Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΟΝΕΙ ΤΟΝ ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ:

Σε μια από τις πιο επίμονες ονειροφαντασίες του ο Αδόλφος Χίτλερ έβλεπε τον εαυτό του άλλοτε ως Φύρερ με φόντο την Ακρόπολη και άλλοτε ως Περικλή εν Καγκελαρία. Την ονειρική εξίσωση την εμπιστεύθηκε αρχικά στον στενό κύκλο των παρακοιμωμένων του. Ωστόσο οι ενορχηστρωτές της ναζιστικής προπαγάνδας επέμεναν ότι για να εμπεδωθούν τα συνταρακτικά αυτά οράματα έπρεπε να γίνουν μέρος της σχολικής διδακτέας ύλης, και έτσι οι δάσκαλοι δεν άργησαν να λάβουν εγκύκλιο του πρωσικού υπουργείου Επιστημών, Εκπαίδευσης και Λαϊκής Επιμόρφωσης όπου το εθνικοσοσιαλιστικό κοσμοείδωλο εμφανιζόταν στην πλήρη ανιστόρητη και ανορθολογική ανάπτυξή του. Ο ανορθολογισμός είναι διδακτός, και όταν διδάσκεται με τη γερμανική πειθαρχία και συστηματικότητα μπορεί να γίνει επώδυνα αποτελεσματικός. Είναι παράδοξο το ότι, ενώ το ελληνικό κράτος δεν κατάφερε ποτέ να διαμορφώσει σαφή αντίληψη για την προτεραιότητα και την κατηχητική δραστικότητα της εκπαίδευσης και της παιδείας, ξωμερίτες του μισοτελειωμένου δημοτικού και απόφοιτοι των εκπαιδευτικών ρετιρέ δίνουν ραντεβού ακριβείας σε ποικίλες αξιωματικές παραδοχές που κινούνται στα όρια της ανορθολογικής εμμονής.


Ένα από τα δημοφιλέστερα εντευκτήρια για τέτοια ραντεβού είναι, για παράδειγμα, η ελληνική γλώσσα, το αυθεντικό πολιτισμικό κλέος της οποίας παραμένει γενικώς άγνωστο στον γενικό πληθυσμό, ενώ την ίδια στιγμή ελεύθεροι σκοπευτές της «γλωσσολογίας» και άτακτα «φιλολογικά» μπουλούκια στοχεύουν τις ομηρικές ρίζες τής αλαζονικά νεόπλουτης αγγλικής - ρίζες, εννοείται, που δεν βλέπει ο επίσημος φακός της ετυμολογίας αλλά μόνο ο γυμνός οφθαλμός της παρετυμολογικής εθνικοφροσύνης.

Επιτρέπεται να αναρωτηθεί κανείς αν στο ελληνικό σχολείο υπάρχουν δάσκαλοι που προσφέρουν ανεπίγνωστες υπηρεσίες σ' αυτό και σε παρόμοια μυθολογικά συστήματα ή, αντιστρόφως, πόσοι από αυτούς νοιάζονται να αναλάβουν το «αντεθνικό» ρίσκο της απομυθολόγησης. Και πρέπει να αναρωτηθούμε, δεδομένου ότι η σχολική αρχαιογνωσία αποτελεί συχνά προνομιακό πεδίο για τη συνάντηση σχολαστικού φορμαλισμού και κοινότοπου εθνοναρκισσισμού που δεν είναι οι καλύτεροι φίλοι της κριτικής και ορθολογικής σκέψης. Να επιμείνουμε λίγο ακόμη: αν το ανθρωπιστικό μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος είναι αυτό που εξ ορισμού διακονεί τον ιστορικά πληροφορημένο και κριτικό στοχασμό, η διδασκαλία της ελληνικής Αρχαιότητας ως ανάκρουση του Εθνικού Υμνου (με παράλληλη ανάθεση του ρωμαϊκού «Αλλου» στον Οβελίξ και τον Αστερίξ) εκτρέφει ανάδελφους ανορθολογισμούς με μακρά, και δυσάρεστη, επίγευση στην κοινωνική και πολιτική μας αγωγή.

