Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ψάχναμε πάλι το πρώτο σπέρμα, για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα (Γιώργος Σεφέρης)

Με αφορμή ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη (Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ – πίναξ ημιτελής) ο Γιάννης Ψυχοπαίδης γράφει για τους ξεριζωμένους πρόσφυγες, για τους ανέστιους, για τις νεκρές μικρές Οφηλίες. Και αναρωτιέται «πώς μπορεί να βλέπει τις θάλασσες με αθώο βλέμμα, να περπατά στις ακρογιαλιές αναζητώντας βότσαλα και κοχύλια;». Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το ποίημα του Καρυωτάκη βλέπουμε σ’ αυτό το «ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον», «ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου», πως δεν του λείπουν ούτε τα ερείπια, ούτε οι αγχόνες. «Την πεδιάδα όλη» τη διασχίζει μια ατέλειωτη ματωμένη γραμμή από ανθρώπινες υπάρξεις, που συνεχίζει το εφιαλτικό ταξίδι της, αναζητώντας και καταφεύγοντας στον δυτικό Παράδεισο, αυτόν τον Παράδεισο που υπήρξε η προϋπόθεση της δικής της Κόλασης. Και η μακρά Οδύσσεια συνεχίζεται χωρίς την Ιθάκη. Το απατηλό ιδεολόγημα ότι η Ευρώπη μπορούσε να ασκεί τις φιλοπόλεμες πολιτικές της, οχυρωμένη και ασφαλής στο περιφρουρημένο κάστρο της, έχει καταρρεύσει. Της γης οι κολασμένοι ακυρώνουν με τα σώματα και τα σαπιοκάραβά τους κάθε ψευδαίσθηση για ανάπτυξη της «πολιτισμένης» Δύσης σε βάρος των άμαχων παιδιών ενός κατώτερου θεού.


Η πεδιάς και το νεκροταφείον (Πίναξ ημιτελής)
Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Αλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει μόνο τ’ αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ’ όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το ’χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κ’ οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό ’πού σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.
(Ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κ’ η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου)

