Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΑΔΥΝΑΤΟ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς:

Όλα αποτιμώνται σε χρήμα, όλα χρήζουν «αξιοποίησης», όλα είναι μετρήσιμα και εμπορεύσιμα. Ακόμα και οι ζωές μας, εμείς οι ίδιοι. Αξιολόγηση, ΑΕΠ, χρέος, έλλειμμα, λιτότητα, περιοριστική πολιτική, αξιόχρεο, έσοδα, έξοδα και πάει λέγοντας. Όσο πιο πολύ μετράμε τόσο πιο πολλά (από την πραγματική ζωή) χάνουμε. Τόσο λιγοστεύει η ποιότητα και ό,τι συνδέεται μαζί της: ανθρώπινες σχέσεις, δικαιώματα, πρόσβαση στη γνώση, ελεύθερος χρόνος, ανθρώπινα γηρατειά. Ώρα λοιπόν για από-αποικιοποίηση του μυαλού και της σκέψης μας από τον οικονομισμό και τη βία που ασκεί πάνω μας… Ο μύθος της αέναης προόδου, η οποία ταυτίζεται αποκλειστικά με την οικονομική μεγέθυνση, έχει εμποτίσει την κοινωνική συνείδηση, συμβάλλοντας αποφασιστικά για δεκαετίες στη γιγάντωση της κατανάλωσης μέσω της διαρκούς επέκτασης της παραγωγής και της διαφήμισης (Τάσος Τσακίρογλου, Το σύγχρονο bankspeak και το οργουελικό newspeak – Η κρίση, όργανο χειραγώγησης και επιβολής, από τη στιγμή που «σκεπάζει» μ’ ένα σκοτεινό πέπλο κάθε συζήτηση για τις δυνατότητες απελευθέρωσης των ανθρώπων και τα πραγματικά δεδομένα για μια τέτοια προοπτική)



Στην περίοδο της κρίσης πολλοί είναι εκείνοι που θυμούνται τα χρόνια της ανάπτυξης (και της κατανάλωσης) με ένα αίσθημα νοσταλγίας και μια πίκρα που αφήνει η αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Έτσι εξηγείται και το γιατί πολλοί ήταν έτοιμοι να ακούσουν στο παρελθόν ότι «λεφτά υπάρχουν» ή ότι μια αναδιανομή πλούτου είναι εφικτή, αρκεί να τοποθετηθούν οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κυβέρνηση. Πρόκειται για μια οιονεί μεταφυσική πίστη που θέλει να αγνοεί τα πραγματικά δεδομένα και αρκείται στην επαναφορά του status quo ante. Είναι δηλαδή προσανατολισμένη στο παρελθόν και όχι στο μέλλον.

Έτσι, είναι καθησυχαστική, αφού δεν απαιτεί από τους πολίτες διαρκή επαγρύπνηση, κινητοποίηση, επιλογές και ανάληψη ευθύνης. Είναι μια πράξη που προσομοιάζει στο τηλεοπτικό ζάπινγκ, αφού με το πάτημα ενός κουμπιού (συγκεκριμένα της ψήφου) μπορούμε ν’ αλλάξουμε το μενού της πραγματικότητας και να πάμε από το «θρίλερ» στη «ρομαντική κομεντί».
Την έννοια του «εποικισμού» ήρθε να μου τη θυμίσει μια συνέντευξη του ποιητή Θοδωρή Χιώτη, ανθολόγου της ποιητικής συλλογής «Εικόνες από το μέλλον: τα ποιήματα για την ελληνική κρίση». Ο φιλόλογος και μεταφραστής αναφέρει εύστοχα ότι «η γλώσσα των οικονομικών συναλλαγών έχει “εποικήσει” την καθημερινότητά μας» και προσθέτει ότι τα ποιήματα της ανθολογίας «θέλουν να θέσουν ερωτήματα γύρω από τις βεβαιότητες, αλλά και τον απάνθρωπο χαρακτήρα μιας τέτοιας γλώσσας». Ονομάζει δε αυτή την απάνθρωπη γλώσσα «bankspeak», γλώσσα δηλαδή που χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές.

Η αναφορά παραπέμπει έμμεσα στη Newspeak στο «1984» του Οργουελ. Στο ολοκληρωτικό κράτος, στην προσπάθεια να ελεγχθεί και, τελικά, να καταργηθεί η σκέψη, χρησιμοποιείται η γλώσσα. Η εξουσία ετοιμάζει τη «Νέα Ομιλία».
Ο Οργουελ με το στόμα του Σάιμ αναφέρει:

[...] η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που το λεξιλόγιό της λιγοστεύει κάθε χρόνο [...]», για να προσθέσει: «[...] ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης. Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς [...]

Φυσικά στις μέρες μας δεν έχουμε ολοκληρωτικό κράτος, αλλά μια ολοκληρωτική αντίληψη σε επίπεδο κοινωνίας, με την απόλυτη κυριαρχία της οικονομικής «επιστήμης», της στατιστικής, της λογιστικής και της ποσοτικής αντιμετώπισης των πάντων. Όλα αποτιμώνται σε χρήμα, όλα χρήζουν «αξιοποίησης», όλα είναι μετρήσιμα και εμπορεύσιμα. Ακόμα και οι ζωές μας, εμείς οι ίδιοι. Αξιολόγηση, ΑΕΠ, χρέος, έλλειμμα, λιτότητα, περιοριστική πολιτική, αξιόχρεο, έσοδα, έξοδα και πάει λέγοντας.

Όμως όσο πιο πολύ μετράμε τόσο πιο πολλά (από την πραγματική ζωή) χάνουμε. Τόσο λιγοστεύει η ποιότητα και ό,τι συνδέεται μαζί της: ανθρώπινες σχέσεις, δικαιώματα, πρόσβαση στη γνώση, ελεύθερος χρόνος, ανθρώπινα γηρατειά. Ωρα λοιπόν για απο-αποικιοποίηση του μυαλού και της σκέψης μας από τον οικονομισμό και τη βία που ασκεί πάνω μας.