Και είναι αυτός ο λόγος που ασύντακτοι συναισθηματισμοί σφετερίστηκαν την ορθολογική διαχείριση σοβαρών ζητημάτων και χάσαμε τη συγκριτική αίσθηση μείζονος και ελάσσονος. Αφήσαμε τα Μάρμαρα να γίνουν σκηνογραφικό παρελκόμενο στον σειριακό μύθο μιας στίλβουσας Μελίνας που τα διεκδικούσε αυτοσκηνοθετούμενη. Προτού ακόμη η Αμφίπολη ανοίξει εντελώς τα χαρτιά της, εγκαινιάσαμε γραφείο στοιχημάτων και ρίξαμε στην αγορά των μεγάλων προσδοκιών το μυθιστόρημα του Μεγαλέξαντρου, αλλά, ελλείψει εμπορεύσιμου μύθου, είναι πολύ πιθανό ότι μόνο οι παροικούντες και επαΐοντες θα εορτάσουν τα σημαντικά ευρήματα στις Κυκλάδες, στην αρχαία Μεσσήνη και αλλού, που ανακοίνωσε τις προάλλες ο γενικός γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι μόνο μια δημοκρατικά και ορθολογικά οργανωμένη κοινότητα πολιτών μπορεί να διαθέτει κουλτούρα ελεύθερης ανταλλαγής και διακίνησης ιδεών. Ωστόσο το ελληνικό πανεπιστήμιο, το οποίο μοιάζει να έχει αναλάβει εργολαβικά και ευλαβικά τη σχετική διακίνηση, είναι κατά πάσα πιθανότητα το μόνο ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο που σε μόνιμη καρναβαλική διάθεση συνεχίζει να υποδύεται τον μυθικό Μάη του '68 και να επανεγγράφει στους άμοιρους τοίχους του συνθηματολογικές χίμαιρες που κάποτε μύριζαν γνήσια ανταρσία. Και, κυρίως, είναι το μόνο όπου ένας κίβδηλος αριστερίστικος ρομαντισμός εφημερεύει εντατικά για να προλάβει ή να καταγγείλει το παραμικρότερο σκίρτημα κοινής λογικής προς την κατεύθυνση της ορθολογικής διοίκησης μιας κοινότητας με δεκάδες χιλιάδες δασκάλων, ερευνητών και σπουδαστών.

O νόμος Διαμαντοπούλου και τα Συμβούλια Ιδρύματος δεν θα μετατόπιζαν μέσα σε μία νύχτα τις τεκτονικές πλάκες της πανεπιστημιακής ηπείρου, αλλά ήταν μια εξορθολογιστική κίνηση που μπορούσε να τροποποιηθεί όπου και αν η εμπειρία το απαιτούσε. Όμως, η άμεση χειρουργική εκτομή αναγγέλθηκε προτού κατανοήσουμε γιατί ο νόμος είναι τόσο κακοήθης και πριν οι αφελείς της πανεπιστημιακής κοινότητας (και είναι, ως φαίνεται, πολλοί) πληροφορηθούν από τους αρνητές του ότι ο τάχα εκσυγχρονιστικός τούτος νόμος όχι μόνο αποτελεί τον μακρύ βραχίονα της διεθνούς τεχνοκρατίας αλλά και απηχεί ιδεολογήματα και άγχη της μεσαίας τάξης (sic) - η οποία, προφανώς, έχει τόσες πιθανότητες να κατανοήσει το δημοκρατικό, δημόσιο και ανθρωπιστικό (χωρίς λογοτεχνία, πάντως) πανεπιστήμιο του υπουργείου και των απολογητών του όσες και ο πλούσιος να μπει στον Παράδεισο. Είναι, φαίνεται, ίδιον της «εγρηγορούσης» Αριστεράς να κοσκινίζει σαράντα μέρες τέτοιες αξιωματικές απεραντολογίες όταν δεν μπορεί ή δεν θέλει πραγματικά να ζυμώσει - φαινόμενο που τώρα το απολαμβάνουμε και σε κυβερνητική μετάφραση. Η μεσαία τάξη μπορεί πράγματι να χρειάζεται «διά βίου μάθηση», αλλά στην περίπτωση αυτή δεν είναι η δική της εμβριθής φλυαρία ούτε οι δικές της ιδεοληπτικές καχυποψίες που συντηρούν ανορθολογικές και αναχρονιστικές πρακτικές.

Ο εξορθολογισμός, που μπορεί να αφορά ένα ευρύ φάσμα δυσλειτουργιών, από τις δημόσιες δαπάνες ως το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια, είναι ένα από τα ευπώλητα της ρητορικής της πολιτικής τάξης. Αλλά αν κάποιοι προσδοκούσαν ότι η οικονομική κρίση θα επιτάχυνε τη μετάβαση από τη ρητορική στην πράξη, έχουν λόγους να νιώθουν εξαπατημένοι.

