επηρεάσει ουσιαστικά τις ικανότητές μας στην οδήγηση. Στην περίπτωση αυτή δεν είμαστε εντελώς κύριοι των πράξεών μας, αλλά συμφωνούμε μ’ αυτές, παρόλο που δεν εξαρτάται από τη δική μας θέληση ο τρόπος λειτουργίας του κινητήρα, αλλά από τη θέληση του κατασκευαστή (επακόλουθα: καύσιμο, καυσαέριο – ρύπανση).
 Όσο συχνότερα κάνουμε πράξεις χωρίς να ξέρουμε τους λόγους, τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματά τους, τόσο συχνότερα γινόμαστε εμείς, λόγοι, προϋποθέσεις και αποτελέσματά των πράξεων άλλων. Όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι είμαστε κύριοι πράξεων, των οποίων πραγματικοί κύριοι είναι άλλοι, τόσο περισσότερο θα είναι άλλοι κύριοί μας. Είναι συνηθισμένο να πραγματοποιεί κανείς προθέσεις χωρίς να τις γνωρίζει. Καθημερινά συμβαίνει να αγνοούν οι δάσκαλοι το μάθημα που διδάσκουν. Η ιδιομορφία να πραγματοποιεί κανείς μια πρόθεση χωρίς να τη γνωρίζει, αποδίδεται στις μηχανές. Το να συμπεριφερόμαστε σαν μηχανές δεν είναι παρά μόνο φαινομενικά ασυνήθιστο.
 Η ομιλία ανήκει στις πιο συχνές πράξεις μας. Οι περισσότεροι ισχυρισμοί που διατυπώνουν οι άνθρωποι είναι λανθασμένοι. Οι δάσκαλοι διδάσκουν εδώ και πολλές δεκαετίες, πως η γη, το κεφάλαιο και η εργασία, είναι παραγωγικοί («δημιουργικοί») παράγοντες. Ούτε η γη, ούτε το κεφάλαιο, ούτε η εργασία δημιουργούν κάτι. Οι εργάτες δημιουργούν, οι υπάλληλοι δημιουργούν. Η αιτία που διαστρεβλώσεις σαν αυτή αντέχουν τόσο πολύ στο χρόνο, θα μπορούσε να βρίσκεται στο αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα που έχει αυτή η παρουσίαση της παραγωγής, είναι ότι οι εργάτες και οι υπάλληλοι θεωρούν το κεφάλαιο σημαντικότερο για την παραγωγή απ’ όσο τους εαυτούς τους, παρόλο που αυτοί φτιάχνουν το κεφάλαιο. Αυτή η μετριοφροσύνη είναι το αποτέλεσμα. Είναι μια ιδιότητα που χαρακτηρίζει τους υποτακτικούς.
Ποιες συνθήκες κάνουν τους δασκάλους να διδάσκουν επί ολόκληρες δεκαετίες κάτι που είναι τελείως παράλογο και που βλάπτει τους διδασκόμενους; Στις μεγάλες πρωτεύουσες οι άνθρωποι δείχνουν με περηφάνια στους επισκέπτες από την επαρχία και από το εξωτερικό, τα ψηλά κτήρια και τα μεγάλα μνημεία. Τα αξιοθέατα αυτά είναι ουσιαστικά ιδιοκτησία μερικών επιχειρηματιών, που διώχνουν τους κατοίκους από τα κέντρα των πόλεων, επειδή κερδίζουν περισσότερα από τα γραφεία και τα εμπορικά καταστήματα παρά από τις κατοικίες. Πολλοί εργάτες και υπάλληλοι αναγκάζονται να μετακομίσουν επειδή το κράτος προστατεύει τους κερδοσκόπους. Οι εργαζόμενοι σήμερα ξοδεύουν αρκετά μεγάλο μέρος της ζωής τους σε μετακινήσεις. Οι κυνηγημένοι είναι περήφανοι για την ιδιοκτησία των κυνηγών. Δεν έχουν μάθει να συνδέουν τις διάφορες πληροφορίες. Πιστεύουν ότι η θέση τους δεν μπορεί ν’ αλλάξει.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα πολεμικά «ηρωικά» κατορθώματα των «ηρώων» του έθνους που διδάσκονται στο σχολείο. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι μαθητές συνηθίζουν να θεωρούν αληθινό κάτι που δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινό. Και στο βαθμό που το σχολείο τους συνηθίζει να θεωρούν την αδικία ως δικαιοσύνη, συνηθίζουν να θυσιάζουν για μια μειοψηφία ακόμα και την υγεία και τη ζωή τους.