ΤΕΧΝΗ και ΚΡΙΣΗ: Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, με αφορμή ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, γράφει για τους πρόσφυγες
Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς σήμερα για την οδύνη; Πώς μπορεί να σχεδιάσει τον εκπατρισμό, να ζωγραφίσει την ερημιά και τον πόνο, να χαράξει την απελπισία, να πλάσει με τα χέρια του ένα γλυπτό για τον ξενιτεμό και την προσφυγιά;
Πώς μπορεί να βλέπει τις θάλασσες με αθώο βλέμμα, να περπατά στις ακρογιαλιές αναζητώντας βότσαλα και κοχύλια, να βυθιστεί αμέριμνα στα γαλάζια νερά ανάμεσα στις βυθισμένες βάρκες, τις ξεβρασμένες ψυχές και τις νεκρές μικρές Οφηλίες;
Στην Ανατολή βομβαρδισμένες πολιτείες, συντρίμμια και ερείπια· στη Δύση βομβαρδισμένα μυαλά, συντρίμμια και ερείπια οι ιδέες της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού, των μεγάλων προταγμάτων του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ένας ανεξέλεγκτος χείμαρρος πληροφοριών, ένας βομβαρδισμός από εικόνες έχει κατακλύσει την καθημερινή ζωή, με τις τραγικές ανθρώπινες υπάρξεις να μάχονται απελπισμένα να διαφύγουν από τους ρημαγμένους τόπους τους.
Και παντού ο θάνατος, σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο. Και ο μέσος καταναλωτής των εικόνων, ο τηλεθεατής, να βρίσκεται κι αυτός σε μια αργή πορεία εξοικείωσης με τη φρίκη, μαθαίνοντας να συμβιώνει με το τραγικό μέσα από την οθόνη, σαν έναν κόσμο έξω απ’ αυτόν, άυλο, σε αντίθεση με την «πραγματική» ζωή που βιώνεται μέσα στο σαλόνι του, προφυλαγμένη στο ιδιωτικό του καταφύγιο.
Η εικονική αυτή ζωή των μέσων μαζικής χειραγώγησης, φτιαγμένη από φοβικά σύνδρομα, υστεροβουλία, κυνισμό με ανθρωπιστική επίφαση, επιχειρεί να στερήσει από τις εικόνες της φρίκης την πολιτική τους διάσταση, το πλαίσιο και τους μηχανισμούς που τις γεννούν, τα συμφέροντα και τις δυνάμεις που έμμεσα ή άμεσα καλλιεργούν και εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο.
Μια φιλάνθρωπη ανθρωπιστική αισθηματολογία ως άλλοθι για τις βαριές ευθύνες για τη συμμετοχή της Δύσης στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Για άλλη μια φορά, οι χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που χάνονται, οι πρόσφυγες που ξεριζώνονται, οι ανέστιοι που φυλακίζονται, κυνηγημένοι απ’ αυτούς που τους εξόρισαν και που τώρα υποκρίνονται τους σωτήρες τους, οι φυγάδες από τους «ανθρωπιστικούς» πολέμους, όλοι αυτοί λογίζονται για «παράπλευρες απώλειες» στον εγκληματικό πόλεμο γεωστρατηγικής ισχύος δίχως τέλος.
Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το ποίημα του Καρυωτάκη βλέπουμε σ’ αυτό το «ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον», «ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου», πως δεν του λείπουν ούτε τα ερείπια, ούτε οι αγχόνες. «Την πεδιάδα όλη» τη διασχίζει μια ατέλειωτη ματωμένη γραμμή από ανθρώπινες υπάρξεις, που συνεχίζει το εφιαλτικό ταξίδι της, αναζητώντας και καταφεύγοντας στον δυτικό Παράδεισο, αυτόν τον Παράδεισο που υπήρξε η προϋπόθεση της δικής της Κόλασης. Και η μακρά Οδύσσεια συνεχίζεται χωρίς την Ιθάκη. Το απατηλό ιδεολόγημα ότι η Ευρώπη μπορούσε να ασκεί τις φιλοπόλεμες πολιτικές της, οχυρωμένη και ασφαλής στο περιφρουρημένο κάστρο της, έχει καταρρεύσει. Της γης οι κολασμένοι ακυρώνουν με τα σώματα και τα σαπιοκάραβά τους κάθε ψευδαίσθηση για ανάπτυξη της «πολιτισμένης» Δύσης σε βάρος των άμαχων παιδιών ενός κατώτερου θεού. Και μαζί καταρρέουν και οι ιδρυτικές αξίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και οι όποιες ελευθερίες και δικαιώματα που έχουν απομείνει από το χλομό φάντασμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Ο πίνακας στο ποίημα του Καρυωτάκη, όπως γράφει ο υπότιτλος, δεν είναι ημιτελής, αλλά ατελής και μάλιστα από τη γέννησή του, από τη γέννηση των ιδρυτικών αρχών της Ε.Ε. Η επικυριαρχία των αγορών οδήγησε σ’ αυτό το Νεκροταφείον των ιδεών, στο κοιμητήριο Ψυχών, στα υπαίθρια στρατόπεδα μιας ηπείρου που απειλείται καθημερινά από τη μισαλλοδοξία, τη ρατσιστική βία, την ιδεολογία του απομονωτισμού, των κλειστών ματιών και των κλειστών συνόρων.

...Εχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα, γράφει ο Καρυωτάκης σαν να προμάντευε μέσα από τη δική του Πρέβεζα τις οδύνες του 21ου αιώνα που ερχόταν, σαν να διαισθανόταν τη δύση του ήλιου σαν μια ευρύτερη κρίση πολιτισμού.

«γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει».
Ο άνθρωπος του νέου αιώνα μετέχει σ’ ένα παράλογο, τραγικό θέατρο, όπου η ζωή παίζεται πάνω σε μια θεατρική σκηνή που σκοτεινιάζει γρήγορα, είτε για να κλείσει οριστικά η αυλαία, είτε για να ανοίξει σε μια παράσταση που μόλις αρχίζει. Τι θα συντελεστεί πάνω σ’ αυτή τη σκηνή;
Σ’ αυτό «το χαριτωμένο περιβόλι που αίμα και δάκρυα το ’χουνε ποτίσει» η εξέλιξη της ζωής είναι ανοιχτή και η έκβαση άγνωστη. Ένα όμως είναι βέβαιο: Ο άνθρωπος και η ανθρώπινη κοινότητα κουβαλούν αξεχώριστα την κοινή ευθύνη για τη ζωή τους, την Ιστορία, τον πολιτισμό τους, είναι «καταδικασμένοι να πετύχουν» με όρους αξιοπρέπειας στο μεγάλο στοίχημα της επιβίωσης. Και το στοίχημα αυτό δεν αφορά την κάθε χώρα μόνη της, αλλά την Ευρώπη συνολικά, που μόνο ενωμένη μπορεί να δώσει τις λύσεις μέσα από πολιτικές ανθρωπιάς και αλληλεγγύης.
Το «πέπλο που πέφτει» σε αυτήν την εικόνα του ωραίου, φριχτού και απέριττου τοπίου κινδυνεύει να σκεπάσει κάθε ίχνος ορθού λόγου, αμοιβαίου σεβασμού της διαφορετικότητας, αρχών δικαιοσύνης και δημοκρατίας, μπροστά σ’ αυτήν την κρίση με βαθιές ρίζες και σκοτεινό μέλλον. Και κινδυνεύει να σκεπάσει και κάθε ίχνος ανοιχτού, καθαρού και δημιουργικού νου.
Έτσι και στη δημιουργία. Οι τέχνες και οι δημιουργοί καλούνται -πόσο μάλλον σήμερα- να μεταφράσουν τα αισθήματα της οδύνης, τη γεύση της αλήθειας σε μια γλώσσα που σκέφτεται πάνω στον εαυτό της και τα μέσα της, που αναστοχάζεται την Ιστορία της και τα όριά της. Και να εκφράσουν την αλήθεια τους με ριζοσπαστικές φόρμες που δεν ωραιο-ποιούν, δεν εικονογραφούν αλλά αναρωτιούνται, δεν αντιγράφουν την επιφάνεια, δεν παραλύουν σε μια αισθητική ηττοπάθεια, που δεσμεύονται αλλά δεν είναι δέσμιες του αυτονόητου και του συμβατικού.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο της τέχνης, το βαθιά αληθινό του ενός, μπορεί να γίνει συλλογικό κεφάλαιο, το ίδιο αληθινό για όλους. Οι ατομικές συμβάσεις του καθενός με τον εαυτό του και την κοινωνία, να γίνουν συλλογικές συμβάσεις μιας ανθρώπινης ομάδας, σ’ ένα μοίρασμα της αγωνίας αλλά και της ευθύνης. Σε μια διαρκή αναφορά της σκέψης πάνω στην οδυνηρή ανθρώπινη συνθήκη, μέσα σ’ ένα τοπίο όπου «οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σαν χέρια τον ουρανό, που σύννεφα περνούνε, τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια». Η δημιουργία σήμερα καλό θα ήταν να βυθιστεί στο βάθος των περιστάσεων, να αναζητήσει αυτά που δεν ξέρει, να επινοήσει αυτό που νοσταλγεί, να θυμηθεί αυτά που ξέχασε και να ξεχάσει αυτά που ήδη ξέρει.
Και όπως έγραψε και ο Γ.Σ.:
Ψάχναμε πάλι το πρώτο σπέρμα, για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα

[Τέχνη και Κρίση του Γιάννη Ψυχοπαίδη από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ των ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 13-14 Φεβρουαρίου 2016 – στις φωτογραφίες έργα του καλλιτέχνη]

Η ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΑ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΡΑ (αποσπάσματα από συνέντευξη του Γιάννη Ψυχοπαίδη στην Εφημερίδα των Συντακτών):

Σε ένα από αυτά τα ιδιαίτερα «κολάζ» που συνηθίζει ο Γ. Ψυχοπαίδης, το κεφάλι του Ερμή του Πραξιτέλη συνδυάζεται με μια βάρκα γεμάτη πρόσφυγες. Ακριβώς αυτό το έργο αποτελεί το εξώφυλλο του νέου του βιβλίου «Τα ημερολόγια της φωτιάς», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Κέδρος», με σύντομα κείμενα που αποτυπώνουν προβληματισμούς για τον πολιτισμό και την κοινωνία.
«Ο τίτλος ξεκινάει από την εμπειρία της καμένης Ολυμπίας το 2007», διευκρινίζει. «Όταν ξέσπασε η φωτιά, ήμασταν στην Κεφαλονιά και από εκεί μπορούσαμε να τη δούμε. Την άλλη μέρα πήρα το καράβι, κατέβηκα στον αρχαιολογικό χώρο, όπου όλα ήταν καμένα και οι τοίχοι του μουσείου μαυρισμένοι. Μπήκα μέσα και με ένα κινητό τηλέφωνο φωτογράφισα γρήγορα τον Ερμή, μια εικόνα θολή. Η καμένη Ολυμπία έγινε συμβολισμός για την καταστροφή που θα ερχόταν...»
.
Πώς οδηγηθήκατε στην επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων;
Είναι μια πολύ προσωπική επιλογή με συλλογική αναφορά. Ένα παλίμψηστο, που μέσα κρύβει τη νεανική εμπειρία, το πώς διαμορφωθήκαμε μέσα από την ποίηση, την τέχνη, αλλά και από τις εμβληματικές μορφές της πολιτικής. Είναι πρόσωπα που έχουν δώσει έργο καλλιτεχνικό, επηρέασαν με τη στάση ζωής τους, σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή και κατά κάποιον τρόπο γαλούχησαν κυρίως τη δική μας γενιά, η οποία ήταν έντονα πολιτικοποιημένη και κοινωνικοποιημένη.
Οι προσωπικότητες μιας άλλης εποχής τι μπορούν να πουν στη σημερινή γενιά;
Πιστεύω στα κενά που γεφυρώνονται, όχι για να ταυτίσεις μια εποχή με μια άλλη, αλλά για να αναδειχτεί η ρίζα που υπάρχει από μέσα και ότι οι νέοι νιώθουν πως ανήκουν σε ένα κοινό δέντρο. Πιστεύω στην έννοια της κοινότητας, που συνδέει τις γενιές μέσα στη διαφορετικότητά τους. Σήμερα έχουμε μια τομή σε πολλά πράγματα, στις τεχνολογίες, τις επικοινωνίες, στις εκφραστικές φόρμες.
Στην ουσία όμως πιστεύω ότι μένουν ζωντανά αυτά που λέμε «μεγάλα ηθικά διλήμματα» και έχουν να κάνουν με τη στάση του ανθρώπου στον κοινωνικό περίγυρο. Το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι, που λέει ο Καβάφης.