Δει δη παιδείας. Γιατί η εκπαίδευση και η παιδεία είναι η καλύτερη εγγύηση για την εγκατάσταση και περιφρούρηση του κοινωνικού, πολιτισμικού και πολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο ευδοκιμεί ο ορθολογισμός. Η στρεβλή (για να θυμηθούμε το παράδειγμα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού) και η λειψή παιδεία είναι τροφός ανορθολογισμών.
Και μόνο με σωστή παιδεία θα έχουμε την πολυτέλεια πού και πού να διασκεδάζουμε (και όχι να τρομάζουμε) όταν κάποιος με πανεπιστημιακό διδακτορικό και διδακτικό χαρτοφυλάκιο βλέπει τον ανωφελή κώνωπα της Ανω Μουσουνίτσας ως «made in USA high-tech νανοκάμερα» που εποπτεύει και βυσσοδομεί για λογαριασμό της Σιών.


[ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – ΠΑΙΔΕΙΑ και ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ επιφυλλίδα στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24-05-2015]

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΕΜΕΙΣ, ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ και οι ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ:

Πανελλαδικές εξετάσεις, μάθημα πρώτον, Νεοελληνική Γλώσσα: «Σε ομιλία που θα εκφωνήσετε σε ημερίδα του Δήμου σας, με θέμα «Προστασία και αξιοποίηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», να εκθέσετε τις απόψεις σας (500-600 λέξεις) σχετικά με: α) τους λόγους για τους οποίους πρέπει...». Τίποτε πιο εύκολο. Και τίποτε δυσκολότερο. Σε άλλους μαθητές οι 500-600 λέξεις θα φάνηκαν ελάχιστες, σε άλλους βουνό. Και κάποιοι ίσως ενοχλήθηκαν από το «πρέπει», που, ρητό ή άρρητο, σημαδεύει πάντα το θέμα που δίνεται στο μάθημα που κάποτε αποκαλούσαμε Έκθεση, προκαταβάλλοντας και το πλαίσιο της μαθητικής απάντησης: «πρέπει», άρα δεοντολογήματα, άρα άψυχη ρητορική, συνήθως παπαγαλιστί αντλημένη από φροντιστηριακούς μπούσουλες.



Όσα παιδιά έτυχε να επισκεφθούν –έστω μία φορά– αρχαίο θέατρο, μόνα τους ή με τη συνοδεία δασκάλων και γονιών, για να δουν απλώς τον χώρο ή για να παρακολουθήσουν παράσταση αρχαίου δράματος, είχαν υπέρ τους την αυτοψία και το συναίσθημα αυθεντικό οδηγό: και μόνο η εξαιρετική θέση όλων των θεάτρων αρκεί για να αναστήσει μπροστά σου, ζευγάρι αχώριστο, την ομορφιά και τη δημοκρατία, ναός της οποίας ήταν το θέατρο. Όσοι μαθητές όμως, για χίλιους μύριους λόγους, δεν επισκέφθηκαν ποτέ την Επίδαυρο ή το αρχαίο θέατρο που υπάρχει αιώνες τώρα, είκοσι χιλιόμετρα από το χωριό τους, ρημαγμένο από την αδιαφορία ή την αγνωσία, και μόλις τελευταία απέσπασε ένα κομματάκι ενδιαφέροντος, θα βρέθηκαν στην ανάγκη να επινοήσουν συγκίνηση πρώτα κι ύστερα άποψη.

Στο εξεταστικό θέμα «Εμείς και οι αρχαίοι χώροι θέασης και ακρόασης», βασισμένο σε ομότιτλο κείμενο του αρχαιολόγου Β. Λαμπρινουδάκη, υπόκειται το πολύ πιο βασανιστικό «Εμείς και οι Αρχαίοι» –γενικώς. Εμείς, ως πολιτεία και κοινωνία, απέναντι σε μια κληρονομιά που συχνά-πυκνά μάς λυγίζει με το μέγα βάρος της. Πότε; Όταν την επικαλούμαστε σαν άλλοθι ή σαν τεκμήριο φυλετικής υπεροχής, χωρίς καλά-καλά να τη γνωρίζουμε, απλώς και μόνο επειδή αυτή είναι η ρουτίνα του νεοελληνικού κράτους. Ή όταν πιστεύουμε πως είμαστε οι μοναδικοί δικαιούχοι της, μειώνοντας έτσι απελπιστικά τον οικουμενικό της χαρακτήρα και κλείνοντας τα μάτια μπροστά σε όσα πολύτιμα μάθαμε και μαθαίνουμε από τους ξένους για τους Αρχαίους. Ή όταν ασπαζόμαστε το δόγμα ότι το χρέος της ανθρωπότητας απέναντι στους αρχαίους Έλληνες είναι τόσο μεγάλο, ώστε να της επιβάλει να ιδρύσει μυριάδες πρυτανεία, για να σιτίζει εμάς τους νέους Έλληνες.