Οι συνήθειες που εδραιώνονται στην παιδική ηλικία έχουν μεγάλη αντοχή. Σήμερα ο εργάτης του εργοστασίου που εξακολουθεί να είναι ατομική ιδιοκτησία του αφεντικού βλέπει με ποιους τρόπους, τα αφεντικά, σπαταλούν τα χρήματα που εκείνος έβγαλε και όχι μόνο δεν οργίζεται αλλά του αρέσει να σχολιάζει με χιούμορ και θαυμασμό αυτά τα «κατορθώματα».  Οι μεγιστάνες των ΜΜΕ του δείχνουν με φανταχτερές εικόνες, πως επιδέξια και κομψά σπαταλούνται τα αποτελέσματα της εργασίας του. Αν τύχει να συναντήσει κάποιον απ’ αυτούς, η επιθυμία του να κερδίσει την εκτίμησή του είναι πιο δυνατή από την επιθυμία να τον φτύσει. Η εξυπνάδα δεν προστατεύει απ’ τη βλακεία.
[ΠΗΓΗ: απόσπασμα από το βιβλίο Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΥΠΗΚΟΩΝ]

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΡΩΤΗΣΗ: το μυαλό και η καρδιά μπορούν να ζήσουν σαν να ήταν η πρώτη φορά, αμόλυντα, αθώα, ευτυχισμένα, εκστατικά, με βαθιά αγάπη;

Γιατί αποδεχόμαστε το ηθικό, κοινωνικό περιβάλλον όταν γνωρίζουμε πολύ καλά πως είναι τελείως ανήθικο, γνωρίζοντάς τα αυτά – όχι απλά και μόνο συναισθηματικά ή συγκινησιακά, αλλά παρακολουθώντας τον κόσμο και τον εαυτό μας – γιατί ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο; Γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν δημιουργεί αληθινά ανθρώπινα όντα, αλλά μηχανικές οντότητες γυμνασμένες για να αποδέχονται ορισμένες δουλειές και τελικά να πεθαίνουν; Η παιδεία, η επιστήμη και η θρησκεία δεν έχουν λύσει καθόλου τα προβλήματά μας. Κοιτάζοντας όλη αυτή τη σύγχυση, γιατί ο καθένας μας αποδέχεται και συμβιβάζεται, αντί να διαλύει όλη τη διαδικασία μέσα μας; Νομίζω πως θα ’πρεπε να κάνουμε αυτή την ερώτηση, όχι διανοητικά, ούτε με το σκοπό να βρούμε κάποιον θεό, κάποια συνειδητοποίηση, κάποια αλλόκοτη ευτυχία που αναπόφευκτα οδηγεί σε διάφορα είδη φυγής, αλλά κοιτάζοντάς την πολύ ήσυχα, με σταθερό βλέμμα, χωρίς καμία κρίση και αξιολόγηση. Θα ’πρεπε να ρωτήσουμε, σαν ώριμοι άνθρωποι, γιατί ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο – γιατί ζούμε, αγωνιζόμαστε και πεθαίνουμε.