Υπάρχουν σήμερα πρόσωπα που μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα;
Στις μέρες μας, που ξαναγυρνάμε στην ανάγκη μιας καινούργιας συλλογικότητας, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Ίσως να μην είναι στην επιφάνεια, αλλά λειτουργούν από κάτω και είναι ικανοί κάποια στιγμή να μας εκπλήξουν. Άνθρωποι, που πιθανώς δεν έχουν βαρύ όνομα, αλλά έχουν τη βαρύνουσα οντότητα στην κοινωνία κι εκεί που δεν το περιμένεις βλέπεις τη σοβαρότητα και το ιστορικό μέγεθός τους. Αν και χαμηλών τόνων, σε συναρπάζει η σταθερότητα και η επιμονή τους να διεκδικούν και να κερδίζουν. Δεν είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, αλλά υπάρχει δίπλα μας και μερικές φορές δεν το βλέπουμε κιόλας.

Στα έργα σας δεν αντιμετωπίζετε το παρελθόν με νοσταλγία...
Είναι ένας αναστοχασμός στο παρελθόν. Αλλά σε ένα παρελθόν που διεκδικεί το παρόν και είναι πανταχού παρόν. Δεν πάω να αναδείξω μια εποχή περασμένη, αλλά να αναζητήσω σήματα πορείας που έχουμε ανάγκη. Πόσο μάλλον σήμερα που είναι κρίσιμες οι στιγμές, όταν όλα αυτά που θεωρούσαμε σταθερά σημεία αναφοράς έχουν καταρρεύσει, όταν έχουμε να κάνουμε με έναν πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Βλέπετε τι γίνεται, ο κόσμος αλλάζει. Εχουμε μια Ευρώπη που δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το μέλλον της. Υπάρχουν τεράστια προβλήματα που φαίνονται άλυτα.
Και η λύση που βολεύει και εξυπηρετεί είναι να ξαναγυρίσουμε σε μια κλειστή μορφή ανθρώπινων κοινωνιών, στην ουσία να απαξιωθούν όλα αυτά που έχει κερδίσει η Ευρώπη από τη Γαλλική Επανάσταση και τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Αυτό που ξέραμε ως Ευρώπη δεν υπάρχει πια και φοβόμαστε ότι στο κοντινό μέλλον δεν θα την ξαναδούμε.
Αλλά παρ’ όλα αυτά ο δρόμος είναι να διεκδικηθούν κοινωνίες ανοιχτές, χωρίς σύνορα, με ανοιχτούς ορίζοντες, που να είναι διαφωτισμένες, ελεύθερες. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από αυτόν, όλα τα άλλα είναι η απόλυτη σύγκρουση και καταστροφή και οδηγούν σε καταστάσεις όπου θριαμβεύουν ο φασισμός, ο ολοκληρωτισμός και η βαρβαρότητα. Πρέπει να αντισταθούμε απέναντι στη βαρβαρότητα με κάθε τρόπο και ο τρόπος δεν είναι τα κλειστά σύνορα, αλλά τα ανοιχτά μυαλά.


Η πρωτοπορία δεν γεννιέται στη μοναξιά, αλλά μέσα στα κινήματα