Μακάρι τα παιδιά να απάντησαν με κριτική ευθύτητα στο θέμα τους, δίχως να προσφύγουν στις ετοιματζίδικες απαντήσεις του «εθνικά ορθού» ή του «μαθητικά δέοντος». Μακάρι να έγραψαν αυτό που όντως πιστεύουν και όχι αυτό που «πρέπει» να πιστεύουν ή θα θέλαμε εμείς να πιστεύουν. Και μακάρι, βέβαια, να πέσουν σε βαθμολογητές αυτοκριτικά τίμιους, που, όσο θα αξιολογούν το γραπτό, θα αναλογίζονται πώς έχουν απαντήσει αυτοί στο ίδιο θέμα. Δηλαδή, ποια θολή, εξιδανικευμένη ή και κίβδηλη εικόνα για την ταυτότητά μας και τη σχέση της με τους Αρχαίους έχουμε παραδώσει οι παλαιότεροι στους νέους [ΠΗΓΗ: Παντελής Μπουκάλας, εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ]

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΧΩΡΟΙ ΘΕΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΑΣΗΣ (με αφορμή το θέμα έκθεσης  στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας, ρητορικά ερωτήματα για την πραγματική σχέση των μνημείων με την αποτελεσματικών αντίστοιχων στόχων του εκπαιδευτικού προγράμματος:
Πόσα αρχαία θέατρα λειτουργούν στην Ελλάδα; Τι κονδύλια έχουν διαθέσει οι εκάστοτε Υπουργοί Πολιτισμού για την εμφύσηση ζωής σ’ αυτά; Πόσα είναι όλα τα θέατρα; Πόσοι γονείς έχουν πάει τα βλαστάρια τους να παρακολουθήσουν μια θεατρική παράσταση στην Επίδαυρο; Γιατί μόνο αυτό λειτουργεί. Υπάρχουν αρχαία θέατρα σ’ όλη τη χώρα, στην καλύτερη μάλιστα τοποθεσία, με απίστευτη θέα και ενέργεια, παραιτημένα, ξεχασμένα, σκουριασμένα, παρ’ ότι σε τούτα δω τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει. Πώς έχουν συνδεθεί τα ελληνόπουλα με τους αρχαίους χώρους θέασης και ακρόασης; Υπό ποια καθοδήγηση; Τι γνωρίζουν για τη δημοκρατικότητα των αρχαίων θεάτρων; Πότε οικειώθηκαν με την αύρα αυτών, ποιος τα  διαπαιδαγώγησε ώστε να συνομιλήσουν με τη ομορφιά των ερειπιώνων τους, με το πάλλευκον του χρόνου, με τον αναλλοίωτο θυμό τους;
Πολύ φοβούμαι ότι οι μαθητές αγνοούν τι σημαίνει αρχαίο θέατρο, όπως και πολλοί ενήλικες βεβαίως, όπως και πολλοί πολιτικοί. Απορώ γιατί το θέμα χαρακτηρίστηκε βατό… Πώς θα δικαιολογήσουν οι μαθητές το συμπλεκτικό σύνδεσμο του θέματος; Πώς θα καταλάβουν τι σημαίνει κερκίδα, στοά, χορός, σκηνή, ορχήστρα, κόθορνος, κοίλον προσκήνιο, παρασκήνιο, πάροδος, διάζωμα, εδώλιο; Τι ξέρουν για το Διόνυσο και για τη Δημοκρατία;

Ας μη γίνει λόγος για το τι είναι τραγωδία, τι κωμωδία, το σατυρικό δράμα. Τι συνέβαινε στα αρχαία θέατρα; Πώς παρουσιάζονταν ο πόλεμος και η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η φιλοπατρία, η φιλοξενία, ο ξένος, ο εχθρός, ο τύραννος; Ποια ήταν η παιδαγωγική του, η ψυχαγωγία του; Ήταν τα αρχαία θέατρα πηγή πολιτισμού; Απηχούσαν το πνεύμα κάποιου διαφωτισμού; Ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος ή θρησκόληπτος και παθητικός; [απόσπασμα από το άρθρο ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ του Γιώργου Σταματόπουλου στην Εφημερίδα των Συντακτών – 20-05-2015] 

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΗΤΑΝ ΒΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ (με χρώματα μνημονιακά…)


Μου ζητάτε να γράψω παραδείγματα απανθρωπιάς του σύγχρονου ανθρώπου. Είστε πραγματικά αστείοι. Αν δεν ήξερα πως από αυτό το ρημαδογραφτό κρίνονται τα χρόνια που ακολουθούν στη ζωή μου, θα σας έριχνα ένα μεγαλοπρεπές φάσκελο. Μα τώρα ..που κάθομαι εδώ σ΄ αυτήν την αίθουσα πνιγμού με μόνη προοπτική έξω χώρου την ιδρωμένη πλάτη του Γιώργου και τα συνθήματα στους τοίχους , είναι αλήθεια – το ομολογώ- έχω χάσει το χιούμορ μου. Κι όμως το θέμα είναι βατό. Πολλά θα μπορούσα να γράψω.


