Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΑΔΥΝΑΤΟ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς:

Όλα αποτιμώνται σε χρήμα, όλα χρήζουν «αξιοποίησης», όλα είναι μετρήσιμα και εμπορεύσιμα. Ακόμα και οι ζωές μας, εμείς οι ίδιοι. Αξιολόγηση, ΑΕΠ, χρέος, έλλειμμα, λιτότητα, περιοριστική πολιτική, αξιόχρεο, έσοδα, έξοδα και πάει λέγοντας. Όσο πιο πολύ μετράμε τόσο πιο πολλά (από την πραγματική ζωή) χάνουμε. Τόσο λιγοστεύει η ποιότητα και ό,τι συνδέεται μαζί της: ανθρώπινες σχέσεις, δικαιώματα, πρόσβαση στη γνώση, ελεύθερος χρόνος, ανθρώπινα γηρατειά. Ώρα λοιπόν για από-αποικιοποίηση του μυαλού και της σκέψης μας από τον οικονομισμό και τη βία που ασκεί πάνω μας… Ο μύθος της αέναης προόδου, η οποία ταυτίζεται αποκλειστικά με την οικονομική μεγέθυνση, έχει εμποτίσει την κοινωνική συνείδηση, συμβάλλοντας αποφασιστικά για δεκαετίες στη γιγάντωση της κατανάλωσης μέσω της διαρκούς επέκτασης της παραγωγής και της διαφήμισης (Τάσος Τσακίρογλου, Το σύγχρονο bankspeak και το οργουελικό newspeak – Η κρίση, όργανο χειραγώγησης και επιβολής, από τη στιγμή που «σκεπάζει» μ’ ένα σκοτεινό πέπλο κάθε συζήτηση για τις δυνατότητες απελευθέρωσης των ανθρώπων και τα πραγματικά δεδομένα για μια τέτοια προοπτική)



Στην περίοδο της κρίσης πολλοί είναι εκείνοι που θυμούνται τα χρόνια της ανάπτυξης (και της κατανάλωσης) με ένα αίσθημα νοσταλγίας και μια πίκρα που αφήνει η αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Έτσι εξηγείται και το γιατί πολλοί ήταν έτοιμοι να ακούσουν στο παρελθόν ότι «λεφτά υπάρχουν» ή ότι μια αναδιανομή πλούτου είναι εφικτή, αρκεί να τοποθετηθούν οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κυβέρνηση. Πρόκειται για μια οιονεί μεταφυσική πίστη που θέλει να αγνοεί τα πραγματικά δεδομένα και αρκείται στην επαναφορά του status quo ante. Είναι δηλαδή προσανατολισμένη στο παρελθόν και όχι στο μέλλον.

Έτσι, είναι καθησυχαστική, αφού δεν απαιτεί από τους πολίτες διαρκή επαγρύπνηση, κινητοποίηση, επιλογές και ανάληψη ευθύνης. Είναι μια πράξη που προσομοιάζει στο τηλεοπτικό ζάπινγκ, αφού με το πάτημα ενός κουμπιού (συγκεκριμένα της ψήφου) μπορούμε ν’ αλλάξουμε το μενού της πραγματικότητας και να πάμε από το «θρίλερ» στη «ρομαντική κομεντί».
Την έννοια του «εποικισμού» ήρθε να μου τη θυμίσει μια συνέντευξη του ποιητή Θοδωρή Χιώτη, ανθολόγου της ποιητικής συλλογής «Εικόνες από το μέλλον: τα ποιήματα για την ελληνική κρίση». Ο φιλόλογος και μεταφραστής αναφέρει εύστοχα ότι «η γλώσσα των οικονομικών συναλλαγών έχει “εποικήσει” την καθημερινότητά μας» και προσθέτει ότι τα ποιήματα της ανθολογίας «θέλουν να θέσουν ερωτήματα γύρω από τις βεβαιότητες, αλλά και τον απάνθρωπο χαρακτήρα μιας τέτοιας γλώσσας». Ονομάζει δε αυτή την απάνθρωπη γλώσσα «bankspeak», γλώσσα δηλαδή που χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές.

Η αναφορά παραπέμπει έμμεσα στη Newspeak στο «1984» του Οργουελ. Στο ολοκληρωτικό κράτος, στην προσπάθεια να ελεγχθεί και, τελικά, να καταργηθεί η σκέψη, χρησιμοποιείται η γλώσσα. Η εξουσία ετοιμάζει τη «Νέα Ομιλία».
Ο Οργουελ με το στόμα του Σάιμ αναφέρει:

[...] η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που το λεξιλόγιό της λιγοστεύει κάθε χρόνο [...]», για να προσθέσει: «[...] ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης. Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς [...]

Φυσικά στις μέρες μας δεν έχουμε ολοκληρωτικό κράτος, αλλά μια ολοκληρωτική αντίληψη σε επίπεδο κοινωνίας, με την απόλυτη κυριαρχία της οικονομικής «επιστήμης», της στατιστικής, της λογιστικής και της ποσοτικής αντιμετώπισης των πάντων. Όλα αποτιμώνται σε χρήμα, όλα χρήζουν «αξιοποίησης», όλα είναι μετρήσιμα και εμπορεύσιμα. Ακόμα και οι ζωές μας, εμείς οι ίδιοι. Αξιολόγηση, ΑΕΠ, χρέος, έλλειμμα, λιτότητα, περιοριστική πολιτική, αξιόχρεο, έσοδα, έξοδα και πάει λέγοντας.