Η ΚΡΙΣΗ, ΟΡΓΑΝΟ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ και ΕΠΙΒΟΛΗΣ:
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 «σκέπασε» μ’ ένα σκοτεινό πέπλο κάθε συζήτηση για τις δυνατότητες χειραφέτησης των ανθρώπων και τα πραγματικά δεδομένα για μια τέτοια προοπτική. Την ίδια στιγμή που η κοινωνικά αναγκαία ποσότητα εργασίας έχει μειωθεί όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία, προσφέροντας νέα πεδία ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού του ατόμου έξω από τον χώρο της αλλοτριωμένης εργασίας, η κρίση αναδιανέμει όχι αυτή τη δυνατότητα ελευθερίας, αλλά τη μιζέρια της ανέχειας.

Οι μοναδικές επιλογές που παρουσιάζονται είναι η μείωση του ελεύθερου χρόνου και η αύξηση των ωρών εργασίας (για να διατηρήσουν οι εργαζόμενοι τη θέση απασχόλησης που έχουν), είτε μια θέση μερικής απασχόλησης (πάντα κακοπληρωμένη), είτε, τέλος, η ανεργία «πλήρους απασχόλησης».
Οι αλλαγές που έχουν γίνει στο τεχνολογικό και πολιτιστικό πεδίο και οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν απελευθερωτικά υποτάσσονται πλήρως στον βασικό στόχο του αρπακτικού καπιταλισμού, στην εκρηκτική αύξηση των κερδών εδώ και τώρα.

Έτσι, η οικονομική κρίση συνιστά όχι μόνο αποτέλεσμα των αντιφάσεων του συστήματος, αλλά και εργαλείο για τη διαχείρισή τους εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Το σύνθημα «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους», το οποίο γεννήθηκε τις δεκαετίες της πλήρους απασχόλησης, έχει σχεδόν ξεχαστεί, ακόμα και από το ίδιο το εργατικό κίνημα, το οποίο, χτυπημένο από τη μαζική ανεργία και την κρίση, έχει βρεθεί στη γωνία ξεδοντιασμένο, αμήχανο και χωρίς νέες ιδέες.
Σ’ αυτή την έλλειψη ιδεών, προτάσεων και αναλύσεων είχαν και έχουν μερίδιο ευθύνης τόσο τα αριστερά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα πρώτα εκ των οποίων βολεύτηκαν στον ρόλο της αντιπολίτευσης, ενώ τα δεύτερα στον ρόλο της διαχείρισης και της ενσωμάτωσης.

Η πνευματική οκνηρία, ο ακτιβισμός, ο λεγκαλισμός, ο εμμονικός ευρωπαϊσμός, ο καταγγελτισμός, η εχθρότητα προς τη θεωρία και τους φορείς της, ο γραφειοκρατισμός, η σταλινική κληρονομιά και ο φόβος του αυθόρμητου και ανεξέλεγκτου των μαζών έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στον εκφυλισμό αυτών των κομμάτων και στην έκπτωσή τους σε διαχειριστές της (καπιταλιστικής) πραγματικότητας και σε ξενιστές των αστικών ιδεών μέσα στην Αριστερά.

Πολλά από τα σημερινά πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα έχουν την πηγή τους σ’ αυτές τις καταστατικές αμαρτίες και ανεπάρκειες, οι οποίες έχουν, φυσικά, με τη σειρά τους τη δική τους ιστορική και κοινωνιολογική ερμηνεία, που δεν είναι του παρόντος.

Η Αριστερά, για να προσφέρει στην κοινωνία, πρέπει πάνω απ’ όλα να έρθει σε ρήξη με τις δικές της ιστορικές παθογένειες και να εγκαταλείψει άμεσα τη λογική των «έκτακτων συνθηκών». Η επίκληση αυτού του παράγοντα λειτουργούσε πάντα (και για την Αριστερά) σαν άλλοθι για τον εξοβελισμό της πολιτικής συζήτησης στο μακρινό μέλλον και για τη συγκάλυψη των υπαρκτών πολιτικών διαφορών στο όνομα της «ανάγκης για ενότητα εν ώρα μάχης».
Η κυβέρνηση και η διαχείριση της πολιτικής (και όχι κατ’ ανάγκη της οικονομικής) εξουσίας δεν αποτελεί υπέρτερο αγαθό σε σχέση με την υπεράσπιση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Για να γίνει εφικτό το τελευταίο, απαιτούνται πολιτικό σχέδιο, ιδέες, στελέχη, συμμαχίες και, τελικά, όραμα για το πού ακριβώς θέλουμε να πάμε και με ποιο όχημα.


[ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ BANKSPEAK ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΟ NEWSPEAK και Η ΚΡΙΣΗ, ΟΡΓΑΝΟ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ και ΕΠΙΒΟΛΗΣ,  άρθρα τουΤάσου Τσακίρογλου στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 19-02-2016]

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ψάχναμε πάλι το πρώτο σπέρμα, για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα (Γιώργος Σεφέρης)