Θα μιλούσα για τον άνθρωπο που σφίγγει τα δόντια του κάθε πρωί οδεύοντας στο χώρο εργασίας του.. τον άνθρωπο που αισθάνεται σκλάβος, δέσμιος σε απάνθρωπα ωράρια με μισθό ολοένα και πιο συρρικνωμένο, αναγκασμένος να σέρνεται πίσω από μια καθημερινότητα που τον αποστραγγίζει από κάθε χαρά. Κι όμως του λένε πως πρέπει να κάνει και το σταυρό του γιατί είναι- λέει- από τους τυχερούς.

Θα μιλούσα για τον άνεργο που αισθάνεται κάθε μέρα τη ζωή του να στερεύει, για τον φτωχό που σέρνεται στα συσσίτια για ένα πιάτο φαγητό, για τον χρήστη ναρκωτικών που σβήνει μέρα τη μέρα.

Θα μιλούσα για τον μετανάστη της διπλανής πόρτας που μεγαλώνει το παιδί του με το φόβο ριζωμένο στη ματιά του κι ακούει για τους άλλους τους λιγότερο τυχερούς , για ανθρώπους που ’δωσαν ό, τι είχαν και δεν είχαν στο δουλέμπορο, μπήκαν στο πλοιάριό του αναζητώντας μια έξοδο από την κόλαση και είδαν τη γυναίκα τους και το παιδί τους να πνίγεται εκεί μπροστά στα μάτια τους . Έπειτα τους βάλαν με δάκρυα ευγνωμοσύνης να ευχαριστούν τους λιμενικούς που ’σωσαν τη ζωή τους.
Θα μιλούσα για τους ανθρώπους που ζουν στα στρατόπεδα κράτησης των μεταναστών σα ζώα.

Θα μιλούσα για τον άστεγο που πεθαίνει από το κρύο στο κέντρο της πόλης . Τον συζητάμε για μια ώρα, χύνουμε τα κροκοδείλια δάκρυά μας κι έπειτα πάλι ξεχνάμε.

Θα μιλούσα για τα παιδιά που ’χασαν τη ζωή τους εκεί στα ορυχεία της Τουρκίας .
Θα μιλούσα για όλα αυτά . Έχω τον τρόπο να τα γράψω ωραία, μελοδραματικά, συγκινητικά .

Μα δε θέλω. Έχω απέναντί μου τον Χόλντεν Κώλφηλντ όλην αυτήν την ώρα και με κοιτά με βλέμμα πικραμένο και μου δείχνει τα χέρια του .

Το μόνο που θα’ θελα είναι να τον είχα τώρα δίπλα μου, να έπιανα το χέρι του και να σωπαίναμε παρέα. [από το ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ της [Ειρήνης Παραδεισανού]

ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΩΡΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ:

Ένας τρόπος για να προσεγγισθεί η πραγματικότητα και να ξυπνήσει στο παιδί η σπίθα που το κάνει να σκέφτεται, να συγκινείται και να συναισθάνεται είναι η ανάγνωση της λογοτεχνίας.
«Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας δυο άντρες σηκώθηκαν και βγήκαν για κυνήγι. Αλλά αντί να χαθούν στο δάσος, χώθηκαν σε καφενείο του πρώτου χωριού που συνάντησαν. Τότε, ο ένας -κρακ, κρακ- οπλίζει την καραμπίνα του και τη στρέφει στους θαμώνες. «Κλείστε την τηλεόραση. Μη κουνηθεί κανένας, γιατί του την άναψα». Νεκρική σιγή και τρόμος από τους πρωινούς ληστές. Ο απειλητικός άντρας στράφηκε στο συνεργό του: «ΔιάβασεΟ άλλος, στο αριστερό κρατούσε την καραμπίνα και στο δεξί ένα κόκκινο τετράδιο. Ο αγριεμένος σημάδευε κεφάλια. Ο άλλος άνοιξε το τετράδιο και άρχισε να διαβάζει ποίησηΡεμπώ, Τρακλ, Τσέλαν, Σαχτούρη, Εμπειρίκο, Ρίτσο, ΜανσούρΣτο τέλος διάβασε και ηδονικόν ΚαβάφηΜισή ώρα σημάδευαν οι καραμπίνες τούς ανυποψίαστους χωρικούς. Κανείς τους δεν τόλμησε να χαμογελάσει. Μισή ώρα τούς πυροβολούσαν με ποίησηΌταν τελείωσε η ανάγνωση, πήδηξαν στο τζιπ και χάθηκαν στην ομίχλη. Το περιστατικό είναι αληθές. Κάπως έτσι πρέπει νακούγεται η αληθινή ποίηση: σαν απειλή, σαν πυροβολισμός στην ήσυχη ζωή, σα να χάνονται τα όρια ανάμεσα στο γελοίο και τη ματαιότητα της ποιητικής πράξης. Οι ποιητές να εξαφανίζονται στην ομίχλη και πίσω τους ναφήνουν στίχους απειλητικούς σαν σφαίρες».
A. Σταυράτης, Ο κύκλος του φεγγαριού και άλλα διηγήματα 