Και όταν κάνουμε πράγματι μια τέτοια ερώτηση, σοβαρά, με απόλυτη διάθεση να την καταλάβουμε, οι φιλοσοφίες, οι θεωρίες, οι κερδοσκοπικοί ιδεασμοί δεν έχουν καμία απολύτως θέση. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι ή αυτό που μπορεί να είναι ή μια αρχή που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε ή η θρησκεία ή ο γκουρού που θα έπρεπε ν’ αναζητήσουμε. Όλες αυτές οι αποκρίσεις είναι ολοφάνερα χωρίς κανένα νόημα όταν αντιμετωπίζετε αυτή τη σύγχυση, τη μιζέρια και τη συνεχή σύγκρουση στην οποία ζούμε. Μετατρέψαμε τη ζωή σ’ ένα πεδίο μάχης, κάθε οικογένεια, κάθε ομάδα, κάθε έθνος εναντίον του άλλου. Βλέποντάς τα όλα αυτά, όχι σαν μια ιδέα, αλλά σαν κάτι που το παρατηρείτε αληθινά, που το αντιμετωπίζετε, θα ρωτήσετε τον εαυτό σας γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Γιατί συνεχίζουμε μ’ αυτόν τον τρόπο, χωρίς να ζούμε και χωρίς ν’ αγαπάμε, αλλά γεμάτοι φόβο και τρόμο μέχρι να πεθάνουμε;
Όταν κάνετε αυτή την ερώτηση, τί θα κάνετε; Δεν μπορούν να την κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που είναι άνετα συμβιβασμένοι με γνωστά ιδανικά, σ’ ένα άνετο σπίτι με λίγα χρήματα και που είναι αντικείμενο μεγάλης εκτίμησης, οι αστοί. Αν κάνουν κάποτε ερωτήσεις, αυτό το είδος των ανθρώπων τις μεταφράζει σύμφωνα με τις ατομικές του απαιτήσεις για ικανοποίηση. Αλλά μια και αυτό είναι ένα πολύ ανθρώπινο, πολύ συνηθισμένο πρόβλημα, που αγγίζει τη ζωή του καθένα μας, πλούσιου και φτωχού, νέου και γέρου, γιατί ζούμε αυτή τη μονότονη, τη χωρίς νόημα ζωή; Πηγαίνοντας στο γραφείο ή δουλεύοντας σ’ ένα εργαστήριο ή σ’ ένα εργοστάσιο για σαράντα χρόνια, κάνοντας λίγα παιδιά, μορφώνοντάς τα με παράλογους τρόπους, και μετά πεθαίνοντας; Νομίζω πως θα ‘πρεπε αυτήν την ερώτηση μ’ όλο σας το είναι, για να μάθετε. Μετά μπορείτε να κάνετε την επόμενη ερώτηση: το αν τα ανθρώπινα όντα μπορούν ν’ αλλάξουν ποτέ ριζικά, βασικά, ώστε να μπορούν να κοιτάζουν τον κόσμο απ’ την αρχή με διαφορετικά μάτια, με διαφορετική καρδιά, που δεν είναι πια γεμάτη μίσος, με ανταγωνισμό, με φυλετικές προκαταλήψεις, αλλά μ’ ένα νου που είναι πολύ καθαρός, που έχει υπερβολική ενέργεια.

Βλέποντάς τα όλα αυτά – τους πολέμους, τους παράλογους διαχωρισμούς που έχουν προκαλέσει οι θρησκείες, το χωρισμό ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα, την οικογένεια σ’ αντίθεση με όλον τον υπόλοιπο κόσμο, το κάθε ανθρώπινο ον που αρπάζεται από κάποιο αλλόκοτο ιδανικό, χωρίζοντας τον εαυτό του σε «εμένα» και «εσένα», «εμάς» και «αυτούς» – βλέποντάς τα όλα αυτά, και αντικειμενικά και ψυχολογικά, παραμένει μόνο μια ερώτηση, ένα βασικό πρόβλημα και αυτό είναι αν ο ανθρώπινος νους, που έχει προσδιοριστεί τόσο έντονα, μπορεί ν’ αλλάξει. Όχι σε κάποια μελλοντική μετεμψύχωση, όχι στο τέλος της ζωής, αλλά ν’ αλλάξει ριζικά τώρα, ώστε να γίνει ο νους καινούργιος, φρέσκος, νέος, αθώος, ξαλαφρωμένος, ώστε να ξέρουμε τι σημαίνει ν’ αγαπάμε και να ζούμε ειρηνικά. Νομίζω πως αυτό είναι το μόνο πρόβλημα. Όταν λυθεί, κάθε άλλο πρόβλημα – οικονομικό ή κοινωνικό, όλα αυτά τα πράγματα που καταλήγουν σε πολέμους – θα τελειώσουν και θα υπάρχει μια διαφορετική δομή στην κοινωνία. Λοιπόν, η ερώτησή μας είναι, αν ο νους, το μυαλό και η καρδιά μπορούν να ζήσουν σαν να ήταν η πρώτη φορά, αμόλυντα, φρέσκα, αθώα, γνωρίζοντας τι σημαίνει να ζει κανείς ευτυχισμένα, εκστατικά, με βαθιά αγάπη. Ξέρετε, υπάρχει κίνδυνος στο ν’ ακούσετε ρητορικές ερωτήσεις. Αυτή η ερώτηση δεν είναι καθόλου ρητορική – είναι η ζωή μας. Δεν μας απασχολούν οι λέξεις ή οι ιδέες. Οι περισσότεροι από μας παγιδεύονται στις λέξεις χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται ποτέ σε βάθος πως η λέξη δεν είναι ποτέ το πράγμα, πως η περιγραφή δεν είναι ποτέ το πράγμα που περιγράφεται.