Με αφορμή ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη (Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ – πίναξ ημιτελής) ο Γιάννης Ψυχοπαίδης γράφει για τους ξεριζωμένους πρόσφυγες, για τους ανέστιους, για τις νεκρές μικρές Οφηλίες. Και αναρωτιέται «πώς μπορεί να βλέπει τις θάλασσες με αθώο βλέμμα, να περπατά στις ακρογιαλιές αναζητώντας βότσαλα και κοχύλια;». Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το ποίημα του Καρυωτάκη βλέπουμε σ’ αυτό το «ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον», «ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου», πως δεν του λείπουν ούτε τα ερείπια, ούτε οι αγχόνες. «Την πεδιάδα όλη» τη διασχίζει μια ατέλειωτη ματωμένη γραμμή από ανθρώπινες υπάρξεις, που συνεχίζει το εφιαλτικό ταξίδι της, αναζητώντας και καταφεύγοντας στον δυτικό Παράδεισο, αυτόν τον Παράδεισο που υπήρξε η προϋπόθεση της δικής της Κόλασης. Και η μακρά Οδύσσεια συνεχίζεται χωρίς την Ιθάκη. Το απατηλό ιδεολόγημα ότι η Ευρώπη μπορούσε να ασκεί τις φιλοπόλεμες πολιτικές της, οχυρωμένη και ασφαλής στο περιφρουρημένο κάστρο της, έχει καταρρεύσει. Της γης οι κολασμένοι ακυρώνουν με τα σώματα και τα σαπιοκάραβά τους κάθε ψευδαίσθηση για ανάπτυξη της «πολιτισμένης» Δύσης σε βάρος των άμαχων παιδιών ενός κατώτερου θεού.


Η πεδιάς και το νεκροταφείον (Πίναξ ημιτελής)
Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Αλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει μόνο τ’ αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ’ όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το ’χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κ’ οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό ’πού σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.
(Ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κ’ η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου)

ΤΕΧΝΗ και ΚΡΙΣΗ: Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, με αφορμή ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, γράφει για τους πρόσφυγες
Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς σήμερα για την οδύνη; Πώς μπορεί να σχεδιάσει τον εκπατρισμό, να ζωγραφίσει την ερημιά και τον πόνο, να χαράξει την απελπισία, να πλάσει με τα χέρια του ένα γλυπτό για τον ξενιτεμό και την προσφυγιά;
Πώς μπορεί να βλέπει τις θάλασσες με αθώο βλέμμα, να περπατά στις ακρογιαλιές αναζητώντας βότσαλα και κοχύλια, να βυθιστεί αμέριμνα στα γαλάζια νερά ανάμεσα στις βυθισμένες βάρκες, τις ξεβρασμένες ψυχές και τις νεκρές μικρές Οφηλίες;
Στην Ανατολή βομβαρδισμένες πολιτείες, συντρίμμια και ερείπια· στη Δύση βομβαρδισμένα μυαλά, συντρίμμια και ερείπια οι ιδέες της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού, των μεγάλων προταγμάτων του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ένας ανεξέλεγκτος χείμαρρος πληροφοριών, ένας βομβαρδισμός από εικόνες έχει κατακλύσει την καθημερινή ζωή, με τις τραγικές ανθρώπινες υπάρξεις να μάχονται απελπισμένα να διαφύγουν από τους ρημαγμένους τόπους τους.
Και παντού ο θάνατος, σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο. Και ο μέσος καταναλωτής των εικόνων, ο τηλεθεατής, να βρίσκεται κι αυτός σε μια αργή πορεία εξοικείωσης με τη φρίκη, μαθαίνοντας να συμβιώνει με το τραγικό μέσα από την οθόνη, σαν έναν κόσμο έξω απ’ αυτόν, άυλο, σε αντίθεση με την «πραγματική» ζωή που βιώνεται μέσα στο σαλόνι του, προφυλαγμένη στο ιδιωτικό του καταφύγιο.
Η εικονική αυτή ζωή των μέσων μαζικής χειραγώγησης, φτιαγμένη από φοβικά σύνδρομα, υστεροβουλία, κυνισμό με ανθρωπιστική επίφαση, επιχειρεί να στερήσει από τις εικόνες της φρίκης την πολιτική τους διάσταση, το πλαίσιο και τους μηχανισμούς που τις γεννούν, τα συμφέροντα και τις δυνάμεις που έμμεσα ή άμεσα καλλιεργούν και εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο.
Μια φιλάνθρωπη ανθρωπιστική αισθηματολογία ως άλλοθι για τις βαριές ευθύνες για τη συμμετοχή της Δύσης στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Για άλλη μια φορά, οι χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που χάνονται, οι πρόσφυγες που ξεριζώνονται, οι ανέστιοι που φυλακίζονται, κυνηγημένοι απ’ αυτούς που τους εξόρισαν και που τώρα υποκρίνονται τους σωτήρες τους, οι φυγάδες από τους «ανθρωπιστικούς» πολέμους, όλοι αυτοί λογίζονται για «παράπλευρες απώλειες» στον εγκληματικό πόλεμο γεωστρατηγικής ισχύος δίχως τέλος.
Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το ποίημα του Καρυωτάκη βλέπουμε σ’ αυτό το «ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον», «ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου», πως δεν του λείπουν ούτε τα ερείπια, ούτε οι αγχόνες. «Την πεδιάδα όλη» τη διασχίζει μια ατέλειωτη ματωμένη γραμμή από ανθρώπινες υπάρξεις, που συνεχίζει το εφιαλτικό ταξίδι της, αναζητώντας και καταφεύγοντας στον δυτικό Παράδεισο, αυτόν τον Παράδεισο που υπήρξε η προϋπόθεση της δικής της Κόλασης. Και η μακρά Οδύσσεια συνεχίζεται χωρίς την Ιθάκη. Το απατηλό ιδεολόγημα ότι η Ευρώπη μπορούσε να ασκεί τις φιλοπόλεμες πολιτικές της, οχυρωμένη και ασφαλής στο περιφρουρημένο κάστρο της, έχει καταρρεύσει. Της γης οι κολασμένοι ακυρώνουν με τα σώματα και τα σαπιοκάραβά τους κάθε ψευδαίσθηση για ανάπτυξη της «πολιτισμένης» Δύσης σε βάρος των άμαχων παιδιών ενός κατώτερου θεού. Και μαζί καταρρέουν και οι ιδρυτικές αξίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και οι όποιες ελευθερίες και δικαιώματα που έχουν απομείνει από το χλομό φάντασμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Ο πίνακας στο ποίημα του Καρυωτάκη, όπως γράφει ο υπότιτλος, δεν είναι ημιτελής, αλλά ατελής και μάλιστα από τη γέννησή του, από τη γέννηση των ιδρυτικών αρχών της Ε.Ε. Η επικυριαρχία των αγορών οδήγησε σ’ αυτό το Νεκροταφείον των ιδεών, στο κοιμητήριο Ψυχών, στα υπαίθρια στρατόπεδα μιας ηπείρου που απειλείται καθημερινά από τη μισαλλοδοξία, τη ρατσιστική βία, την ιδεολογία του απομονωτισμού, των κλειστών ματιών και των κλειστών συνόρων.

...Εχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα, γράφει ο Καρυωτάκης σαν να προμάντευε μέσα από τη δική του Πρέβεζα τις οδύνες του 21ου αιώνα που ερχόταν, σαν να διαισθανόταν τη δύση του ήλιου σαν μια ευρύτερη κρίση πολιτισμού.

«γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει».
Ο άνθρωπος του νέου αιώνα μετέχει σ’ ένα παράλογο, τραγικό θέατρο, όπου η ζωή παίζεται πάνω σε μια θεατρική σκηνή που σκοτεινιάζει γρήγορα, είτε για να κλείσει οριστικά η αυλαία, είτε για να ανοίξει σε μια παράσταση που μόλις αρχίζει. Τι θα συντελεστεί πάνω σ’ αυτή τη σκηνή;
Σ’ αυτό «το χαριτωμένο περιβόλι που αίμα και δάκρυα το ’χουνε ποτίσει» η εξέλιξη της ζωής είναι ανοιχτή και η έκβαση άγνωστη. Ένα όμως είναι βέβαιο: Ο άνθρωπος και η ανθρώπινη κοινότητα κουβαλούν αξεχώριστα την κοινή ευθύνη για τη ζωή τους, την Ιστορία, τον πολιτισμό τους, είναι «καταδικασμένοι να πετύχουν» με όρους αξιοπρέπειας στο μεγάλο στοίχημα της επιβίωσης. Και το στοίχημα αυτό δεν αφορά την κάθε χώρα μόνη της, αλλά την Ευρώπη συνολικά, που μόνο ενωμένη μπορεί να δώσει τις λύσεις μέσα από πολιτικές ανθρωπιάς και αλληλεγγύης.
Το «πέπλο που πέφτει» σε αυτήν την εικόνα του ωραίου, φριχτού και απέριττου τοπίου κινδυνεύει να σκεπάσει κάθε ίχνος ορθού λόγου, αμοιβαίου σεβασμού της διαφορετικότητας, αρχών δικαιοσύνης και δημοκρατίας, μπροστά σ’ αυτήν την κρίση με βαθιές ρίζες και σκοτεινό μέλλον. Και κινδυνεύει να σκεπάσει και κάθε ίχνος ανοιχτού, καθαρού και δημιουργικού νου.
Έτσι και στη δημιουργία. Οι τέχνες και οι δημιουργοί καλούνται -πόσο μάλλον σήμερα- να μεταφράσουν τα αισθήματα της οδύνης, τη γεύση της αλήθειας σε μια γλώσσα που σκέφτεται πάνω στον εαυτό της και τα μέσα της, που αναστοχάζεται την Ιστορία της και τα όριά της. Και να εκφράσουν την αλήθεια τους με ριζοσπαστικές φόρμες που δεν ωραιο-ποιούν, δεν εικονογραφούν αλλά αναρωτιούνται, δεν αντιγράφουν την επιφάνεια, δεν παραλύουν σε μια αισθητική ηττοπάθεια, που δεσμεύονται αλλά δεν είναι δέσμιες του αυτονόητου και του συμβατικού.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο της τέχνης, το βαθιά αληθινό του ενός, μπορεί να γίνει συλλογικό κεφάλαιο, το ίδιο αληθινό για όλους. Οι ατομικές συμβάσεις του καθενός με τον εαυτό του και την κοινωνία, να γίνουν συλλογικές συμβάσεις μιας ανθρώπινης ομάδας, σ’ ένα μοίρασμα της αγωνίας αλλά και της ευθύνης. Σε μια διαρκή αναφορά της σκέψης πάνω στην οδυνηρή ανθρώπινη συνθήκη, μέσα σ’ ένα τοπίο όπου «οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σαν χέρια τον ουρανό, που σύννεφα περνούνε, τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια». Η δημιουργία σήμερα καλό θα ήταν να βυθιστεί στο βάθος των περιστάσεων, να αναζητήσει αυτά που δεν ξέρει, να επινοήσει αυτό που νοσταλγεί, να θυμηθεί αυτά που ξέχασε και να ξεχάσει αυτά που ήδη ξέρει.
Και όπως έγραψε και ο Γ.Σ.:
Ψάχναμε πάλι το πρώτο σπέρμα, για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα

[Τέχνη και Κρίση του Γιάννη Ψυχοπαίδη από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ των ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 13-14 Φεβρουαρίου 2016 – στις φωτογραφίες έργα του καλλιτέχνη]

Η ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΑ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΡΑ (αποσπάσματα από συνέντευξη του Γιάννη Ψυχοπαίδη στην Εφημερίδα των Συντακτών):