Ανάρτηση
αφιερωμένη στους υπεύθυνους του Υπουργείου Παιδείας που μείωσαν τις ώρες της Λογοτεχνίας στα σχολεία.


Φωτο. T. Ingberg 

Διαβάσαμε αυτές τις ημέρες ότι καταργήθηκε μία ώρα από το μάθημα της λογοτεχνίας και δόθηκε στο μάθημα της κοινωνιολογίας. 
Πρώτα-πρώτα θέλουμε να επισημάνουμε την προχειρότητα με την οποία η εκάστοτε κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα προβλήματα της παιδείας. Η τακτική του ράβε-ξήλωνε είναι μόνιμο χαρακτηριστικό όλων των πολιτικών παρατάξεων. Έτσι το συνηθισμένο έργο είναι οι δεξιές κυβερνήσεις να προσθέτουν ώρες στα μαθήματα οικονομίας και οι αριστερές κυβερνήσεις στο μάθημα της κοινωνιολογίας. 
Θεωρούμε ότι μαθήματα και γνώσεις γύρω από τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την κοινωνιολογία, τις οικονομικές επιστήμες πρέπει να παρέχονται στα παιδιά από την πρώτη κιόλας τάξη του Δημοτικού με τρόπο απλό, κατανοητό και πρακτικό, έτσι ώστε το παιδί να παίρνει από το σχολείο εφόδια που του χρειάζονται καθημερινά για να καταλάβει τον κόσμο και τον εαυτό του, να γνωρίσει πώς λειτουργεί η κοινωνία, πώς πραγματοποιούνται οι ανθρώπινες σχέσεις και σιγά σιγά να αγγίξει και τα ακραία όρια της ύπαρξής του.
Σε όλα τα παραπάνω, ένας τρόπος για να προσεγγισθεί η πραγματικότητα και να ξυπνήσει στο παιδί η σπίθα που το κάνει να σκέφτεται, να αναζητά, να συγκινείται, είναι η ανάγνωση της λογοτεχνίας. Κανένας πολιτικός δεν καταλαβαίνει την αξία της παιδείας και γι' αυτό και δεν καταλαβαίνει και τι σημασία έχει η λογοτεχνία, όπως εξάλλου και οι άλλες τέχνες (μουσική, ζωγραφική κτλ), στο άνθισμα της ανθρώπινης προσωπικότητας. Δυστυχώς δεν το καταλαβαίνουν και οι γονείς. Και γι' αυτό, δυστυχώς, τρέχουν τα παιδιά μας στη Γ' Λυκείου να παπαγαλίσουν μερικά προκάτ κατασκευασμένα κείμενα, για να γράψουν ένα κείμενο στο μάθημα των νέων ελληνικών και να εξασφαλίσουν ένα βαθμό εισαγωγής.
Αυτός που κατήργησε τη μία ώρα της λογοτεχνίας δεν καταλαβαίνει πραγματικά τι κάνει. Δεν είμαστε εναντίον της προσθήκης μιας ώρας στο μάθημα της κοινωνιολογίας, αλλά αυτή η ώρα θα έπρεπε να βρεθεί από κάπου αλλού.
Αυτό όμως για το οποίο είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι είναι η τσαπατσουλιά με την οποία αντιμετωπίζονται τα θέματα της παιδείας. Έρχεται μια κυβέρνηση στο μέσο της σχολικής χρονιάς, καταργεί μαθήματα, καταργεί τρόπο μελέτης, υπάρχοντα προγράμματα και δουλειά που έχει γίνει για σύνταξη αναλυτικών προγραμμάτων, χωρίς κανένα σεβασμό, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον για τις ανάγκες του τόπου.
Πιστεύουμε ότι τα θέματα παιδείας δεν μπορεί να είναι μια μπάλα στα πόδια του κάθε υπουργού παιδείας ή της κάθε κυβέρνησης. Είναι απαραίτητο να υπάρχει μια διακομματική πολιτική, η οποία να εφαρμόζεται με μακροπρόθεσμους στόχους. Είναι απαραίτητο ο σχεδιασμός και οι αλλαγές να γίνονται σε φυσιολογικά χρονικά περιθώρια. Το περσινό Υπουργείο Παιδείας επέτρεψε να συγγραφούν σχολικά βιβλία με διαγωνισμό που προκηρύχθηκε στα μέσα Μαΐου και είχε καταληκτική ημερομηνία παράδοσης τα μέσα Ιουλίου του ιδίου έτους. Αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεται η ελληνική πολιτεία.
Και κάτι άλλο. Ας φροντίσουν κάποια στιγμή οι πολιτικοί που ασχολούνται με την παιδεία να επισκεφθούν τα ξένα σχολεία. Ας έρθουν έστω και μία φορά στην έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης να δουν με τα μάτια τους τι σημαίνει σχολικό βιβλίο, με ποιες διαδικασίες εκδίδεται, με ποια ελευθερία επιλογής από τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς λειτουργεί.
Και κάτι ακόμη σημαντικό. Όλοι οι υπουργοί παιδείας και όλες οι κυβερνήσεις, όταν αναλαμβάνουν το έργο τους, νομίζουν ότι το πρώτο και τελευταίο τους καθήκον είναι ν΄ αλλάζουν το σύστημα εισαγωγής των μαθητών στα πανεπιστήμια. Αυτό είναι ένα δείγμα της πολιτικής που ενδιαφέρεται μόνο για την ψηφοθηρία. Τα θέματα της παιδείας, όπως ίσως όλα τα θέματα, είναι γενικότερα κοινωνικά θέματα. Όταν ενδιαφερθούμε όλοι οι Έλληνες πραγματικά για τη μόρφωση και την αγωγή των παιδιών μας, όταν διώξουμε τον κομματισμό και την πολιτικολογία από τα σχολεία, όταν δώσουμε στους εκπαιδευτικούς μας την αξία που πρέπει να έχουν, τότε πια θ' αρχίσει μια πραγματική μεταρρύθμιση για την παιδεία. [ΠΗΓΗ: BOOKPRESS]