Λοιπόν, δεν πρέπει να υπάρχει μόνο λεκτική επικοινωνία, αλλά και μια βαθιά συνεννόηση όπου δεν υπάρχει θέμα συμφωνίας ή διαφωνίας. Η συμφωνία και η διαφωνία δεν θα έπρεπε να παρουσιαστούν ποτέ, επειδή δεν έχουμε να κάνουμε ιδέες, γνώμες, έννοιες ή ιδανικά – μας απασχολεί το πρόβλημα της ανθρώπινης αλλαγής. Και ούτε η δικιά σας γνώμη, ούτε η δικιά μου έχει καμία αξία. Αν πείτε πως είναι αδύνατο ν’ αλλάξετε τ’ ανθρώπινα όντα, που είναι έτσι εδώ και χιλιάδες χρόνια, έχετε ήδη αποκλείσει τον εαυτό σας, δεν θα συνεχίσετε, δεν θα αρχίσετε να εξετάζετε ή εξερευνάτε. Ή αν πείτε απλά και μόνο πως είναι δυνατό, τότε ζείτε σ’ ένα κόσμο από δυνατότητες και όχι από πραγματικότητες. […]
[Πηγή: Κρισναμούρτι, ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ, Εκδόσεις Καστανιώτη – αναρτήθηκε στο ιστολόγιο ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ κι ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ]

Οψόμεθα
Χρησιμοποιώ τα μάτια μου για να βλέπω, να παρατηρώ, να απολαμβάνω την ομορφιά των χρωμάτων, των σχημάτων, των αντικειμένων γύρω μου... Επιλέγω να τα κλείσω ερμητικά όταν θέλω να αποφύγω την αποτύπωση μιας αποκρουστικής εικόνας στη μνήμη μου, τα σφραγίζω αντανακλαστικά όταν πονάω, χαμηλώνω σιγά τα βλέφαρα κατά την αναπόληση μιας στιγμής...
Κι όμως πολλές φορές ενώ τα κρατάμε ορθάνοιχτα, είμαστε ανήμποροι να δούμε την αλήθεια μπροστά μας
Δεν είναι τυχαίο ότι τα μάτια έχουν χαρακτηριστεί ως καθρέφτης της ψυχής. Πιστεύω πως δύσκολα μπορεί κάποιος να κρύψει την έκπληξη, τον φόβο, τον πανικό, τη χαρά μέσα σε αυτά... Το κλάμα πολλές φορές είναι η πρώτη ακούσια αντίδρασή μας σε κάτι δυσάρεστο ή ευχάριστο... Είναι οι οδηγοί της φαντασίας μας κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου, καθώς οι λέξεις ρέουν από τα μάτια προς τον εγκέφαλο... είναι ακόμα οι προάγγελοι του έρωτα όπως αναφέρεται και στο γνωστό τραγούδι... «από τα μάτια πιάνεται»...
Παρ όλα αυτά πολλές φορές αρνούμαστε αυτή την άφθονη προσφορά των υπηρεσιών αυτών κι επιλέγουμε να εθελοτυφλούμε. Αρνούμαστε να δούμε τα όσα αληθή συμβαίνουν μπροστά μας, αποποιούμενοι έτσι τις ευθύνες της αλήθειας. Είμαστε τυφλοί μπροστά σε αδυναμίες, σε αγαπημένα πρόσωπα, σε συναισθήματα… Και η τύφλωση αυτή ενώ είναι από μόνη της σφάλμα, μας οδηγεί σε άκριτες αποφάσεις, σε λάθος συμπεράσματα, σε εσφαλμένες κρίσεις…
Είναι η εθελοτυφλία μια μορφή προσωπικής κάθαρσης. Αφήνουμε τις νεφέλες να εμποδίζουν την ορατότητα φοβούμενη την πτώση από την Νεφελοκοκκυγία μας. Την διατάραξη της ησυχίας μας, την αμφισβήτηση των αποφάσεών μας..Έτσι γινόμαστε θύματα νεποτισμού αλλά και χειραγώγησης.