Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΙΔΕΙΑ

«Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Στο σχολείο θα έπρεπε να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά τους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας. Αλλά τι λέω τώρα… Εδώ τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμη και Ιστορία. Τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας, ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικό. Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αληθινή εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει αλλαγή των θεσμών. Προϋποθέτει νέους θεσμούς που να επιτρέπουν – και όχι να αποτρέπουν, όπως οι σήμερον ισχύοντες – την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Το πιο σημαντικό όμως για να υπάρξει πραγματική εκπαίδευση είναι να πληρούται μια πολύ βασική προϋπόθεση: η εκπαιδευτική διαδικασία να γίνεται αντικείμενο πάθους και από τους εκπαιδευτικούς και από τους εκπαιδευομένους και, για να το πω καθάρα, αν δεν υπάρχει έρωτας αληθινός με το αντικείμενο της εκπαίδευσης, δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστική εκπαίδευση και παιδεία». (Κορνήλιος Καστοριάδης,  ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΑ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 2000)


Εάν κάποιος κάτι μαθαίνει μέσα στο σχολείο είναι διότι, διαδοχικά, έναν καθηγητή σε κάποια τάξη - και στο πανεπιστήμιο ακόμη - τον ερωτεύεται και τον ερωτεύεται διότι βλέπει ότι αυτός ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει.

Λοιπόν, για να τα πω επίσης καθαρά και για να γίνω πλήρως απεχθής σ’ αυτούς που με ακούνε, σήμερα οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τις επαγγελματικές τους διεκδικήσεις, οι οικογένειες ασχολούνται με το να πάρει το παιδί ένα «χαρτί» και τα παιδιά ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από την επένδυση των πραγμάτων που μαθαίνουν. Λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εκπαίδευση.
Θα έλεγα πρώτα-πρώτα ότι δεν μπορούμε να χωρίσουμε την εκπαίδευση από τη συνολική κοινωνική κατάσταση. Ο μακαρίτης, ο  καημένος ο Πλάτων έλεγε ήδη ότι ακόμα και οι τοίχοι της πόλης εκπαιδεύουν τους ανθρώπους και νομίζω ότι αυτό είναι μια τρομερά σημαντική και βαριά αλήθεια. Η εκπαίδευση ενός ανθρώπου, η παιδεία ενός ανθρώπου αρχίζει από την ηλικία μηδέν και φτάνει ως την ηλικία ωμέγα, δηλ. τη στιγμή που θα πεθάνει, συνεχώς διαμορφώνεται αυτός ο άνθρωπος. Διαμορφώνεται από τι; Διαμορφώνεται από όλα όσα προσλαμβάνει. Διαμορφώνεται από όλα όσα είναι γύρω του. Λοιπόν, τί διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος περπατώντας, βλέποντας την Ακρόπολη, την Αγορά, τη Στοά και τα λοιπά και τα λοιπά και τί διαμόρφωση υφίσταται ένας σημερινός Αθηναίος ζώντας μέσα σε αυτό το φρικτό τερατούργημα που λέγεται Αθήνα και που έγινε τερατούργημα μέσα σε σαράντα χρόνια, δυνάμει όλων των μεγαλοφυών πολιτικών μας; Δεν είναι έτσι!...  Ή τι διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος βλέποντας τραγωδίες στο θέατρο του Διονύσου και τί διαμόρφωση υφίσταται σήμερα ένας άνθρωπος βλέποντας τις διαφημίσεις της τηλεόρασης, δεν ξέρω τι!...