 (και με επίκληση στην αυθεντία): ΠΩΣ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΒΟΗΘΑ ΤΗ ΨΥΧΙΚΗ ΜΑΣ ΥΓΕΙΑ
Άραγε τι μας ωθεί να διαβάζουμε λογοτεχνία ; Τι απολαμβάνουμε; Ποια είναι η φύση της ευχαρίστησης, για τον αναγνώστη;
Σε ένα μυθιστόρημα, είτε είναι ιστορικό, είτε ψυχολογικό, είτε κοινωνικό, το «εγώ» του αναγνώστη ταυτίζεται με τα «εγώ» των ηρώων του λογοτεχνήματος καθώς αυτά αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και μεταξύ τους. Καθώς, δε, η ιστορία ξετυλίγεται η ιστορία και παρουσιάζονται οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες προκύπτουν τα γεγονότα, τα κοινωνικά πρότυπα που ακολουθούνται, οι νόρμες και τα συναισθήματα των χαρακτήρων, ο αναγνώστης διακινείται συγκινησιακά και παίρνει θέση στην ιστορία.
Ένα λογοτεχνικό κείμενο, συνεπώς, βιώνεται καθώς η ανάγνωση απαιτεί την ενεργή νοητική συμμετοχή του αναγνώστη και τη δημιουργική σκέψη του. Για την ανάγνωση ενός κειμένου, επίσης, απαιτείται η συγκέντρωση του νου, η εστίαση της προσοχής και πάνω από όλα η ικανότητα στοχασμού και αυτοπαρατήρησης του αναγνώστη.
Μελέτες, εν τω μεταξύ δείχνουν ότι όσο πιο υψηλή η γλώσσα έκφρασης κι όσο πιο δύσκολες συντακτικά είναι οι προτάσεις, τόσο περισσότερο ενεργοποιούνται τα εγκεφαλικά κέντρα του αναγνώστη, καθώς αυτός τείνει να κατανοήσει και να ανταποκριθεί στα βαθύτερα νοήματα που οι προτάσεις του κειμένου μεταφέρουν.
Ιδιαίτερη προσοχή φαίνεται να απαιτείται στην ανάγνωση έργων ποίησης, που αφ’ ενός τονώνουν σημαντικά τη δραστηριότητα στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, το οποίο, μεταξύ άλλων, σχετίζεται με την κατανόηση μεταφορικών εννοιών, τη συναισθηματική φόρτιση και μελωδία λόγου και αφ’ ετέρου τονώνουν την ενδοσκόπηση, καθώς ο αναγνώστης προσπαθεί να αντιληφθεί και αναλύσει συμβολισμούς κι αφηρημένες έννοιες. Η ποιοτική λογοτεχνία και ποίηση, συνεπώς, είναι μέσα ουσιαστικής γνωστικής και συναισθηματικής εμπειρίας, που συμβάλλουν στην ενίσχυση των μηχανισμών ανάπτυξης της προσωπικότητας του αναγνώστη.
Η ευεργετική δύναμη της ποιοτικής λογοτεχνίας, συνίσταται και στη δημιουργία νέων σκέψεων και νοητικών σχημάτων πολλαπλασιάζοντας τις νέες συνδέσεις των νευρώνων του εγκεφάλου, αυξάνοντας τη δημιουργικότητα, την αναπαράσταση και την προβολή στο μέλλον.
Αυτό συμβαίνει γιατί με την ανάπτυξη νέων νοητικών και συναισθηματικών ικανοτήτων, ο αναγνώστης διευκολύνεται στην ανάπτυξη υγιέστερων διαπροσωπικών σχέσεων κι ως εκ τούτου στηρίζουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας.