Σε ένα από αυτά τα ιδιαίτερα «κολάζ» που συνηθίζει ο Γ. Ψυχοπαίδης, το κεφάλι του Ερμή του Πραξιτέλη συνδυάζεται με μια βάρκα γεμάτη πρόσφυγες. Ακριβώς αυτό το έργο αποτελεί το εξώφυλλο του νέου του βιβλίου «Τα ημερολόγια της φωτιάς», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Κέδρος», με σύντομα κείμενα που αποτυπώνουν προβληματισμούς για τον πολιτισμό και την κοινωνία.
«Ο τίτλος ξεκινάει από την εμπειρία της καμένης Ολυμπίας το 2007», διευκρινίζει. «Όταν ξέσπασε η φωτιά, ήμασταν στην Κεφαλονιά και από εκεί μπορούσαμε να τη δούμε. Την άλλη μέρα πήρα το καράβι, κατέβηκα στον αρχαιολογικό χώρο, όπου όλα ήταν καμένα και οι τοίχοι του μουσείου μαυρισμένοι. Μπήκα μέσα και με ένα κινητό τηλέφωνο φωτογράφισα γρήγορα τον Ερμή, μια εικόνα θολή. Η καμένη Ολυμπία έγινε συμβολισμός για την καταστροφή που θα ερχόταν...»
.
Πώς οδηγηθήκατε στην επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων;
Είναι μια πολύ προσωπική επιλογή με συλλογική αναφορά. Ένα παλίμψηστο, που μέσα κρύβει τη νεανική εμπειρία, το πώς διαμορφωθήκαμε μέσα από την ποίηση, την τέχνη, αλλά και από τις εμβληματικές μορφές της πολιτικής. Είναι πρόσωπα που έχουν δώσει έργο καλλιτεχνικό, επηρέασαν με τη στάση ζωής τους, σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή και κατά κάποιον τρόπο γαλούχησαν κυρίως τη δική μας γενιά, η οποία ήταν έντονα πολιτικοποιημένη και κοινωνικοποιημένη.
Οι προσωπικότητες μιας άλλης εποχής τι μπορούν να πουν στη σημερινή γενιά;
Πιστεύω στα κενά που γεφυρώνονται, όχι για να ταυτίσεις μια εποχή με μια άλλη, αλλά για να αναδειχτεί η ρίζα που υπάρχει από μέσα και ότι οι νέοι νιώθουν πως ανήκουν σε ένα κοινό δέντρο. Πιστεύω στην έννοια της κοινότητας, που συνδέει τις γενιές μέσα στη διαφορετικότητά τους. Σήμερα έχουμε μια τομή σε πολλά πράγματα, στις τεχνολογίες, τις επικοινωνίες, στις εκφραστικές φόρμες.
Στην ουσία όμως πιστεύω ότι μένουν ζωντανά αυτά που λέμε «μεγάλα ηθικά διλήμματα» και έχουν να κάνουν με τη στάση του ανθρώπου στον κοινωνικό περίγυρο. Το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι, που λέει ο Καβάφης.

Υπάρχουν σήμερα πρόσωπα που μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα;
Στις μέρες μας, που ξαναγυρνάμε στην ανάγκη μιας καινούργιας συλλογικότητας, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Ίσως να μην είναι στην επιφάνεια, αλλά λειτουργούν από κάτω και είναι ικανοί κάποια στιγμή να μας εκπλήξουν. Άνθρωποι, που πιθανώς δεν έχουν βαρύ όνομα, αλλά έχουν τη βαρύνουσα οντότητα στην κοινωνία κι εκεί που δεν το περιμένεις βλέπεις τη σοβαρότητα και το ιστορικό μέγεθός τους. Αν και χαμηλών τόνων, σε συναρπάζει η σταθερότητα και η επιμονή τους να διεκδικούν και να κερδίζουν. Δεν είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, αλλά υπάρχει δίπλα μας και μερικές φορές δεν το βλέπουμε κιόλας.

Στα έργα σας δεν αντιμετωπίζετε το παρελθόν με νοσταλγία...
Είναι ένας αναστοχασμός στο παρελθόν. Αλλά σε ένα παρελθόν που διεκδικεί το παρόν και είναι πανταχού παρόν. Δεν πάω να αναδείξω μια εποχή περασμένη, αλλά να αναζητήσω σήματα πορείας που έχουμε ανάγκη. Πόσο μάλλον σήμερα που είναι κρίσιμες οι στιγμές, όταν όλα αυτά που θεωρούσαμε σταθερά σημεία αναφοράς έχουν καταρρεύσει, όταν έχουμε να κάνουμε με έναν πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Βλέπετε τι γίνεται, ο κόσμος αλλάζει. Εχουμε μια Ευρώπη που δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το μέλλον της. Υπάρχουν τεράστια προβλήματα που φαίνονται άλυτα.
Και η λύση που βολεύει και εξυπηρετεί είναι να ξαναγυρίσουμε σε μια κλειστή μορφή ανθρώπινων κοινωνιών, στην ουσία να απαξιωθούν όλα αυτά που έχει κερδίσει η Ευρώπη από τη Γαλλική Επανάσταση και τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Αυτό που ξέραμε ως Ευρώπη δεν υπάρχει πια και φοβόμαστε ότι στο κοντινό μέλλον δεν θα την ξαναδούμε.
Αλλά παρ’ όλα αυτά ο δρόμος είναι να διεκδικηθούν κοινωνίες ανοιχτές, χωρίς σύνορα, με ανοιχτούς ορίζοντες, που να είναι διαφωτισμένες, ελεύθερες. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από αυτόν, όλα τα άλλα είναι η απόλυτη σύγκρουση και καταστροφή και οδηγούν σε καταστάσεις όπου θριαμβεύουν ο φασισμός, ο ολοκληρωτισμός και η βαρβαρότητα. Πρέπει να αντισταθούμε απέναντι στη βαρβαρότητα με κάθε τρόπο και ο τρόπος δεν είναι τα κλειστά σύνορα, αλλά τα ανοιχτά μυαλά.