Όμως όσο πιο πολύ μετράμε τόσο πιο πολλά (από την πραγματική ζωή) χάνουμε. Τόσο λιγοστεύει η ποιότητα και ό,τι συνδέεται μαζί της: ανθρώπινες σχέσεις, δικαιώματα, πρόσβαση στη γνώση, ελεύθερος χρόνος, ανθρώπινα γηρατειά. Ωρα λοιπόν για απο-αποικιοποίηση του μυαλού και της σκέψης μας από τον οικονομισμό και τη βία που ασκεί πάνω μας.

Η ΚΡΙΣΗ, ΟΡΓΑΝΟ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ και ΕΠΙΒΟΛΗΣ:
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 «σκέπασε» μ’ ένα σκοτεινό πέπλο κάθε συζήτηση για τις δυνατότητες χειραφέτησης των ανθρώπων και τα πραγματικά δεδομένα για μια τέτοια προοπτική. Την ίδια στιγμή που η κοινωνικά αναγκαία ποσότητα εργασίας έχει μειωθεί όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία, προσφέροντας νέα πεδία ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού του ατόμου έξω από τον χώρο της αλλοτριωμένης εργασίας, η κρίση αναδιανέμει όχι αυτή τη δυνατότητα ελευθερίας, αλλά τη μιζέρια της ανέχειας.

Οι μοναδικές επιλογές που παρουσιάζονται είναι η μείωση του ελεύθερου χρόνου και η αύξηση των ωρών εργασίας (για να διατηρήσουν οι εργαζόμενοι τη θέση απασχόλησης που έχουν), είτε μια θέση μερικής απασχόλησης (πάντα κακοπληρωμένη), είτε, τέλος, η ανεργία «πλήρους απασχόλησης».
Οι αλλαγές που έχουν γίνει στο τεχνολογικό και πολιτιστικό πεδίο και οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν απελευθερωτικά υποτάσσονται πλήρως στον βασικό στόχο του αρπακτικού καπιταλισμού, στην εκρηκτική αύξηση των κερδών εδώ και τώρα.

Έτσι, η οικονομική κρίση συνιστά όχι μόνο αποτέλεσμα των αντιφάσεων του συστήματος, αλλά και εργαλείο για τη διαχείρισή τους εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Το σύνθημα «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους», το οποίο γεννήθηκε τις δεκαετίες της πλήρους απασχόλησης, έχει σχεδόν ξεχαστεί, ακόμα και από το ίδιο το εργατικό κίνημα, το οποίο, χτυπημένο από τη μαζική ανεργία και την κρίση, έχει βρεθεί στη γωνία ξεδοντιασμένο, αμήχανο και χωρίς νέες ιδέες.
Σ’ αυτή την έλλειψη ιδεών, προτάσεων και αναλύσεων είχαν και έχουν μερίδιο ευθύνης τόσο τα αριστερά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα πρώτα εκ των οποίων βολεύτηκαν στον ρόλο της αντιπολίτευσης, ενώ τα δεύτερα στον ρόλο της διαχείρισης και της ενσωμάτωσης.

Η πνευματική οκνηρία, ο ακτιβισμός, ο λεγκαλισμός, ο εμμονικός ευρωπαϊσμός, ο καταγγελτισμός, η εχθρότητα προς τη θεωρία και τους φορείς της, ο γραφειοκρατισμός, η σταλινική κληρονομιά και ο φόβος του αυθόρμητου και ανεξέλεγκτου των μαζών έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στον εκφυλισμό αυτών των κομμάτων και στην έκπτωσή τους σε διαχειριστές της (καπιταλιστικής) πραγματικότητας και σε ξενιστές των αστικών ιδεών μέσα στην Αριστερά.

Πολλά από τα σημερινά πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα έχουν την πηγή τους σ’ αυτές τις καταστατικές αμαρτίες και ανεπάρκειες, οι οποίες έχουν, φυσικά, με τη σειρά τους τη δική τους ιστορική και κοινωνιολογική ερμηνεία, που δεν είναι του παρόντος.

Η Αριστερά, για να προσφέρει στην κοινωνία, πρέπει πάνω απ’ όλα να έρθει σε ρήξη με τις δικές της ιστορικές παθογένειες και να εγκαταλείψει άμεσα τη λογική των «έκτακτων συνθηκών». Η επίκληση αυτού του παράγοντα λειτουργούσε πάντα (και για την Αριστερά) σαν άλλοθι για τον εξοβελισμό της πολιτικής συζήτησης στο μακρινό μέλλον και για τη συγκάλυψη των υπαρκτών πολιτικών διαφορών στο όνομα της «ανάγκης για ενότητα εν ώρα μάχης».
Η κυβέρνηση και η διαχείριση της πολιτικής (και όχι κατ’ ανάγκη της οικονομικής) εξουσίας δεν αποτελεί υπέρτερο αγαθό σε σχέση με την υπεράσπιση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Για να γίνει εφικτό το τελευταίο, απαιτούνται πολιτικό σχέδιο, ιδέες, στελέχη, συμμαχίες και, τελικά, όραμα για το πού ακριβώς θέλουμε να πάμε και με ποιο όχημα.


[ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ BANKSPEAK ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΟ NEWSPEAK και Η ΚΡΙΣΗ, ΟΡΓΑΝΟ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ και ΕΠΙΒΟΛΗΣ,  άρθρα τουΤάσου Τσακίρογλου στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 19-02-2016]