Στη Γαλλία αλλάζουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα κάθε ένα χρόνο και το σύστημα και τα λοιπά και τα λοιπά… Κάθε υπουργός παιδείας αλλάζει και κάθε χρόνο πάει και χειρότερα το πράγμα, γιατί; Γιατί δεν μπορούν να αλλάξουν, ούτε είναι ικανοί να σκεφτούν πού είναι το πραγματικό πρόβλημα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι αυτός ο έρωτας των παιδιών για αυτόν που τους διδάσκει και γι' αυτά τα οποία διδάσκει, του διδάσκοντος για τα παιδιά και γι' αυτά που διδάσκει ο ίδιος και της οικογένειας, η οποία επενδύει όλα αυτά τα πράγματα. Για να υπάρξουν όλα αυτά πρέπει να υπάρξει μια άλλη στάση απέναντι στη ζωή και στη γνώση και όχι απλώς η στάση ότι πηγαίνουμε στο σχολείο για να πάρουμε το καλύτερο δυνατό ‘χαρτί’ που θα μας κάνει μετά να έχουμε το καλύτερο δυνατό επάγγελμα ή να μας κάνει να βγάλουμε τα περισσότερα δυνατά λεφτά. Όσο υπάρχει αυτή η νοοτροπία, θα υπάρχει μια συνεχής χειροτέρευση, όπως τη βλέπουμε και σε χώρες όχι σαν την Ελλάδα, αλλά σε μια χώρα όπως η Γαλλία, που έχει τεράστιες ισχυρές παραδοσιακές δομές από δέκα αιώνες και ιδίως στο θέμα της εκπαίδευσης, όπου βλέπει κανείς τη συνεχή φθορά των Λυκείων, των Γυμνασίων, εκεί πέρα και των εκπαιδευτικών και των μαθημάτων που διδάσκονται και των παιδιών και των οικογενειών. Και αυτό είναι όλο το κοινωνικοϊστορικό ρεύμα.


ΠΗΓΗ: Κορνήλιος Καστοριάδης ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΑ.ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ.,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 2000

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΕΚΤΙΘΕΤΑΙ ΕΝΑ ΝΕΚΡΟ ΠΑΙΔΑΚΙ ΣΤΑ ΑΔΙΑΚΡΙΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΚΟΙΝΟΥ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ ΕΞΟΙΚΕΙΩΜΕΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ

Είδατε ποτέ νεκρό τον Πολυνείκη επί σκηνής; Όχι. Η τραγωδία της Αντιγόνης περιστρέφεται γύρω από ένα πτώμα το οποίο παραμένει προστατευμένο από τα αδιάκριτα βλέμματα. Είχαν άραγε οι αρχαίοι Έλληνες μεγαλύτερο σεβασμό, είχαν υψηλότερο δείκτη ηθικής, είχαν μεγαλύτερη ευαισθησία; Μάλλον όχι. Απλώς δεν είχαν λογαριασμό στο Facebook. Δεν είχαν μάθει να τα κοινοποιούν όλα. Δεν είχαν μάθει να μοιράζονται τη χαρά, την εικόνα του ωραίου γεύματος, τα κεράκια στην τούρτα, ούτε τη θλίψη, την εικόνα των προσφύγων, τους νεκρούς του πολέμου.   Στην εποχή της κοινοποίησης των πάντων ένα τρίχρονο αγόρι έγινε σύμβολο φυγής από τη Συρία, σύμβολο άδικης μοίρας. Ο Αϊλάν Κούρντι, με το κόκκινο μπλουζάκι και το μπλε παντελονάκι, έμοιαζε να κοιμάται μπρούμυτα στην άμμο, στην Αλικαρνασσό, όταν τον εντόπισε ο φωτογραφικός φακός. Αίφνης ο πλανήτης συγκλονίστηκε. Παιδιά πνίγονται στη Μεσόγειο, παιδιά που έρχονται από την εμπόλεμη ζώνη. Απότομη αφύπνιση. Σαν να μην είχε καταλάβει κανείς ότι τόσο καιρό πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν αληθινά παιδιά.. Κάπου εδώ τίθεται το ερώτημα: είναι σωστό να εκτίθεται ένα νεκρό παιδάκι στα αδιάκριτα βλέμματα αγνώστων; [η γνώμη της Λώρης Κέζα, όπως την παρουσιάζει στο άρθρο της Ο Αϊλάν με το κόκκινο μπλουζάκι – στη φωτογραφία το προσχέδιο για τη Σφαγή της Χίου του Ευγέρνιου Ντελακρουά].