Η πρωτοπορία δεν γεννιέται στη μοναξιά, αλλά μέσα στα κινήματα

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΧΕΙΜΑΖΕΤΑΙ («κάθε πόρτα και το καρφί της»):

Η «ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή», γράφει ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος. Ωστόσο, η πόρτα κλείνει όταν κάποιος προσπαθεί να καταλάβει το μυστικό της ποίησης. Ο ποιητής σμιλεύει με τις λέξεις του τη διαρκή αγωνία των ανθρώπων να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματά τους διαβαίνοντας το κατώφλι του ποιητικού σύμπαντος. Τότε, ακούγεται ο θόρυβος από τους μεντεσέδες που σφαλίζουν την είσοδο στους ασεβείς που είναι έτοιμοι να δρασκελίσουν το κατώφλι. Η πόρτα, λοιπόν, είναι το σύνορο ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Είναι αυτή που προστατεύει την ιδιωτικότητα. «Για όσους δεν κλει η πόρτα σου, κόψιμο μην έχεις», αποφαίνεται η λαϊκή θυμοσοφία. Υπογραμμίζει τον καταλυτικό ρόλο της πόρτας στη συγκρότηση ιδιωτικότητας… Ο ανθρώπινος πολιτισμός επιστρέφει σε εποχές που η ταξινόμηση των ανεπιθύμητων κάτω από διάφορα σύμβολα, όπως το αστέρι που επέβαλαν οι ναζί στους Εβραίους για να είναι ορατοί και ελέγξιμοι, εξέφραζε τον αυταρχισμό των πολιτικών καθεστώτων… [Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΟΡΤΑ, επιφυλλίδα του Ευάγγελου Αυδίκου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στην Τελευταία Σελίδα της Εφημερίδας των Συντακτών]



Ακόμη και παλιότερα που η αυλή ήταν ο τόπος για όλη τη γειτονιά, το κλείσιμο της πόρτας έδινε σήμα σε όλους τους απ’ έξω για την οριοθέτηση του ιδιωτικού για όσο διάστημα έκρινε ο ιδιοκτήτης. Έτσι, η παροιμία που ισχυρίζεται ότι «κάθε πόρτα και το καρφί της» αναφέρεται σ’ αυτά τα μυστικά που η πόρτα κρατούσε μακριά από τη βουλιμία της περιέργειας των άλλων.

Ο σεβασμός της ιδιωτικότητας υπήρξε ένας τρόπος αξιολόγησης της δημοκρατικότητας σε μια κοινωνία. Παραφράζοντας μια φράση που ακουγόταν παλιότερα, το πρόσωπο που χτυπούσε το κουδούνι αξημέρωτα νοηματοδοτούσε την πολιτική κατάσταση.

Αν ο νοικοκύρης άκουγε τη γνώριμη φωνή του γαλατά τότε η πόρτα άνοιγε με προθυμία και ασφάλεια. Στην περίπτωση που η φωνή ήταν προστακτική υπήρχε μεγάλη πιθανότητα ο επισκέπτης να εκπροσωπούσε ένα καθεστώς πολιτικής ανωμαλίας, οπότε η πόρτα άνοιγε υποκύπτοντας στον αυταρχισμό της εξουσίας.

Αυτή η διάκριση επανήλθε στην επικαιρότητα με αφορμή τους πρόσφυγες σε κάποια πόλη της Βρετανίας. Οι πόρτες των σπιτιών όπου διέμεναν οι πρόσφυγες βάφτηκαν κόκκινες. Έτσι, η πόρτα από σύμβολο της προστασίας των ενοίκων γίνεται μαρτυριάρα. Το σύμβολο που παραβιάζει τα βασικά δικαιώματα των ανθρώπων σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Παρ' όλο που Εβραίοι έβαφαν τις πόρτες τους με κόκκινο χρώμα, για να λειτουργήσει αποτροπτικά απέναντι στη θεϊκή οργή. Παρ' όλο που το κόκκινο χρώμα του αίματος από τις ζωοθυσίες δημιουργούσε έναν μαγικό κύκλο προστασίας από αρνητικές δυνάμεις, η κόκκινη πόρτα στη Βρετανία μαρτυρά την ταραχή και ανασφάλεια των ανθρώπων απέναντι στους πρόσφυγες.
Ο ανθρώπινος πολιτισμός επιστρέφει σε εποχές που η ταξινόμηση των ανεπιθύμητων κάτω από διάφορα σύμβολα, όπως το αστέρι που επέβαλαν οι ναζί στους Εβραίους για να είναι ορατοί και ελέγξιμοι, εξέφραζε τον αυταρχισμό των πολιτικών καθεστώτων.

Η κόκκινη πόρτα της Βρετανίας δεν προστατεύει τον ιδιωτικό χώρο. Δημιουργεί ορατούς στόχους για να διοχετεύσουν οι ντόπιοι τον θυμό τους και την ανασφάλεια από την ανεργία και τα οικονομικά προβλήματα. Ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός διέπεται, εν πολλοίς, από έναν μορφολογικό σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα που αποσυντίθεται την κρίσιμη ώρα των αποφάσεων.

Η κόκκινη πόρτα είναι μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η δημοκρατία στην Ευρώπη χειμάζεται.


[Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΟΡΤΑ, επιφυλλίδα του Ευάγγελου Αυδίκου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στην Τελευταία Σελίδα της Εφημερίδας των Συντακτών 11-02-2016]

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟ ΝΟΜΟΥΣ (πώς είναι δυνατόν η ελευθερία να υπάρχει εκεί όπου υπάρχουν νόμοι περιοριστικοί της ανθρώπινης συμπεριφοράς;)

Είναι σπάνιο και προκλητικό να υπερασπίζεται κανείς σήμερα τη φιλελεύθερη δημοκρατία, γιατί το πολίτευμα αυτό κατηγορείται για πληθώρα αμαρτημάτων. Οι κατηγορίες εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας κάποτε οφείλονται σε παρεξήγηση, όπως, π.χ., το να ταυτίζει κανείς τον πολιτικά φιλελεύθερο χαρακτήρα της με τον νεοφιλελευθερισμό. Άλλοτε πάλι οφείλονται σε πραγματικές αδυναμίες, όπως, π.χ., το έλλειμμα εκπροσώπησης των λιγότερο ισχυρών μερίδων του πληθυσμού, η αναπαραγωγή του αμαρτωλού τριγώνου κόμματα - επιχειρήσεις - μέσα μαζικής ενημέρωσης, η αδυναμία ενσωμάτωσης πολιτών που ανήκουν σε μειονότητες… Γεύση όλων αυτών παίρνουμε διαβάζοντας το μικρό βιβλίο του Τζιοβάνι Σαρτόρι Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΕ 30 ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Ο Τζιοβάνι Σαρτόρι είναι ένα από τους μεγαλύτερους εν ζωή πολιτικούς επιστήμονες που στα 30 κεφάλαια του βιβλίου του μας προκαλεί να σκεφτούμε μερικές εύκολες παραδοχές.  Τα καλύτερα από τα 30 «μαθήματα» είναι εκείνα στα οποία ο συγγραφέας εξηγεί τις αξιακές βάσεις της δημοκρατίας, δηλαδή την πολιτική ισότητα, την ελευθερία και τον πλουραλισμό. Ένα από τα πιο επίκαιρα σημεία του βιβλίου περιέχεται στο 13ο μάθημα, όπου ο Σαρτόρι συνοψίζει την απάντηση των Λοκ και Ρουσό στο κλασικό ερώτημα πώς είναι δυνατόν η ελευθερία να υπάρχει εκεί όπου υπάρχουν νόμοι περιοριστικοί της ανθρώπινης συμπεριφοράς ή «γιατί η ελευθερία έχει ανάγκη από νόμους: Διότι αν κυβερνούν οι νόμοι - που αποτελούν γενικούς και απρόσωπους κανόνες - δεν κυβερνούν οι άνθρωποι, δηλαδή δεν κυβερνά η αυθαίρετη βούληση, ο δεσποτισμός ή απλώς η ηλιθιότητα του καθενός». Το πόσο δίκιο έχει ο Σαρτόρι σε αυτό θα γινόταν, νομίζω, φανερό σε οποιονδήποτε ζούσε σε μια εντελώς υποθετική κοινωνία στην οποία κάποιοι δημόσιοι χώροι, π.χ., το γήπεδο, το πανεπιστήμιο ή οι δρόμοι, περιέπιπταν συχνά σε μια κατάσταση ελευθερίας χωρίς νομιμότητα, έβγαιναν δηλαδή συχνά έξω από τη σφαίρα της νομιμότητας. [ Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31/01/2016 ART by Fred EINAUDI handoffate ]



Επίμονος εισηγητής
Τη φιλελεύθερη δημοκρατία ανέλαβε να υπερασπίσει και να απαλλάξει από παρεξηγήσεις ο Τζιοβάνι Σαρτόρι, 92 ετών σήμερα, ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή πολιτικούς επιστήμονες του εικοστού αιώνα. Ο Σαρτόρι έχει γράψει πολυσέλιδα βιβλία για τη θεωρία της δημοκρατίας και τη μεθοδολογία των κοινωνικών επιστημών και έχει εδραιώσει έναν ολόκληρο κλάδο, τη μελέτη των κομματικών συστημάτων.
Η διαύγεια της σκέψης του είναι πασίγνωστη. Το ίδιο και η επίμονη έως φανατική υποστήριξη των επιχειρημάτων του, όπως ανακάλυψα πριν από 20 χρόνια, αφού είχα πιάσει νωρίς θέση σε κατάμεστη αίθουσα συνεδριακού κέντρου, όπου διεξαγόταν ένα παγκόσμιο συνέδριο πολιτικής επιστήμης. Ο φιλελεύθερος Σαρτόρι είχε δεχθεί να είναι εισηγητής σε «μονομαχία» για τη δημοκρατική θεωρία με τον Κλάους Οφε, τον νεομαρξιστή θεωρητικό του κράτους, των εργασιακών σχέσεων και του μετασχηματισμού της Ανατολικής Ευρώπης. Ο Οφε μού είχε φανεί πιο πειστικός, αλλά ας πούμε ότι βγήκε από τη μονομαχία με αμυχές, καθώς πράγματι είναι δύσκολο να αντιμετωπίσει κανείς έναν Αρμαγεδδώνα φιλοσοφικών παρατηρήσεων, ιστορικών γεγονότων και αποτελεσμάτων εμπειρικών ερευνών, δηλαδή τον Σαρτόρι όταν αγορεύει.
Γεύση όλων αυτών παίρνουμε διαβάζοντας το μικρό βιβλίο του που περιλαμβάνει 30 κεφάλαια για τη δημοκρατία. Τα καλύτερα από τα 30 «μαθήματα» είναι εκείνα στα οποία ο συγγραφέας εξηγεί τις αξιακές βάσεις της δημοκρατίας, δηλαδή την πολιτική ισότητα, την ελευθερία και τον πλουραλισμό. Ένα από τα πιο επίκαιρα σημεία του βιβλίου περιέχεται στο 13ο μάθημα, όπου ο Σαρτόρι συνοψίζει την απάντηση των Λοκ και Ρουσό στο κλασικό ερώτημα πώς είναι δυνατόν η ελευθερία να υπάρχει εκεί όπου υπάρχουν νόμοι περιοριστικοί της ανθρώπινης συμπεριφοράς ή «γιατί η ελευθερία έχει ανάγκη από νόμους: Διότι αν κυβερνούν οι νόμοι - που αποτελούν γενικούς και απρόσωπους κανόνες - δεν κυβερνούν οι άνθρωποι, δηλαδή δεν κυβερνά η αυθαίρετη βούληση, ο δεσποτισμός ή απλώς η ηλιθιότητα του καθενός». Το πόσο δίκιο έχει ο Σαρτόρι σε αυτό θα γινόταν, νομίζω, φανερό σε οποιονδήποτε ζούσε σε μια εντελώς υποθετική κοινωνία στην οποία κάποιοι δημόσιοι χώροι, π.χ., το γήπεδο, το πανεπιστήμιο ή οι δρόμοι, περιέπιπταν συχνά σε μια κατάσταση ελευθερίας χωρίς νομιμότητα, έβγαιναν δηλαδή συχνά έξω από τη σφαίρα της νομιμότητας.
Ο Σαρτόρι εξηγεί επίσης το σημαντικότερο προσόν της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δηλαδή το πώς η δημοκρατία απονέμει εξουσία σε αυτούς που πλειοψήφησαν στις εκλογές και ταυτόχρονα περιορίζει την εξουσία τους προστατεύοντας τις μειοψηφίες και τα άτομα από την τυχόν αυθαιρεσία της πλειοψηφίας. Και ανατρέχει στο αρχικό περιεχόμενο βασικών εννοιών που ήταν πολύ διαφορετικό από το σημερινό. Αυτό, π.χ., συμβαίνει με τον όρο επανάσταση («revolution») ο οποίος προτού πολιτικοποιηθεί, τον 17ο αιώνα, ήταν αστρονομικός όρος και σήμαινε την «περιστροφή» των άστρων!