Ως αναγνώστες, ανάμεσα στις γραμμές ενός λογοτεχνικού κειμένου ή ενός ποιήματος, ανακαλύπτουμε δικές μας κρυμμένες πτυχές, σκέψεις, συναισθήματα, ενώ η προσεκτική ανάγνωση μας πληροφορεί για την οπτική γωνία κάποιου άλλου προσώπου μέσα στην ιστορία. Μέσα από ένα κείμενο, μας επιτρέπεται να αναγνωρίσουμε το καλό και το κακό, να αναλογιστούμε τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, εάν και πως θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα, σε ποια βάση αξιών εκτυλίσσεται η ιστορία, ποιες συνθήκες βοηθούν ή εμποδίζουν την έκφραση και την αυτοπραγμάτωση των ηρώων.
Ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές, μάλιστα, μας δίνουν την εντύπωση πως ο συγγραφέας γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό μας, από ότι τον γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι, καθώς οι συγγραφείς βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψουν εσωτερικές συγκρούσεις, δυσκολίες, χαρές και άλλες ιδιαίτερες εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Οι ποιοτικοί συγγραφείς, έχουν την ικανότητα να μας βοηθούν σε ένα ταξίδι στον εσωτερικό μας εαυτό, αλλά και τη δύναμη να τοποθετούν, γνωστά σε εμάς, χαρακτηριολογικά στοιχεία, σε κοινωνικές κι ιστορικές συνθήκες που μας βοηθούν στην κατανόηση και την επεξεργασία της δικής μας πραγματικότητας.
Η λογοτεχνία για εμάς είναι ένα «ψυχολογικό ενδιάμεσο», καθώς είναι ένα δημιούργημα που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε μία ανθρώπινη ιστορία, μας βοηθά στην ανάγνωση και την εξέταση των συνθηκών που διαδραματίζονται τα γεγονότα, αλλά και να συγκινηθούμε έχοντας συνειδητή επίγνωση πόσο κοινές είναι οι ανθρώπινες επιθυμίες, έννοιες κι αγωνίες.
Μέσα από την ανάγνωση βιώνουμε μία ασφαλή ψυχική ένταση, την οποία μπορούμε να απολαύσουμε και να εκφορτίσουμε μέσω της συνέχειας της ιστορίας. Ανάλογα, δε, με τη δεκτικότητα μας και ακολουθώντας τη δομή του δημιουργήματος, ανακαλύπτουμε τα προσωπικά νοήματα και μοτίβα που διακινούν τα νήματα της δικής μας ζωής.
Εάν δε, αποφασίσουμε να εντρυφήσουμε περισσότερο, η λογοτεχνία, μπορεί να γίνει το μέσο μελέτης, νοηματοδότησης κι επεξεργασίας του εσωτερικού μας κόσμου και πως αυτός αλληλεπιδρά με τον εξωτερικό, κοινωνικό χώρο.
Κάπως έτσι, οι ήρωες μπορεί να μας τροφοδοτίσουν κοινωνικά, συναισθηματικά, αλλά και να γίνουν μάρτυρες της δικής μας απόφασης για αλλαγή κι αυτοπραγμάτωση!


 [ΠΗΓΗ: Χαρίκλεια Μανουσάκη, Επιστημονική Συνεργάτης σε Θέματα Ψυχικής Υγείας κι Επικοινωνίας – αναρτήθηκε στον ιστότοπο ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ: http://antikleidi.com/