Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ: Τώρα όλες μου οι γητειές ξοδεύτηκαν, Και ό,τι δύναμη μου μένει είναι δική μου, Δύναμη αδύναμη πολύ (Σαίξπηρ)

Αυτό που κάνει ο Πρόσπερο, όταν στο τέλος της σαιξπηρικής «Τρικυμίας» σπάει το μαγικό του ραβδί και παραιτείται από τις υπερφυσικές δυνάμεις του, που γέμιζαν το ουτοπικό νησί του με ψευδαισθήσεις και οράματα, το κάνει πολύ συχνά, όπως και σήμερα, η ίδια η πραγματική ζωή. Σκίζει το πέπλο της Μάγια, ξεγυμνώνει το θέαμα της αυταπάτης που μας έκανε να ελπίζουμε αβασάνιστα. Όταν όμως σπάνε τα μάγια, όταν το ραβδί του Πρόσπερο, του κάθε Πρόσπερο, δεν υπάρχει πια, τι κάνουμε; Τι κάνουμε για να σώσουμε ό,τι μπορούμε; Να μαζέψουμε ίσως σε μια κιβωτό, σε ένα κιβώτιο του ναυαγού, όλα αυτά που είμαστε, τα υψηλά και τα χαμηλά, τα πάθη και τη μιζέρια μας, τα σπαράγματα της μνήμης μας από εποχές, όταν μια χώρα που την έλεγαν Ελλάδα ήλπιζε και προσδοκούσε; Το πρώτο ίσως είναι να αντισταθούμε στην αλληλοφαγία που γεννούν τα αισθήματα του ευνουχισμού, της ενοχής, της ήττας.


Μετά τις διαδοχικές ήττες των τελευταίων ετών, με επισφράγισμα την τελευταία που ζήσαμε μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, η υποτέλεια της χώρας μας μοιάζει εδραιωμένη.
Το αίσθημα αυτό της υποτέλειας έχει ξυπνήσει και πάλι τον αλληλοσπαραγμό και τον διχασμό. Γιατί βεβαίως όποιος έχει σκύψει το κεφάλι του στους επικυρίαρχους, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος.
Και μόνο μέσα στην ελευθερία, ή τουλάχιστον στην προσπάθεια να ανακτηθεί η ελευθερία αυτή, μπορεί να αναπτυχθούν η αξιοπρέπεια και η αλληλεγγύη.
Στην αντίθετη περίπτωση, όπου όλη η επιθετικότητα μιας κοινωνίας στρέφεται προς τα μέσα, προς τον ίδιο της τον εαυτό, αυτό που ισχύει είναι η κατάχρηση εξουσίας, από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη.
Το βλέπουμε σε κάθε βήμα. Το είδαμε όταν κάποιος άπορος διώχτηκε από το συσσίτιο των απόρων διότι αρνήθηκε να δώσει τα προσωπικά του δεδομένα.
Είναι όμως δυνατόν για να φάει κάποιος μια μπουκιά ψωμί έστω και σε αξιοπρεπές περιβάλλον να πρέπει να δώσει βορά στις στατιστικές την ιστορία της ζωής του;
Και είναι δυνατόν ένας υπουργός να παύει τη διοίκηση νοσοκομείου, επειδή την ώρα που εκείνος έκανε έφοδο έλειπε με ολιγοήμερη άδεια, που τη δικαιούνταν απολύτως;
Και μάλιστα να παίρνει τα συγχαρητήρια για την αποφασιστικότητά του από τους πολιτικούς προϊσταμένους του;
Αν δεν πιστέψουμε σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που είναι οι διπλανοί μας, η καχυποψία και οι τιμωρητικές πολιτικές θα εξοντώσουν περαιτέρω τον ήδη πάσχοντα κοινωνικό ιστό.
Που έχει διαρραγεί κάτω από το βάρος μιας ενοχής που μας έχουν φορέσει οι όντως ένοχοι.
Αυτοί που έχουν κρυφτεί σήμερα έχοντας κάνει το κουμάντο τους, κουμάντο που τώρα βρίσκεται στα χέρια της επίσημης ή της ανεπίσημης μαφίας κάποιων τραπεζών που συνεπικουρούνται από τους κάθε λογής διακινητές.
Όχι μόνον αυτούς των ναρκωτικών, των όπλων, των δούλων και της πορνείας, που βρίσκονται ίσως πιο κοντά μας απ’ ό,τι νομίζουμε, αλλά πρώτα από όλους τους διακινητές της παραπλάνησης και της αυταπάτης, του ευνουχισμού και της ενοχής, της παραίτησης από κάθε ελπίδα, στο όνομα ενός ύποπτου ρεαλισμού.
Θα υπάρξει άραγε ποτέ κάποιος θεσμός πάταξης της διαφθοράς, που να κινητοποιηθεί εναντίον τέτοιων διαφθορέων;


[ΠΗΓΗ: Πέπη Ρηγοπούλου στην Εφημερίδα των Συντακτών, Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015]