Πεισματικός αρνητής
Από την άλλη μεριά σε μερικά κρίσιμα σύγχρονα ζητήματα ο Σαρτόρι αρνείται πεισματικά ότι τα πράγματα έχουν γίνει πλέον πιο περίπλοκα. Για παράδειγμα, σωστά τάσσεται υπέρ της έμμεσης, δηλαδή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ισχυριζόμενος ότι μια άμεση δημοκρατία που θα λειτουργούσε με διαρκή δημοψηφίσματα, ηλεκτρονικά ή άλλα, θα ήταν μια μονήρης και εν τέλει μη συμμετοχική πολιτική εμπειρία. Κι αυτό γιατί θα αφαιρούσε από τη σημερινή δημοκρατία το στοιχείο της αλληλεπίδρασης διαφορετικών γνωμών και της από κοινού κατάληξης σε αποφάσεις που δεν απορρίπτουν εντελώς ένα από τα συγκρουόμενα συμφέροντα.
Ωστόσο, ο Σαρτόρι εδώ δεν λαμβάνει υπόψη του το τρέχον και ίσως διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στους εκλεγμένους κυβερνώντες και στους κυβερνωμένους, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο. Για το χάσμα αυτό απαιτούνται διορθωτικές κινήσεις με τη μορφή περιοδικών ενέσεων άμεσης δημοκρατίας στο πάσχον σώμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο ο Σαρτόρι απέχει από τη σύγχρονη συζήτηση είναι το θέμα της πολυπολιτισμικότητας. Κατ' αρχάς σωστά αποφαίνεται ότι δεν μας αρκεί η πολυπολιτισμικότητα, αν αυτή σημαίνει μόνο τη χωρική παράθεση ερμητικά κλεισμένων εθνοτικών, θρησκευτικών και άλλων κοινοτήτων. Ομως παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο δικός του «πλουραλισμός» σπάνια καταλήγει στη «συνεκτική πολυμορφία» μέσα στη δημοκρατία, όπως την αποκαλεί, απλούστατα γιατί ορισμένες από τις συλλογικές ταυτότητες, δηλαδή μερίδες, της κοινωνίας είναι πολύ ισχυρότερες από τις υπόλοιπες. Η ανεκτικότητα, η αμοιβαιότητα και η αποφυγή της βλάβης του άλλου, όψεις με τις οποίες ο Σαρτόρι προικοδοτεί τον πλουραλισμό, δεν είναι εγγενή χαρακτηριστικά του.

Το σημαντικότερο μάθημα
Συνοπτικά, παρά αυτά τα πεισματικά συντηρητικά στοιχεία του, πρόκειται για ένα βιβλίο που μας προκαλεί να σκεφθούμε μερικές εύκολες παραδοχές μας. Εχει γραφεί για το ευρύ κοινό και έχει μεταφραστεί καλά και στρωτά στα ελληνικά, με εξαίρεση κάποιες αβλεψίες και νεολογισμούς: ο ελληνικός όρος «αυταρχισμός» χρησιμοποιείται για δύο διαφορετικά φαινόμενα ανελευθερίας και μη δημοκρατικού καθεστώτος τα οποία αντιδιαστέλλει ο Σαρτόρι στο 10ο κεφάλαιο και η βιολογικής προέλευσης «ετερογένεση» εισάγεται αντί του δοκιμασμένου εγελιανού όρου «ετερογονία των σκοπών» στο 20ό.
Το πιο σημαντικό ίσως μάθημα περιέχεται στον πρόλογο του βιβλίου, γραμμένο από την τηλεοπτική παραγωγό που αρχικά είχε ζητήσει από τον Σαρτόρι να ετοιμάσει τριάντα τέτοια μαθήματα πεντάλεπτης διάρκειας για την ιταλική τηλεόραση. Ο Σαρτόρι δέχθηκε, συνόψισε τα πάντα για τη δημοκρατία σε τριάντα πεντάλεπτα και το κανάλι τού έδωσε πέντε λεπτά κάθε μέρα στις 20.30, την ώρα της μέγιστης τηλεθέασης. Υπέροχη ιδέα, ειδικά για εμάς που, ως γνωστόν, τον αντίστοιχο χρόνο τον περνάμε με διαφημίσεις ή τηλεοπτικές κοκορομαχίες εν μέσω ατελείωτων δελτίων ειδήσεων.


[ Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 31/01/2016 ART by Fred EINAUDI handoffate ]