Κάθε εβδομάδα δημοσιευόταν ανάλογη είδηση: τόσοι διασώθηκαν στο Αιγαίο, τόσοι πνίγηκαν, ανάμεσά τους τόσα παιδιά. Περισσότερα από 10.000 ανήλικα χάθηκαν στην προσπάθειά τους να έρθουν με τις οικογένειές τους στην Ευρώπη. Οι λέξεις μοιάζει να μη συγκινούν, μοιάζουν να μη μεταφέρουν επακριβώς την πληροφορία που περιέχουν. Η φωτογραφία του Αϊλάν ήταν αυτή που έβγαλε τον πλανήτη από έναν σχεδόν ηθελημένο λήθαργο.

Κάπου εδώ τίθεται το ερώτημα: είναι σωστό να εκτίθεται ένα νεκρό παιδάκι στα αδιάκριτα βλέμματα αγνώστων; Είναι σωστό να παρεμβαίνει εικαστικά στη φωτογραφία ένας σκιτσογράφος, ένας καλλιτέχνης, ένας απλός χρήστης του Διαδικτύου; Είδαμε το αγοράκι που κείται μπρούμυτα σε αγκαλιές αγγέλων, με μπαλονάκια, με συννεφάκια, με καρδούλες, με ρητά. Καθένας συνέβαλε με την αισθητική του στη διάδοση της εικόνας, στη διάδοση του συμβόλου.

Ο θάνατος του Αϊλάν υποχρέωσε ηγέτες να προβούν σε δηλώσεις, ανάγκασε φορείς να οργανωθούν και εκβίασε ένα δάκρυ από τους πάντες. Εν πρώτοις φαίνεται κακόγουστη η μετάδοση της εικόνας στα ηλεκτρονικά μέσα και στα social media. Αυτή είναι όμως η εποχή, αυτός είναι ο 21ος αιώνας που επιτρέπει την άμεση διάδοση της πληροφορίας, του ήχου, της εικόνας. Επιτρέπει τη διάχυση χωρίς διαμεσολαβητές. Δεν ξέρουμε τι θα είχε κάνει σήμερα ένας Ευγένιος Ντελακρουά αν ήθελε να απεικονίσει τη Σφαγή της Χίου ή τη Μάχη του Γκιαούρη με τον Χασάν. Μάλλον δεν θα του αρκούσε η τεχνική της ελαιογραφίας.

Σε αυτόν τον προβληματισμό δεν υπάρχει παράμετρος τέχνης. Μιλάμε για τη σχέση είδησης, απεικόνισης, διάδοσης. Μιλάμε για την οπτική απόδειξη των δεινών ενός πληθυσμού που μετακινείται επειδή ξεσπιτώθηκε. Χρειάστηκε να πνιγούν χιλιάδες άλλα παιδιά πριν συγκινήσει το νεκρό παιδάκι από το Κομπάνι της Συρίας. Μικρή σημασία έχει αν κάποιοι συγκινήθηκαν πραγματικά ή αν παρίσταναν τους συγκινημένους. Αυτή η μία φωτογραφία έχει ιστορική αξία για όσα προκάλεσε σε επίπεδο κινητοποίησης.

Να υπογραμμίσουμε κάτι. Αυτή η μία φωτογραφία. Μία. Αν γίνουν δύο, δέκα, πενήντα φωτογραφίες πνιγμένων παιδιών, η ευαισθησία θα πάει περίπατο. Θα συνηθίσουμε την εικόνα. Στην εκατοστή θα προσπεράσουμε, στη χιλιοστή θα φαίνεται φυσικό. Θα έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητας. Ο Αϊλάν Κούρντι, με το κόκκινο μπλουζάκι και το μπλε παντελονάκι, συντάραξε τον πλανήτη επειδή τον αιφνιδίασε. Η συνήθεια, η επανάληψη, η διάδοση πλήθους ίδιων εικόνων μόνο στην αναισθησία μπορούν να οδηγήσουν.


[ΠΗΓΗ: Ο Αϊλάν με το κόκκινο μπλουζάκι της Λώρης Κέζα στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 6 Σεπτεμβρίου 2015]

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.



«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.
Νομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Την ώρα που το παιχνίδι αυτό παιζόταν στον Τύπο της Γαλλίας, στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν. Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.
Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα». Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή. Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία». Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα». Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».
Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις «ΖΩΗ»»! Η ιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη». Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933: Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου. Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

[ΠΗΓΗ: Ελευθέριος Σκιαδάς, Μικρός Ρωμιός]